Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Σιωπή λαλέουσα


 

μας ταξιδεύει στα παλιά μέσα από μια φωτογραφία-κειμήλιο...


(για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")


*****

Σε μια γκρεμισμένη γωνιά του πετροπελεκημένου σπιτιού έχασκε ένα σαρακοφαγωμένο σεντούκι. Στην αγκαλιά του αναπαυόταν μια νυφιάτικη απλάδα και μια φωτογραφία σκεπασμένη απ’ της αράχνης το προικιό. Στο κάτω μέρος η ημερομηνία γέννησής της:

«ΚΡΙΚΕΛΛΟΝ-1914»

Τότε που το Κρίκελλο «ήτο χωρίον δυσχείμερον», πρωτεύουσα του Δήμου Ευρυτάνων με 3.000 νοματαίους. Μελισσολόϊ εργατιάς. Με μποστάνια σε όλα τα σπίτια, με κλήματα καρπερά στα Παλιάμπελα, τη Μεσαμπελιά, στα Πέρα Αμπέλια…..

Πηγαινοέρχονταν στους λασπωμένους δρόμους καποράφτες, φραγκοράφτες, μελισσοκόμοι, σηροτρόφοι, τσαρουχάδες, σαμαράδες, αϋφαντήδες, τσοκανιστές, τελάληδες, παντοπώλες, δερματέμποροι, τσελιγκάδες, λαναράδες, εξορκιστές….

Μια συντροφεμένη συντυχιά κάποια μέρα γιορτινή, ποζάρει σε φακό πρωτοείδωτο πλανόδιου φωτογράφου. Όλοι τους καμαρωτοί μέσα στη φροντισμένη τους αφροντισιά. Κοστουμιά καλοραμμένη, άσπρο πουκάμισο κολλαριστό με της αλισίβας το νερό, γιλέκο φινετσάτης αντρειοσύνης, καπέλο με μαύρη κορδέλα οι καμπίσιοι, με το φεσάκι τους οι ντόπιοι, με τη βακτηρία τους οι κανοναρχούντες τη βολή τους, με την γκλίτσα να φωλιάζει στην αργασμένη παλάμη του τσέλιγκα. Όλοι τους μυστακοφόροι μιας λεβεντοσύνης ορεσίβιας. 

Το θυμόσοφο πειραχτήρι της παρέας στρογγυλοκαθισμένο σε αναποδογυρισμένο σκαμνί, με το κρασοπότηρο στο δεξί τους χέρι, στέλνει χαιρετίσματα στον περατάρη του Άδη πως δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη γλύκα των εγκοσμίων. 

Δεξιά, στη δεύτερη σειρά, αχνοφαίνεται ένας άντρας, σα να μη θέλει να φυλακιστεί στην παγωμάρα του «κλικ», σαν να συλλογιέται το ματαιόδοξο της αυτοπροβολής. 

Σε τούτο το ετερόκλητο συναπάντημα όλοι σερνικά!!! Κι ανάμεσό τους μια γυναίκα, ζωσμένη με ανομολόγητα «γιατί» σε ξεθωριασμένα νιτερέσια, ξεχωρίζει. Στητή μέσα στα γιορτινά της. Για λίγες ώρες άφησε τα σωκήπια, τα γιδοπρόβατα, τα κοττερά, το μπάλωμα, τα σκατοσφουγγίσματα… Ξεπόρτισε απ’ της ανάγκης τον λαβύρινθο κι ανηφόρισε για το λεύτερο βήμα της Αγοράς, αναζητώντας το μερτικό της στου Δίκιου τις περγαμηνές, τις στρουγκιασμένες στον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία μιας κλειστής κοινωνίας.

Μια γυναίκα χωρίς προσώπου χαρακτηριστικά! Κάποιος τα γραντζούνισε με μανία. Θεριό αντρίκιο που δεν γούσταρε να μαγαρίζει τη σερνικοσύναξη θηλυκό ανταριασμένο; Κάποιος προδομένος εραστής; Κάποια γυναίκα αντίζηλος; Κάποιος που δεν ανεχόταν την ανταρτοσύνη ψυχής ανυπόταχτης; Της χαράκωσε την ομορφιά!! Της έσβησε το βλέμμα. Της κλειδοστόμιασε το χαμόγελο. Την παράτησε στον μισεμό του Χρόνου να διαλαλεί τον εγωκεντρισμό του Πατέρα Αφέντη-Δράκου. 

Πήρε το αεράκι όλη τούτη την αντρίλα και τη σεργιάνισε στην πλατεία. Τι, άραγε, να τσαλάριζαν; Ποια πάθη πρωτόγνωρα, ποιες φωτοσκιάσεις σε ξενοτόπια μακρινά, ποια προξενιά ναυαγισμένα, ποιες προίκες που λιγουρεύονταν καιροσκόποι πολιτικάντηδες για να τις ξοδέψουν σε βαφτίσια και ψηφοκλεψιές χρηματιζούμενες;

Σα να κρατούσα εγκόλπιο ιερό περιέφερα τον «θησαυρό» μου στους λιγοστούς γερόντους του Κρίκελλου, ελπίζοντας να ψαρέψω μια φωτοβολίδα στο θαμπό πέλαγος της μνήμης τους. 

- «Άργησες, κόρη μου» ψιθύρισε ο μπαρμπα-Γιάννης.

- «Άγνωστοι όλοι τους. Ήμουν αγέννητος το 1914», μουρμούρισε ο μπαρμπα-Θανάσης.

Μάζεψα την αποκαή μου σ’ ένα δάκρυ που κύλησε στο εκατόχρονο χαρτί και σ’ ένα σιχτίρισμα για τη γενιά μου που άφησαν τους προγόνους να ποδοπατηθούν στα ασφοδέλια της Λήθης και να χάσουν το ύστατο δικαίωμα να λένε: «Υπήρξα κι εγώ σε τούτη τη γωνιά, άφησα το γέλιο μου στου γλεντιού το ξεφάντωμα, στράγγισα τον πόνο μου στης ανημπόριας τον χερόμυλο, απίθωσα του έρωτά μου το βαλάντωμα στα παραθύρια ομορφακάμωτης κοπελιάς, ξόδεψα τη νιότη μου σε συγκρούσεις που άλλοι υπόγραψαν για μένα, έραψα στο γείσο του καπέλου μου τον τίτλο του πολυφαμελίτη….

Σε τούτη την αναζήτησή μου στάθηκα τυχερή στο ταπεινό καλύβι της κυρά-Ζωγούλας, 103 χρόνων, τυφλής απ’ το ένα μάτι κι ονομαστής για την ικανότητά της να παντρολογάει. Σίμωσε τη φωτογραφία στο γερό μάτι της, το μισομάζωξε κι έβαλε το δάχτυλό της στα δεξιά της παρέας σ’ έναν όμορφο άντρα. 

- «Ο Κώστας ο Πολονύφης! Λεβέντης απ’ τα γεννοφάσκια του! Τον θυμάμαι που μου ‘λεγε πώς γλύτωσε απ’ τους Τσέτες στη Μικρά Ασία το 1922. Τραυματισμένος με πόδια σαρανταπληγιασμένα έφτασε στο Κρίκελλο αγνώριστος. Ο πόλεμος είχε σφραγιδοχαράξει πάνω του όλα του τα τερτίπια: Σκελετωμένο σώμα, σκοτεινά μάτια χωμένα στου χάρου το αίμα, ψείρες δεύτερο πανωφόρι, ρούχα σκιάχτρου ξεσκλίδια. Στο ξωκκλήσι του Άη-Γιάννη σωριάστηκε στον ίσκιο της λεύκας που τον νανούριζε σαν ήταν βυζασταρούδι στο στήθος της μάνας του. Μια γυναίκα μαυροντυμένη στάθηκε μπροστά του. Στα μάτια του φάνταξε σαν Αγία που κατέβηκε απ’ την αγιογραφία της εκκλησιάς και τον φίλεψε «αντίδωρο ζωής». Του ‘δειξε  πώς να πάει στο σπιτικό της να ξαποστάσει τους παιδεμούς του. Δεν τον γνώρισε!!! Ήταν η μάνα του!!! Της είχαν πει ότι σκοτώθηκε ο γιός της. Κι αυτή ορκίστηκε στη μνήμη του να περιμαζεύει κάθε καταλαχάρη και να του συμπαραστέκεται. Την άρπαξε ο Κώστας στην αγκαλιά του. Η λεύκα για ώρα πολλή τραγούδαγε τα σκοτωμένα τους όνειρα. Και τούτη τη φωτογραφία, παιδάκι μου, την είχε πάντα μαζί του. Στα αναχώματα, στα φυλάκια, στις σκοπιές, στη Μακρόνησο. Στα 80 του την έδωσε στον Κώστα Συγγούνη του Νικολάου  με την παράκληση να τη δείχνει στους νεώτερους για να μην λησμονάνε αυτούς που απόμειναν απ’ την ισπανική γρίππη στα 1918, αυτούς που γύρισαν απ’ το Μέτωπο, αυτούς που μάτωσαν την αδερφοσύνη στον Εμφύλιο…. Σ’ όλη του τη ζωή, ο Πολονύφης δήλωνε «κομμουνιστής», κι ονειρευόταν μια πολιτεία μπολιασμένη σε υψηλά ιδανικά. 

Άχ! κόρη μου, πόσες χαρμολύπες μού ξέθαψες μ’ αυτή τη φωτογραφία!»

Χάϊδεψε η Ζωγούλα ένα-ένα τα πρόσωπα μοιρολογώντας:

«Βλέπεις εκείνο το βουνό το κουρφανταριασμένο

πόχει αντάρα στην κουρφή και κατιχνιά στη ρίζα;

Λεβέντης εροβόλαγιε από ψηλή ραχούλα

Και τραγουδούσι κι έλιγι κι τραγουδάει κι λέει:

- Καλότυχος το που είμι νιός, το πού είμι παλληκάρι.

Ποτέ Χάρο δεν καρτερώ, Χάρο δεν περιμένω…»


Ήταν ένα διαλεχτό κείμενο μνήμης από την Κρικελιώτισσα "Ακευσώ"

(δημοσίευση στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")

3 σχόλια:


  1. Ευχαριστούμε ολόψυχα την Ακευσώ μας για αυτό το ξεχωριστό ταξίδι μνήμης που χάρισε στο blog και τους αναγνώστες μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θόδωρος ΜαργαρίτηςΤρίτη, 20 Οκτωβρίου, 2026

    Πολύ συγκλονιστική γραφή. Γνώρισα τον μπάρμπα Κώστα καθώς ειμασταν γειτόνοι στη Λούκα και πήγαινα στο σπίτι τους μικρό παιδί τη δεκαετία του 60.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συγκλονιστικό κείμενο! Υποκλίνομαι στην αγέρωχη παρουσία των προσώπων της φωτογραφίας, καθώς και στον τρόπο γραφής της Ακευσούς! Της αποστέλλω, με χαρά, τα θερμά μου συγχαρητήρια. Το σημερινό της πόνημα δικαιολογεί απόλυτα το προσωνύμιό της: Συμβάλλει, ως βάλσαμο, έστω και προσωρινά, στην επούλωση των τραυμάτων που προκαλούν στις ψυχές μας αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, τα όσα ζούμε καθημερινά. Αγαπητή Ακευσώ, από τα βάθη της καρδιάς μου ένα μεγάλο ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Τα σχόλια-γνώμες εκφράζουν αποκλειστικά τους συντάκτες τους.