Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Πεζοπορώντας στα παλιά μονοπάτια των Δυτικών Αγράφων!


   Κοντά στους τσοπάνηδες της Φτέρης… 

                                          Με τη ματιά και την πένα του καλού Ευρυτάνα φίλου Θωμά Κώτσια
                                                                                           

Οι καλά ενημερωμένοι χάρτες της Ευρυτανίας, με κλίμακα  1/50.000 και οι περιγραφές  όσων περπάτησαν στα μαγικά μονοπάτια των Δυτικών Αγράφων, οδήγησαν την οικογενειακή μας «ορειβατική ομάδα» στην απόφαση να ετοιμάσουμε τα σακίδια μας για δύο τουλάχιστον ημέρες περιπλάνησης  στην περιοχή.
Οι πρώτες πληροφορίες που πήραμε, σχετικά με την διαδρομή που θα ακολουθούσαμε, ικανοποίησαν την «αποστολή» μας. Σκηνή, σακίδια, τρόφιμα και να ‘μαστε, ξεκινάμε για τα  “ψηλά βουνά” που τόσο ύμνησε ο καταγόμενος από την περιοχή, ποιητής και συγγραφέας Ζαχαρίας Παπαντωνίου.
Μπήκαμε στον χωματόδρομο έξω από το χωριό Βούλπη προς το Λημέρι που οδηγεί στις ανατολικές πλαγιές της Φούρκας, προσκυνητές στη Σπηλιά του Κατσαντώνη, μια ριζοσπηλιά  σ΄ ένα άγριο τοπίο, πάνω από το χωριό Μοναστηρακι Αγράφων, όπου πιάστηκε βαριά άρρωστος ο Θρυλικός Κατσαντώνης για να οδηγηθεί στα Γιάννενα και να θανατωθεί μαρτυρικά από τους δήμιους του Αλή Πασά.  Ο Θεός των βουνών, όμως, φάνηκε ότι δεν συμφωνούσε, αφού μια τρομερή καταιγίδα μας έκανε να αποφύγουμε την άνοδο ψηλότερα, με τέτοιες καιρικές συνθήκες. Έτσι και αλλιώς, η ιστορική Σπηλιά, από μόνη της, αποτελεί προορισμό και τόπο επίσκεψης.
Επιστροφή λοιπόν και αλλαγή του Προγράμματος. Αν την επόμενη ημέρα καλυτέρευε ο καιρός, θα ακολουθούσαμε μια άλλη διαδρομή, στην ίδια πάντα περιοχή των Δυτικών Αγράφων. Πράγματι την επόμενη, μια πανέμορφη  ημέρα, μας βρήκε πρωί- πρωί στο Λιθοχώρι, στο καφενείο του Οικισμού Σταυρός, να παίρνουμε πληροφορίες για τα Γούπατα στα Λακκώματα κάτω από τις κορυφές της Φτέρης..
Ακολουθούμε τον χωματόδρομο, προς τον εγκαταλειμμένο οικισμό Καραγκούνικα με τις μελαγχολικές εικόνες των μισογκρεμισμένων ακατοίκητων σπιτιών, αλλά, και την πανοραμική θέα όλης της Δυτικής Ευρυτανίας στα πόδια μας να μας προκαλούν ανάμεικτα  συναισθήματα. Περνάμε τα τελευταία λιβάδια και μπαίνουμε στην Αλπική Ζώνη όπου ο δρόμος συνεχίζει ανηφορικός και κακοτράχαλος για τα Γούπατα..
Απ’ εδώ ο ορίζοντας διευρύνεται τώρα, από τα Τζουμέρκα βορειοδυτικά, την λεκάνη του Αχελώου με  τις δαντελωτές ακτές της τεχνητής λίμνης των Κρεμαστών, τα Όρη του Βάλτου απέναντι μας, μέχρι το Παναιτωλικό και την Καλιακούδα στα νότια. Τα  μάτια μας δεν χόρταιναν την εικόνα. Φτάνουμε στην κορυφή και μπροστά μας  σε μερικές εκατοντάδες μέτρα  έχουμε τα βοσκοτόπια της Φτέρης! Γύρω μας βόσκουν κοπάδια  ενώ οι εικόνες και ο ήχος απ’ τα  βελάσματα και τα κουδούνια  του κοπαδιού αποτελούν την απόλυτη αρμονία.
Μας υποδέχονται γαυγίσματα και από ένα κοντινό καλύβι μας πλησιάζει για να μας καλωσορίσει  με οικειότητα, σα να γνωριζόμαστε, ένας άνθρωπος με επιβλητική ορεσίβια μορφή, με διαπεραστικό λυπημένο βλέμμα και γενειάδα, χαρακτηριστικά που σε προδιαθέτουν ότι πίσω από αυτά  κρύβεται βαθύς πόνος. Μας καλωσορίζει καλοσυνάτα και μας καλεί στο καλύβι του. Μπαίνουμε στο χαμηλοτάβανο καλυβάκι και μας συγκινεί η κίνηση του, να στρώσει την κάπα του κάτω για να καθίσουμε. Για τα παιδιά  η εικόνα της κάπας και το σκηνικό γύρω μας τα κάνει να  ρωτούν διάφορα. Πρόθυμα τους απαντά για όλα και προχωρώντας η κουβέντα μας αποκαλύπτει τον αβάσταχτο πόνο του πατέρα που έχασε πρόσφατα τον γιό του -ένα παλικάρι 24 χρονών- στα απότομα περάσματα της Φτέρης, θύμα της σκληρής ζωής των κτηνοτρόφων στα βουνά που εμείς απολαμβάνουμε χωρίς την αγωνία της φροντίδας των κοπαδιών με τίμημα ακόμα και την ζωή τους. Η αποκάλυψη του τραγικού πατέρα με τα βουρκωμένα μάτια μας γεμίζει πόνο και για λίγο πέφτει σιωπή. Βγαίνουμε έξω απ’ το καλύβι και προσπαθούμε να αλλάξουμε κουβέντα, να αποφορτίσουμε το κλίμα. Καθισμένος έξω από το καλύβι, χωμένος στην κάπα του, μου θυμίζει  εικόνες απ΄ το παρελθόν τόσο γνώριμες σε εμένα και τις μνήμες των παιδικών μου χρόνων και τόσο άγνωστες στα παιδιά μου που για πρώτη φορά βρέθηκαν με τσοπάνηδες στα βουνά. Ζητήσαμε διακριτικά να μας επιτρέψει να φωτογραφηθούμε μαζί του αποθανατίζοντας την συνάντηση μας και του υποσχεθήκαμε να τον επισκεφθούμε ξανά ευχόμενοι να τον ανταμώσουμε με λιγότερο πόνο και περισσότερο κουράγιο που μπορούν και αντλούν οι άνθρωποι της υπαίθρου από την ίδια την σχέση τους με την Φύση, την σκληρή ζωή και τα ζωντανά τους.
Μας πληροφορεί για το μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή της Φτέρης και τον οικισμό της Βλαχοπούλας, τον αποχαιρετάμε και ξεκινάμε τραβερσάροντας στο παλιό μονοπάτι που οδηγούσε απ’ τα γεφύρια και τα περάσματα του Αχελώου, όσους κινούνταν απ’ την Ήπειρο προς τα Άγραφα και τον κάμπο της Θεσσαλίας. Το εγκαταλειμμένο μονοπάτι αλλού το χάναμε και αλλού το βρίσκαμε πάνω από τις σάρες μέχρι το διάσελο της Πρατίνας. Φτάνουμε στο διάσελο και η θέα σου κόβει την ανάσα..
Τώρα έχουμε δεξιά μας και νοτιοδυτικά  την γνωστή μας εικόνα που διευρύνεται μέχρι τον Αμβρακικό, ενώ αριστερά μας, βόρεια και ανατολικά, σαν πελώρια κύματα σε φουρτουνιασμένη θάλασσα,  ατελείωτες τις κορυφές των Αγράφων. Ανοίγουμε το χάρτη και προσδιορίζουμε μία-μία τι κορφές και τους παλιούς οικισμούς. Με τα κιάλια παρατηρούμε τα πάντα. Απ’ την μεριά των Αγράφων η Βλαχοπούλα χαμηλότερα και γύρω της ένα σύμπλεγμα από όμορφες πλαγιές, γούπατα, φαράγγια και ρεματιές που οδηγούν στον Αγραφιώτη ποταμό, πάνω μας  η κορυφή Φτέρη.  Η μαγεία των εικόνων δεν μας αφήνει να φύγουμε απ’ αυτό το εκπληκτικό ξάγναντο. Είναι πλέον δειλινό όταν φτάνουμε σ’ ένα όμορφο πλάτωμα  πάνω  απ΄ τα δύο- τρία παλιά σπίτια ανάμεσα σε λίγες καλύβες και μαντριά. Αποφασίζουμε να διανυκτερεύσουμε εκεί και στήνουμε τη σκηνή μας.

Ερευνούμε την περιοχή και μαζεύουμε ξύλα για να ανάψουμε φωτιά το βράδυ, περιτριγυρισμένοι από γιδοπρόβατα που έβοσκαν αμέριμνα  σε μια αρμονική συμφωνία με το τοπίο. Από μακριά βλέπουμε ανθρώπους… κατευθυνόμαστε προς την μεριά τους και συναντάμε και εδώ την ίδια φιλόξενη διάθεση να κάνουν ότι μπορούν για μας, να μας φιλοξενήσουν στο κονάκι τους. Ανταποκρινόμαστε στα φιλόξενα αισθήματα τους, ζητώντας να μας φιλέψουν λίγο τσαλαφούτι (τοπικό Αγραφιώτικο γαλακτοκομικό προϊόν, περίπου σαν κατίκι η γαλοτύρι) που υπάρχει σχεδόν πάντα στα βλάχικα κονάκια των Αγράφων και που εμπλούτισε το βραδινό μας. Δίπλα  στη σκηνή  γύρω από τη φωτιά  με τα παιδιά «… μετράμε τ’ αστέρια» και αναζητούμε τους αστερισμούς στον ουρανό, που απ΄ τα  1800 μέτρα περίπου, με ξαστεριά και μακριά από φώτα, βλέπαμε λαμπερότερα και εντονότερα.
Ο ήλιος το πρωί μας βρήκε ακόμα στη σκηνή! Μαζεύουμε γρήγορα-γρήγορα, αποχαιρετάμε από μακριά τους φίλους μας που από νωρίς ακούγαμε τα σαλαγίσματά τους στον καθημερινό σκληρό τους αγώνα  για τα ζώα και με σύμμαχο μία ακόμα υπέροχη μέρα ακολουθούμε το χωματόδρομο για τον αυχένα της Λιακούρας σταματώντας στη παλιά βρύση που βρίσκουμε μπροστά  μας για πρωινό. Με τα παγούρια γεμάτα αρχίζουμε να ανεβαίνουμε αφήνοντας αριστερά μας και χαμηλότερα  το δύσβατο φαράγγι που δημιουργεί το ρέμα της Φτέρης  και την «Άπατη Γη», όπως ονομάζουν οι ντόπιοι  το στενό πέρασμα του ρέματος ανάμεσα σε πανύψηλους βράχους που μπορεί να επισκεφτεί κανείς μόνο το καλοκαίρι και κολυμπώντας σε κάποια σημεία για να καταλήξει στον Αγραφιώτη στο γεφύρι της Ανηφόρας  ή να το ανέβει απ΄ τον Αγραφιώτη  (περιγραφή σε επόμενο αφιέρωμα).
Φτάνοντας κουρασμένοι  στο διάσελο της Λιακούρας η πρόκληση της κορυφής δεξιά μας και η εύκολη κατηφορική πορεία αριστερά μας προς το χωριό Μοναστηράκι όπου κλείνουμε τον κύκλο της περιπλάνησης, μας οδηγεί στη δεύτερη επιλογή μιας και κρίναμε ότι δεν θα μας προσέφερε διαφορετικότερες εικόνες. πέρα απ΄ την ικανοποίηση της κατάκτησης της κορυφής που επιφυλάσσουμε για  επόμενη απόδραση μας σε τούτα τα μέρη.

Στο Μοναστηράκι, περίπου 5 ώρες  απ΄ την Βλαχοπούλα,  φτάνουμε νωρίς το απόγευμα  για να μας παραλάβει  ο φίλος μας που μας άφησε το προηγούμενο πρωί στο Λιθοχώρι. Βέβαια οι πεζοπορικές διαδρομές και τα παλιά δυστυχώς εγκαταλειμμένα μονοπάτια των Δυτικών Αγράφων δεν εξαντλούνται εδώ, αναζητούν όμως υποψιασμένους τοπικούς άρχοντες και φορείς που να αγαπούν πραγματικά τον τόπο και την ιστορία του, να σώσουν, να διαφυλάξουν και να αναδείξουν την ομορφιά τους.                     

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Φεγγάρι του βουνού


Ασάλευτη η ομορφιά, παραδόθηκε στη βαθιά ησυχία του ουρανού! Η μοναχική βουνοκορφή αγκαλιάζει ένα βρεγμένο φεγγάρι που αναδύεται από τη σιωπή στέλνοντας το απαλό του φως να αχνοχαράξει σβησμένα μονοπάτια του δάσους, βασανισμένες ξερολιθιές και κατάκοπα φτωχοκάλυβα. Σπαθίζει μυστικές θύμησες και κοντοστέκει εκεί σιμά στις εσχατιές σαν προαιώνιο κερί μνήμης στις ψυχές των προγόνων. Λες και δεν θέλει να αλλάξουν οι βουλές…   
"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Η περιποίηση του δικαστή από τον κουρέα



Ο Νικόλαος Γερακάρης υπηρέτησε ως δικαστής στο Καρπενήσι το 1905. Στα απομνημονεύματά του περιγράφει τις δυσμενείς συνθήκες που επικρατούσαν, τότε, στην άσημη ορεινή πρωτεύουσα της πάμπτωχης  Ευρυτανίας. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται και στην οδυνηρή εμπειρία του με τον τοπικό κουρέα….

«…ο οποίος ήτο συγχρόνως και ο οδοντοϊατρός της πόλεως, αφού εβούτα το σαπούνι του εντός του προ αυτού πλήρους ύδατος πιάτου, το περιέφερε με τας χείρας του ανά το πρόσωπον του ατυχούς πελάτη του (…) και επηκολούθει το ξύρισμα (…). Όταν επρόκειτο να υποστούν την επίθεσην αι παρειαί, συνίστατο εις τον ξυριζόμενον να κάμη “καρύδι”, ήτοι να φουσκώνη με την γλώσσαν του και “μύγδαλο” όταν θα εξυρίζετο το κάτω χείλος… Μετά το τέλος της δοκιμασίας, ο κουρεύς εγέμιζε το στόμα του με νερό και δι’ αυτού εμπούχιζε το πρόσωπον του αποξυρισθέντος(….). Το έργον του σφουγγίσματος εξετέλει μία βρωμερά και ακάθαρτος πετσέτα. Εξαιτίας τούτων περιορίσθημεν να κόπτομε μόνον την κόμην μας, και ταύτην κατά μακρά χρονικά διαστήματα(…)».

Χρόνια πολλά και… προσοχή!

(Το απολαυστικό κειμενάκι αλιεύσαμε από άρθρο του ερευνητή Ανάργυρου-Γιάννη Μαυρομύτη από το  βιβλίο υπό τον τίτλο:“Η Ευρυτανία στις περιγραφές Ελλήνων και ξένων περιηγητών”, έκδοση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ευρυτανικών Σπουδών και Ερευνών)

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ (ΙΙΙ) – Προυσός : Το κρησφύγετο του Καραϊσκάκη!


Στον Προυσό
Ξακουστό είναι το Μοναστήρι του Προυσού! Τόσο για εκείνους που θα επιλέξουν την επίσκεψη σε αυτό για λόγους θρησκευτικής πίστης αφού θεωρείται σπουδαίο πνευματικό και προσκυνηματικό κέντρο που προσελκύει πολλούς ενδιαφερόμενους -  όσο και για εκείνους που αναζητούν τα ξεχασμένα χνάρια της Ιστορίας καθώς η μονή υπήρξε το κατ’ εξοχήν καταφύγιο του μεγάλου αγωνιστή της Εξέγερσης του 1821, Γ. Καραϊσκάκη!
Οπωσδήποτε το τοπίο ενθουσιάζει κάθε φυσιολάτρη ταξιδευτή. Απόκοσμο και επιβλητικό, αποτελεί τον ορισμό της άγριας ευρυτανικής φύσης. Το μοναστήρι βρίσκεται φωλιασμένο σε ένα τρομερό τόπο, μέσα σε μια απόκρημνη βραχώδη περιοχή που οριοθετούν τα δύο πανύψηλα χιλιοτραγουδισμένα βουνά μας η Χελιδόνα και η Καλιακούδα, παρακλάδια της ραχοκοκαλιάς του ελατόφυτου Τυμφρηστού. Το σκληρό ανάγλυφο κόβει κυριολεκτικά την ανάσα : θεόρατοι βράχοι χυμάνε σε αβυσσαλέους γκρεμούς, ενώ ασυγκράτητα κρυστάλλινα νερά βροντογυρνάνε σε ένα βαθύ μεγάλο φαράγγι το οποίο φτάνει μέχρι τις παρυφές του Καρπενησίου! Πυκνά ελατοδάση ντύνουν ολόγυρα τα βουνά, προσφέροντας μία ασύλληπτη εικόνα άγριας, παραμυθένιας ομορφιάς. Εκεί, στο χείλος ενός απύθμενου γκρεμού, αιωρείται κρεμασμένο σε ένα κάθετο βράχο το ιστορικό μοναστήρι του Προυσού! 

Μαγική διαδρομή
Η μονή της «Μπουρσιώτισσας», όπως συνηθίζεται να αποκαλείται στη ντοπιολαλιά, απέχει 32 χλμ από το Καρπενήσι και όλη η διαδρομή μέχρι εδώ συγκινεί και συναρπάζει όσο λίγες! Ξεκινώντας από την πρωτεύουσα του νομού, διασχίζουμε την εύφορη κοιλάδα της Ποταμιάς, τα λεγόμενα «Ευρυτανικά Τέμπη», έχοντας συντροφιά στα ζερβά μας τον πλατανοσκέπαστο Καρπενησιώτη ποταμό αλλά και αρκετά γραφικά χωριουδάκια που στολίζουν τις κατάφυτες πλαγιές.
Πιο κάτω ελισσόμαστε σε στενούς δρόμους ανάμεσα σε πελώρια βραχώδη τείχη! Την παράσταση κλέβει οπωσδήποτε η τοποθεσία «Κλειδί», ένα  άγριο στενό πέρασμα μέσα από πανύψηλα κατακόρυφα βράχια που κυριολεκτικά λογχίζουν τον ουρανό! Διασχίζουμε και το εκπληκτικό πέτρινο φυσικό τούνελ και συνεχίζουμε εκστασιασμένοι. Το περιβόητο φαράγγι του Βόθωνα, σημαντικού βαθμού δυσκολίας, με πολλούς καταρράχτες και λίμνες, προκαλεί τους λάτρεις της περιπέτειας και των έντονων συγκινήσεων.
Στην πορεία, λίγο μετά το χωριό Καρίτσα, θα συναντήσουμε και τα… «Πατήματα της Παναγίας»! Εδώ παρατηρούμε ένα μικρό προσκυνητάρι με κάθε λογής τάματα και τα περίφημα «βήματα της Παναγίας» : Πρόκειται, για ένα παράξενο γεωλογικό φαινόμενο που παριστά επτά διαφορετικά αποτυπώματα σε μορφή «πατούσας» κατά μήκος ενός κατακόρυφου βράχου. Οι πιστοί, από την πλευρά τους, θεωρούν ότι αυτά είναι τα χνάρια της Παναγίας όταν ερχόμενη από την Προύσα πέρασε από εδώ, τρυπώντας μαζί και την απέναντι βουνοκορφή, το αποκαλούμενο «Τύπωμα» ή «Δρακότρυπα»!
Μια ακόμη ενδιαφέρουσα στάση θα κάνουμε στα πανέμορφα «Διπόταμα», όπου σμίγουν ο Κρικελοπόταμος και ο Καρπενησιώτης σχηματίζοντας από κοινού τον Τρικεριώτη ποταμό ο οποίος, αμέσως μετά το διπλογέφυρο, ξεχύνεται σε μια νέα περιπετειώδη διαδρομή έως ότου καταλήξει στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών.
Κατόπιν, ανηφορίζουμε σε συνεχείς ελικοειδείς στροφές, με τα θεόρατα ευρυτανικά βουνά να κάνουν απόλυτη κατάληψη στις αισθήσεις μας, ώσπου φτάνουμε στο Μοναστήρι του Προυσού. Το άγαλμα του Καραϊσκάκη μας υποδέχεται στην είσοδό του!    

Το μοναστήρι της Παναγίας της Προυσιώτισσας
Σφηνωμένο μέσα σε μια απόκρυφη σπηλιά βρίσκεται το παμπάλαιο μικρό εκκλησάκι που αναμφίβολα αιχμαλωτίζει το βλέμμα κάθε επισκέπτη! Είναι ένα επιβλητικό θέαμα, ένα μοναδικό σκηνικό δέους που συνθέτει το μόνοιασμα της ανθρώπινης τεχνικής με τη φυσική προστασία που παρέχει αυτός ο παρθένος βουνίσιος τόπος.
Ο ναΐσκος που βλέπουμε είναι σταυροειδούς ρυθμού με τρούλο. Στη μέσα πλευρά του υφίσταται κρύπτη/παρεκκλήσι, σκαμμένη στο βράχο, που φέρει σημαντικές ομοιότητες με ανάλογα σπήλαια-ασκηταριά της Καππαδοκίας και της Παλαιστίνης! Διασώζονται τοιχογραφίες του 12ου αιώνα, δύο παλαιά στρώματα αγιογραφήσεων, το ένα εξ’ αυτών από το 1518, καθώς και το ξυλόγλυπτο τέμπλο που χρονολογείται από το 1810. Να αναφέρουμε ότι υπάρχουν και άλλες ακόμη εξαιρετικές τοιχογραφίες του 1785, έργα των πασίγνωστων αγιογράφων του τόπου μας Γ. Αναγνώστου και Γ. Γεωργίου. Το πρώτο καθολικό καταστράφηκε από πυρκαγιά, το 1587, αλλά ξαναχτίστηκε αργότερα, το 1754. Με πατριαρχικό σιγίλιο της εποχής, η μονή αναγνωρίστηκε ως Σταυροπηγιακή και Πατριαρχική. Όσο αφορά την πρωταρχική χρονολογία ίδρυσης του μοναστηριού, μία συνήθης εκδοχή έκανε λόγο για τον 9ο αιώνα, αλλά η σύγχρονη επιστημονική αξιολόγηση των παλαιότερων ανεπίγραφων τοιχογραφιών συμπεραίνει εντέλει το 12ο -13ο αιώνα, άρα αυτό το δεύτερο προσδιορισμό θα αποδεχτούμε σαν πιο φερέγγυο.
Εξέχουσα σημασία έχει το κτίσμα της ξακουστής ιστορικής «Σχολής Ελληνικών Γραμμάτων»! Επιπρόσθετα παρατηρούμε το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων (1754) καθώς και το πανύψηλο πετρόχτιστο ρολόι που βρίσκεται απέναντι από τη μονή, σκαρφαλωμένο σε ένα θεόρατο βράχο με φαντασμαγορική θέα! Υπάρχουν κτηριακές πτέρυγες με κελιά μοναχών, ξενώνες φιλοξενίας επισκεπτών, εστιατόριο κλπ. Στο υπόγειο βρίσκεται η παλιά βρύση του αγιάσματος. Αναβαθμίδες με καλλιέργειες και κήπους απλώνονται τριγύρω. 
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην πολύ πλούσια βιβλιοθήκη της μονής Προυσού, η οποία εμπεριέχει σπάνιας αξίας έντυπα, όπως σπαράγματα περγαμηνών από τον 9ο αιώνα, 72 χειρόγραφους κώδικες, πατριαρχικά σιγίλια, λιθογραφημένες πανεπιστημιακές παραδόσεις, φιλοσοφικά και επιστημονικά εγχειρίδια, σημαντικές επιστολές και πολλά άλλα βαρύτιμα έγγραφα, μέρος των οποίων εκτίθεται και στο εξαιρετικό «Ιστορικό Μουσείο» που βρίσκεται στο προαύλιο της μονής.
Τον  χώρο του Μουσείου κοσμούν, επίσης, πολύτιμες εικόνες, σταυροί, ευαγγέλια, άμφια, λειψανοθήκες, χρυσά κι ασημένια δισκοπότηρα, παλιά σκεύη, σουλτανικά φιρμάνια, αφιερώματα επωνύμων, λάφυρα αγωνιστών και βέβαια τα όπλα του Γεωργίου Καραϊσκάκη!!!

Όπως είναι φυσικό, στη μονή δεσπόζει η εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας, της «Κυράς της Ρούμελης» όπως προσφωνείται, με την αφιέρωση του Καραϊσκάκη στο κάλυμμά της! Βρίσκεται σε ένα μικρό θολωτό κατανυκτικό χώρο, μέσα στο εκκλησάκι του σπηλαίου, όπου εκεί συρρέουν οι προσκυνητές. Το 1918, με τη μεγάλη θανατηφόρα γρίπη, η εικόνα μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι όπου τελέστηκε δέηση. 
Βέβαια, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, απίστευτοι θρύλοι και παραδόσεις τυλίγουν μέσα στους αιώνες την παμπάλαια Μονή και την εικόνα της που φημολογείται ότι έλκει την καταγωγή της από την Προύσα της Μικράς Ασίας, εξ’ ου και η ονοματολογία της. Εικάζεται, λοιπόν, ότι στην Προύσα υπήρχε κάποτε ένας σημαντικός ναός με μια σπάνια εικόνα που λέγονταν ότι την είχε ζωγραφίσει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Την περίοδο 829-842 άρχει ο βυζαντινός εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος. Εξαιτίας της γνωστής διαμάχης μεταξύ εικονομάχων-εικονολατρών, η  εικόνα,  φυγαδεύτηκε προς τη Στερεά Ελλάδα η οποία θεωρούταν ασφαλές καταφύγιο ώστε να μην καταστραφεί. Η θρησκευτική παράδοση δίνει μία ακόμη πιο μεταφυσική διάσταση κάνοντας λόγο για μια΄περιπετειώδη περιπλάνηση της θαυματουργής εικόνας από την Προύσα μέχρι εδώ! Πρωταγωνιστής ένας Μικρασιάτης νεαρός και ο επιστάτης του οι οποίοι για να προστατεύσουν την εικόνα της Προύσας έφυγαν κρυφά για την Ελλάδα! Όμως στην Καλλίπολη του Εύξεινου Πόντου, η εικόνα εξαφανίστηκε μυστηριωδώς! Ο νεαρός, αν και απογοητευμένος από την απώλεια, συνεχίζει το ταξίδι του και καταλήγει στην Υπάτη Φθιώτιδας (Νέα Πάτρα ή Πατρατζίκι). Εν τω μεταξύ κάπου μακρύτερα, στην Ευρυτανία, σε ένα ποιμενικό συνοικισμό σκηνιτών, ένα μικρό τσοπανόπουλο που έβοσκε τα πρόβατά του κοντά σε ένα ριζοσπήλι, έβλεπε κάθε βράδυ να βγαίνει από εκεί μία πύρινη λάμψη, ενώ άκουγε και ψαλμωδίες! Το παιδί φοβισμένο ειδοποίησε τους μεγαλύτερους βοσκούς που πήγαν στο σημείο όπου αντίκρισαν την εικόνα να λάμπει! Έσκαψαν μέσα στο βράχο, την τοποθέτησαν εκεί και την προσκυνούσαν.
Ο Μικρασιάτης νέος πληροφορείται στην Υπάτη το γεγονός και κίνησε κατά εκεί για να δει αυτή την εικόνα. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι ήταν η πολύτιμη χαμένη εικόνα της Προύσας, οπότε αποφάσισε να τη μεταφέρει στην Υπάτη και να χτίσει προς τιμήν της ένα ναό. Όμως στο δρόμο της επιστροφής η εικόνα… δραπέτευσε και γύρισε ξανά πίσω στη γνωστή σπηλιά! Ο νεαρός άκουσε μια ουράνια φωνή να του λέει πως η Παναγία προτιμά να βρίσκεται ανάμεσα στους ταπεινούς Ευρυτάνες βοσκούς παρά σε πλούσια ιερατεία. Τότε αυτός και ο επιστάτης του έφτιαξαν εκεί ένα παρεκκλήσι και ασκήτευσαν και οι ίδιοι με τα ονόματα Διονύσιος και Τιμόθεος. Έτσι ξεκινά η ιστορία του Μοναστηριού, σύμφωνα πάντα με το θρησκευτικό θρύλο. Πέρα όμως από τις παραδόσεις, να αναφέρουμε ότι η περίφημη εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας, εκτιμάται ως έργο του 16ου-17ου αιώνα. Μια άλλη εκδοχή ισχυρίζεται πως το μοναστήρι λέγονταν αρχικά  «Πυρσός» και πολύ αργότερα μετονομάστηκε σε «Προυσό»! 

Το παλιό μοναστήρι βρίσκονταν πάνω σε ένα κομβικό πέρασμα ανάμεσα στην Ευρυτανία και την Αιτωλία. Ως «μοναδική οδός επικοινωνίας από το Καρπενήσι στο Βραχώρι» περιγράφονταν σε παλιές διηγήσεις. Διέθετε, ασφαλώς, και το επιπρόσθετο συγκριτικό πλεονέκτημα του προστατευμένου σημείου. Έχουμε ξαναπεί πως τέτοιου είδους περιοχές θεωρούνταν, για ευνόητους λόγους, απολύτως κατάλληλες για την ίδρυση μοναστηριών. Ευνοϊκή στάθηκε και η γνωστή συνθήκη του Ταμασίου (1525) που παρείχε προνόμια αυτονομίας στην ευρύτερη περιοχή των Αγράφων, με συνέπεια να ιδρύονται αρκετά μοναστήρια και εκκλησίες. Επίσης η πολιτική του μεγάλου βεζύρη Μουσταφά Κιουπρουλή (1689) που επέτρεψε, για λόγους κατευνασμού των ραγιάδων, την επισκευή και θεμελίωση ναών.
Σημαίνοντες ξένοι περιηγητές αναφέρονται στο μοναστήρι του Προυσού, δίνοντάς μας σημαντικές πληροφορίες για αυτό σε πολύ παλιότερες εποχές. Για παράδειγμα ο Γάλλος περιηγητής-ερευνητής Μεσαιωνικής Ιστορίας J.A. Buchon, ο οποίος έφτασε στον Προυσό το 1841 με σκοπό να μελετήσει σπάνια χειρόγραφα της βιβλιοθήκης της μονής, κάνει λόγο για την τρομερή απέχθεια των μοναχών απέναντι στην Βαυαροκρατία!  Ο Buchon κάνει σημαντικές παρατηρήσεις για τα μοναστήρια που στην Ελλάδα του τότε αποτελούσαν τους κατ’ εξοχήν μεγαλοϊδιοκτήτες της γης, ενώ αναφέρεται και στη σεβαστή περιουσία του Προυσιώτικου μοναστηριού που διέθετε σημαντικές λιβαδικές εκτάσεις μέχρι και στο Μεσολόγγι! Επίσης ο Ελληνοαμερικανός πρόξενος Γρηγόρης Περδικάρης, που και αυτός επισκέφτηκε το μοναστήρι γύρω στα 1840, αναφέρεται στην προνομιούχα οχυρή του θέση, σημειώνοντας πως μισή ντουζίνα καλά οπλισμένων ανδρών θα μπορούσε να αναχαιτίσει εκεί ολόκληρη στρατιά! Μάλιστα τονίζει την άψογη φιλοξενία, αλλά και τον ενθουσιώδη αποχαιρετισμό που του επιφυλάχτηκε με ομοβροντίες όπλων που κατείχαν οι… «καλοί πατέρες»!
Είναι γεγονός ότι ανά περιόδους το μοναστήρι γνώρισε μεγάλη ακμή και οικονομική άνθηση. Κάποτε φιλοξενούταν μεγάλος αριθμός μοναχών. Στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας (1819-1825) ήκμασε εδώ και το περίφημο «Σχολείο Ελληνικών Γραμμάτων» με ιδρυτή το λόγιο ιερομόναχο Κύριλλο Καστανοφύλλη (κατά μία άποψη πρώτος ιδρυτής του Σχολείου θεωρήθηκε ο Κοσμάς ο Αιτωλός, αλλά αυτή δεν διασταυρώνεται λόγω αντικρουόμενων χρονολογιών).  Γνωρίζουμε, πάντως, ότι για τη λειτουργία του συνεισέφεραν και οι κάτοικοι των κοντινών χωριών Καστανιάς και Προυσού συγκεντρώνοντας για την ενίσχυσή του 3.300 γρόσια. Πολλοί μαθητές θήτευσαν εκεί και μάλιστα κάποιοι εξ’ αυτών συνέχισαν τις σπουδές τους στην Ευρώπη! Μαύρη σελίδα αποτέλεσαν τα φριχτά  «επιτίμια»- απειλητικοί αφορισμοί του Πατριαρχείου προς τους… παραβάτας μαθητάς!
Κατά τη διάρκεια διάφορων αντικαθεστωτικών εκδηλώσεων η μονή αποτέλεσε εστία επαναστατικών διεργασιών εκ μέρους οπλαρχηγών που έφταναν εδώ. Εξαιτίας τούτου πιθανολογείται πως το μοναστήρι υπέστη και κάποιες εκδικητικές καταστροφές εκ μέρους των κατακτητών σε απροσδιόριστο, όμως, χρόνο. Υπάρχει και μία ασαφής αναφορά, εν έτη 1861, προερχόμενη από το Γάλλο αρχαιολόγο και περιηγητή Bazin ο οποίος ισχυρίζονταν πως η παλαιά μονή είχε καεί κάποτε από τους Τούρκους χάνοντας έτσι το χρυσόβουλο και τους τίτλους της. Σίγουρα προκλήθηκαν πυρκαγιές σε κτίσματα της μονής από άλλες ανεξακρίβωτες αιτίες τα έτη 1869 και 1907, αλλά ανακαινίστηκαν. Είναι εμφανή πάντως ακόμη και σήμερα σημάδια των καμμένων. Μετά την απελευθέρωση το μοναστήρι παρήκμασε ηθικά και έγινε αντικείμενο κακοδιαχείρισης για μεγάλο διάστημα. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές του ανακριτή Γερακάρη κοντά στα 1905 που στηλιτεύει την εκμεταλλευτική στάση ορισμένων μοναχών που, εκτός των άλλων οικονομικών σκανδάλων και σοβαρών ατασθαλιών που διέπρατταν, έφταναν στο σημείο να εισπράττουν από φτωχούς αγαθούς ανθρώπους μεγάλα ποσά, ενώ έβαζαν υπέρογκες «ταρίφες» για να διαβάζεται… η «συγχώρεση» των αποθανόντων συγγενών τους!

Το χωριό Προυσός
Σε απόσταση δύο μόλις χιλιομέτρων βρίσκεται και το ομώνυμο χωριό του Προυσού. Αγναντεύει από τα 900 μ., παραδομένο μέσα στην πλούσια βλάστηση και την «υψηλή επιστασία» των γύρω βουνοκορφών. Λέγεται ότι ο παλιός οικισμός των Προυσιωτών βρίσκονταν κάποτε πολύ ψηλότερα, αλλά με τον καιρό οι κάτοικοί του μετακόμισαν χαμηλότερα, ώστε να βρίσκονται κοντύτερα στο μοναστήρι. Όπως και να ‘χει, το χωριό σήμερα το ομορφαίνει η πλατεία του με την εξαίσια πανοραμική θέα, το γραφικό καφενεδάκι, τα ταβερνάκια και τα δυο-τρία λιλιπούτεια μαγαζάκια με τα παραδοσιακά προϊόντα. Σημαντική είναι η εκκλησία του Αγ. Νικολάου με το μοναδικής τεχνοτροπίας καμπαναριό της. Όλα εδώ συνθέτουν μία συγκινητική εικόνα.
Το χωριό έχει να επιδείξει δείγματα ενός παλαιότερου ένδοξου παρελθόντος. Ξεχωρίζει η Αγαθίδειος βιβλιοθήκη, κληροδότημα του ομώνυμου ευεργέτη, με σπάνιες εκδόσεις Λειψίας, ενώ παλιά λειτουργούσε εδώ και το Κατσάμπειο Οικοτροφείο και Γυμνάσιο, όπου σπούδασαν πολλά φτωχά παιδιά της Ευρυτανίας. Σήμερα στέκει εγκαταλειμμένο και έρημο. Ο Προυσός ήταν επίσης η γενέτειρα ενός γνωστού πολιτικού, του Γ. Κονδύλη (1879-1936). Πλησίον του χωριού βρίσκεται η μικρή πρότυπη αλλαντοβιοτεχνία Στρεμμένου που παράγει το υπέροχο προσούτο Προυσού! Νότια του χωριού, σε απόσταση μόλις 1,5 χλμ, ξεκινά και το μαγικό μονοπάτι προς την περίφημη «Μαύρη Σπηλιά» για την οποία θα κάνουμε κάποια στιγμή ένα ξεχωριστό αφιέρωμα!     

Καταφύγιο του Γ. Καραϊσκάκη!
Το μοναστήρι του Προυσού –όπως άλλωστε και πολλά άλλα μοναστήρια της Ευρυτανίας- αποτέλεσε κρησφύγετο και σημαντικό σημείο αναφοράς αγωνιστών και καταδιωγμένων μαχητών. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, αυτή η μεγάλη εμβληματική μορφή του Αγώνα, συνήθιζε να καταλύει εδώ. Λέγεται ότι εκτός από τον Καραϊσκάκη, έβρισκαν καταφύγιο και άλλοι προγενέστεροι επαναστάτες όπως ο αγραφιώτης ήρωας Κατσαντώνης κ.α. Διασώζονται οι δύο «Πύργοι του Καραϊσκάκη», βορειοανατολικός και νοτιοδυτικός. Πρόκειται για πετρόχτιστα καραούλια με πολεμίστρες που χρησίμευαν για να ελέγχονται τα περάσματα. Αυτή τη δυσπρόσιτη και καλά προστατευμένη περιοχή, είχε επιλέξει ο «γιος της καλόγριας» και οι συμμαχητές του, για να αποσύρονται μετά από ένοπλες ενέργειες που πραγματοποιούσαν εναντίον των εχθρικών στρατευμάτων! Ταυτόχρονα το μοναστήρι λειτουργούσε και ως θεραπευτήριο τραυματιών και ασθενών. Η μονή Προυσού υπήρξε ένα πραγματικά φιλόξενο κατάλυμα για το μεγάλο αγωνιστή, ο οποίος διέμεινε εδώ πολλές φορές, όταν η φυματίωση και οι θέρμες τον τσάκιζαν! Συνήθως έπιανε κάποιον από τους δύο πύργους, με δυο-τρία πιστά παλικάρια του που τον φρόντιζαν.
 Όταν τον Αύγουστο του 1823 ο Μάρκος Μπότσαρης έπεσε στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου -κατά τη διάρκεια καταδρομικής επίθεσής του εναντίον του Τζελαλεδίν μπέη- οι σύντροφοί του μεταφέροντας τη σωρό του προς το Μεσολόγγι, πέρασαν από εδώ και στάθηκαν για λίγο. Ξάπλωσαν το σώμα του Μπότσαρη έξω από την εκκλησία και τότε ο Καραϊσκάκης, που εκείνη την περίοδο νοσηλεύονταν βαριά άρρωστος στον Προυσό, σύρθηκε με κόπο μέχρι εκεί και φίλησε δακρυσμένος το νεκρό Μάρκο λέγοντας: «Άμποτες ήρωα Μάρκο από τέτοιο βόλι να πάω κι εγώ»! (Δυστυχώς ο Γιώργης, πήγε από «άλλο βόλι», προδοτικό, ελληνικό!).

Ο Γ. Καραϊσκάκης, ήταν αυτός που στα 1824 δώρισε το ασημένιο κάλυμμα της εικόνας, το «πουκάμισο της Παναγίας» όπως αποκαλούνταν, για να γιατρευτεί από τη φυματίωση που τόσο τον ταλαιπωρούσε. Μάλιστα επάνω στην αργυροχρυσοεπενδυμένη εικόνα διακρίνουμε τρία χρυσά αστέρια από την πανοπλία του, τα οποία βρίσκονται στο μέτωπο και τους δύο ώμους της Παναγίας, καθώς επίσης και την επιγραφή: «Η Παντάνασσα. Δι εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824». Ο γιός της καλόγριας, που είχε μία δική του περίεργη πνευματική μα και… κοσμική αντίληψη για τη Μεγάλη Κυρά την οποία θεωρούσε ως προστάτιδα μητέρα του αφού σαν εξώγαμο παιδί ποτέ δε γνώρισε την πραγματική του μάνα, είπε τότε: «Γυναίκα δεν είσαι και συ Μεγαλόχαρη; Έπρεπε βλέπεις να σου τάξω μπιχλιμπίδια για να με κάνεις καλά;»!!! Ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό, πραγματικά αστείο, είναι αυτό που αναφέρεται σε ένα ακόμη από τα τάματα του Καραϊσκάκη στην Προυσιώτισσα. Ταλαιπωρούνταν από θέρμη και ένας καλόγερος της μονής τον συμβούλεψε να τάξει κάτι στην Παναγία. Τότε, ο ατίθασος καπετάνιος είπε : «Τι να δώσω ορέ; Δεν έχω δα τίποτε. Ένα μουλάρι μόνο, να της το τάξω, αφού είναι έτσι». Κι όταν καλυτέρεψε, και αφού πρώτα έδεσε το μουλάρι του στην πόρτα της εκκλησιάς, πέταξε την τσουχτερή σπόντα του: « Που να ‘ξερα εγώ Παναγία μου πως ήθελες το μουλάρι μου για να με γιάνεις τόσο καιρό»!!! Τα άρματα, το καριοφίλι, το σπαθί, το φέσι και κάμποσα άλλα προσωπικά αντικείμενα του Γ. Καραϊσκάκη, βρίσκονται στο Ιστορικό Μουσείο της μονής που προαναφέραμε.

Οι ναζί πυρπολούν το Μοναστήρι
Τον Αύγουστο του 1944 οι Γερμανοί ναζί εφορμούν στην ανταρτομάνα Ευρυτανία για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν το Νοέμβριο του 1943) πυρπολώντας το Καρπενήσι και πολλά χωριά της ευρύτερης περιοχής. Το μοναστήρι του Προυσού θεωρείται αντάρτικο κρησφύγετο και έτσι δεν γλιτώνει την καταστροφική μανία των φασιστών κατακτητών. Μεγάλο μέρος του καίγεται, στις 16 Αυγούστου, και μαζί με αυτό αποτεφρώνονται σημαντικά αρχειακά κειμήλια, σπάνια χειρόγραφα και άλλο πολύτιμο υλικό αιώνων! Η εικόνα θα διασωθεί. Η ανοικοδόμηση της μονής θα ξεκινήσει το 1950, ενώ κάποιες εργασίες αποκατάστασης θα γίνονται ακόμη και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970.  

Τότε και σήμερα…
Το μοναστήρι της Προυσιώτισσας πανηγυρίζει στις 23 Αυγούστου και  χιλιάδες επισκέπτες συρρέουν εδώ! Παλιότερα, μέχρι πριν κάμποσες δεκαετίες και προτού κατασκευαστεί ο σύγχρονος αμαξωτός δρόμος, οι ταξιδιώτες από Ευρυτανία, Αιτωλοακαρνανία και Φωκίδα, για να φτάσουν ως το δύσβατο Προυσό, ταξίδευαν μέρες, πεζοπόροι ή καβάλα σε μουλάρια, μέσα από κακοτράχαλους δρόμους και μονοπάτια στα άγρια βουνά, κάνοντας ενδιάμεσες στάσεις/διανυκτερεύσεις στην ύπαιθρο ή σε χάνια όπως στου Γαύρου, του Μπαλτά κ.α. Κατέφθαναν στο μοναστήρι πραγματικά μετά από μεγάλη περιπέτεια!
Ο χρόνος αλλάζει πολλά, αλλά ακόμη και σήμερα το εξαίσιο φυσικό Ευρυτανικό τοπίο, η σαγηνευτική διαδρομή, μα και το ιστορικό μοναστήρι αποτελούν πόλο έλξης χιλιάδων ανθρώπων, που ανηφορίζουν ως εδώ, καθένας για τους δικούς του λόγους!

(Ένα αφιέρωμα από το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Του Δημήτρη Χριστούλα



«Aν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι
είσαστε χαμένοι.
Φίλος σας είναι η αλλαγή
η αντίφαση είναι σύμμαχός σας.
Aπό το Tίποτα
Πρέπει κάτι να κάνετε, μα οι δυνατοί
πρέπει να γινούνε τίποτα.
Aυτό που έχετε, απαρνηθείτε το και πάρτε
αυτό που σας αρνιούνται.»
(Μ. Μπρέχτ)

ΥΓ. Ένας ελάχιστος φόρος τιμής από το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Χρόνια δίσεκτα παιδιά μου...


Μια διήγηση της Ε. Σ. για το blog μας...

«Μη φανταστείτε ότι η Ευρυτανία τη δεκαετία του ‘50 ήτανε όπως την ξέρετε. Φτώχεια και κακό να δει τότε το μάτι σας! Βέβαια, προτού τον πόλεμο τα χωριά μας ήταν αλλιώς. Υπήρχε ζωή, κόσμος και παραγωγή. Μπορεί να μην είχαμε πλούτη, αφού μικρός και φτωχικός ήταν ο τόπος μας, αλλά τα κουτσοκαταφέρναμε. Μετά ήρθε ο φασισμός, μας κάψανε κι οι Γερμανοί, πάει, καταστραφήκαμε. Κατόπιν έπιασαν δουλειά και οι "εθνικόφρονες" που μας ξερίζωσαν και μας καταδίωξαν. Με τον επαναπατρισμό, το 1950, τότε γυρίσαμε ξανά στα χωριά μας.
Στον εμφύλιο αδειάσανε σχεδόν όλα τα χωριά της Ευρυτανίας. Μας έδιωξε κακήν κακώς ο κυβερνητικός στρατός για να μη βρίσκουνε οι αντάρτες μας αποκούμπι και τροφές. Τα περισσότερα χωριά είχανε μεγάλη παράδοση στην αντίσταση και τον αγώνα, γι’ αυτό το κράτος και μαζί μ' αυτό και οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί φίλοι του μας έβλεπαν με μισό μάτι. Έτσι μας κάνανε πέρα, μας εκτοπίσανε και τα χωριά μας ερημώσανε, ρήμαξαν. Άλλοι χωριανοί πήγαν στην Αθήνα, άλλοι στο Αγρίνιο κι όπου αλλού βάζει ο νου σας. Ξεριζώθηκε ο κοσμάκης έτσι απροειδοποίητα, αφού αιφνιδιαστικά και μέσα σε λίγες ώρες τον αποδιώξανε και δεν πρόλαβε να πει όχι "κιχ" μα μήτε κουτάλι να πάρει που λέει ο λόγος. Όσοι είχανε και το... κουτάλι, γιατί υπήρχαν κι αυτοί που τους είχαν κάψει πριν από δυο-τρία χρόνια οι ναζήδες και ήτανε από τότε κατεστραμμένοι. Όπως εμείς, που μας κάψανε το σπίτι μας, ένα ωραίο πέτρινο δίπατο που ήτανε στολισμένο με όμορφα πράγματα από την Κωνσταντινούπολη όπου πηγαίνανε παλιότερα οι δικοί μας και μας τα είχανε φέρει από εκεί. Σπίτι από τα καλά, κουκλί. Είχε μια πέτρινη αυλή με μια κρεβατίνα από πάνω, ενώ άφθονα νερά έτρεχαν έξω και γύρω από το σπίτι, στα αυλάκια που ποτίζανε παραδίπλα τα χωράφια μας. Του κόσμου τα καλά είχαμε πριν την καταστροφή: φρούτα, καλαμπόκια, φασόλια, πατάτες, κρεμμύδια, ντομάτες, σκόρδα, πιπεριές, όλα τα κηπευτικά, μα και κάμποσα ζώα. Και δεν έμεινε τίποτε όρθιο, ούτε ένα τοιχάκι, ούτε μια κλωστούλα, από εκείνο το ωραίο σπίτι. Μας τα ‘καψαν όλα, μονάχα κάτι τσουκαλάκια που είχαμε από τους παππούδες μας από την Πόλη που πρόλαβαν και τα έβαλαν σε μια αχυρώνα οι γονείς μου, μόνο αυτά γλίτωσαν! Και τώρα κοιτάξτε που οι Γερμανοί αφεντάδες μας ζητάνε και τα ρέστα, αντί να πληρώνουν το λαό μας ως τον αιώνα τον άπαντα!
Επιστρέψαμε, λοιπόν το '50, αλλά να ξέρετε δεν γύρισαν όλοι πίσω. Πολλοί αγωνιστές αναγκάστηκαν κι έφυγαν για τα ανατολικά κράτη όπως ο αδερφούλης μου, κάμποσοι ήταν καταδιωγμένοι με εξορίες και φυλακές, ενώ κάποιους άλλους τους σκοτώσανε άδικα οι παρακρατικοί φονιάδες όπως το δικό μας τον πατέρα και έτσι απομείναμε ορφανά τα αδέρφια. Πολλοί παρέμειναν στις πόλεις και δεν ξαναήρθανε. Σκορπίσαμε. Τίποτα δεν ήταν όπως παλιά. Τα χωριά στην Ευρυτανία, άλλα ήτανε παρατημένα και άλλα κατεστραμμένα. Έπρεπε να ξαναστήσεις νοικοκυριό από την αρχή. Ήτανε η "βοήθεια" τάχα τότε, της Ούντρα, τι βοήθεια δηλαδή, δίνανε στις κοινότητες κάτι παλιοκουβέρτες, κάτι ψευτορουχάκια και γάλα σε σκόνη. Τα καλύτερα τα κρατάγανε οι προέδροι, τα πιο παρακατιανά τα δίνανε αλλού. Αυτά γίνονταν τότε, εδώ κατακλέβουν το σύμπαν ολόκληρο τώρα, δεν θα κράταγε το κατιτίς του, και τότε, ο κάθε προεδράκος; Πολλές φορές η διανομή γινόταν με πολιτικά κριτήρια "εθνικοφροσύνης", δηλαδή ποιοι τους ήτανε αρεστοί! Γυρίσαμε, που λέτε, και δεν είχαμε τίποτα. Μερικοί που είχανε συγγενείς στην ξενιτειά λάβαιναν κάτι. Ε, κάτι είχαμε ψευτολάβει κι εμείς. Λίγα ρούχα. Και τότε η μάνα μου άρχισε να τα δίνει από δω κι από κει : ένα παλτό σε ένα ξυλουργό για να της φτιάξει ένα τραπεζάκι ή ένα παντελόνι για να της φτιάξει ένας άλλος μάστορας μια σκαφούλα που να ζυμώνει το ψωμί και πότε ένα σακάκι για να σιάξει ο παραάλλος ένα πλαστήρι για να ανοίγει τα φύλλα για την πίτα, κι έτσι όλα τα 'δωσε στους φτωχούς τεχνίτες για να στηθεί ξανά κάπως το σπιτικό μας. Τι σπιτικό; Ένα καλυβάκι είχαμε που το είχανε φτιάξει λίγοι καλοί φίλοι του αείμνηστου πατέρα μου μετά το χαμό του για να στεγαστεί η γυναίκα του και τα ορφανά. Έτσι ήτανε η ζωή, η μάνα μου η αγωνίστρια ότι είχε και δεν είχε το ‘δινε για να μας μεγαλώσει. Μετά, με τον καιρό, άντε να πάρουμε ένα γουρουνάκι για τα Χριστούγεννα, δυο τρία κατσικάκια για το γάλα, αργότερα ένα γαϊδουράκι. Κι άντε με κόπο πολύ ο κόσμος ξαναρχίνησε να σκάβει και να φυτεύει μερικά χωραφάκια, το φθινόπωρο με σιτάρι, το καλοκαίρι με καλαμπόκι, με φασόλια κι ότι άλλο. Χίλια βάσανα περάσαμε μπας και μπορέσουμε να ορθοποδήσουμε. Έτσι ξαναξεκινήσαμε. Κι εμείς και ο περισσότερος ο κόσμος. Τι νομίζετε. Υπήρχε φτώχεια μεγάλη γι’ αυτό και ξενιτευτήκανε αργότερα τόσα παιδιά. Για να βοηθήσουνε και την υπόλοιπη την οικογένεια. Χρόνια δίσεκτα παιδιά μου… Έτσι ήτανε η δεκαετία εκείνη».