Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Η ήττα της Καλιακούδας και… οι υπόνοιες!


Η μάχη της Καλιακούδας (28-29 Αυγούστου 1823) συνιστά ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός του τόπου μας, που όμως για πάρα πολλά χρόνια παρέμενε άγνωστο ακόμη και στους ίδιους τους Ευρυτάνες!

Το 1979 -μετά από 156 ολόκληρα χρόνια!- τιμήθηκε για πρώτη φορά αυτή η επέτειος, στην τοποθεσία «Λακκώματα», πάνω από το Μεγάλο Χωριό, πλησίον του ιστορικού τόπου που διεξήχθη η μάχη! Σε τούτο το άγριο επιβλητικό βουνό, μπροστά σε ένα απέριττο μνημείο με μια λιτή επιγραφή («τα βουνά μας μετερίζια, όπλα η παλικαριά, οι θυσίες μας χαρίσαν, σ’ όλους μας τη λευτεριά») το οποίο στήθηκε εκεί, δίπλα στο μοναχικό ξωκλήσι της Παναγιάς με την κρύα βρύση, για να θυμίζει μία ακόμη ξεχασμένη σελίδα της Επανάστασης. Πολλοί Ευρυτάνες είχαν έρθει, τότε, σε αυτό το δύσβατο σημείο πεζοπορώντας επί 8 και 10 ώρες! Οι περήφανες και χιλιοτραγουδισμένες ευρυτανικές κορφές της Καλιακούδας (2101 μ.) απάτητα λημέρια λύκων, αγριόγατων και χρυσαετών, οι πυκνοί ελατιάδες, τα περάσματα με τα κρουσταλλένια νερά, τα κονάκια με τους Σαρακατσάνους και τα κοπάδια τους, η Αετόβρυση και η Βαθιά Λαγκάδα, όλα εδώ επάνω αποπνέουν ένα απαράμιλλο φυσικό δέος απόλυτα ταιριαστό με τη μεγαλοπρέπεια της αντιστασιακής ιστορίας!




Στο αφιέρωμά μας για τη μάχη του Κεφαλόβρυσου στις 8/9 Αυγούστου 1823 (βλ. αφιέρωμα) αναφερθήκαμε αναλυτικά στον επιτυχή αιφνιδιασμό του Μάρκου Μπότσαρη κατά της στρατοπεδευμένης εμπροσθοφυλακής του Τζελαλεδίν μπέη που αποτελούσε επίλεκτο τμήμα της τεράστιας στρατιάς (συνολικής δύναμης 15-20.000 μισθοφόρων) του Μουσταή Πασά της Σκόδρας, του λεγόμενου «ήρωα της Αλβανίας»! Αυτός, κατ’ εντολή του Σουλτάνου, είχε εκστρατεύσει δια πυρός και σιδήρου με σκοπό να καταπνίξει την εξέγερση στη Ρούμελη, να χτυπήσει σε συνεργασία με τον Ομέρ Βρυώνη το Μεσολόγγι και κατόπιν να κατηφορίσει προς την Πελοπόννησο με τελικό προορισμό την Τριπολιτσά. Η επίθεση των αγωνιστών στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου έπληξε καίρια τον εχθρό, αλλά στοίχισε και το χαμό του γενναίου Μάρκου Μπότσαρη.

Στο ίδιο αφιέρωμα είχαμε κάνει λόγο και για τις έριδες και τις σοβαρές αντιδικίες μεταξύ καπεταναίων -Στερεοελλαδιτών, Σουλιωτών, κλπ- που οφείλονταν αφενός στους εσωτερικούς ανταγωνισμούς τους λόγω στενών ιδιοτελών συμφερόντων και αφετέρου στο γεγονός ότι οι πιο πολλοί εξ’ αυτών είχαν συνταχθεί με διαφορετικές μερίδες και αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα μιας και ο ελληνικός εμφύλιος εν μέσω επανάστασης ήταν ήδη γεγονός! Εξαιτίας μάλιστα όλων εκείνων των διενέξεων, οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί (πλην ίσως του Ζυγούρη Τζαβέλλα) δεν πραγματοποίησαν τον αναγκαίο αντιπερισπασμό κατά του εχθρού, όπως όφειλαν και είχαν προσυμφωνήσει με το Μάρκο μόλις εκείνος θα έδινε το σύνθημα της εφόδου στο Κεφαλόβρυσο, αλλά αποχώρησαν με διάφορες δικαιολογίες ρίχνοντας απλά δυο τρεις τουφεκιές για την τιμή των όπλων!

Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε και το εξής: Μετά τον ηρωικό θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, επικεφαλής του στρατιωτικού του σώματος ανέλαβε ο αδερφός του Κώστας, ο οποίος θεωρούσε αυτονόητο να έχει και τη γενική αρχηγία των επαναστατικών δυνάμεων της περιοχής όπως συνέβαινε προηγουμένως με το Μάρκο. Όμως τούτες τις βλέψεις του Κώστα Μπότσαρη τις αμφισβητούσε εκ μέρους της αντίπαλης φάρας ο Ζυγούρης Τζαβέλλας, τριτότοκος γιός του Λάμπρου Τζαβέλλα. Γνωστές, άλλωστε, οι παραδοσιακές κόντρες μεταξύ των Σουλιώτικων πολεμικών οικογενειών που ανέκαθεν εποφθαλμιούσαν οφίτσια και καπετανάτα! Έτσι και ο Ζ. Τζαβέλλας επεδίωκε την πρωτοκαθεδρία από το γκουβέρνο! Τότε ο έπαρχος Δυτ. Στερεάς Κων/νος. Μεταξάς, πονηρός και διπλωμάτης, για να κατευνάσει τα πνεύματα και θέλοντας παράλληλα να πριμοδοτήσει έμμεσα το Τζαβέλλα, ανέθεσε διαφορετικά καθήκοντα στους οπλαρχηγούς και έτσι βάσει αυτής της σκόπιμης κατανομής παραγκώνισε τον Κώστα Μπότσαρη (στέλνοντάς τον στα γεφύρια του Αλαήμπεη στο Βλοχό) λειτουργώντας επί της ουσίας προς όφελος του Ζυγούρη Τζαβέλλα ο οποίος ήταν αυτός που τελικά παρέμεινε στην Ευρυτανία στο επίκεντρο των εξελίξεων.

 Έτσι, λοιπόν, λίγες ημέρες μετά την περίφημη μάχη του Κεφαλόβρυσου, συναντάμε πολλούς εκ των οπλαρχηγών στο στρατόπεδο του Ζ. Τζαβέλλα ο οποίος είχε πιάσει τα υψώματα πάνω από το Τρανό Χωριό (Μεγάλο Χωριό) Ευρυτανίας. Εκεί ο Ζυγούρης με καμιά 600αριά Σουλιώτες από τη δική του Τζαβελέικη φάρα, δείχνει αποφασισμένος για σύγκρουση με τον εχθρό, επιζητώντας κατ’ αυτό τον τρόπο και την έμπρακτη κατοχύρωση της αρχηγίας, αλλά και τη δόξα και την καταξίωση ούτως ώστε να μη φανεί κατώτερος από τον αποθανόντα θρυλικό Μάρκο των Μποτσαραίων.

Ο Ζυγούρης Τζαβέλλας θεωρεί ότι ο Μουσταή Πασάς θα πρέπει οπωσδήποτε να χτυπηθεί στην άγρια ορεινή Καλιακούδα, τοποθεσία ιδανική για θανατερό καρτέρι, έτσι ώστε να ανακοπεί ο δρόμος της εχθρικής στρατιάς προς το Μεσολόγγι. Στέλνει, λοιπόν, μήνυμα στον έπαρχο Μεταξά, ζητώντας του να τον ενισχύσει με ένοπλα σώματα, ακόμη και από το Μοριά, με σκοπό να δοθεί με όσο δυνατόν καλύτερους όρους η μάχη παρεμπόδισης του Μουσταή μέσα στο, κατάλληλο για ανταρτοπόλεμο, Ευρυτανικό έδαφος.

Με τα πολλά, η Διοίκηση εγκρίνει αποστολή 2000 ενόπλων Πελοποννησίων  υπό την αρχηγία του Α. Λόντου. Όμως ο Τουρκικός στόλος έχει πιάσει τις ακτές της Αιτωλίας και η δύναμη αυτή δεν μπορεί να διαπεραιωθεί άμεσα. Όμως, μέσω κάποιου άλλου ελεύθερου σημείου, κάπου στον Κορινθιακό κόλπο, περνούν έγκαιρα και κατορθώνουν να φτάσουν στην Καλιακούδα 300 ένοπλοι με επικεφαλής το Γιώργη Ροδόπουλο. Οι υπόλοιποι, σύμφωνα με αναφορές της εποχής, προσπαθούν και αυτοί, αν και αργοπορημένα, να κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση. Γρηγορότερα ανηφορίζει ο Νίκος Πετιμεζάς με 600. Κοντά στο Ζυγούρη Τζαβέλλα βρίσκονται –ήδη- αρκετοί Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί όπως ο ξακουστός Νικολός Μήτσου Κοντογιάννης από την Υπάτη με 200 πολεμιστές, ο περίφημος Καστανιώτης με 200, ο Γιολδάσης από το Σοβολάκο με 150, ο Κώστας Σιαδήμας του Αποκόρου με 100, καθώς και κάμποσοι Ευρυτάνες μικροκαπεταναίοι με τους δικούς τους μαχητές. Όλοι οι συγκεντρωμένοι αριθμούν περίπου 2500 άνδρες.

 Ο Ζυγούρης Τζαβέλλας δεν κωλυσιεργεί και ως επικεφαλής οργανώνει αμέσως την επιχείρηση. Στα νότια οχυρά υψώματα της Καλιακούδας, ακριβώς πάνω από εκεί που περνά η καίρια διάβαση προς την Αιτωλία, στήνει πολλά γερά ταμπούρια και κατανέμει τη συντριπτική πλειοψηφία των αγωνιστών στα ανάλογα πόστα. Απομένει ένα κρίσιμο στενό πέρασμα, ανάμεσα σε απότομους γκρεμούς και απόκρημνους βράχους, το οποίο υπόσχονται να φυλάσσουν οι Γιολδάσης και Σιαδήμας με 200 άντρες.

Εν τω μεταξύ ο Μουσταή πασάς που εδρεύει στο Καρπενήσι, παίρνει χαμπέρι για το τι συμβαίνει. Σύμβουλοί του τον παροτρύνουν να αποφύγει την παγιδευμένη Καλιακούδα και να ακολουθήσει άλλο ασφαλές δρομολόγιο μέσω Φραγκίστας. Ο Μουσταής αρνείται, τόσο για να μην πληγεί το γόητρό του όσο και για να εξολοθρεύσει κάθε εστία αντίστασης στην πάντα ανυπότακτη Ευρυτανία ούτως ώστε να μην υφίσταται παρενοχλήσεις κατά την κάθοδό του. Έτσι αποφασίζει να περάσει από την Καλιακούδα. Από τις 27 Αυγούστου τα εχθρικά στρατεύματα αναπτύσσονται γύρω από τις θέσεις των εξεγερμένων.

Το πρωί της 28ης Αυγούστου 1823, οι πολυπληθείς ορδές του Μουσταή επιτίθενται κατά των οχυρωμένων μαχητών που τους φράζουν το δρόμο. Κάπου 10-12.000 χιλιάδες εναντίον 2500. Οι ξακουστοί πολεμοχαρείς μισθοφόροι, Γκέκηδες, Μιδρίτες και Λατίνοι, που αποτελούν τον ανθό της εχθρικής στρατιάς, ορμούν πάνοπλοι και με αλαλαγμούς κατά των επαναστατών. Εκείνοι αμύνονται με σθένος και ψυχή. Ο τόπος παίρνει φωτιά, αντιλαλούν οι κορφές της Καλιακούδας από τις μπαταριές, λαμποκοπούν στον ήλιο οι λάμες των σπαθιών! Ο ίδιος ο Μουσταής, έφιππος και με το ξίφος ανά χείρας, διατάζει απανωτά γιουρούσια. Η σκληρή μάχη μαίνεται για ώρες, μέχρι που βραδιάζει. Δύο δυναμικές εφόδους επιχείρησαν την πρώτη μέρα οι επίλεκτοι του Μουσταή μα και στις δύο αναχαιτίστηκαν στρώνοντας με τα άψυχα κορμιά τους τον τόπο. Κοντά πεντακόσιοι από δαύτους κείτονται νεκροί, ενώ εκατοντάδες είναι και οι τραυματίες! Οι απώλειες των αμυνομένων ελάχιστες! Ο Μουσταής τα χάνει, σκυλιάζει, αφού καταλαβαίνει ότι μόνο “περίπατος” δεν ήταν το διάβα του σε τούτες τις ευρυτανικές αετοφωλιές. Κι έτσι αρχίζει να βάζει με το νου του “κάτι άλλο”…

Εν τω μεταξύ αρκετοί από τους οπλαρχηγούς προτείνουν στο Τζαβέλλα να πραγματοποιήσουν νυχτερινή αιφνιδιαστική έφοδο κατά του εχθρού. Αυτός αρνείται πεισματικά την πρόταση καθώς πιστεύει ότι η τακτική της προηγούμενης μέρας είναι αυτή που αποδίδει. Εξαιτίας της επιμονής του Τζαβέλλα, ορισμένοι καπεταναίοι χολώνονται. Την επόμενη μέρα, 29 Αυγούστου 1823, η έφοδος των ανδρών του Μουσταή επαναλαμβάνεται αλλά αποκρούεται και πάλι με επιτυχία. Ώσπου, σε κάποια φάση της μάχης, 400 επίλεκτοι Μιδρίτες με επικεφαλής το Μουχτάρ Κιαφαζέζη περνούν “όλως περιέργως” από τη στενωπή δίοδο -που υποτίθεται ότι θα φρουρούσαν οι Σιαδήμας/Γιολδάσης- και βρίσκονται ψηλότερα, στα νώτα των αγωνιστών, εξαπολύοντας εναντίον τους ξαφνική πισώπλατη επίθεση. Τώρα οι μαχητές βρίσκονται ανάμεσα σε δύο συντονισμένα φονικά πυρά με αποτέλεσμα να αντιστραφεί η κατάσταση. Μπροστά στο δραματικό αδιέξοδο, ο Ζυγούρης Τζαβέλλας και οι άλλοι οπλαρχηγοί αποφασίζουν άμεσα : έξοδο με συντονισμένο γιουρούσι μέσα από τις εχθρικές γραμμές! Μπροστά οι Σουλιώτες και ξοπίσω οι υπόλοιποι, εφορμούν με τα χαντζάρια στα χέρια καταπάνω στον εχθρό που δείχνει να αιφνιδιάζεται από την πρωτοφανή αποφασιστικότητα των επαναστατών. Μέσα σε ένα αληθινό μακελειό, εν μέσω καταιγιστικών πυρών και άγριας μάχης σώμα με σώμα, οι αγωνιστές κατορθώνουν να διασπάσουν το θανάσιμο κλοιό και να διαφύγουν, αλλά με πολύ βαριές απώλειες (170-200 νεκροί). Να σημειώσουμε, εδώ, ότι αρκετοί σκοτώθηκαν κι απ’ τα βράχια που κυλούσαν εναντίον τους από ψηλά οι Μιδρίτες. Μεταξύ των πεσόντων ο ίδιος ο Ζυγούρης Τζαβέλλας, ο Νικολός Μήτσου Κοντογιάννης, ο Δήμος Κίτσος, ο Καστανιώτης και πολλοί ακόμη διαλεχτοί αγωνιστές. Σχεδόν όλα τα εφόδια των επαναστατών πέφτουν στα χέρια του εχθρού. Όσοι διέφυγαν, σκορπίζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Άλλοι πιάνουν τα οχυρά υψώματα της Οίτης κι άλλοι μέσω του Προυσού φτάνουν στο Μεσολόγγι. Οι Σιαδήμας και Γιολδάσης συνθηκολογούν και αποσύρονται (προσωρινά).

Μετά την ήττα της Καλιακούδας, ο Μουσταής, αφού πρώτα καίει τα Ψιανά και άλλα χωριουδάκια της περιοχής, κατεβαίνει σχεδόν ανενόχλητος στην Αιτωλία κυκλώνοντας, μαζί με τον Ομέρ Βρυώνη, το Ανατολικό (σημερινό Αιτωλικό). Το Μεσολόγγι, όμως, έχει προφτάσει να οχυρωθεί.

Για το πως οι επίλεκτοι του Μουσταή πέρασαν από το “σημείο-κλειδί” και περικύκλωσαν τους μαχητές της Καλιακούδας, έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά και αντικρουόμενα. Θα αναφερθούμε στις διαφορετικές εκδοχές. Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι αμέσως μετά τη μάχη της Καλιακούδας, οι Σιαδήμας και Γιολδάσης έκαμαν “καπάκι” με τον εχθρό, εκ των πραγμάτων ενίσχυσε τις εικασίες περί προδοσίας. Οφείλουμε, όμως, να επισημάνουμε ότι και πολλοί άλλοι καπεταναίοι της ευρύτερης περιοχής υπαναχώρησαν ή και συνθηκολόγησαν μετά την ήττα της Καλλιακούδας, καθώς ο εχθρός κυριάρχησε απόλυτα. Επιπλέον θα πρέπει να τονίσουμε πως εκείνη την εποχή η επιλογή μιας πρόσκαιρης-εικονικής συνθηκολόγησης, κάτω από το βάρος ειδικών αντίξοων συνθηκών και αρνητικών συσχετισμών δυνάμεων, δεν σήμαινε, κατ’ ανάγκη, προδοσία αλλά ταχτικό ελιγμό. Αν επιχειρούσαμε, δε, να σταθούμε αναλυτικά στα διάφορα «καπάκια» που συνάφθηκαν ανά καιρούς και κατά τη διάρκεια της επανάστασης, σίγουρα πολλοί θα αισθάνονταν θιγμένοι! Ετούτο δεν είναι όμως του παρόντος, οπότε ας μείνουμε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τι να συνέβη άραγε; Κάποιοι άλλοι οπλαρχηγοί που, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, βρίσκονταν καθ’ οδό προς την Καλιακούδα χωρίς όμως να προλάβουν τη μάχη (Μήτσος Κοντογιάννης, Δήμος Σκαλτσάς, Ανδρέας Λόντος, Βασίλης Πετιμεζάς) σε κατοπινή γραπτή αναφορά τους προς τη Διοίκηση (1-9-1823) έκαναν λόγο για ύποπτη στάση του “άπιστου Γιολδάση”. Επίσης ο έπαρχος Κ. Μεταξάς έγραψε στα απομνημονεύματά του για χρηματισμό του Σιαδήμα από το Μουσταή. Ο αγαπημένος Ευρυτάνας συγγραφέας Γιάννης Βράχας αναφέρει πως οι παλιότεροι γέροντες των Ψιανών Ευρυτανίας διηγούνταν πως ο Σιαδήμας δωροδοκήθηκε από τους Τούρκους για να τους οδηγήσει στο μονοπάτι, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα ένα μεγάλο κτήμα κοντά στο Κεφαλόβρυσο Τριχωνίας, το λεγόμενο “Σιαδμέικο τσιφλίκι”. Υπήρξαν και μερικοί πιο ουδέτεροι που έκαναν λόγο... απλά για εγκατάλειψη της θέσης. Αντίθετα, άλλοι ιστορικοί και μελετητές αμφισβητούν έντονα τα περί προδοσίας, όσον αφορά τους συγκεκριμένους οπλαρχηγούς, και ισχυρίζονται ότι εκείνο που συνέβη ήταν: είτε έγινε κατάληψη του κρίσιμου περάσματος από τον εχθρό μετά από ένοπλη σύγκρουση, είτε ότι υπήρξε μία εγκληματική αμέλεια στη φύλαξη λόγω ίσως και του ενθουσιασμού της νίκης της πρώτης ημέρας. Κάποιοι θεωρούν, μάλιστα, ότι εξαιτίας των ενδοανταγωνισμών των καπεταναίων και των πολιτικών που πατρόναραν τους μεν ή τους δε, κόλλησε σκόπιμα η ρετσινιά στους Σιαδήμα-Γιολδάση διότι τούτοι ίσως να μην ήταν αρεστοί για κάποια περίοδο στην κυρίαρχη πολιτική τάξη. Οι τελευταίοι μελετητές ενισχύουν την άποψή τους περί "μη προδοσίας" υπογραμμίζοντας πως αργότερα ο Σιαδήμας απαλλάχθηκε από κάθε κατηγορία στο Πολεμικό Συμβούλιο που έγινε, με πρόεδρο το Μαυροκορδάτο και γραμματέα τον Κασομούλη, και ότι εν συνεχεία σκοτώθηκε πολεμώντας στην έξοδο του Μεσολογγίου. Ο δε Γιολδάσης υπηρέτησε κι εκείνος την επανάσταση, συμμετέχοντας σε διάφορες μάχες στην Ευρυτανία, στο Μοριά, αλλά και στην Αττικοβοιωτία δίπλα στον Καραϊσκάκη, ενώ έλαβε και το βαθμό του στρατηγού.


 Όπως και να ‘χει, τα σπαρμένα κόκκαλα στα υψώματα της Καλλιακούδας δύσκολα μιλούν για να μας μαρτυρήσουν την πλήρη αλήθεια για εκείνη τη “σκοτεινή πλευρά” του συγκεκριμένου ιστορικού συμβάντος! Αλλά οπωσδήποτε θυμίζουν ότι κάποτε εδώ, σε αυτά τα περήφανα Ευρυτανικά υψώματα, κάποιοι επέλεξαν να “σταθούν”! Όπως, επίσης, θυμίζουν πως και η διχόνοια κι η προδοσία έρχονται από πολύ παλιά σε τούτη τη χώρα…

"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

ΚΟΛΥΜΠΙ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ!!!



Στην παραλία της Αγίας Βλαχέρνας

Εκείνη η μέρα ήταν ιδιαίτερα ζεστή για τα δεδομένα του τόπου μας! Έτσι, λοιπόν, ξεκινήσαμε για να χαρούμε και να απολαύσουμε μια αλλιώτικη εμπειρία. Ακολουθούμε τον οδικό άξονα Καρπενησίου-Αγρινίου και μόλις στα 8 χλμ από το Καρπενήσι, στη θέση «Μπακασάκι», στρίβουμε αριστερά προς τα ξακουστά… ευρυτανικά «Βαλκάνια» (“Σελλά, Μηλιά και Γόλιανη, πρωτεύουσα τα Φιδάκια”!!! έλεγαν οι παλιοί διασκεδάζοντας κατ' αυτό τον τρόπο την απομόνωση και τη φτώχεια των χωριών τους).
Ακολουθούμε μία υπέροχη μοναχική διαδρομή μέσα από πυκνά μεγαλοπρεπή ελατοδάση που καλύπτουν σαν καταπράσινος μανδύας μια τεράστια έκταση. Ένα ολόδροσο αεράκι, εξαφανίζει κάθε προηγούμενη αίσθηση ζέστης, αναπτερώνοντας τη διάθεσή μας. Η ματιά μας περιπλανιέται αχόρταγη στην πρωτογενή ομορφιά του ανέγγιχτου βουνίσιου τοπίου. Η ουράνια σκέπη απλώνεται εκτυφλωτικά γαλάζια και ασύλληπτα πεντακάθαρη! Πέρα μακριά, στον ορίζοντα, η λίμνη των Κρεμαστών με τα φιόρδ της ασημώνεται από τις ακτίνες του ηλίου.
                            
Η ξεχασμένη Γόλιανη (σημερινό Στεφάνι) είναι το πρώτο γραφικό χωριουδάκι που θα αντικρίσουμε στη διαδρομή μας. Είναι το μόνο στη… «βαλκανική επικράτεια» που αναπαύεται στις πτυχώσεις μιας χαράδρας (που σχηματίζουν τα ψηλά βουνά της Τούρλας και του Αϊ Νικόλα) όντας μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Όλα τα διπλανά χωριά της περιοχής καμαρώνουν σε μεγάλα υψόμετρα.

Το εγκαταλειμμένο δημοτικό σχολείο της Γόλιανης, η μικρή όμορφη εκκλησιά της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τα παλιά σπιτάκια και τα ερείπια του παμπάλαιου ναού των Αγίων Ταξιαρχών με άγνωστη ημερομηνία κτήσης, πραγματικά θα συγκινήσουν όποιον αποφασίσει να επισκεφτεί αυτό το χωριουδάκι. Στο γειτονικό ομώνυμο λόφο, ο Καρπενησιώτης αρματολός Λιβίνης κατατρόπωσε, στα 1684, τουρκικά στρατεύματα. Συνεχίζουμε, παραδομένοι στη μαγεία των βουνών. Πολύ κοντά συναντάμε την πανέμορφη αετοφωλιά της Μηλιάς, ένα «χάρμα ιδέσθαι» ευρυτανικό χωριό σκαρφαλωμένο στα 1060 μ., μέσα στα έλατα! Με τη μεγάλη πλακόστρωτη πλατεία, με τον Αϊ Θανάση, αλλά και με… την παλιά παράδοση της βεντέτας (βλ. σχετικό αφιέρωμα )! Λίγο πριν από το χωριό, η ολόδροση ταπεινή βρυσούλα της Γκούρας μας ξεδιψά!

Όσο η πέτρινη επιβλητική μορφή του «Παπά» (της πιο ψηλής κορυφής του βουνού της Χελιδόνας, 1973 μ.) μας προστατεύει από ψηλά, ο δρόμος μας ξετυλίγεται μέσα από αλλεπάλληλες εικόνες σπανίου κάλλους.

Τα αγέρωχα βουνά μας αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο, σε μια αρμονική αλληλοδιαδοχή. Αδυνατούμε να φανταστούμε ότι κάποια αχαρακτήριστα μυαλά, απεργάζονται την εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε τούτο το θεϊκό τόπο. Επί τουρκοκρατίας, όλοι οι οικισμοί της περιοχής ήταν ενσωματωμένοι στον καζά των Βλαχοχωρίων. Κάπου εδώ υπήρχαν και τα παλιά τσιφλίκια του τουρκοπροσκυνημένου Χατζόπουλου (βλ. εδώ) που αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα, τα αγόρασαν οι φτωχοί κολίγοι, παλεύοντας με τη σκληροτράχηλη γη για το ψωμί της φαμίλιας.


Στις βορειοδυτικές πλαγιές της Χελιδόνας χαιρετίζουμε και τα όμορφα Σελλά με την πανοραμική θέα από τα 1050 μ. Ένα καταπράσινο μαργαριτάρι στο περιδέραιο της Ευρυτανικής γης! Σίγουρα αυτή που διανύουμε είναι μία από τις ομορφότερες δασικές διαδρομές της Ευρυτανίας!
Ώσπου -στα 25 χλμ αφότου ξεκινήσαμε από το Καρπενήσι- αντικρίζουμε τις κατακόκκινες κεραμοσκεπές της… «πρωτεύουσας»!!! Αναφερόμαστε βέβαια στα Φιδάκια, το χωριό-κόσμημα όλης της περιοχής. Με τα πλακόστρωτα σοκάκια, τα περιποιημένα πέτρινα σπίτια, τα παλιά αρχοντικά, τον εξαιρετικό ναό της Γέννησης της Θεοτόκου και βέβαια την υπέροχη θέα στη λίμνη των Κρεμαστών. Κατά μία εκδοχή, εδώ ήταν η αρχαία Οιχαλία. Στην περιοχή, στη θέση «Καστρί», ανακαλύφθηκαν ερείπια μεγάλων αρχαίων οχυρώσεων, τάφοι, κόκκαλα και αρχαία αντικείμενα. Στα Φιδάκια μπορεί κανείς να βρει και δωμάτια για διαμονή. Ένα μερακλίδικο καφεδάκι στην πλατεία ήταν ότι έπρεπε προτού συνεχίσουμε το δρόμο μας.


Στα 3 χλμ. μετά το χωριό, κάνουμε μια στάση στα «Τσαγκαράλωνα». Πρόκειται για ένα καταπληκτικό ξέφωτο με ένα… πέτρινο σαλόνι! Εκεί, από τα χίλια μέτρα, αγναντεύουμε τη φαντασμαγορική θέα της λίμνης των Κρεμαστών και της γέφυρας της Επισκοπής που σαν λεπτό νήμα χαράζει τη γαλήνια υδάτινη επιφάνεια!



Λίγο μετά τα Τσαγκαράλωνα η άσφαλτος διακόπτεται και ο στριφογυριστός δρόμος κατηφορίζει χωμάτινος, πλέον, προς την Αγία Βλαχέρνα, το τελευταίο "Βαλκανοχώρι"! Κατά τη διάρκεια της κατάβασης το τοπίο αλλάζει αρκετά. Πιο τραχύ και άγριο, με τις πανύψηλες κορφές της Τέμπλας, της Αμπλάνοβας και της Κακής Πλάτης να αιωρούνται από πάνω μας!. Μια ομάδα με παράξενα τζιποειδή οχήματα ζει την αίσθηση της περιπέτειας διασχίζοντας μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης τις ελικοειδείς στροφές.
Κάποια στιγμή η κάθοδός μας ολοκληρώνεται και φτάνουμε στην Αγία Βλαχέρνα (παλιά Ερκίστα) και στους συνοικισμούς Αμπέλια και Βαμβακιές. Το υψόμετρο εδώ είναι πλέον χαμηλό (540 μ.). Ο τόπος έχει γλυκάνει και μια πυκνή βλάστηση κυριαρχεί ολόγυρα! Λέγεται ότι το χωριό κρατάει από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια και ονομάζονταν, τότε, Χρυσούπολη. Κατόπιν πήρε τη σλάβικη ονομασία Ερκίστα την οποία διατήρησε μέχρι το 1930. Οι κάτοικοί του, οι οποίοι είχαν προηγούμενο ιστορικό μετανάστευσης στην Κωνσταντινούπολη, εκστασιασμένοι από την ξακουστή Παναγία των Βλαχερνών της Πόλης, έδωσαν τελικά αυτή την ονομασία στο χωριό τους. Περνάμε μέσα -σχεδόν-  από τον παραπόταμο Αρβανίτη ο οποίος κατηφορίζει απότομα από το βουνό και κόβει τον αμαξωτό δρόμο κυλώντας μέσα από αυτόν (!) τα λιγοστά, ετούτη την εποχή, νερά του.
Μπαίνουμε στο χωριό. Η Αγία Βλαχέρνα μας κερδίζει αμέσως! Όλα εδώ είναι γαλήνια και ήρεμα. Παρατηρούμε τα πετρόχτιστα σπιτάκια: τα περισσότερα είναι αμπαρωμένα, συμφιλιωμένα με το χρόνο και τη λήθη. Στην απογραφή του 2001 η Αγία Βλαχέρνα καταγράφεται με 23 κατοίκους! Δεσπόζει η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ διασώζεται κι ένα μικρό τμήμα του πέτρινου ιερού της παλιάς ιστορικής εκκλησίας της Παναγίας της Βλαχέρνας, το μόνο που απέμεινε μετά από μια παλιά μεγάλη κατολίσθηση. Στην περιοχή υπάρχουν και λείψανα από δύο  κάστρα: το Παλιόκαστρο και το Καστρί.


Λίγο παρακάτω, στα ριζά του χωριού, αντικρίζουμε ένα συναρπαστικό θέαμα: Μια στενή σιδερένια κρεμαστή γέφυρα (τύπου “Belly”) με τις δυό πλευρές της σφηνωμένες επάνω σε αντικριστά βράχια. Τούτη η ριψοκίνδυνη γέφυρα συνδέει ακόμη και σήμερα τα δυτικά χωριά του τέως δήμου Προυσού, αλλά και την Αιτωλοακαρνανία, με το Καρπενήσι. Από κάτω κυλά τα πλούσια νερά του ο Αγαλιανός ποταμός σκίζοντας τα πλευρικά τοιχώματα του  φαραγγιού (πρόκειται για τα λεγόμενα «Στενά»)!

Εκεί λοιπόν, προτού τη γέφυρα, ακολουθούμε, στα δεξιά μας, ένα κατηφορικό «κρυφό» χωμάτινο δρομάκι και καταλήγουμε σε ένα μοναδικό σημείο. Η εικόνα που αντικρίζουμε είναι απίστευτη!

Πολλές εκατοντάδες βαθύσκιωτα πλατάνια ντύνουν παντού τον τόπο, ενώ μια ψιλή ποταμίσια άμμος και λίγο παραπέρα ολόλευκα βότσαλα συνθέτουν μια… εκπληκτική παραλία, ακριβώς μπροστά από τον Αγαλιανό ποταμό που στο στενό αυτό σημείο αργοκυλά νωχελικά τα καθάρια νερά του. Κατακόρυφοι ψηλοί βράχοι κλείνουν ολόγυρα τον τόπο, δημιουργώντας μια αθέατη… «πριβέ κατάσταση»!


Σε χρόνο “dt” πετάμε από πάνω μας τα ρούχα και βουτάμε στα πεντακάθαρα νερά του Αγαλιανού! Η δροσιά του ποταμού αναζωογονεί κάθε κύτταρό μας. Είναι απερίγραπτη η αίσθηση να κολυμπάει κανείς στο ποτάμι, στο βουνό! Τα λόγια είναι φτωχά μπροστά στην ασύγκριτη σωματική και ψυχική απόλαυση. Είναι μια εμπειρία που αξίζει κανείς να χαρεί. Τα δέντρα που φύονται στα πέτρινα τοιχώματα του φαραγγιού καθρεφτίζονται δίπλα μας μέσα στα διάφανα νερά, ενώ διάφορα είδη ψαριών κολυμπούν αντάμα! Ακούγονται μονάχα οι παφλασμοί των νερών του ποταμού και οι χαρούμενες φωνές της παρέας μας!


Αργότερα, ξαπλωμένοι στα βότσαλα της παραλίας, αφήνουμε τη ματιά και τη σκέψη μας να περιπλανηθεί ελεύθερη. Η κουβέντα στην παρέα δίνει και παίρνει, για τον άγιο ετούτο τόπο που θα πρέπει να παραμείνει έτσι ανόθευτος και αγνός ώστε να φιλοξενεί κάπου-κάπου τον αγχωμένο σύγχρονο άνθρωπο των πόλεων που έχει «καταφέρει» να αποκοπεί από τον ομφάλιο λώρο του, τη φύση! Κι εκεί, κάτω από τα ολόδροσα πλατάνια, πάνω στην ποταμίσια άμμο, στρώνουμε τα «σλίπινγκ μπαγκ» μας και μαζί και το λιτό κολατσιό μας: ψωμοτύρι, ντομάτα, τσίπουρο και, παγωμένες στα νερά του ποταμού, μπύρες.
Το βράδυ, δίπλα ακριβώς από το ποτάμι και με το αυγουστιάτικο ευρυτανικό φεγγάρι συντροφιά μας, τραγουδάμε, όλοι αντάμα, παλιές μελωδίες που σπάνια θυμόμαστε στην Αθήνα …
Η επόμενη μέρα θα μας βρει πρωί-πρωί και πάλι στη δροσερή αγκαλιά του ποταμού και ακολούθως στην ενδελεχή παρατήρηση του τοπίου. Κατά το μεσημέρι, και αφού πρώτα καθαρίσουμε προσεκτικά τον τόπο, θα αποχωριστούμε την παραδεισένια παραλία της Αγίας Βλαχέρνας.


Περνώντας από τη σιδερένια γέφυρα και αμέσως μετά από ένα φυσικό βραχώδες τούνελ, θα ακολουθήσουμε το δρόμο προς το χωριό Αγαλιανός, έχοντας το ποτάμι συνεχώς δίπλα μας στην πορεία του για να "εισβάλλει" στη λίμνη των Κρεμαστών!
 

Πολύ γρήγορα θα φτάσουμε στον Αγαλιανό που αποτελεί το σύνορο Ευρυτανίας-Αιτωλοακαρνανίας από τούτη την πλευρά του νομού μας. Το χωριουδάκι είναι πανέμορφο, σαν πινελιά παλιού ζωγραφικού πίνακα, βγαλμένο θαρρείς από άλλη εποχή! Οι λιγοστοί του κάτοικοι μας χαιρετούν εγκάρδια από τις ολάνθιστες αυλές. Θα επισκεφτούμε τα «ταμπούρια του Καραϊσκάκη» αλλά και ένα παλιό μοναχικό ξωκλήσι περπατώντας πάνω σε μία συρμάτινη αερογέφυρα! Το «βίγλισμα» στη λίμνη από εδώ ψηλά είναι πραγματικά αξεπέραστο! Στον Αγαλιανό υπάρχει και το «Καλλιδρόμιο», η  όμορφη ταβερνούλα του Δημήτρη, ενός αξιόλογου ανθρώπου και καλλιτέχνη-ηθοποιού που παράτησε Αθήνα και Νέα Υόρκη για να εγκατασταθεί μόνιμα εδώ, στην πατρογονική του εστία. Μάλιστα, για μια εποχή εγκατέστησε, με χίλιες θυσίες, δίπλα από το ταβερνάκι του και ένα υπαίθριο θέατρο (!) για να προσφέρει παραστάσεις και ανάσες πολιτισμού στον τόπο του.  Από το «Καλλιδρόμιο» η θέα στη γαλαζοπράσινη λίμνη την οποία στεφανώνουν ολόγυρα τα καταπράσινα βουνά είναι μαγευτική. Νομίζουμε ότι βρισκόμαστε σε… ονειροδρόμιο!  



Αργά το απόγευμα φτάνει η ώρα της αναχώρησης. Κατηφορίζοντας σούρουπο τον Αγαλιανό, θα περάσουμε από τη γέφυρα της Επισκοπής, τη…. «μεγαλύτερη ευθεία της Ευρυτανίας» όπως λένε χαριτολογώντας οι ντόπιοι!



Από εδώ θα απολαύσουμε ένα ολόχρωμο ηλιοβασίλεμα να βάφει με χίλιες αποχρώσεις τα νερά της λίμνης των Κρεμαστών! Στη συνέχεια θα επιστρέψουμε, μέσω Φραγκίστας, στο Καρπενήσι. 

 
                  Δίνοντας την υπόσχεση για γρήγορη επάνοδο σε τούτο τον ονειρεμένο τόπο...