Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Θεία Αντιγονίτσα…*

Η Αντιγόνη με συγκρατούμενές της (δεύτερη από αριστερά)


H Θεία Αντιγονίτσα έφυγε πρόσφατα από κοντά μας. Τα λόγια είναι φτωχά εμπρός στις ακριβές μνήμες που θα συνοδεύουν για πάντα όσους τη γνωρίσαμε και την αγαπήσαμε. Μια τρυφερή ψυχή, μια σεμνή αγωνίστρια, ένας γλυκύτατος ΑΝΘΡΩΠΟΣ-ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ με ήθος, περίσσευμα αγάπης και προσφοράς.
Αντιγονίτσα μας, ξέρουμε ότι η μακρινή χώρα της λησμονιάς δεν θα απορροφήσει ποτέ τη μνήμη σου, γιατί η αγάπη είναι αθάνατη!


Παραθέτουμε στη συνέχεια το αποχαιρετιστήριο των παιδιών της, δια στόματος του μεγαλύτερου γιού της Άρη:

==========

“Μαζευτήκαμε σήμερα στο χωριό μας να αποχαιρετήσουμε τη μάνα μας, ο άντρας, τα παιδιά, τα εγγόνια, τα αδέλφια, οι συγγενείς και όλοι οι άνθρωποι που την αγαπήσαμε. Αποχαιρετούμε την ΑΝΤΙΓΟΝΗ με γράμματα κεφαλαία ένα άνθρωπο  καλοσυνάτο, ευγενικό, υπομονετικό που για αυτή από παντού ακούγαμε και θα ακούμε μόνο καλά λόγια. Βαθειά θρησκευόμενη που όταν την πείραζα για την πίστη της και της έλεγα ότι αν υπάρχει παράδεισος ότι και να κάνω στη ζωή μου εγώ που δεν πιστεύω, αν στην πόρτα του παράδεισου πω ότι είμαι γιος σου θα περάσω χωρίς άλλες διατυπώσεις.

Η Αντιγόνη γεννήθηκε στις 11 Γενάρη του 29 στη Μηλιά της Ευρυτανίας από γονείς αγρότες που μόλις λίγα χρόνια πριν έπαψαν να είναι κολλήγοι του Χατζόπουλου, την Λαμπρινή Ζαχαροπούλου και το Θανάση Τσιόγκα. Ήταν το 4o από τα οκτώ παιδιά τους. Μεγάλωσε μέσα στην φτώχια της εποχής και από μικρό κοριτσάκι δούλεψε στα Θερμοπύλια όπως μας έλεγε στα ρύζια, οδοιπορώντας από το χωριό μέχρι εκεί, σε συνθήκες δύσκολες για μεγάλους πόσο μάλλον για ένα παιδί.

Βίωσε τη φτώχια και αναγκάστηκε σε νεαρή ηλικία να δουλέψει μαζί με το μικρότερο αδερφό της τον Κλεομένη φυλάσσοντας τα κοπάδια ενός μεγαλοτσέλιγκα.

Ακολούθησε ο πόλεμος και η κατοχή με την πείνα να θερίζει. Οι άνθρωποι πάλεψαν για να αλλάξουν τη ζωή τους για να διώξουν τους κατακτητές για μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία και σε αντάλλαγμα μετά την απελευθέρωση, κυνηγήθηκαν, βασανίστηκαν και στάλθηκαν στις φυλακές και στις εξορίες. Τον Ιούνη του 48 επιστρατεύτηκε στο Δημοκρατικό Στρατό και τοποθετήθηκε  στην Επιμελητεία.

Κατά τη διάρκεια της θητείας της ο ΔΣΕ ανέθεσε  στις στρατολογημένες γυναίκες τις υπηρεσίες που έπρεπε να κάνουν. Πράγματι, οι περισσότερες κοπέλες επέλεξαν υπηρεσίες, αρκετές μάλιστα συγχωριανές της διάλεξαν να εκπαιδευτούν στα όπλα. Η Αντιγόνη εκπαιδευμένη στις βαριές αγροτικές δουλειές, εργατική και ακούραστη από τη φύση της, δέχτηκε αδιαμαρτύρητα τη διαδικασία της παρασκευής του ψωμιού, ζύμωνε μαζί με τον πόνο και τα δάκρυα της ψυχής της για τη φρίκη του πολέμου τη βασική τροφή της ζωής των ανταρτών που αγωνιζόταν για την ελευθερία και την  αξιοπρέπειά τους.

Ποτέ δε δοκίμασε ούτε ένα ψίχουλο από το φούρνο όταν έβγαινε το ζεστό ψωμί, δεν της το επέτρεπε το καθήκον της που ήταν να προσφέρει γι’ αυτούς που μάχονταν κι ας έμενε η ίδια νηστική, χόρταινε από την προσφορά της όπως είχε μάθει από μικρή, πάντα να προσφέρει στους άλλους το πλούσιο περίσσευμα της αγνής ψυχής της. Η συνέπεια που χαρακτήριζε τη μέχρι τότε ζωή της συνεχίστηκε στις καινούριες διαμορφωμένες συνθήκες. Πειθαρχούσε και  εκτελούσε τη δουλειά που είχε αναλάβει. Στο μοναδικό ζήτημα που δεν πειθάρχησε ήταν αυτό της στρατιωτικής ενδυμασίας. Δεν ντύθηκε με στρατιωτικά ρούχα και, όπως είπε η ίδια, σ’ όλο το διάστημα της θητείας της φορούσε το φορεματάκι της. Εξάλλου η υπηρεσία της δεν απαιτούσε στρατιωτική στολή.

Πιάστηκε στα μέσα του 49. Στη συνέχεια έμεινε για 6 μήνες φυλακή στη Λάρισα. Δεν καταφέραμε ποτέ να βρούμε, παρά τις προσπάθειες μας, τη συντρόφισσα της τη Μακεδόνισσα που είναι στη φωτογραφία μαζί της.
Η Αντιγόνη (πρώτη από αριστερά) - η Μακεδόνισσα η ψηλή κοπέλα (στη μέση)

Μετά την αιχμαλωσία αρχίζει η δεύτερη φάση της περιπέτειάς της, που είναι η φυλάκισή της στο στρατόπεδο της Λάρισας.

Σε αφήγησή της έλεγε:
Στη Λάρισα ήμαστε περίπου πενήντα γυναίκες μαζεμένες σε μια μεγάλη σκηνή. Παρατήρησα ότι κάθε φορά που πηγαίναμε να πάρουμε πρωινό μάς έβγαζαν στην αγγαρεία να καθαρίζουμε τα γραφεία της διοίκησης. Προκειμένου να μην καθαρίζω προτιμούσα να μην πηγαίνω για πρωινό. Ένα πρωί ακούω το όνομά μου, με φωνάζουν δήθεν να παραλάβω γράμμα από τους δικούς μου. Πήγα και μου είπαν ότι δεν υπάρχει γράμμα αλλά να πάω για την αγγαρεία». Όπως αφηγούνταν η ίδια, αυτό που την ενοχλούσε περισσότερο ήταν να «υπηρετεί» και να καθαρίζει τα διοικητικά γραφεία. Όπως χαρακτηριστικά λέει, «προτιμούσα να μένω νηστική παρά να βλέπω αυτούς τους ανθρώπους». Για την Αντιγόνη, η στάση της αυτή αποτελούσε μια μορφή αντίστασης.

Στη Λάρισα κάθισα έξι μήνες γιατί δεν είχα κανέναν να ενδιαφερθεί για μένα να με βγάλει. Τους γονείς μου, μετά τη σύλληψή μου, τους έπιασαν και τους έβαλαν στη φυλακή, επειδή ο αδερφός μου και εγώ είχαμε βγει στο βουνό. Ο πατέρας μου κάθισε δύο χρόνια στη φυλακή της Κρήτης και η μητέρα μου δύο χρόνια στην Πάτρα. Όταν τελικά απολύθηκα, ήμουνα ένας άλλος άνθρωπος, δεν ξαναγύρισα ποτέ στο χωριό μου. Πήγα για λίγο καιρό στο Καρπενήσι και μετά κατέβηκα στην Αθήνα. Είχα φύγει από το όμορφο χωριό μου και είχα ζήσει την απανθρωπιά και τη βαρβαρότητα του πολέμου. Εύχομαι ποτέ πια να μην ξαναρθούνε τέτοιες μέρες, ποτέ»
Βγήκε από τη φυλακή αλλά άφησε καταδικασμένους δις σε θάνατο τον πατέρα της και με ισόβια τη μάνα της.
Ήρθε στην Αθήνα και βρήκε φιλόξενη αγκαλιά στο σπίτι της αδελφής της  Βασιλικής. Από το 53 έως το 58 δούλεψε υπηρέτρια σε σπίτι στην Αθήνα μεγαλώνοντας ξένο  παιδί. Παντρεύτηκε το 58 τον σύντροφο της το Χρήστο και μέσα σε δυσκολίες και απίστευτη στέρηση έκανε 4 παιδιά. Βρήκε στο πρόσωπο του πατέρα μας τον άξιο σύντροφο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο της ζωής της. Γηροκόμησε με αγάπη και περισσή φροντίδα 2 πατεράδες και μια μάνα αφού έχασε αρκετά νωρίς τη δική της.

Πέρασε την τελευταία περίοδο της ζωής της με πολλά και σοβαρά προβλήματα υγείας υπομένοντας αγόγγυστα μέχρι το τέλος. Όσοι την γνώρισαν από κοντά έχουν να λένε αγία γυναίκα η μάνα σας.
Έμεινε πιστή στα ιδανικά της ψηφίζοντας χωρίς ταλαντεύσεις μέχρι όσο το επέτρεπαν οι δυνάμεις της το κόμμα της το ΚΚΕ.

Τη χαιρετάμε σήμερα με τα λόγια του ποιητή :

Τι να μου κάνουν δάκρυα δυό
Και στεναγμοί σαρανταδυό
Μανούλα μου.
Κλαίω  και το μάτι μου στεγνό
Βουβό το στόμα και πικρό
Μανούλα μου.

Καλό ταξίδι μάνα μας όσοι σε αγάπησαν και είναι πολλοί αυτοί θα σε έχουν για  πάντα μες στην καρδιά και τη σκέψη τους.

Κουράγιο καλέ μας πατέρα το κοριτσάκι σου έφυγε για μακριά αλλά εμείς και τα εγγόνια σου θα είμαστε πάντα δίπλα σου.”

===========



*Μια ανάρτηση-ελάχιστος φόρος τιμής  στη Θεία Αντιγονίτσα

από τον "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" 

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Αφιερωμένο στους εξόριστους Ευρυτάνες!

Στη Μακρόνησο

"Μεσ’  στην καρδιά μου κλείνω ένα παιδί
παιδί ζωηρό, παιδί χαριτωμένο
μα το παιδεύει τόσο η φυλακή
κι’ είναι θλιμμένο.
Κάποτε ορμάει τα σίδερα να σπάσει
να βγει στους δρόμους που η ζωή κυλά
θέλει να παίξει, θέλει να γελάσει
με τα καλά!...
Μα δεν μπορεί και πέφτει πληγωμένο
κάθε προσπάθειά του περιττή
και το παιδί μαραίνεται θλιμμένο
στη φυλακή."

(του λησμονημένου Ευρυτάνα ποιητή Θεόδωρου Σκουρλή – βλ. και εδώ! - η φωτό είναι από εδώ )

=================


Με αφορμή την τραγική επέτειο της ίδρυσης της Μακρονήσου (12-5-1947) η ανάρτηση αφιερώνεται στους συμπατριώτες μας Ευρυτάνες αγωνιστές που βίωσαν, και εκείνοι, το επίγειο καλαστήριο πληρώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τους αγώνες και τις θυσίες τους για τη χιλιάκριβη τη Λευτεριά!

Επίσης μην ξεχνάμε ότι σαν σήμερα (από τις 14 έως τις 27 Μάη του 1944) συνεδρίασε στις Κορυσχάδες της Ανταρτομάνας Ευρυτανίας το περίφημο Εθνικό Συμβούλιο της Αντίστασης. Ήταν η Λαϊκή Βουλή, το ανώτατο αντιπροσωπευτικό όργανο της Λαοκρατούμενης Ελεύθερης Ελλάδας! (βλ. εδώ και εδώ)

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Εκεί που δεν υπήρχαν φράχτες...

Στα Αγραφιώτικα βουνά   (φωτο: "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")

«Γεννήθηκα στα λιβάδια, όπου ο άνεμος φυσούσε ελεύθερα και τίποτα δεν έκοβε το φως του ήλιου. Γεννήθηκα εκεί που δεν υπήρχαν φράχτες και όλα ζούσαν ελεύθερα...»

(Ινδιάνικο)


Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Σαν παράπονο...


"Θα’ θελα να φτιάξω έναν ουρανό..
να’ χω τώρα που νύχτωσε ένα στερέωμα να κοιτάζω..
θα το’ καμνα μεγάλο, γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα..
θα του ‘βαζα αντίς από ‘να, δυο φεγγάρια ανόμοια...
το΄ να μικρό σαν παιδί, τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο!!"

(Οδ. Ελύτης)


Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Με ένα μπουκέτο ελπίδες



«…Τα ροζιασμένα χέρια των αδερφών μου
-χιλιάδες χέρια-
υψώνουνται  στο άπειρο
κρατώντας ένα μπουκέτο ελπίδες
ή αδειανά από ελπίδες,
καθώς ενώνουνται ν’ ανεβάσουνε
τα βουνά τους ψηλότερα.

Οι καβαλάρηδες τρέχουν πέρα – δώθε
στους πυρπολημένους λόφους
σηκώνουν ένα περιστέρι
στα χέρια τους
σηκώνουν ένα νέο παιδί,
σηκώνουν την αγωνία τους
κεντημένη σ’ ένα άσπρο πανί
που τυλίγουν το λιγοστό ψωμί τους.

Χελιδονάκι μου, καλό μου χελιδόνι
που χτυπάς την πόρτα της άνοιξης
που φέρνεις τη χαρά της ζωής
κι’ ανοίγεις τα φύλλα της καρδιάς μας
στο ζεστόν ήλιο.
Έλα χελιδονάκι της προσδοκίας
να κεντήσεις με το ράμφος σου
ένα σημάδι χαράς
στο σκισμένο πουκάμισο
του αδερφού μου
ένα σημάδι πάνω απ’ το μέρος
της καρδιάς του
που χτυπάει καρτερώντας
μια μέρα δίχως βροχή,
μιαν άσπρη μέρα…»

(Απόσπασμα στίχων από το ποίημα «Ευρυτανία» του μεγάλου διανοητή συμπατριώτη μας Μιχάλη Σταφυλά)