Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Αντίστασης εγκώμιον



«Κάθε άνθρωπος που αλύγιστος τον αψηφά το γύπα,
σαν Προμηθέας είναι κι αυτός, μ’ όποιο όνομα»


(...στις Κορυσχάδες, το χωριό της Αντίστασης)

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Ο Μήτσος, η σύνταξη και η… σκούπα!


Ο Μήτσος από τα Τοπόλιανα της Ευρυτανίας ήτο μέγας μερακλής και τσιπουροπνίχτης από τους λίγους! Ακόμη και στην εποχή της κρίσης ετούτος δεν έλεγε να κόψει το συνήθειό του να πίνει σε καθημερινή βάση το… βάλσαμο και μάλιστα με το κανάτι! Και πάντοτε, κατόπιν της γενναίας τσιπουροκατάνυξης, συνήθιζε να λέει στο μπάρμπα Μένιο τον καφετζή του χωριού: «γράφτα ωρέ στο τεφτέρ’ κι άμα πάρου τη σύνταξ’ στο τέλος του μηνού τα βρίσκουμι»!!! 
Το καφενεδάκι του χωριού που ήταν μαζί και μπακάλικο το επισκέπτονταν μια στο τόσο, και η κυρά του η Φώτω για καμιά ανάγκη του σπιτικού τους.

Φτάνει λοιπόν και το τέλος του μηνός κι ο Μήτσος αφού τσιμπάει την… πετσοκομένη σύνταξή του τραβάει κατά το μαγαζάκι να… καθαρίσει το χρέος!!! 

-«Πόσο πάει το μαλλί ωρέ Μένιο;» ρωτάει τον καφετζή.

-«68 εβρό στάζεις Μήτσο μ’ και μετά θάσαι τύπους κι υπογραμμός» απαντάει ο κυρ-Μένιος.

-«Παλάβωσες ωρέ, τι έφκιασες αυτού στο τετράδιου; Mωρέ συ, μπας και αντίς για πρόσθεσ’ κάν’ς πουλλαπλασιασμό;» τσινάει ο Μήτσος.

-«Να ρε ξεγκαβώσ’, κοίτα το και μοναχός σ’», θυμώνει ο Μένιος και του σπρώχνει χολωμένος το τεφτέρι.

Εκείνος τσακώνει το τετραδιάκι κι αρχίζει να το ξεφυλλίζει μέχρι που φτάνει στο όνομα «Μήτσος». Βάζει το δάχτυλο απάνω στις ημερομηνίες κι αρχίζει να διαβάζει φωναχτά:

-Τσίπουρο, τσίπουρο, τσίπουρο, τσίπουρο...

Φτύνει την παλάμη του και γυρνάει σελίδα: 

-Τσίπουρο, τσίπουρο, τσίπουρο, τσίπουρο…

Πάει και παρακάτω:

-Τσίπουρο, τσίπουρο, τσίπουρο…… ΣΚΟΥΠΑ!

-«Αμάν! άιντε Μένιο μ’ σχώρα με, δίκιο έχεις! Πάει με καταχρέωσε αυτούνη η γυναίκα. Πάλε σκούπα αγόρασε κι τούτου του μήνα»!!!


Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Κατάρα και στο Nόμο(ν)



"Kατάρα και στο Nόμο(ν), όπου η βία
τυφλά με το σπαθί τον οδηγάει!
Aίμα διψάει. Αλύπητα χτυπάει
με μιαν εκδίκηση και με μια κακία.

Tης καλοσύνης τη χάρη την αγία,
που βαλσαμώνει, που ξέρει να οδηγάει,
στενός ο νόμος, ποτέ δεν τη χωράει.
Δήμιος πάντα στα πάντα η κοινωνία.

Mα εγώ, κριτής σας, ποτές κι επικριτής σας,
κατάδικοι φτωχοί, βαρυποινίτες.
Oχιές τα δάκρυά σας μέσα μου κι αστρίτες.

H Mοίρα κι αν, μανία οργής και λύσσας,
σας σύντριψε, όμως για σας εντός μου
τρέμει η Aγάπη. O νόμος ο δικός μου!"

[στίχοι του Ευρυτάνα -Προυσιώτη στην καταγωγή- ποιητή Θανάση Κυριαζή (1887-1950) ]


ΥΓ. Η συνοδευτική φωτογραφία είναι του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη"