Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

Ένας καφές με τον πατέρα...


Σαν περάσουνε τα χρόνια ο πόνος γλυκαίνει. Και είναι πιο πολύ εκείνο το παράπονο που μένει. Κι οι αναμνήσεις συντροφιά, άλλοτε μ’ ένα χαμόγελο κι άλλοτε με κάποιο δάκρυ. Καινούργιο, όχι από τα στερεμένα…
Ε ρε πατέρα… Πιο πολύ μου έλειψε εκείνος ο απογευματινός καφές ο σιγοβρασμένος στο μπρίκι και η κουβέντα μας στο λιόγερμα. Κοίτα να δεις που η έλλειψη… ενός καφέ δεν ανταλλάσσεται, καμιά φορά, ούτε με το χρυσάφι ολόκληρου του κόσμου!
Περάσαμε καλά πατέρα. Με αγάπη! Όχι ότι μας έλειψαν και οι δυσκολίες. Ίσα-ίσα. Σάμπως, όμως, δεν είναι κι αυτές μέσα στη ζωή; Αλλά ήταν καλά εκείνα τα χρόνια. Με αγάπη! Θυμάμαι τις κουβέντες σου: πάντα μεστές, με περιεχόμενο. Αλλά και μ’ εκείνο το μόνιμο παράπονο ότι «δεν αλλάζει κάτι, αλλά εμάς οι αρχές μας είναι που μας καθορίζουν». Αν ήσουν τώρα, με όσα συνέβησαν αυτά τα δέκα χρόνια από το φευγιό σου, θα σιχτίριζες πολλούς και το ξέρω!
«Φτωχά παιδιά της Ευρυτανίας ήμασταν, με τον τόπο και τα σπίτια μας ρημαγμένα, με γονιούς κι αδέρφια στις φυλακές και στις εξορίες, αλλά κάτω δεν το βάλαμε, δεν τους κάναμε τη χάρη να παραδοθούμε». Τα θυμάμαι αυτά τα λόγια, αν και συνήθως απέφευγες, να μιλάς πιο αναλυτικά για "το μετά", για τα ανείπωτα βάσανα και την Οδύσσεια των παιδιών της ήττας του Εμφυλίου, που το τρισάθλιο κράτος τους, τα αντιμετώπιζε πάντα σαν "εν δυνάμει εχθρό"! Όπως συνειδητά απέφευγες να μιλάς και για τη μεγάλη περιπέτεια της σκληρής βιοπάλης στα Αθηναϊκά σκλαβοπάζαρα. Η ατομική δικαίωση ήρθε κάποια στιγμή για σένα και την οικογένεια σου σε σχέση με τους κόπους και τις προσωπικές θυσίες σου. Η συλλογική, όμως, ήταν εκείνη που σε πόναγε. Τα αδικαίωτα, τα ανεκπλήρωτα, όλα όσα πήγαν στράφι για τη γενιά των πέτρινων χρόνων. Και ας το έκρυβες μέσα σου.
Αχ ρε πατέρα. Κοιτάζω στη γωνιά τη γκλίτσα σου και το ρολόι σου στο χέρι μου. Ενθύμια δικά σου. Αχ, και να ήταν να ξαναπάρουμε τα μονοπάτια κατά τη Χελιδόνα, να ξημερώσουμε εκεί ψηλά στ’ αγνάντι!
Άϊντε, μου φαίνεται ότι τον ήπιαμε εκείνο τον καφέ αντάμα. Κι ας έκανα μονόλογο απόψε….

Στη μνήμη του πατέρα μου…
"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Υδάτινο εικονοστάσι


"Οι βρύσες οι ελληνικές με συγκινούν από δυό απόψεις: αισθητικά επειδή παρουσιάζουν κάτι ανάμεσα σε μικρογραφία αρχαίου ναού και σε εικονοστάσι της υπαίθρου, και από την άλλη μεριά, επειδή σ' αυτές η αισθητική ανάγκη συνυφαίνεται αξεχώριστα με τη χρήσιμη λειτουργία. Μεταφορικά πάλι, επειδή η έννοια του καθαρού νερού που εξαγνίζει και αναπαύει, αποτελεί μια προέκταση της ποιητικής φωνής όπως την αντιλαμβάνομαι και όπως τη δίδαξε ο Σολωμός"
(Οδυσσέας Ελύτης)

Φωτο "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" : Κατηφορίζοντας κατά το Καλεσμένο Ευρυτανίας.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Η ΔΥΝΑΜΗ !!!


Στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" έχει γίνει αναλυτικό αφιέρωμα για την πυρπόληση του Καρπενησίου από τους Γερμανούς ναζί (βλ. εδώ). 

Η σημερινή μας ανάρτηση αναφέρεται σε ένα σχετικό όσο και σπάνιο ντοκουμέντο! Προέρχεται από το αναγνωστικό «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ» της Ε’ και ΣΤ’ τάξης, του Μ. Παπαμαύρου, με τη συνεργασία και άλλων εκπαιδευτικών», έκδοση της ΠΕΕΑ (Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης) του 1944, επανέκδοση “Σύγχρονη εποχή”.


Παραθέτουμε το εν λόγω κείμενο:

" Από το πρωί της ημέρας εκείνης, 8 Αυγούστου 1944, είχαν γεμίσει οι πλαγιές του Καρπενησίου απ’ αυτούς που έφευγαν από τα σπίτια τους, γιατί πλησίαζε στην πόλη τους ο βάρβαρος καταχτητής. 
Ο καθένας ήταν φορτωμένος με λίγα σκεπάσματα και λίγα τρόφιμα. Ήταν τα μόνα πράματα, που μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. Τ’ άλλα, σκεπάσματα και μερικά πολύτιμα πράματα του νοικοκυριού τους, τα είχαν κρύψει μέσα σε κρυψώνες. Μερικοί έσερναν μαζί τους και τις κατσίκες τους ή την αγελάδα τους.
-Είναι κι αυτά σαν άνθρωποι! Έλεγαν. Δε θάπρεπε να τα’ αφήσουμε στα χέρια των εχτρών! Έπειτα, αυτά θα μας δώσουν την τροφή μας τις μέρες που θα μείνουμε στο βουνό.
Τώρα οι μισοί έχουν φτάσει σχεδόν στην κορυφή του ψηλού βουνού. Από κει φαίνεται όλο το Καρπενήσι κάτω και τα περισσότερα χωριά της Ποταμιάς.
Ανάμεσά τους είναι και ο κυρ-Στέργιος με τη γυναίκα του, την κυρά-Ασήμω και το παιδί του, το Βαγγέλη, ένα αγόρι ως δώδεκα χρόνων. Ο κυρ-Στέργιος είναι μέλος του Επαρχιακού Συμβουλίου.
-Ας μείνουμε εδώ απόψε, είπε ο κυρ Στέργιος στους συμπατριώτες του. Απ’ εδώ απάνω θα βλέπουμε και την πόλη και θα δούμε και τους Γερμανούς, αν μπουν μέσα. Αν δούμε και κίνδυνο, προχωρούμε παραπέρα.


Στάθηκε λίγο κι ύστερα πρόσθεσε:
-Τέτοιος φόβος όμως δεν υπάρχει, γιατί οι Γερμανοί είναι πολύ δειλοί. Προχωρούν μόνο όσο υπάρχει δημόσιος δρόμος και μπορούν να κυλάνε επάνω στα μηχανοκίνητά τους. Από το δημόσιο δρόμο όμως δεν ξεφεύγουν μακριά. Κάνουν, βλέπετε, το παλικάρι στα σίγουρα.

Στάθηκε πάλι λίγο και ύστερα εξακολούθησε:
-Να ‘χουν τύχη που οι αντάρτες μας είναι σχεδόν άοπλοι, ειδεμή θα τους δείχναμε τι θα πει Έλληνας πολεμιστής. Αλλά, βλέπεις, οι σύμμαχοί μας δε μας δίνουν όπλα κι έτσι ο Γερμανός μας βρίσκει άοπλους και μας κάνει το παλικάρι!
Όλη εκείνη την ημέρα οι Καρπενησιώτες έμειναν κοντά στην κορυφή του Βελουχιού. Κρυμμένοι ανάμεσα στα έλατα και στα κλαριά του δάσους, παρακολουθούσαν από μακριά τους Γερμανούς, που έρχονταν από τη Ράχη.
Κάτω η πόλη του Καρπενησιού ήταν έρημη. Κάπου κάπου φαίνονταν μερικοί οπλισμένοι, που περπατούσαν στους δρόμους, Ήταν αντάρτες, που ήταν αποφασισμένοι να κάνουν οδομαχίες μέσα στην πόλη, αν έμπαιναν εκεί οι Γερμανοί.


Κατά το απόγευμα της μέρας εκείνης ακούστηκαν φωνές:
-Έρχονται! Νάτους! Φάνηκαν μακριά στο δρόμο, κοντά στο χωριό, στη Λάσπη!
Όλοι κοίταζαν κατά κει και είδαν τα’ αμέτρητα μηχανοκίνητα, που κυλούσαν επάνω στο δημόσιο δρόμο.
-Τα σκυλιά πλησιάζουν! Φωνάζουν πολλοί. Αχ, γιατί να μην έχουμε όπλα! Γιατί;
Δεν πέρασε πολλή ώρα και όλοι παρατήρησαν πως από το μέρος της Λάσπης υψώνονταν καπνοί στον αέρα.
Οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά στο χωριό!
-Δειλοί και άνανδροι! Φώναζαν τότε οι Καρπενησιώτες αγριεμένοι. Στα άοπλα και άμαχα χωριά βρίσκετε να δείξετε τη γενναιότητά σας. Αυτή είναι η αντρεία σας;


Τα μηχανοκίνητα όλο και προχωρούσαν προς το Καρπενήσι. Σε λίγη ώρα έμπαιναν στην πόλη.
Την ίδια στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί. Ήταν οι αντάρτες, που είχαν μείνει μέσα, για ν’ αντισταθούν. Τι μπορούσαν όμως με τα ντουφέκια τους να κάμουν ενάντια στα θεόρατα μηχανοκίνητα;
Δεν πέρασε πολλή ώρα και δυνατοί κρότοι ακούστηκαν σ’ ολόκληρη την πόλη. Οι κάτοικοι του Καρπενησιού έβλεπαν κουρνιαχτό, που υψωνόταν στον ουρανό και σκέπαζε όλη την πόλη.
-Τινάζουν τα σπίτια στον αέρα τα σκυλιά! Φώναξαν μερικοί. Τους άτιμους! Τους άναντρους!
Όλοι άφριζαν από το μίσος.
-Ας τα χαλάσουν τα σπίτια! Φώναξε τότε μ’ όλη του τη δύναμη ο κυρ-Στέργιος. Ας τα τινάξουν στον αέρα! Τους τα χαρίζουμε! Την ψυχή μας όμως δε θα τη σκλαβώσουν ποτέ! Ψηλά το κεφάλι, συμπατριώτες! Τα σπίτια τα ξαναχτίζουμε!
Είχε πια σουρουπώσει. Μα πριν καλά-καλά νυχτώσει αμέτρητες φλόγες υψώθηκαν από το Καρπενήσι στον ουρανό.
Ολόκληρη η πόλη είχε γίνει ένα πυροτέχνημα! Άφωνοι, αμίλητοι στέκουν τώρα οι κάτοικοι του Καρπενησιού απάνω στο Βελούχι και βλέπουν τα σπίτια τους στις φλόγες.


Από την ταραχή και το μίσος τους έχει κοπεί η λαλιά. «Τα καίνε» ψιθυρίζουν μόνο μερικοί και μένουν ακίνητοι.
Οι φλόγες όλο και υψώνονται στον ουρανό. Όλες οι πλαγιές του Βελουχιού είναι φωτισμένες. Μα οι φλόγες αντιφεγγίζουν και στα πρόσωπα των Καρπενησιωτών. Είναι όλα ξαναμμένα και αγριεμένα!
Κάποτε ο κυρ-Στέργιος ύψωσε το χέρι του κατά την πόλη, έσφιξε τη γροθιά του και φώναξε:
-Άναντροι και δειλοί δολοφόνοι! Άμα γυρίσετε στην πατρίδα σας νικημένοι και ντροπιασμένοι, δεν θα μπορείτε να λέτε πως νικήσατε τους Έλληνες! Το μόνο που θα μπορείτε να λέτε είναι πως βρήκατε έρημα χωριά και πόλεις και τις κάψατε! Αυτό δε δείχνει παρά τη δειλία σας. Γιατί οι αντρείοι πολεμούν. Μόνο οι δειλοί και άναντροι καίνε!
Κατά τα ξημερώματα κατέβηκαν μερικά παιδιά από το βουνό στην πόλη, για να δουν από κοντά την καταστροφή. Ανάμεσά τους ήταν και ο γιος του κυρ-Στέργιου, ο Βαγγέλης.
Όταν γύρισαν πάλι στο Βελούχι, έτρεξαν όλοι οι Καρπενησιώτες κοντά τους και ρωτούσαν:
-Τι είδατε; Τι έγινε;
-Οι Γερμανοί έφυγαν απάντησαν εκείνοι. Μα ολόκληρη η πόλη είναι καμένη! Δεν έμεινε ούτε ένα σπίτι! Βρήκαν και τις κρυψώνες και πήραν από τα πράματά μας όσα μπορούσαν. Τα’ άλλα τα ‘καψαν. Πήραν και τις καμπάνες των εκκλησιών! Χάλασαν και το υδραγωγείο!
-Να τι είναι οι Γερμανοί έλεγαν τότε πολλοί. Να ποιος είναι ο φασισμός! Έλεγαν κι άλλα πολλά.
Μα τίποτε, τότε μπήκε στη μέση ο κυρ-Στέργιος.
-Τα λόγια είναι περιττά! Φώναξε. Πρέπει να σκεφτούμε πως θα κάμουμε πρόχειρες καλύβες να βάλουμε τα παιδιά μας μέσα. Ας μην ξεχνούμε πως σε λίγο θα μπει ο χειμώνας και δε θα μπορούμε να μένουμε στο ύπαιθρο. Η δουλειά πρέπει να αρχίσει από αύριο! Χάσαμε τα σπίτια μας και τα πράματά μας, μα η ελληνική ψυχή μας μένει ανέγγιχτη. Έπειτα γνωρίσαμε και ένα βάρβαρο λαό του κόσμου. Τους μάθαμε πια τι είναι.

Αμέσως, από την άλλη μέρα οι Καρπενησιώτες άρχισαν να χτίζουν πρόχειρες καλύβες. Όλοι εργάζονταν για όλους. Άλλοι έκοβαν ξύλα στο βουνό, άλλοι τα πλάνιζαν και τα κουβαλούσαν στο Καρπενήσι. Άλλοι τα κάρφωναν στη θέση τους κι έκαναν τις καλύβες.


Το Γενικό Στρατηγείο της Ελεύθερης Ελλάδας έστειλε πενήντα ξυλουργούς και μερικούς μηχανικούς να επιστατήσουν στην εργασία.
Η ΠΕΕΑ πάλι ενήργησε έρανο σ’ όλους τους κατοίκους της Στερεάς Ελλάδας για τη βοήθεια των πυροπαθών κατοίκων της Ευρυτανίας.
Άλλος έδωσε σκεπάσματα, άλλος ρούχα και άλλος τρόφιμα. Σε 2-3 βδομάδες, εκεί που πριν ήταν χτισμένο το σπίτι του καθενός είχε στηθεί τώρα μια ξύλινη καλύβα. Δεν ήταν μεγάλη, μα ήταν αρκετή για να χωρέσει μια οικογένεια.
Άλλοι εργάτες και μηχανικοί διόρθωσαν και το υδραγωγείο.
Τώρα μέσα στους δρόμους του Καρπενησιού βλέπεις πάλι τον κόσμο, που έβλεπες πριν καεί. Τα μαγαζιά και τα καφενεία άνοιξαν πάλι και κάθε βράδυ ο τηλεβόας λέει ξανά για τους αγώνες του ΕΛΑΣ σ’ όλη τη χώρα.
Οι άνθρωποι άρχισαν πάλι να γελούν και η ζωή πήρε πάλι τον παλιό της ρυθμό.
Εκείνο που ήθελε να πετύχει ο καταχτητής δεν το πέτυχε. Έκαψε σπίτια και άρπαξε εισοδήματα, μα τους Έλληνες δεν τους νίκησε.
Τα σπίτια τους οι Έλληνες τα ξαναχτίζουν πάλι, μα η ντροπή του δολοφόνου καταχτητή δε θα σβήσει ποτέ από το πρόσωπό του ".


blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" 

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Αγροτικό



"Στὸ στάβλο ἦρθ᾿ ἀπόψε τὸ φεγγάρι...
Ἐκοίταξεν ἀπ᾿ τὸ παράθυρό του,
εἶδε τὴν ἀγελάδα, τὸ μοσκάρι,
τὸ βόδι ποὺ μασοῦσε τὸ σανό του.

Στὸ κῆπο μας ἀνήσυχα γλιστροῦσε,
ἀνέβηκεν ἐπάνω στὴ συκιά μας,
ἐμέτρησε τὰ λίγα πρόβατά μας,
εἶδε τὸ γάϊδαρό μας καὶ γελοῦσε.
Πῆγε στ᾿ ἀμπέλι, πῆγε στὸ λιοστάσι,
ἄκουσε τὰ κουδούνια ἀπ᾿ τὸ κοπάδι,
χωρὶς κουβᾶ κατέβη στὸ πηγάδι
κι ἤπιε πολὺ νερὸ νὰ ξεδιψάσει.
Στῆς λεύκας μας τὰ φύλλα παιχνιδίζει,
στὸν οὐρανὸ τὸ καθαρὸ ἀνεβαίνει.
Μιὰ χήνα τὸ κοιτάζει σαστισμένη
κι ὁ σκύλος μας ἀκόμα τὸ γαβγίζει."


(Ζαχαρίας Παπαντωνίου)

Φωτογραφία "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Η ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ


Την παρακάτω μελέτη παραχώρησε, στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης", 
ο κ. Κυριάκος Χήνας διατελέσας καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης στη Γερμανία.

Ο εντυπωσιακός εμπλουτισμός της ιστορικής έρευνας κατά την τελευταία 30τία πιστώνεται κυρίως στο ότι αξιοποίησε όμορες επιστήμες, οι οποίες εξακτίνωσαν τις γνώσεις σε πολλά επίπεδα. Αυτό όμως δεν το εκμεταλλευτήκαμε για όλες τις περιοχές. Ιδιαίτερα η Ευρυτανία θα είχε πολλά να ωφεληθεί από την Ιστορική Γεωγραφία, μια επιστήμη δηλαδή που μελετά την επίδραση του βουνού, της πεδιάδας, της θάλασσας, του κλίματος κ.λ.π. στην πνευματική-ψυχική-βιολογική εξέλιξη ενός λαού.

Η απομόνωση στα ορεινά συμπλέγματα και στα αδιαπέραστα δάση, η ομορφιά και η αισθητική απόλαυση του χώρου, η μεγάλη απόσταση από τις θαλάσσιες ζώνες των αλληλεπιδράσεων και τόσες άλλες παράμετροι της ευρυτανικής πραγματικότητας πρέπει τώρα να αξιολογηθούν από την Ιστορική Γεωγραφία και άλλες συναφείς επιστήμες. Έτσι ερμηνεύονται στάσεις και τάσεις, που μέχρι τώρα εξηγούνταν ανεπαρκώς ή λανθασμένα.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχε ήδη μια αισθητή διαφωνία για την αρχαιολογική αξία της Ευρυτανίας. Ο καθηγητής Γ. Σωτηριάδης υποβάθμιζε ως αρχαιολογικώς άγονο το χώρο, ενώ ο καθηγητής Γ. Εμμανουηλίδης πρέσβευε ότι η περιοχή είναι ενδιαφέρουσα, επειδή ήταν καταφύγιο διωκόμενων και έτσι θα παρείχε πληροφορίες για την εξέλιξη του πολιτισμού. Δυστυχώς όμως, δεν έχουν επιχειρηθεί οργανωμένες μελέτες στην Ευρυτανία, γι’ αυτό και οι γνώσεις είναι αποσπασματικές, αφού δεν έχουμε πολλές πηγές.

Από πλευράς αρχαίων συγγραφέων, σημαντικοί διανοητές έχουν αναφερθεί στην περιοχή: Θουκιδίδης, Ευρυπίδης, Όμηρος, Απολλώνιος, Ρόδιος, Πίνδαρος, Ξενοφών, Παυσανίας (θα δούμε τι έγραψαν κατά τη ροή της ιστορικής αφήγησης που ακολουθεί).

Από πλευράς αρχαιολογικών ευρημάτων, στα πιο ενδιαφέροντα συγκαταλέγονται: το μικρό χάλκινο άγαλμα του Διονύσου,  από τα Χόχλια Ευρυτανίας, όπου ο θεός παρίσταται γενειοφόρος με στεφάνι κισσού και σταφύλια (εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσαίο Αθηνών), ένα πλάτωμα με απομεινάρια προχριστιανικού οικισμού στην Κύφο (Μαυρομάτα), ίχνη αρχαίου οικισμού στο Καστράκι (Κερασοχώρι), απομεινάρια της αρχαίας Φαντίνου (Δομνίστα), τα ερείπια και αγαλματίδια-νομίσματα του 3ου π.Χ. αιώνα, στο Παλιόκαστρο (Πετράλωνα), αρχαίος τάφος στο Κρίκελλο, τετράγωνοι λίθοι φρουρίου στα Ψιανά, τάφοι και μια σπάθη στη Ροσκά, ίχνη φρουρίου και εργαστηρίου χαλκού στις Κορυσχάδες (κόρυς=περικεφαλαία), οχυρωματικός περίβολος, όστρακα και κομμάτια εργαλείων στο λόφο Αγίου Δημητρίου (Καρπενήσι) και άλλα ευρήματα στη Φουρνά, στο Κεράσοβο, στη Βίνιανη, στη Σιβίστα κ. ά.

Παρά τον πενιχρό αριθμό των αρχαιολογικών ευρημάτων, μπορούμε βάσιμα να εικάσουμε ότι οργανωμένοι οικισμοί Μινυών (ελληνικού μάλλον έθνους) είχαν διαμορφωθεί γύρω στο 2000-1600 π.Χ. στην περιοχή. Πρόκειται για φύλο που γνωρίζουμε ότι κατοικούσε κυρίως στον Ορχομενό Βοιωτίας και μετεγκαταστάθηκε σε όμορους χώρους. Η πρώτη πρωτεύουσα της ευρύτερης περιοχής ήταν η Οιχαλία, που πιθανολογείται ότι βρισκόταν στο χωριό Φιδάκια, 25 χλμ. από το Καρπενήσι. Βρέθηκαν ερείπια πελασγικής οχύρωσης, τάφοι και αντικείμενα. Η Οιχαλία (αποκαλείται Υψίπυργος από τον τραγικό Σοφοκλή) ιδρύθηκε μάλλον από τον πατέρα του Εύρυτου, που της έδωσε το όνομα της γυναίκας του.  
Mε την κάθοδο των Δωριέων παρατηρήθηκε νέο κύμα εγκατάστασης και, ύστερα από μια περίοδο αφομοιώσεων και συγχωνεύσεων, διαμορφώθηκαν τελικά τέσσερα διαφορετικά φύλα: Οι Αγραίοι, οι Απεραντοί, οι Δόλοπες και οι Ευρυτάνες. Γραπτές ιστορικές αναφορές για την εξέλιξή τους υπάρχουν μόνο μετά τον 5ο αιώνα π.Χ., με εξαίρεση την  Ιλιάδα (Β στ. 682-685) όπου ο Όμηρος αναφέρει τη συμμετοχή στον Δολόπων στην Τρωική Εκστρατεία.  Οι τέσσερεις αυτές φυλές συγκρότησαν ισάριθμα ανεξάρτητα κρατίδια, τα οποία αποκόπηκαν μεταξύ τους λόγω του δύσβατου των εδαφών, αλλά και της γενικότερης αντίληψης των Ελλήνων για αυτεξουσιότητα, όπως παρατηρήθηκε στις αυτόνομες πόλεις-κράτη. Είχαν όμως την ίδια θρησκεία, την ίδια δυσκολοκατανόητη γλώσσα και ομοιογενή ήθη-έθιμα. Οι περιοχές που κατοικούσαν ονομάζονταν αντίστοιχα Αγραία, Απεραντία, Δολοπία, Ευρυτανία. Η ονομασία «Ευρυτανία» θεσπίστηκε για όλη την περιοχή μετά την ελληνική επανάσταση και την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Επίκτητος Αιτωλία.

Η θεολογική πίστη τους αναφέρεται στο Δωδεκάθεο του Ολύμπου και τιμούν ιδιαίτερα το Δία, την Αθηνά, τον Υπαταίο Απόλλωνα, τον Ασκληπιό, τη θεά του κυνηγιού Άρτεμη την Αγροτέρα και τον Διόνυσο ως σύμβολο της γονιμότητας και της βλάστησης. Επίσης αξιοσήμαντη ήταν και η λατρεία μυθικών ηρώων όπως ο Ηρακλής (απόγονοί του θεωρούνταν συγγενείς με Αιτωλούς βασιλείς), ο Αχελώος (προσωποποιημένος πάλεψε με τον Ηρακλή και τη Διηάνειρα), ο Σπερχειός και ο Οδυσσέας (προς τιμήν του δημιούργησαν Μαντείο στην Αποκλείστρα). Άλλωστε σε τέτοιες βαθιές χαράδρες πίστευαν οι αρχαίοι ότι υπήρχαν ιερές δίοδοι προς τη Μάνα Γη και από εκεί εξέρχονταν οι ιεροί ατμοί που διευκόλυναν τους μάντεις να προβλέπουν τα γεγονότα.

Και τώρα μια συνοπτική παρουσίαση των τεσσάρων φυλών:

Αγραίοι: Σε κάποια περίοδο έφτασαν μέχρι τον κάμπο της Αιτωλοακαρνανίας, όπου έχτισαν το Αγρίνιο, αλλά η βασική κοιτίδα τους ήταν τα κορφοβούνια της Δυτικής Ευρυτανίας μεταξύ των ποταμών Αχελώου και Αγραφιώτη. Πιθανολογείται ότι πρωτεύουσά τους ήταν η Έφυρα, χωρίς μέχρι σήμερα να διαλευκανθεί εάν ταυτίζεται με κάποιο από τα κάστρα των Λεπιανών, της Βαλαώρας, της Βούλπης κ.ά. Μνημονεύονται στον Θουκιδίδη (βιβλίο ΙΙΙ κεφ.114,2): Ο ηγέτης τους Σαλύνθιος είχε δώσει καταφύγιο σε Πελοποννήσιους, οι οποίοι είχαν κυνηγηθεί από το Δημοσθένη και τους Αθηναίους κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Απεραντοί: Κατοικούσαν στη ζώνη μεταξύ των ποταμών Αγραφιώτη και Μέγδοβα έως τα Άγραφα. Το όνομα της περιοχής προέρχεται είτε από την απέραντη (μέχρι τη Θεσσαλία) έκτασή της είτε διότι ο Αχελώος εκεί ήταν απέραστος. Αγνοούμε την τοποθεσία της πρωτεύουσας, με πιθανές εκδοχές τη Βίνιανη ή το κάστρο της Τσούκας. Στους δέλτους του Κοινού των Αιτωλών αναφέρεται ως αντιπρόσωπος των Απεραντών ο Θεόδοτος ο Απεραντός (215 π.Χ.), οπότε τεκμαίρεται η συμμετοχή τους.

Δόλοπες: Θωρείται ως το φύλο με τη δραστικότερη ιστορική παρουσία. Κατοικούσαν στη ζώνη μεταξύ των ποταμών Μέγδοβα και Καρπενησιώτη. Πρωτεύουσα ήταν η Κτιμένη ή Κτιμενάς (στη Δράνιστα, κοντά στα λουτρά του Σμοκόβου), ενώ άλλες πόλεις ήταν η Ελλοπία, η Δολοπηίς και η Μενελαϊς. Ως γενάρχης θεωρείται ο Δόλωψ, του οποίου ο τάφος (Δόλοπος Σήμα) εκτιμάται ότι βρισκόταν κοντά στις Παγασσές. Ο Ευρυδάμας, γιός του βασιλιά Κτιμένου, συμμετείχε στην Αργοναυτική εκστρατεία, σύμφωνα με τον Απολλώνιο Ρόδιο. Πρώτος κατακτητής αναφέρεται ο Πηλεύς, ο πατέρας του Αχιλλέα, ο οποίος παραχώρησε την περιοχή στον Φοίνικα, γιό του βασιλιά της Θράκης Αμύντορα. Έτσι, 500 Δόλοπες στελέχωσαν το τέταρτο από τα πέντε τάγματα του Αχιλλέα στον Τρωικό Πόλεμο, όπου σύμφωνα -με τον Πίνδαρο- ήταν άξιοι στη ριξιά της σφεντόνας. Το 480 κατά την Περσική εκστρατεία κατά της Ελλάδας, οι Δόλοπες προσέφεραν «γη και ύδωρ» στον καταιγιστικό Ξέρξη. Άλλη ιστορική αναφορά: το 420 συμμαχώντας με Μαλιείς και Αινιάνες πολεμούν κατά των Ηρακλειωτών της Τραχίνας. Το 374 υποτάσσονται στον ισχυρό Ιάσονα των Φερών, σύμφωνα με τον ιστορικό Ξενοφώντα. Το 344 συντάσσονται με τη ραγδαία ανερχόμενη δύναμη της εποχής, τον Μακεδόνα Φίλιππο Β΄ πατέρα του Αλέξανδρου. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, οι Αθηναίοι βρίσκουν ευκαιρία και επαναστατούν, οι Δόλοπες επιλέγουν να συμπαραταχθούν, αλλά τελικά επικρατούν πάλι οι Μακεδόνες στο Λαμιακό πόλεμο (322). Το τελευταίο ελεύθερο σκίρτημα ήταν η σημαντική συμβολή τους, με συμμάχους τους Αιτωλούς και τους Ευρυτάνες, στην απόκρουση και συντριβή του Γαλάτη ηγεμόνα εισβολέα Βρένου Β΄ (279). Ακολουθεί η υποταγή στους Ρωμαίους (ήδη το 146 όλη η Ελλάδα γίνεται Ρωμαϊκή επαρχία) και φαίνεται ότι στα έσχατα προχριστιανικά χρόνια ή στα πρώτα μεταχριστιανικά: «ου γαρ ην Δολόπων γένος» κατά τον Παυσανία.

Ευρυτάνες: Κατοικούσαν στην περιοχή του δήμου Καρπενησίου, Δομνίστας και Προυσού (ίσως περιοδικά είχαν φτάσει μέχρι το Θέρμο). Ως ιδρυτής λογίζεται ο μυθικός βασιλιάς Εύρυτος, άριστος χειριστής του τόξου. Στη μυθολογία μάλιστα καταγράφεται ότι ο Δίας του έδωσε εντολή να γίνει δάσκαλος του Ηρακλή στο τόξο. Ως προς την ιστορική παρουσία τους, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Μεσσήνιοι συνέστησαν στον Αθηναίο Δημοσθένη να επιτεθεί κυρίως στους Ευρυτάνες, διότι εάν τους νικούσε, οι υπόλοιποι εχθροί θα υποχωρούσαν εύκολα. Ο μεγάλος ιστορικός αναφέρει γι’ αυτούς ότι μιλούσαν μια δυσκολοκατανόητη γλώσσα και έτρωγαν το κρέας ωμό (το δυσνόητο της γλώσσας οφειλόταν μάλλον στο ότι παρέλειπαν κάποια σύμφωνα ή φωνήεντα, ενώ η ωμοφαγία σχετιζόταν με τη βιασύνη να τρώνε γρήγορα το κρέας σε περιπλανήσεις, ληστείες και μισθοφορικές υπηρεσίες).Τελικά οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν κλεφτοπόλεμο και έχασαν 120 άνδρες, μαζί και το συστράτηγο Προκλή.
Σε μια συνοπτική εκτίμηση, εάν χρειαστεί να επιλέξουμε το κορυφαίο ιστορικό γεγονός για όλη την περιοχή, αξίζει να επικεντρωθούμε στη μάχη εναντίον των Γαλατών το 279 π.Χ. Διεξοδικότερες πληροφορίες καταγράφονται στα «Φωκικά» του Παυσανία, στο έργο του Πλούταρχου και στο κατατοπιστικό άρθρο του δάσκαλου ειδικής αγωγής και μουσικής Δημήτρη Πούλου στον ιστότοπο «Ευρυτάνας ιχνηλάτης» που μας φιλοξενεί (βλ.εδώ). Συνοπτικά, 200 χιλιάδες Γαλάτες ψηλοί, ξανθοί και πάλλευκοι όπως περιγράφονται, με αρχηγό τον Βρένο Β’, υπέστησαν πανωλεθρία από τους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με γεωργικά εργαλεία και ρόπαλα. Επέζησαν μόλις οι μισοί εισβολείς. Η μάχη έγινε στα Κοκκάλια όπως ονομάστηκαν, αφού μέχρι πριν από χρόνια γεωργοί έβρισκαν εκεί κόκκαλα και κομμάτια από μεταλλικά όπλα.

Εάν Πολιτισμός είναι η επίπονη αναζήτηση ενός πιο ποιοτικού εαυτού μας, τότε η σύνολη ιστορία της Ευρυτανίας είναι ακριβώς μια εξέλιξη προς την κατεύθυνση να αποβάλει τα πιο ευτελή ένστικτα του ανθρώπου. Από τη συστηματική ληστεία και την παράνομη δράση που καταγράφηκαν στην αρχαιότητα ο ευρυτανικός λαός έκανε τεράστια άλματα και έφτασε στις ποιοτικές συγκινήσεις που προσφέρουν η συλλογική προσπάθεια του Εμείς, το κοινό Αγαθό, όπως αυτό εκδηλώθηκε στη μεγαλειώδη περίοδο της Εθνικής Αντίστασης. Σε αυτό το χρονικό σημείο με τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη, το πιο φωτεινό πρόσωπο του νέου Ευρυτάνα, ο οποίος συνθέτει μια πλούσια αντίσταση σε όσους επιχειρούν να ταπεινώσουν την αξιοπρέπειά μας.

Κυριάκος Χήνας, Ιστορικός
Η μελέτη παραχωρήθηκε στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Εδώ… ΠΑΝΤΑ ΒΡΕΧΕΙ !!!


Χαμογελούσαν κάποιοι καλοί φίλοι συμπατριώτες, ένα καλοκαιράκι πριν από αρκετά χρόνια, όταν τους πρωτορωτήσαμε για το Πανταβρέχει! Ελάχιστοι, ακόμη και στον τόπο μας, γνώριζαν τότε γι’ αυτό! Κάποιοι λίγοι… “μυημένοι”, όμως, ήξεραν πολύ καλά:
-«Είναι καλός ο καιρός και δεν θα ‘χει φουσκονεριά το φαράγγι τούτη την εποχή. Να το φτάσετε ως το τέρμα και δεν θα το ξεχάσετε ποτέ! Έχετε… αγροτικό»;
-«Μωρέ θα τη βρούμε την άκρη»!
Διαβαίνουμε την απίθανη ελατόφυτη διαδρομή του πανέμορφου Κρίκελλου, περνάμε και την ιστορική ανταρτογέννα Δομνίστα και μπαίνουμε στη χωμάτινη παρακαμπτήριο με κατεύθυνση τη Σκοπιά (παλιά Τσεκλίστα) που βρίσκεται σκαρφαλωμένη στα 1150 μέτρα. Η διαδρομή ξετυλίγεται σε ένα ταλαιπωρημένο κακοτράχαλο δρόμο μέσα σε μια πανδαισία εικόνων σπάνιας ομορφιάς. Όλο το μεγαλείο της ευρυτανικής φύσης ξεδιπλώνεται μπροστά μας.

Υπάρχουν σημεία που ο ελατιάς είναι τόσο πυκνός που θαρρείς πως ο ήλιος δυσκολεύεται να τον διαπεράσει. Ανάμεσα από τα αιωνόβια δέντρα ξεπροβάλλουν πανύψηλες βουνοκορφές που λογχίζουν με θράσος τον καταγάλανο ουρανό. Πηγές με κρουσταλλένια νερά αναβλύζουν μέσα από τα σπλάχνα της μάνας γης. Ένας αετός με ανοιγμένα διάπλατα τα φτερά του πραγματοποιεί τη μεγαλειώδη πτήση της δικής του ελευθερίας κατευθυνόμενος απέναντι προς τα Ψιανά, το χωριό του Γιάννη Βράχα που τόσο όμορφα είχε περιγράψει ετούτο τον τόπο στα διηγήματά του. Οι στροφές γίνονται όλο και πιο δύσκολες και οι χαώδεις χαράδρες κόβουν την ανάσα. Κάθε τόσο μας φανερώνεται από ψηλά και το ποτάμι που φιδογυρνάει χρυσωμένο από τις ακτίνες του ηλίου. Και εκεί που το βουνό «ανοίγει», να σου και ένα χαμένο χωριουδάκι στη μέση του πουθενά. Και μετά κι άλλο, κι άλλο! Αη Χαραλάμπης, Καστανούλα,  Αγία Παρασκευή. Απομονωμένοι μικροί οικισμοί μέσα στην απεραντοσύνη των κατάφυτων δυσπρόσιτων βουνών.


Αναρωτιόμαστε πώς να ξεφύτρωσαν εδώ σε τούτη την ερημιά. Μας ήρθε στο νου ένα γεροντάκι απ’ τ’ Άγραφα που κάποτε μας είχε πει: «Παιδιά μου στα πολύ παλιά τα χρόνια, στην Ευρυτανία ερχόντουσαν παλικάρια και ολόκληρες οικογένειες, από την Ήπειρο, απ' το Μοριά κι αλλού, κυνηγημένοι  από τους πασάδες. Σκάρωναν με δυο-τρεις πέτρες ένα καλυβάκι και άντε μετά να τους βρουν. Να φάνε δυσκολεύονταν, αλλά ανέπνεαν λεύτερο αέρα». Σάματις να ‘χε δίκιο εκείνος ο παππούς.

Φτάνουμε στη Ροσκά το τελευταίο απομονωμένο χωριουδάκι με 4-5 μόνιμους κατοίκους.  Μετά το χωριό κατηφορίζουμε τον… κατσικόδρομο.   Και ξάφνου να! Ο Κρικελλοπόταμος κόβει στη μέση το βουνό. Φτάσαμε, λοιπόν, στο κομβικό σημείο. Απέναντι, το βουνό της Καλιακούδας καμαρώνει περήφανο σκίζοντας τα ουράνια. Από κάτω τα Δολιανά ξεχασμένα στη μοναξιά τους... Στις κατωφέρειες, υπήρχαν παλιά και έμπεδα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. 

Πλησιάζει το μεσημέρι και ο ήλιος είναι λαμπερός. Ξεκινάμε, ακολουθώντας την αριστερή όχθη του ποταμού. Ψηλά, πολύ ψηλά, αιωρείται μια ξυλογέφυρα με σχοινιά! Είναι το λεγόμενο «κακογέφυρο» που συνέδεε παλιά τη Ροσκά με τα αντικριστά Δολιανά.

Προχωρώντας λίγο παρακάτω, ξεχνάμε την έννοια «όχθη» και μπαίνουμε στο δροσερό νερό του Κρικελλοπόταμου. Κάποια στιγμή η ματιά χάνει το σημείο που πρωτοξεκινήσαμε. Το φαράγγι πλέον ξεπροβάλλει πανύψηλο, θεόρατο και όσο φτάνει το μάτι στο βάθος. Στη διαδρομή την προσοχή μας αποσπούν τα πλευρικά τοιχώματά του με τις ατέλειωτες πτυχώσεις από τη διάβρωση, σε σταχτιές, κόκκινες, ροζ και μωβ εντυπωσιακές αποχρώσεις!




Με μια γκλίτσα στο χέρι ανιχνεύουμε κάθε τόσο το βάθος του νερού πριν κάνουμε το επόμενο βήμα. Ακροβατούμε πότε στα βράχια και τις πέτρες και πότε κολυμπάμε για λίγο και μέσα στο ήπιο -ετούτη την εποχή- ποτάμι. Πάνω από μισή ώρα διασχίζουμε το φαράγγι παραδομένοι στη μαγεία του. Στην πορεία μας μια μεγάλη βραχώδη κοιλότητα όμοια με τη νεραϊδοσπηλιά των παραμυθιών μας αφήνει άναυδους.





Νάσου ακριβώς μπροστά μας και ο πρώτος μικρός καταρράκτης. Λίγο παραπέρα εμφανίζεται κι άλλος, μεγαλύτερος. Λες και το φαράγγι μας προετοιμάζει για κάποιου είδους… υποδοχή!



Προχωράμε λίγο ακόμη, ώσπου σε ένα σημείο το φαράγγι στενεύει τόσο που το φως σχεδόν χάνεται. Ένα κρύο αεράκι μας δροσίζει.


Και ξαφνικά μένουμε… στήλες άλατος! Το βλέμμα μας καθηλώνεται στο παραδεισένιο υπερθέαμα που ξανοίγεται μπροστά μας. Από πολύ ψηλά, από εκεί που ο ουρανός φαντάζει μακρινός, ξεπηδούν μεγάλοι καταρράκτες γκρεμίζοντας ορμητικά τα νερά τους  στο ποτάμι! Ένας πελώριος βράχος στη μέση δέχεται τον καταιγισμό. Έτσι όπως το νερό χυμάει ατίθασο, «φιλτράρεται» σε κάποια σημεία μέσα από τα κρεμαστά φυτά των βράχων και έτσι δημιουργείται μια ευρεία διασπορά του υγρού στοιχείου, δίνοντας την εντύπωση μιας συνεχούς βροχής!!!




Οι εικόνες είναι ονειρικές! Δε λέμε κουβέντα. Τα λόγια περιττεύουν. Για πολλή ώρα ταΐζουμε τα μάτια της ψυχής, όσο η απόκοσμη βουή των καταρρακτών μας συνεπαίρνει. Αληθινά εδώ ΠΑΝΤΑ ΒΡΕΧΕΙ !!!





Μπαίνουμε κάτω από την πελώρια... φυσική ντουζιέρα και παραδινόμαστε στον καταιγισμό των νερών. Το σώμα δέχεται με ευχαρίστηση τη δροσιά, η αναζωογονητική επίδρασή του διαπερνά κάθε κύτταρό μας! Μακαρίζουμε την τύχη μας που μας έφερε σε τούτο το θεϊκό μέρος. Η Φύση εδώ ξεπερνά και την ίδια τη φαντασία!  





Στο τέλος των καταρραχτών το φαράγγι ξανοίγει και διάπλατο το εμπλουτισμένο ποτάμι αργοκυλάει στον αιώνιο δρόμο του. Εμείς όμως παγώνουμε το χρόνο! Ξεχνιόμαστε για ώρες ολόκληρες, μέσα στο μοναδικό κάλλος της ανυπέρβλητης ευρυτανικής φύσης.




Σιμά στη μαγεία. Μέσα στην απόλυτη άγρια ομορφιά, μέσα σε τούτο το μεγαλείο όπου η ψυχή φτερουγίζει ελεύθερη, λυτρωμένη και απαλλαγμένη από τα άγχη και τις έννοιες της καθημερινότητας που σε τέτοιους ευλογημένους τόπους φαντάζει τόσο μακρινή και ανώδυνη!




Κάπως έτσι θα ήταν κάποτε -πρωτόπλαστος- αυτός ο κόσμος…

"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

ΥΓ. Επιπλέον φωτογραφίες μπορείτε να δείτε εδώ

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Τραγούδι αντίστασης κόντρα στο άκαπνο μοιρολόι*


Ευρυτανία μου, τυλιγμένη μέσα στην αχλή των αιώνων, σηκώνεις στη χιλιοβασανισμένη πλάτη σου όλη τη βαριά ιστορία αυτού του τόπου. Ιστορία εξεγερσιακή, απελευθερωτική, επαναστατική. Από τους απείθαρχους Κατσαντωναίους μέχρι τους ανυπότακτους Αντάρτες και των δύο ξεσηκωμών. Εδώ σ’ αυτά τα απάτητα βουνά, σε τούτα τα βαθύσκιωτα φαράγγια και τις ελατοσκέπαστες πλαγιές, βρήκε φιλόξενο έδαφος το άγριο λουλούδι της Λευτεριάς για να ξεπεταχτεί σκίζοντας την πέτρα ώσπου να μπουμπουκιάσει τον κατακόκκινο ανθό του. Εδώ το αίμα πότισε την ελπίδα. Εδώ η σπίθα της λεβεντιάς έβαλε φωτιά στο μπαρούτι του ονείρου. Εδώ έσμιξαν το τραγούδι το κλέφτικο και οι παιάνες οι αντάρτικοι και θέριεψαν ψυχές παλικαρίσιες. Εδώ οι περήφανοι άντρες σου λύγισαν παγκόσμιες αυτοκρατορίες, εδώ και οι ζηλευτές γυναίκες σου έγιναν ολόφωτο παράδειγμα αυτοθυσίας και χειραφέτησης. Ευρυτανία μου, η ανόθευτη και ατίθαση ομορφιά σου πέρασε κατευθείαν στις ψυχές των ανθρώπων σου. Ευρυτανία μου, τα προαιώνια άρματά σου αντιλαλούν ακόμη στις καρδιές όλων των ελεύθερων ανθρώπων σκεπάζοντας το άκαπνο μοιρολόι της σύγχρονης υποταγής. «Όπλο  σου» διαχρονικό ήταν και θα είναι η ιστορία σου και όχι η στυγνή κερδοφόρα εκμετάλλευση με αντίτιμο τις ματωμένες σάρκες σου. Ένα «όπλο-κειμήλιο» που δεν παραδίδεται με καμία συμφωνία και με κανένα διαολοχάρτι κι ας το ‘κρυψαν στο σεντούκι της λήθης οι σταυρωτές σου. Ευρυτανία μου, παράσημο είναι η φτώχεια σου. Θρανίο της ανάγκης ο τίμιος μόχθος των βασανισμένων ανθρώπων σου. Διαθήκη μονάκριβη, στον αιώνα τον άπαντα, οι θυσίες των αγωνιστών προγόνων  μας που αγκάλιασαν παντοτινά τα χώματά σου. Ευρυτανία μου λεβεντογέννα, ανταρτομάνα,  στα ξέφωτα της ιστορίας σου διδασκόμαστε πώς να μην σκύψουμε το κεφάλι, πως να ατενίζουμε τις αετίσιες κορφές σου, αντλώντας δύναμη, θάρρος, ανυπακοή που μια μέρα, θα δεις, θα ξαναγίνει ΖΩΗ!
* Αφιερωμένο στη μνήμη του παππού μου Σ.Ι. που δεν γνώρισα ποτέ…