Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Το τσακάλι



Από τη συλλογή της προσωπικής μας βιβλιοθήκης επιλέξαμε, για μια ακόμη φορά, το υπέροχο βιβλίο του σπουδαίου Ευρυτάνα λογοτέχνη Στέφανου Γρανίτσα (1880-1915) με τίτλο «Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας) - για να σας παρουσιάσουμε ένα εξαιρετικό (και ιδιαίτερα συμβολικό) κείμενο!*


Χαρείτε το:


"Εκείνος που παρωμοίασε τους πολιτικούς της Ελλάδος με τσακάλια έκαμε μίαν μεγάλην αδικίαν εις βάρος των επιτηδειοτέρων τετραπόδων του λόγγου.

Το τσακάλι ημπορεί να σφάξη μίαν νύκτα εκατόν και πλέον πρόβατα. Ίσως δεν υπάρχει άλλο καταστρεπτικώτερον ζώον. Διότι ο Λύκος, ο οποίος ωσαύτως είναι φοβερός χασάπης, δεν φθάνει τα εκατόν. Η παράδοσις λέγει ότι, άμα περάση τα 99, σκάζει ο ατυχής. Αλλά και διακόσια να κόψη το τσακάλι, είναι αδύνατον να το εννοήση ο τσοπάνης. Τον Λύκον, μάλιστα ! Αυτός είναι πολυθόρυβος, μουρντάρης, όπως οι πολιτικοί. Το τσακάλι όμως άμα κινήση διά να κάμη επιχείρησιν, πρώτα θα επισκεφθή τον τσοπάνην· θα εξετάση αν κοιμάται, πού είναι τα σκυλιά, πού τα κοπάδια, προσχεδιάζει τα πάντα, υποπτεύεται όλα τα ενδεχόμενα και τότε αρχίζει την σφαγήν. Σφάζει εκατόν και περισσότερα. Αλλά μόνον τα σφάζει ή τα πνίγει, δίχως ούτε το αίμα να ροφά, όπως ο Λύκος. Κάνει καταστροφήν, χωρίς να μένη να γευθή τους καρπούς του. Φως φανερόν λοιπόν, ότι υπήρξε πολύ ατυχής η παρομοίωσίς του με τους πολιτικούς. Διότι επί πλέον είναι σπάνιον πράγμα να πιασθή το τσακάλι. Είναι τόσον επιτήδειον, ώστε το πρωί ούτε ντορόν (ίχνη) αφήνει.

Πέρυσι, μολαταύτα, συνελήφθη ένα κατά τρόπον κωμικώτατον. Επήγεν εις την στάνην διά να κατοπτεύση τον τσοπάνην. Αλλ’ εκεί εμυρίσθη γάλα, το οποίον του αρέσει. Ατυχώς όμως το γάλα ήτο εις ένα ξύλινον δοχείον, στενόν επάνω και πλατύ κάτω· έχωσε λοιπόν την μούρην του εντός και, εφ’ όσον έπινε το γάλα, τόσον επροχώρει προς τον πυθμένα, πιεζομένων των αυτιών του, τα οποία όμως, μόλις έφθασαν εις το πλατύ μέρος του δοχείου, επανέλαβον την προτέραν των θέσιν. Άμα λοιπόν έπιε το γάλα και ηθέλησε ν’ αποσυρθή, ανεκάλυψεν ότι τα αυτιά του δεν ωπισθοχωρούσαν πλέον. Άρχισε τότε να περιφέρεται προσωπιδοφόρον και να κτυπά δεξιά και αριστερά, ώστε να κατατρομάξη τον τσοπάνην, ο οποίος ενόμιζεν ότι πρόκειται περί διαβόλου. Μετά πολλούς όμως δισταγμούς, αντελήφθη περί τίνος επρόκειτο και συνέλαβε τον επισκέπτην, τον οποίον και έφερε στο χωριό προσωπιδοφορεμένον.

Το τι έτράβηξεν ο ατυχής δεν λέγεται. Αποφεύγω την περιγραφήν των βασάνων του, διότι πρόκειται περί αληθινού ιεροεξεταστικού μαρτυρίου. Ποίος να τους εμποδίση ; Ελάμβανον οι χωρικοί εκδίκησιν διά προαιώνια μίση, διά καταστροφάς ατελειώτους, διά ζημίας χιλιάδων δραχμών.

Υποθέτω ότι πονηρότερα μάτια δεν έπλασεν ο Θεός. Μικρά, σπιθωτά, αστραποκίνητα, τέλειοι διαβόλοι, Τα βλαχόσκυλα, τα βαρυκίνητα και απονήρευτα, δεν καταφθάνουν να προφυλάξουν τα πρόβατα από τα τσακάλια. Διότι έχουν τόσα τερτίπια, ώστε οι βοσκοί να τα θεωρούν πολυμηχανώτερα από την αλεπού. Φαντασθήτε ότι, όταν γίνωνται κοπάδι διά να κάμουν καμμίαν επίθεσιν - λέγεται ότι έχουν και αρχηγόν ονόματι καπλάνην, είδος λύκου με νύχια σπιθαμιαία - διαιρούνται εις δύο μέρη, εκ των οποίων το ένα κάμνει ψευδεπίθεσιν με τον σκοπόν ν’ αποπλανήση τα σκυλιά, να τα παρασύρη μακράν του κοπαδιού, και τοιουτοτρόπως η άλλη φάλαγξ επιτεθή ανέτως κατά των προβάτων. Οι βοσκοί γνωρίζουν την τέχνην των τσακαλιών και πάντοτε υποπτεύονται την επιδρομήν των από το αντίθετον μέρος των εικονικών εμφανίσεων. Άμα διασκορπίζωνται και χάνωνται, επιτυγχάνουν πάλιν την συνάντησίν των με ουρλιάσματα, εκ των οποίων οι πιστικοί εννοούν ότι πρόκειται περί γενικής προσκλήσεως προς έφοδον. Αλλ’ είναι εντελώς ανίσχυροι απέναντί των, διότι αλλού ουρλιάζονται και αλλού κάνουν τα θαύματά των ! Λέγουν τόσα οι βοσκοί εις δόξαν της πονηρίας των, ώστε μερικά να τα θεωρούν μυθικά. Λέγουν, λόγου χάριν, ότι, ενώ μέρος των τσακαλιών είναι περί την στάνην ετοιμαζόμενα προς έφοδον, άλλο τάγμα ουρλιάζει εις μακρυνήν απόστασιν διά να καθησυχάση τους βοσκούς και τους βάλη εις τον ύπνον.

Τα ουρλιάσματά των είναι κάποτε προγνωστικά του καιρού. Άμα, λόγου χάριν, ουρλιάζωνται αποβραδίς, οι βοσκοί περιμένουν την επομένην, βροχήν. 

Υπάρχουν και τσακάλια έχοντα την πονηρίαν της φυλής των και την παλληκαριάν του λύκου. Είναι τα λυκοτσάκαλα, μίγματα τσακαλιών και λύκων. Αυτά είναι τα μάλλον επικίνδυνα, διότι άμα ορμήσουν στο κοπάδι δεν εννοούν να φύγουν με κανένα τρόπον. Όπως, ως επί το πλείστον, αι έφοδοί των είναι νυκτεριναί, ο ατυχής τσοπάνης δυσκολεύεται να πυροβολήση, διότι το πιθανώτερον είναι να σκοτώση τα πρόβατά του. Του απομένει λοιπόν ως μόνον μέσον η φωνή, η κραυγή, το πρόγκημα, οι πυροβολισμοί στον αέρα. Αλλ’ ενώ τα γνήσια τσακάλια φεύγουν μόλις ακούσουν φωνήν ή μάλλον παραμερίζουν διά να επιτεθούν αργότερον, ο λυκοτσάκαλος έχει την επιμονήν του λύκου, ο οποίος καλόν είναι να μην αποφασίση έφοδον· άπαξ πηδήση, τίποτε δεν τον αναχαιτίζει. Αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν νταής. Δεν κάνει τον παλληκαράν, μάλιστα έχει και κάποια ιπποτικά έθιμα - ένα των οποίων είναι να μην πειράζη τα γειτονικά μαντριά - αλλ’ άμα κατά λάθος γίνη καμμία παρεξήγησις και πατήση το μαντρί, τότε πλέον δεν φεύγει χωρίς γενναίαν μερίδα. Αλλά τα κατ’ αυτόν θα τα διηγηθώμεν εις την ιδικήν του ιστορίαν, η οποία θα είναι η μεγαλυτέρα μεταξύ των παραλλήλων βίων των εξαιρετικών φυσιογνωμιών του Βουνού και του Λόγγου. Διάφοροι όμως συμπεθερολογικαί απροσεξίαι της φυλής των εισάγουν εις την ράτσαν των έξεις μικροπρεπείς. Διότι όχι μόνον με τα τσακάλια συμπεθερεύει, αλλά και με τα σκυλιά, το χείριστον δε πάντων και με την αλεπού. Μολαταύτα ο λυκοτσάκαλος δεν εξευτελίζει πολύ το γένος των λύκων. Και παλληκαράς είναι και έξυπνος, όπως τα βέρα τσακάλια, τα οποία, επαναλαμβάνω, είναι μεγάλη αδικία να συγχέωνται με τους πολιτικούς.

«Η ζημιά εδώ και ο τσάκαλος στο χωριό», λέγει μία παροιμία. Ποία ελληνική πονηρία ημπορεί να καυχηθή διά τόσην επιτηδειότητα ; "

============


*ΥΓ. Οποιαδήποτε ομοιότης με πρόσωπα και καταστάσεις του πολιτικού βίου -εντός και εκτός συνόρων- είναι εντελώς συμπτωματική. Άλλωστε όπως αναφέρει και ο εξαίρετος Ευρυτάνας συγγραφέας αποτελεί μεγάλη αδικία, για τα τσακάλια, να συγχέονται με... πολιτικούς (μαυρογιαλούρους)! 





Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Επίκληση

Φωτο: Κώστας Μπαλάφας - "Στο δρόμο για τα χειμαδιά, Πίνδος (1959)"

Ποτέ δεν απόσωσες ακέριο
εν΄ άσπρο καρβέλι χαράς
στη ζωή σου
κι’ η ξερή μπομπότα της πίκρας σου
έδωσε το χρώμα της στα παιδιά σου.

Σε ποιο βράχο απίθωσες τα όνειρά σου
και ξέχασες το μονοπάτι που σ’ οδήγησε ;
Σε ποια κρυόβρυση του βουνού σου
πλένεις τις λαβωματιές σου με τις πετροπέρδικες
και δεν αφίνουν σημάδια
τα αίματά σου ;
Σε ποιο πηγάδι της καρδιάς σου
βυθίζεις τον πόνο σου
για να δείχνεις ήσυχος σαν το γιαλό
που καρτεράει Γενάρη ν’ αγριέψει ;

Βοήθεια ! Βοήθεια ! Βοήθεια !
Αυτό δεν είναι κραυγή που ζητάει
ένα χέρι σωτηρίας
είναι μια πανάρχαιη επίκληση
του τόπου σου
που κόλλησε στις στουρναρόπετρες
και μπαίνει στα θεμέλια των σπιτιών
στις φωνές των τσοπάνων
και στα τραγούδια των γεωργών
που σπρώχνουν το σιδερένιο υνί
του παρελθόντος
ίσια στην καρδιά του μέλλοντος…

Βοήθεια ! Φωνάζουν τα νεογέννητα
που στριφογυρίζουν αλευρωμένα
στην ανάποδη ενός σαμαριού.
Βοήθεια ! Τα μαθητούδια που γράφουν
με τον κοντυλοφόρο του μνημονικού τους.
Βοήθεια ! Τα παιδιά που κινάνε
να ξενοδουλέψουν στις πολιτείες
μ’ έναν τρουβά γιομάτον νοσταλγία
και ξερό ψωμί
Βοήθεια ! Αυτοί που μένουν. Αυτοί που φεύγουν
για την ξενητειά ή για τον κάτω κόσμο

Βοήθεια ! Βοήθεια ! Βοήθεια !
Μπήκε στο αίμα τους και κυλάει η επίκληση.
Μπήκε στην καρδιά τους και χτυπάει ρυθμικά
ταξιδεύει με το υπομονετικό γαϊδουράκι
γκρεμίζεται στις σάρες και τις γιδόστρατες
πέφτει απ’ τα δέντρα που κόβει κορφάδες
για τα ζωντανά
χάνεται στα ξένα αναζητώντας
ένα φτηνό μεροκάματο
Μπαίνει στα γράμματα και σφραγίζεται
με το βουλοκέρι της πίκρας :
«υγείαν έχω
μα δεν έχω να στείλω λίγη καφοζάχαρη
για τη βάβω...»

(Απόσπασμα από το ποιητικό έργο με τίτλο «ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ» - του μεγάλου διανοητή συμπατριώτη  μας Μιχάλη Σταφυλά)

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Πανηγύρια




Τη γιαγιά Μαρία τη γνωρίζω χρόνια και η αλήθεια είναι ότι την αγαπώ ιδιαίτερα για την καλή της καρδιά, τη ζεστασιά της συμπεριφοράς της και πάνω απ’ όλα για το χαμόγελο και το πηγαίο χιούμορ της που τη συνοδεύει πάντα και το οποίο, όπως μου λέει, αποτελεί σπουδαίο όπλο κατά των προβλημάτων της ζωής, αλλά και του… γήρατος!  Όπλο κατά του γήρατος η γιαγιά Μαρία θεωρεί και το… διάβασμα οπότε πάντα θα τη δεις κάτι να μελετά! Μάλλον δεν θα ‘χει άδικο αφού παρά τα 92 της χρόνια η γυναίκα αυτή διαθέτει μία ζηλευτή διαύγεια!

Σε μία επίσκεψή μου παρατήρησα στη βιβλιοθήκη τoυ σπιτιού της ένα σπάνιο λιτό και κιτρινισμένο βιβλιαράκι που χρονολογείται… μισό αιώνα πριν! Ο τίτλος του: «Το Καλεσμένο Ευρυτανίας. Η φύση - οι άνθρωποι – η προσπάθεια». Συγγραφέας: Παναγιώτης Γ. Παππάς μετεκπαιδ. διδάσκαλος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τυπώθηκε στο Αγρίνιο το 1965. Εκδόσεις;… χαρτοτυπογραφικαί βιβλιοδετικαί εργασίαι! Το βιβλίο αυτό είναι χαρισμένο στους ξενιτεμένους Ευρυτάνες Καλεσμενιώτες.

Ξεφυλλίζοντάς το έπεσα εντελώς τυχαία επάνω σε ένα καταπληκτικό κείμενο που αναφέρεται στα πανηγύρια του όμορφου χωριού! Πραγματικά  με καθήλωσε και γι’ αυτό σάς μεταφέρω ένα απόσπασμα – χαρακτηριστικό για τα παραδοσιακά πανηγύρια των Ευρυτάνων και της… απελευθερωτικής επίδρασης του χορού στην ψυχοσύνθεση των ορεσίβιων κατοίκων του τόπου μας!


Απολαύστε το:

«Δύσκολη φαίνεται η ζωή του ανθρώπου. Τη στενεύουν πάντα οι μεγάλες ανάγκες. Την κλείνουν στον πύργο της. Την κλειδώνουν βαριά τα μεγάλα προβλήματα. Και η ψυχή του ανθρώπου φυλακισμένη, όπως φαίνεται, σαν το πουλί στο κλουβί, απ’ το μόχθο και το βάρος το καθημερινό, γαντζώνεται και προσμένει.

Τι θα γίνει, σαν κάποιος ανοίξει, αυτό το κλουβί; Αν έστω για μια στιγμή μείνει λεύτερη η ψυχή του ανθρώπου και δώσει φτερούγες στο σώμα; Πόσα έχει, να μας πει, το σώμα, που πετά, που λικνίζεται σαν πουλί, που λυγά όμορφα, σαν κυπαρίσσι! Πόσα, αλήθεια, έχει, να μας φανερώσει ένα σώμα που χορεύει, που πηδά και αναταράσσεται σύγκορμο, που κοχλάζει μέσα του μια ζωντανή ψυχή και αφήνεται στα τσαλιμάκια και τα βήματα του χορού!

Δεν είναι η γλώσσα, που φανερώνει, ότι γίνεται μέσα μας. Τα βαθιά στρώματα της ψυχής, τα βαθύτερα και άγνωστα μέρη της, τα φανερώνει πάνω στο χορό.

Μεθυσμένη η ψυχή λύνεται και μοιάζει σαν να προδίδει τον εαυτό της. Λυτρώνεται απ’ τα δεσμά της και αφήνει τους μεγάλους κυματισμούς της ν’ ανεβαίνουν απανωτοί στο σώμα. Ωραίο πράγμα ο χορός και είναι ωραιότερο όταν γίνεται στην εξοχή, μέσα στο θαύμα της φύσης κάτω απ’ τους ήχους της λαϊκής ορχήστρας.

Εκεί ο άνθρωπος που χορεύει δεν είναι αυτός που γνώρισες μπροστά από λίγο. Τώρα έχει αλλάξει. Έχει μεταφερθεί σε κόσμος άλλους. Έχει ανέβει ψηλά στις κορφές της ψυχής και αγναντεύει τον κόσμο, τους ανθρώπους με μάτι αετού, περήφανος, σαϊτεύοντας κοφτά, γρήγορα, θανατερά κάθε μικρότητα της ζωής, κάθε της κακό και άσχημο.

Ότι βαρύ και δύσκολο έχει η ζωή, εκείνη τη στιγμή, το γκρεμίζει και μια πλατιά θάλασσα ρίχνει πάνω στις ανάγκες και τα βάσανα. Σε τέτοια Ιμαλάια ύψη σε φέρνει ο πηγαίος χορός, το αυθόρμητο κέφι, το γνήσιο γλέντι. Αυτό το σημείο έχει προσέξει ο άνθρωπος και από δω “καθιέρωσε” τα γλέντια του, τους χορούς του, τα πανηγύρια του.

Αν ποτέ βρεθείτε σε τέτοια πανηγύρια, θα έχετε βρεθεί, σε κάτι μεγάλο και ιερό συγχρόνως. Θα δείτε γλέντι και χορό, θα απολαύσετε κέφι και ψυχική ευφορία, την οποία δεν γνώρισε κανένα απ’ τα επίσημα γεύματα της μεγάλης κοινωνίας. Η χαρά και η ευφροσύνη αυτών των ανθρώπων αναβλύζει απ’ τα μύχια της ανοιχτόκαρδης ψυχής τους και χύνεται, σαν το νερό απ’ τα ορεινά κεφαλάρια.

Το χωριό μας κάνει πολλά και γραφικά πανηγύρια. Σ’ όλους σχεδόν τους συνοικισμούς, γίνεται κάθε χρόνο και από ένα. Μέσα σε τοποθεσίες ωραιότατες και κάτω απ’ τα βαθύσκιωτα δένδρα οι άνθρωποι αυτοί αφήνονται λεύτεροι στα τσακίσματα του Τσάμικου και του Συρτού. Το γλέντι τους παίρνει μορφή μυσταγωγίας και προσευχής (…) »

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

ΉΘΕΛΑ...

Η ιστορική φωτογραφία είναι του αξέχαστου Σπ. Μελετζή. Απεικονίζει το Βελούχι , τον αυτοκράτορα των Ευρυτανικών ορέων!

Αρκετές φορές έχουμε δημοσιεύσει στον «Ευρυτάνα ιχνηλάτη» ποιήματα του πρόωρα αδικοχαμένου ΕΛΑΣίτη καπετάνιου Δώρη Άνθη (Νίκος Ζωγραφόπουλος). Ο νεαρός Ευρυτάνας ποιητής και πρωταντάρτης του Άρη ( βλ. εδώ!) εθελοθυσιάστηκε στα 24 του χρόνια στις μάχες των «Δεκεμβριανών της Αθήνας» όταν στις 3-1-1945 στάθηκε μπροστά στις ερπύστριες ενός αγγλικού τανκ προκειμένου να προασπίσει τους συντρόφους του (βλ. εδώ!). Ο ηρωικός συμπατριώτης μας αν και «έφυγε νωρίς» μάς άφησε ως πνευματική κληρονομιά ένα σπουδαίο ποιητικό θησαυρό με μεγάλη διαχρονική αξία.

Εφέτος στην 71η επέτειο από το θάνατο του «αιώνιου Ευρυτάνα» Δώρη Άνθη -και ως πρώτη ανάρτηση της νέας χρονιάς- επιλέξαμε να παρουσιάσουμε ένα σπάνιο όσο και πανέμορφο ποίημά του, υπό τον τίτλο «ΉΘΕΛΑ…», που αποτελεί έναν καταπληκτικό ύμνο προς τη Φύση, τη Ζωή και τον Έρωτα!  

Ένας σημαντικός λόγος που αναρτήσαμε ειδικά το συγκεκριμένο ποίημα είναι ότι διαβάζοντάς το καταλαβαίνουμε πόσο βαθιά μέσα του αυτός ο αλησμόνητος αγωνιστής αγαπούσε τη Ζωή και «μεθούσε» από τις Χαρές της! Χαρές που δεν δίστασε να απαρνηθεί σε προσωπικό επίπεδo  «φτάνει η ρήγισσα η λευτεριά να λούζεται με τ’ άστρα»! Ο Δώρης Άνθης ακολούθησε συνειδητά το δρόμο «τ’ αντάρτη της τιμής» μιάς κι όπως ο ίδιος προφητικά είχε γράψει : «τα νειάτα μου τα χάρισα στολίσματα του Λαϊκού Στρατού» (βλ. εδώ!)

Εντέλει, στο πλήρωμα του χρόνου ο Δώρης… τα κατάφερε όπως «ήθελε»! Με το προσωπικό του παράδειγμα μεταβλήθηκε σε «περήφανο αετό σαν αγναντεύει τα βουνά ψηλά απ' τα ουράνια», «που δε φοβάται χάροντα», μα και σε «γλυκόλαλο αηδόνι» με τους τόσο εμπνευσμένους στίχους του! Κι έτσι κατόρθωσε… «στους αμύθητους καιρούς να ζει ζωή αιώνια»!


ΉΘΕΛΑ…

Ήθελα νάχ’ αητού φτερά να νοιώθω περηφάνεια
σαν αγναντεύω τα βουνά ψηλά απ’ τα ουράνια.
Να βλέπω κάμπους και βουνά, λαγκάδια και ραχούλες,
να βλέπω στάνες βλάχικες κι όμορφες βλαχοπούλες,
να γνέθουνε τη ρόκα τους, στον αργαλειό να υφαίνουν,
ν’ ακώ και τα τραγούδια τους στη βρύση σα λευκαίνουν.
Ν’ ακώ τα κουδουνίσματα να σμίγουν στον αέρα
με παραπονεμέν’ αχό π’ αφήνει η φλογέρα.
Και να θωρώ από ψηλά, να βλέπω τα κοπάδια
να κατακλύζουν τις πλαγιές, να βόσκουν στα λειβάδια.
Να βλέπω και την άνοιξη με γέλια και τραγούδια
νά ‘ρχεται να σκορπά παντού ευωδιαστά λουλούδια.
Ολανθισμένα  να κυττώ τα δάση, τα ρουμάνια.
Ήθελα νάχ’ αητού φτερά να σβύνω στα ουράνια.

Ήθελα νάμουνα βουνό, αγέραστο στα χρόνια,
να μη φοβάμαι τις βροχές, τις αστραπές, τα χιόνια.
Να μη φοβάμαι χάροντα και νάμαι πάντα νέο,
πάντα βουνό περήφανο, ψηλό βουνό κι ωραίο.
Νάχω τα πλάγιά μου σκιερά και πυκνοδασωμένα,
και στολισμένα μ’ όμορφα λουλούδια μυρωμένα.
Νάχω κατάκρυες, δροσερές, αθάνατες βρυσούλες
και ροδομάγουλες, γλυκειές πανέμορφες βλαχούλες.
Νάχω στεφάνια και γκρεμούς ραϊδιά και καταράχτες,
που να φωλιάζουν σταυραητοί και μαύροι νυχτοκράχτες.
Νάχω τρεχούμενα νερά κι από το βουητό τους
μες στις κλεισούρες να περνά άγριος αντίλαλός τους.
Νάχω λημέρια κλέφτικα παληά χορταριασμένα,
ν’ αναστενάζω θλιβερά για χρόνια περασμένα.
Στο νου μου πάλι νάρχονται θύμησες απ’ τα σκότη
στ’ αφτιά μου να βουίζουνε από ντουφέκια κρότοι.
Ήθελα νάμουνα βουνό αγέραστο στα χρόνια,
από αμύθητους καιρούς να ζω ζωή αιώνια.

Ήθελα νάμουνα πουλί, γλυκόλαλο αηδόνι
ν’ αλάφρωνα τον πόνο μου οπού με βαλαντώνει
όταν στο παραθύρι της τη βλέπω και πονάω,
αηδόν’ ήθελα νάμουνα να γλυκοκελαηδάω.
Στο περιβόλι το πυκνό σ’ ενός κλωνιού την άκρη
θα γύριζα γλυκό σκοπό, ωσότου ένα δάκρυ
απ’ τα γλυκά τα μάτια της νάβλεπα να κυλούσε
μες στην καρδιά της νάνοιωθα ότι με συμπαθούσε.

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"