Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

"Μαζί θα τ΄ς αφαλοκόψουμε αν..."!!!


Βρέθηκα ένα φθινοπωρινό βραδάκι σ' ένα ωραίο χωριό της Ευρυτανίας και βάδιζα στα πεντακάθαρα λιθόστρωτα σοκάκια του. Παντού κόσμος στις αυλές, λουλούδια, ευωδιές και ομορφιές! 

Περνώντας από την πλατεία ακούω ξαφνικά μια φωνή που φώναζε επίμονα:

- «Περίπτερου, περίπτερου...»

Γυρνάω να δω από περιέργεια και αντικρίζω έναν άνθρωπο που περίμενε ανυπόμονος έξω από ένα παλιό κίτρινο περίπτερο, αλλά ο περιπτεράς... άφαντος!

Ξανά, κάπως εκνευρισμένος, αυτός:

- «Περίπτερου, περίπτερου...»

Ούτε φωνή ούτε ακρόαση!

Στάθηκα να δω τι θα γίνει...

- «Περίπτερου, περίπτερου... περίπτερουουου»!!!

Μετά από λίγο ακούω κάπως πιο απόμακρα μια άλλη φωνή να λέει:

- «Αϊ ορέ, τι σκούζεις έτσ' σα νυχτοπούλι.... περίπτερου και περίπτερου....περίμινε ντε!» 

Γυρνάω και βλέπω τον περιπτερά να ΄ρχεται αργά και βαριεστημένος από... το απέναντι ταβερνείο!!!

Ο άλλος φανερά εκνευρισμένος λέει:

- «Ισένα θα πιριμένουμι ούλη τ' νύχτα;;; Που είσι ρε τόσηνη ώρα;;;»

- «Γιατί, τι φκιάν΄ς, σκάβεις ούλη νύχτα κι βιάζισαι;;;»

- «Aφκα του σπίτ' και τ'ν τηλεόρασ' ανοιχτή...»

- «Αϊ καλά, σπουδαία δ΄λειά άφκες!» 

- «Ναι κι θα περιμένου ισένα πότε θα σ' κόψ' να σκουθείς απ' τ'ν ταβέρνα;;;»

- «Δεν ξέρ΄ς ορέ να πας παρακάτ' να φωνάξ'ς τουν αδερφό μ' απ' τ' άλλου του καφενείου;;; Μ' χάλασες τ'ν παρέα μ', άφ'κα στ' μέση την κβέντα μ' και τα καλαμπούρια μ΄ !»

- «Ισύ πιδάκι μ' δεν έχ'ς ντίπ άγχους. Πέρα βρέχει'...»

-  «Ισύ γιατί έχ΄ς άγχους και χορουπδάς σαν αρκούδ';;;»

- «Αμ' να μην έχου;;; Δεν άκ'σες στην τηλεόρασ' τι θα γένει;;; Τα κουράκια, του κράτους κι οι τράπιζες, θα πληστηριάσνε τα σπίτια μας, θα μας τα πάρνε ούλα άμα δεν πλερώσουμι ότ' μας λένε!»

- «Αϊ ορέ, μη χουλουσκάς...»

- «Μη χουλουσκάω, τι λες τώρα, ααα;;;»

 - «Καλά σ΄ λέω. Άμα 'ρθούνε κατά δω να πάρνε σπίτ' να περάσνε πρώτα απ' τ'ν εκκλησία να κοινωνήσνε να πάνε έτοιμ' στουν παράδεισου!» 

- «Αααα;;;» 

- «Τι αααα και αααα ορέ;;; Δεν νtρέπεσαι ντιπ, είσι κι Ευρυτάνας;;; Τι τσ' έχουμι τσ' γκράδες κι τα καριουφίλια τα Κατσαντωνέικα;;; Δεν έμαθις τίπουτα ορέ απ' τσ' παππούληδες μας;;;»

- «.....»

- «Αϊ έλα ησύχασι τώρα, να σ΄δώκου και τα τσγάρα σ' κι άσι τα άγχη. Μην κάθεσι μουνάχους κι μοιρουλουγάς. Σβήσι του χαζουκούτ΄ κι έλα δώθε να κεράσου κάνα τσίπρου και να κουβεντιάσουμι αντάμα για το τι θα κάμωμε. Άμα πλαντάξ΄ς μοναχός σ' τι θα βγει ορέ χαμένε;;; Μαζί ούλοι θα τ'ς αφαλοκόψουμε αν τουλμήσνε. Ακούς αααα;;; Ούλοι μαζί!!! »



Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Φέγγε μου να περπατώ!


Ο δάσκαλος του ΕΑΜ Νίκος Μόυτσος διδάσκει σε σχολείο του βουνού (1944) - η φωτο από τον "Κόκκινο Φάκελλο"!

"Για να περπατήσεις στο σωστό δρόμο, χρειάζεσαι φως. Και το φως είναι γράμματα. Ο κόσμος πρέπει να μάθει να διαβάζει, γιατί αλλιώς ακούει μόνο ότι του λένε οι άλλοι... Η φυλακή πρέπει να γίνει σχολείο."

(Τάδε έφη Μιχάλης Παπαμαύρος, ο αείμνηστος επιστήμονας παιδαγωγός και συν-διευθυντής του Παιδαγωγικού Φροντιστηρίου του ΕΑΜ στο Καρπενήσι τα χρόνια της Αντίστασης!).


ΥΓ: Για την απαρχή της νέας σχολικής χρονιάς. Χαρισμένο με αγάπη και σεβασμό στα παιδάκια του τόπου μας και στους δασκάλους τους, και ιδιαίτερα αυτών των δυσπρόσιτων ορεινών χωριών μας, που κάτω από πραγματικά δύσκολες συνθήκες θα δώσουν για μία ακόμη φορά τη μάχη της γνώσης κόντρα στις αδιανόητες ελλείψεις και την πανταχού απούσα αδιάφορη "Πολιτεία" ... 



Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Φωτοστέφανο!


Απ' το μπαλκόνι τ' ουρανού
σαν φωτοστέφανο  
προαιώνιας ελπίδας
σπέρνει διάφανη φωτιά 
σβήνοντας  
της νυχτιάς τα βάσανα.


Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Το άρρωστο άλογο!



"Στην αγορά του Σαββάτου τ' άλογα που ήταν για πούλημα μιλούσαν κάτου απ τη λεύκα για τη ζωή τους. Κι ένα κόκκινο άλογο, κουρασμένο, με το κεφάλι χαμηλά, τους διηγιόταν τα θαυμάσια των ταξιδιών του.

Κάμπους απέραντους στο λιοπύρι εδιάβηκε, δασωμένες ρεματιές με κελαηδιστό νερό το ξεκούρασαν. Σε παρθένα χιόνια βυθίστηκαν τα πέταλά του -από θύελλες μαστιγώθηκε, σε λαμπρές φωτιές εστέγνωσε- στη ζέστη παχνιών αρχοντικών κοιμήθηκεν ύπνο βαθύ. Για τον καβαλάρη του μιλούσεν ώρα πολλή και για τις πολιτείες που τον χαιρετούσαν από μακριά με τους θόλους των και τα καμπαναριά των...

-Παράξενο! του είπαν. Έτσι άρρωστο και κοκαλιάρικο δοκίμασες τέτοιες δόξες;

-Είν' αλήθεια, είπε τ' άλογο, πως σ' όλη μου τη ζωή με δεμένα τα μάτια γύριζα μαγκανοπήγαδο. Μα ο Θεός ήξερε να τιμωρήσει τον άνθρωπο που με σκλάβωσε -χαρίζοντάς μου τη φαντασία."

[Του μεγάλου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)]


Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Η βίδρα των ποταμών μας!


Στα πλαίσια της γνωριμίας με την πανίδα του τόπου μας, επιλέξαμε και πάλι από την προσωπική μας βιβλιοθήκη το πολυαγαπημένο βιβλίο του σπουδαίου Ευρυτάνα λογοτέχνη Στέφανου Γρανίτσα (1880-1915) υπό τον τίτλο: «Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας) - για να σας παρουσιάσουμε, αυτή τη φορά, τη Βίδρα των ποταμών μας!

Απολαύστε τη:

=========================

Η ΒΙΔΡΑ

"Φαίνεται ότι ο Νώε δεν έκαμε το μόνον σφάλμα να πάρη εις την κιβωτόν τον κόρακα. Η παράδοσις -η οποία εδώ, προκειμένου περί Νώε, επαναλαμβάνω ότι είναι νωπή ως τελευταία ώρα εφημερίδων- μάς πληροφορεί ότι έκαμε και άλλα λάθη. Επήρε μαζί του και την Βίδραν, η οποία «του έκαμε γηράματα». Και ιδού πώς: Αφού υψώθη ολίγον η κιβωτός, η Βίδρα επετέθη κατά των εν αυτή ποντικών. Ο Νώε την επέπληξεν, αλλ’ αυτή επανέλαβε την επίθεσίν της. Τότε ο Νώε εθύμωσε και την επέταξεν έξω. Αλλά, ενώ ενόμιζεν ότι επνίγη, την βλέπει μετ’ ολίγον να τρώγη τα ψάρια.

Ήρχισε να φοβήται τότε μήπως εξολοθρεύση εντε­λώς την γενεάν των ψαριών και ηναγκάσθη να την πάρη πάλιν εις το πλοίον του. Αλλά πάλιν του ερρήμαζε τα ποντίκια, πάλιν την έρριψεν εις την θάλασ­σαν, την επανέφερε, την έρριψε διά τρίτην φοράν, και η φασαρία αυτή η οποία διήρκεσε καθ’ όλον τον πλουν, τόσον εκούρασε τον Νώε, ώστε, κατά τον εκ Κερασόβου άνευ τέλους μυθολόγον κ. Ι. Τσιώκον, εξ αίτιας της εμέθυσε τόσον δυνατά κατά την αποβίβασίν και έγιναν όσα έγιναν. Εάν πραγματικώς επήρε μαζί του την Βίδραν ο Νώε, δεν έχω κανένα δισταγμόν να πιστεύσω ότι τον εβασάνισε πολύ. 

Ο Αχελώος είναι σχεδόν κατοικία Βιδρών, και όμως σπάνιον πράγμα να κτυπήσωμεν μίαν τον χρόνον (το δέρμα της φθάνει εις 20 δραχμάς). Η στερεά και τα νερά τής είναι εξ ίσου οικεία. Άμα την στριμώξετε εις μίαν σπηλιάν, θα πηδήση εις το ποτάμι. Αν εκεί δεν αισθάνεται τον εαυτόν της εν ασφαλεία, θα τρυπώση εις όποιαν σπηλιάν εύρη καλυτέραν. Εις μεν την ξηράν τρώει ποντίκια, φίδια, καβούρια, εις δε τα νερά ευφραίνεται λογής λογής ψά­ρια, ιδίως τα τετράπαχα και κουτά μπριάνια, διότι η πονηρά πέστροφα κατορθώνει και της διαφεύγει.

Απίστευτα πράγματα λέγονται διά την ευφυίαν της Βίδρας. Λέγεται ότι, διά να κυνηγήση τα ψάρια αποτελεσματικώς, παίρνει και σύντροφον, όπως οι αετοί. Η μία Βίδρα πιάνει τα στενά κανάλια των ποταμών και τοποθετεί το στόμα της ως καλαμωτήν, ενώ η άλλη τα κυνηγά από πίσω και τα «σουδιάζει» προς την στενήν διάβασιν.

Η πονηρία της όμως είναι πολλάκις επικίνδυνος δι’ αυτήν όσον και της αλεπούς, της οποίας είναι πρωτεξαδέλφη. Οι κυνηγοί, γνωρίζοντες ότι τρέφει ιδιαιτέραν αδυναμίαν προς τα ψάρια, παίρνουν ψαροκόκκαλα και τα πετούν στα σπήλαια διά να νομίση ότι και άλλη Βίδρα έφαγε εκεί ψάρια, άρα ότι είναι κα­λός σταθμός διά ψάρεμα. Αλλά αντί ψαριών δέχεται εκεί σκάγια, πολλάκις δε υπό τα ψαροκόκκαλα κρύ­πτεται δόκανον, διά του οποίου επιδιώκεται ως επί το πλείστον η σύλληψίς της.

Προτιμάται άλλως τε το δόκανον, όχι μόνον ως ευκολωτέρα μέθοδος, αλλά και χάριν της μεγαλυτέρας αξίας του δέρματος της, το οποίον εις ωρισμένον μέ­ρος έχει, κατά την παράδοσιν, μίαν πολύτιμον ουσίαν ονόματι «μόσχον», με την οποίαν, κατά τους χωρι­κούς, κατασκευάζεται ένα φάρμακον χρήσιμον διά τας πληγάς, για τας λιποθυμίας, ακόμη και διά την παράτασιν της ζωής των ετοιμοθάνατων. Πιστεύεται δε γενικώς, ότι άμα τουφεκισθή χάνει τον «μόσχον».

Τα κυνήγι της είναι αποτελεσματικώτερον άμα θο­λώνουν τα ποτάμια. Τότε η Βίδρα αποσύρεται προς τας πηγάς, διά να ψαρέψη εις τα καθαρά νερά.

Ολίγας ώρας κάτω από τα χωριό μου πηγάζει ο μισός Αχελώος από την περίφημον Μαρδάχαν, την πολυύμνητον από ξένους και ιδικούς μας.

Λέγεται ότι τα καταγάλαζα νερά της προέρχονται από την λίμνην των Ιωαννίνων και υπογείως εκείθεν φθάνουν εις τα κράσπεδα των Απεραντιακών βουνών, όπου και εκβάλλουν παρά τας όχθας του Αχελώου. Τα νερά αυτά, τα οποία, κατά τον Γαζή, θαρώ, είναι ο Αχέρων ποταμός, είναι χειμώνα καλοκαίρι τόσον γαλάζια, ώστε εις ευρύν κύκλον να γαλαζώνουν και τα νερά του Αχελώου άμα θολώνη.

Η Βίδρα λοιπόν αποσύρεται εις τοιούτου είδους λι­μάνια, αλλά φαίνεται ότι έκαμε τόσην κατάχρησιν των μερών αυτών, ώστε να γίνη γνωστόν εις τους κυ­νηγούς. Φαίνεται όμως ότι και αυτή αντελήφθη τούτο, διότι επί δύο-τρεις ημέρας που εμείναμεν κάποτε εις την Μορδάχαν, οι περίοικοι κυνηγοί και ψαράδες μας εβεβαίωσαν,ότι έχουν χρόνο να ιδούν Βίδραν εις τα γειτονικά νερά. Ηρκέσθημεν λοιπόν εις ολίγα ψάρια και αντί Βίδρας, είδαμεν ένα κασκέτο από δέρμα της επί της κεφαλής του μυθολόγου κ. Τσιώκου...

Εις την απορίαν περί του πως ένα τόσον εύμορφον δέρμα δεν έχει όσην αξίαν και ένα Κουνάβι, ο εκ Κερασσόβου συνάδελφός μου διηγήθη ότι το τιμολόγιον συνέταξεν ο ίδιος ο Νώε, ως φύλλον ποιότητος, λαβών υπ’ όψιν του τας εν τη κιβωτώ παρεκτροπάς των ζώων, αναλόγως των οποίων ώρισε και τας τιμάς. Η Αλεπού, είπεν, έφαγε μίαν κόταν του Νώε και τόσον τον εθύμωσε, ώστε την ετιμολόγησεν εκατό δραχμάς. Αλλά προσέπεσεν, έκλαψεν, ικέτευσε και ο Νώε την ελυπήθη. Το Κουνάβι όμως του έφαγε δύο μελίσσια και, επειδή έχει σκληράν ψυχή -έγραψα περί αυτού ότι άμα πιασθή εις το δόκανον τρώγει το πόδι του και φεύγει- δεν ηθέλησε να προσπέση εις τον Νώε και διά τούτο έμεινε με την μεγάλην τιμωρίαν να αξίζη το δέρμα του ακριβώτερον από όλα. Η Βίδρα; Η Βίδρα τον εθύμωσε περισσότερον από όλα, αλλ’ ηναγκάσθη ο Νώε να συνθηκολογήση. Άμα ήκουσε το τιμολόγιον επήδησεν από την κιβωτόν και του είπεν:

- Ή μου κατεβάζεις το τιμολόγιον, ή δεν σου αφήνω άλλη πέστροφα.

Λέγεται δε ότι ο Νώε, τρελλαινόμενος για τις πέ­στροφες, συγκατετέθη και εδέχθη τους όρους της Βίδρας, υποσχεθείσης ότι δεν θα καταδιώκη την πέστροφαν μέχρι εξολοθρεύσεως."



Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Το "πνιγμένο" γεφύρι του Μανώλη!


Ένα αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη"
στο γεφύρι του Μανώλη,
 το αρχαιότερο διασωζόμενο γεφύρι της Ευρυτανίας!

Πρόκειται για ένα πέτρινο μονότοξο στολίδι, ένα "κατασκευαστικό θαύμα" μιας αλλοτινής εποχής, που για πάνω από 300 χρόνια μόνοιαζε τις δύο αντικρινές όχθες του Αγραφιώτη ποταμού, μέχρι που προέκυψε η τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών (1963) οπότε και... η "χρηστική αξία" του θυσιάστηκε για χάρη της! Παρά ταύτα όμως συνεχίζει να "ζει"!!!

Είναι το αρχαιότερο διασωζόμενο γεφύρι της Ευρυτανίας! Χτίστηκε επί Τουρκοκρατίας το 1659 και γεφύρωνε τα χωριά της ανατολικής Ευρυτανίας με αυτά των Απεραντίων και του ορεινού Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας. Θεμελιωτές του οι ξακουστοί Ηπειρώτες μαστόροι που έφτιαχναν αιώνια αριστουργήματα με άφταστη τέχνη και μεράκι. Έργα αθάνατα στο χρόνο, που ακόμη και σήμερα προκαλούν δέος και θαυμασμό. Ήταν η πάνσοφη λαϊκή αρχιτεκτονική, αυτή η θαυματοποιός δύναμη των αριστο-τεχνιτών εκείνης της εποχής, που ένιωθαν βαθιά μέσα τους ότι κάθε τι που περνούσε από τα ακάματα χέρια τους έπρεπε αντάμα με την αντοχή και τη χρησιμότητά του να αναδεικνύει και τη διαχρονική αρχοντιά της τέχνης!

Το μήκος του γεφυριού προσεγγίζει τα 54 μέτρα, το ύψος του αγγίζει τα 14,70 μ., το πλάτος του τα 2,50μ., το δε άνοιγμα της καμάρας τα 20μ. και το ύψος αυτής τα 13, 90μ. (σύμφωνα με στοιχεία από τα "Γεφύρια της Ευρυτανίας"- μία έξοχη πολύτιμη εργασία του ερευνητή συμπατριώτη μας Ν. Αντωνόπουλου).

Το γεφύρι-φάντασμα!

Το Γεφύρι του Μανώλη ΔΕΝ χάθηκε για πάντα κάτω από τα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης όπως συνέβη με το συνομήλικο αδερφάκι του το γεφύρι της Τατάρνας το οποίο  αποτελεί πλέον μία ανάμνηση. Τούτο εδώ επιμένει να εμφανίζεται αλλά και να... εξαφανίζεται, ανάλογα με τη στάθμη των νερών της λίμνης που το φιλοξενεί. Έτσι το γεφύρι το χειμώνα βυθίζεται εντελώς, προς το τέλος της άνοιξης/αρχές του θέρους συνήθως αναδύεται ένα μέρος του τόξου του, ενώ μέσα στο καλοκαίρι το καμαρώνουμε ολόκληρο! Ίσως κατ' αυτό τον αινιγματικό τρόπο, το... "γεφύρι-φάντασμα" να εκδηλώνει τη δική του ιδιότυπη διαμαρτυρία για την αδικία που υπέστη από το σύγχρονο άνθρωπο.

Φανταστείτε ότι όταν το Γεφύρι του Μανώλη έπαψε να υφίσταται και στη θέση του κατασκευάστηκε (το 1965) μία σύγχρονη τσιμεντένια γέφυρα, αυτή κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος αμέσως μετά τα εγκαίνιά της. Να ήταν άραγε άλλη μία εκδίκηση του... "πνεύματος του γεφυριού";;;!!!


Οι παλιοί γερόντοι διηγούνταν ότι για να φτιαχτεί το γεφύρι χρειάστηκαν χιλιάδες ασπράδια από αυγά που εκείνα τα χρόνια χρησιμοποιούνταν μαζί με άλλες προσμίξεις (όπως μαλλιά ζώων, άχυρα κλπ) ως ισχυρό συνδετικό κονίαμα μεταξύ των αρμών. Το πραγματικό όμως μυστικό της γερής ευσταθούς κατασκευής κρύβονταν στο μαεστρικό και μελετημένο "κλείδωμα-θηλύκωμα" της λιθοδομής, μία περίτεχνη διαδικασία που χειρίζονταν μόνο ο Πρωτομάστορας!

Ποιος όμως ήταν ο κτήτορας αυτού του ξακουστού γεφυριού; Παλιότερα, σύμφωνα με μαρτυρίες περιηγητών, υπήρχε μία εντοιχισμένη πλάκα στο γεφύρι που ιστορούσε: "Εκτίσθη το 1659, οι κτήτορες Δημήτριος και Μανώλης".

Δεν γνωρίζουμε κάτι άλλο επ' αυτού, παρά μόνον (γενικά και σε θεωρητικό επίπεδο) ότι εκείνη την εποχή τα γεφύρια χρηματοδοτούνταν είτε από τις τοπικές κοινότητες για την εξυπηρέτηση των αναγκών επικοινωνίας είτε από ευκατάστατους τοπάρχες ή και εμπόρους με σκοπό τη διακίνηση των προϊόντων, την ασφαλή διέλευση των καραβανιών κλπ. Εμβόλιμα να αναφέρουμε ότι μέχρι και ο Αλή πασάς ενθάρρυνε ή και πριμοδοτούσε την κατασκευή γεφυριών. Πέραν όμως αυτών, υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι, πιο "άσημοι", που πρόσφεραν τον οβολό τους, καθώς γύρευαν να συνδέσουν το όνομά τους με ένα μεγάλο "έργο ζωής". Δεν ήταν λίγοι και οι ξενιτεμένοι χορηγοί...

Από κει και πέρα το λόγο έχει... η παράδοση! Η πιο διαδεδομένη εκδοχή, αποδίδει το έργο στον εύπορο Μανώλη Χρυσιώτη (κάποιοι ισχυρίζονταν πως βρήκε χρυσό) ο οποίος ζούσε με τη γυναίκα του Παρασκευή στο χωριό Κουφάλα (σημερινή Δάφνη) Ευρυτανίας. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά και έτσι αποφάσισε να δωρίσει στον τόπο τρία αθάνατα κοινωφελή έργα-"απογόνους" που θα ζούσαν αιώνια και θα τους μνημόνευε γι' αυτά ο κόσμος. Έναν "γιό" (που ήταν το Γεφύρι του Μανώλη) και δυο "κόρες" (που ήταν οι εκκλησιές της Αγ. Παρασκευής στη Χρύσω και στα Βραγγιανά των Αγράφων)! Κάλεσε λοιπόν ο Μανώλης τούς πιο ξακουστούς Ηπειρώτες τεχνίτες και διέθεσε μία ολάκερη περιουσία για να φτιαχτεί γιοφύρι άξιο και στεριό. Ξέχωρα από τους παράδες που ξοδεύτηκαν ώσπου να τελειώσει το σπουδαίο έργο, η παράδοση λέει ότι κατά τη διάρκεια της κατασκευής του οι απασχολούμενοι χτίστες κατανάλωσαν προς βρώσιν τουλάχιστον... χίλιες σιούτες (ακέρατες) γίδες! Από αυτό και μόνο μπορεί κάποιος να φανταστεί πόσο πολύ καιρό διήρκεσαν οι εργασίες!


Πλούσια και ευρηματική και η λαϊκή φαντασία, τύλιξε με απίστευτους θρύλους και μύθους τη μακραίωνη ιστορία του γεφυριού και των κτητόρων του. Θα μπούμε στον πειρασμό να αναφερθούμε σε κάποιους εξ' αυτών: 

- Ένας παλιός μύθος (που στιχούργησε με μοναδικό τρόπο και ο Κώστας Κρυστάλλης στο θαυμάσιο ποίημά του "Το γεφύρι του Μανώλη") μιλά για έναν Μανώλη Πρωτομάστορα που ανέλαβε να χτίσει το γεφύρι κατά παραγγελία του βασιλιά του Αγγελοκάστρου. Ο Μανώλης έτυχε να ερωτευθεί παράφορα τη βασιλοπούλα που κι αυτή ανταποκρίθηκε στον έρωτά του. Ο Πρωτομάστορας απαίτησε... "ως αμοιβή" για την εργασία του, να νυμφευθεί την κόρη του βασιλιά! Όμως το γεφύρι παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές του δεν έλεγε με τίποτε να στεριώσει και γι' αυτό ο εξοργισμένος ηγεμόνας απείλησε τον Πρωτομάστορα με θάνατο. Τότε η νέα για να σώσει τον αγαπημένο της πήρε την απόφαση να αυτοθυσιαστεί και έτσι, κατ' εντολή των ξωτικών του ποταμού, έπεσε στα βαθιά νερά! Μόνο τότε ο ποταμός επέτρεψε να στεριώσει επάνω του το γεφύρι! Ο Μανώλης βαθιά συντετριμμένος δεν άντεξε το χαμό της καλής του και επέλεξε να την ακολουθήσει στο αιώνιο ταξίδι πέφτοντας και αυτός στον ποταμό...


- Λέγεται ότι εκεί που τελειώνει ο μύθος αρχίζει ο θρύλος. Ας αναφερθούμε, λοιπόν, και σε μία ακόμη απίστευτη ιστορία που θυμίζει σε πολλά αυτή του στοιχειωμένου γεφυριού της Άρτας αφού θέτει ως αναγκαιότητα, για την επιτυχή θεμελίωση ενός μεγαλεπήβολου έργου, την ανθρωποθυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα! Σύμφωνα μ' αυτή τη διήγηση, τα παλιά χρόνια ζούσε κοντά στον Αγραφιώτη ποταμό ένας πάμπτωχος χωρικός, ο Μανώλης, μαζί με τη γυναίκα του και το παιδί τους. Μια μέρα εκεί που παιδεύονταν με τη γη, βρήκε σιμά στον Αγραφιώτη ποταμό ένα καζάνι γεμάτο χρυσά φλουριά. Σκέφτηκε ότι με τέτοια τύχη θα 'πρεπε να κάνει κι ένα καλό στον τόπο που τον ευεργέτησε. Έτσι αποφάσισε να φτιάξει ένα γιοφύρι για να μην πνίγονται οι άνθρωποι. Φώναξε λοιπόν μαστόρους διαλεχτούς και τους ανέθεσε το έργο. Δεν τούς έβλεπε όμως και πολύ ορεξάτους, μάλλον επειδή αμφισβητούσαν τις οικονομικές του δυνατότητες! Τρέχει τότε ο Μανώλης και ρίχνει ...από τρεις φτυαριές χρυσά φλουριά στις άκρες και στη μέση του ποταμού! Έτσι ξεκίνησαν οι τεχνίτες με κέφι τη δουλειά. Όμως, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, αφού... ¨"ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν"! Πιάνει λοιπόν κι ο Μανώλης τον Πρωτομάστορα και μία με το καλό και μία με το άγριο τον αναγκάζει, στο τέλος, να χτίσει μέσα στο γιοφύρι την πεντάμορφη γυναίκα του! Κι έτσι αυτό στέριωσε για πάντα!

Ο μεγάλος Ευρυτάνας συγγραφέας Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915) στο μνημειώδες έργο του "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου" αναφέρει χαρακτηριστικά για το γεφύρι: "Όλο το κάτω μέρος του τόξου του πολυμυθικού Γεφυριού του Μανώλη είναι κατάστικτον από φωλιές πετροχελιδονιών. Εις το άκρον του γεφυριού υπάρχει ένα χάνι, όπου θ' ακούσετε χιλιόρρυθμον την παράδοσιν του στοιχειωμένου γεφυριού. Είχα κοιμηθή εκεί προπέρυσι, αφού επί ώρας ήκουσα την παράδοσιν της εύμορφης Πρωτομαστόρισσας η οποία εξυπνά την νύκτα "με τη ρόκκα της, όπως της επήραν τον ήσκιο" και φωνάζει για τον άντρα της. Κατά τα μεσάνυχτα η ως τάφος σιωπηλή ρεματιά εγέμισεν από μίαν χιλιόστομον κραυγή... Δεν είναι η Πρωτομαστόρισσα μού είπεν ο Χατζής. Είναι η αγριόγατα. Έρχεται για τα πετροχελίδονα..." 


Να σημειώσουμε εδώ ότι ο χατζής πλησίον του γεφυριού, ονόματι μπάρμπα-Κολιός, είχε τρεις κόρες που τον βοηθούσαν στη δουλειά του, αλλά...έλα ντε που κινδύνευε και "η τιμή τους" από τους διάφορους άτακτους τύπους που σύχναζαν στο χάνι! Τι να 'κανε λοιπόν κι αυτός; Την εξήγηση δίνει με απίστευτα γλαφυρό τρόπο και πάλι ο Στέφανος Γρανίτσας: "Είχε τρία κορίτσια εύμορφα και εκατόν φυγοδίκους επιμένοντας διά της κουμπούρας να γίνουν γαμβροί του. Ήτο λοιπόν πάνοπλος αυτός και τα κορίτσια του, τα οποία είχεν εφοδιάσει με διάφορα μαχαίρια, όπως, μη "υφίστατο δικαιολογία περί βίας", καθώς έλεγεν..."!!!

Μια άλλη παλιά ιστόρηση αναφέρει ότι το 1838 ο βασιλιάς Όθωνας και η σύζυγός του Αμαλία επισκέφτηκαν, στα πλαίσια μιας περιοδείας τους, το μοναστήρι της Τατάρνας. Πέρασαν τότε κι από το Γεφύρι του Μανώλη. Τη στιγμή που η βασίλισσα διάβαινε με το άλογό της επάνω στην ψηλή καμπούρα του γεφυριού, το ζώο αφηνίασε και σηκώθηκε στα πίσω πόδια του. Η Αμαλία θα έπεφτε στα αφρισμένα νερά του Αγραφιώτη με κίνδυνο να πνιγεί, αν δεν παρενέβαινε άμεσα ο υπασπιστής της ο οποίος δίνοντας μία γερή ξυλιά στα καπούλια του αλόγου το ανάγκασε να περάσει γρήγορα απέναντι με σώα την "υψηλοτάτη". Φαίνεται ότι το ανήσυχο "πνεύμα του γεφυριού" δεν τα πήγαινε καλά ούτε με τους Βαυαρούς τυράννους βασιλείς!


Η ιστορική μάχη...

Πέραν όμως των μυθοπλασιών και των παραδόσεων, το γεφύρι του Μανόλη συνδέεται και με την πραγματική ιστορία του τόπου μας. Στην στρατηγικής σημασίας τοποθεσία του έγιναν σημαντικές μάχες με κυριότερη αυτή του 1807. Τον Ιούνη εκείνης της χρονιάς ο Κατσαντώνης μαζί με τον Κίτσο Μπότσαρη και 300 παλικάρια τους κατευθύνονταν προς τη Λευκάδα με σκοπό να παρευρεθούν σε μία σημαντική σύσκεψη Καπεταναίων που είχε καλέσει ο Καποδίστριας- διοικητής τότε του νησιού. Φτάνοντας στο Γεφύρι του Μανόλη έδωσαν μία νικηφόρα μάχη με τα αληπασαλίδικα στρατεύματα του Άγου Μουχουρντάρη (1300 νοματαίοι) που είχαν στήσει εκεί ενέδρα για να τους κόψουν το δρόμο. Οι Κλέφτες κατάφεραν να περάσουν σκοτώνοντας 70 και χάνοντας κι αυτοί 10.


Η πιο σημαντική απώλεια ήταν ο χαμός του γερο-πρωτοΚλέφτη Βασίλη Δίπλα, τού αγαπημένου νονού του Κατσαντώνη, στο νταϊφά του οποίου είχε ενταχθεί αρχικά ο αγραφιώτης επαναστάτης όταν βγήκε στο κλαρί. Ο Δίπλας είχε παραχωρήσει κατόπιν την αρχηγία στον Αντώνη αναγνωρίζοντας τις ικανότητες και την αξιοσύνη του. Υπάρχουν κάποιες αναφορές προερχόμενες από τους Yemeniz, Fauriel, Pouqueville, Κωτσοκάλη (που όμως αμφισβητούνται από άλλες πηγές) οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο πολυτραγουδισμένος γέρο-Κλέφτης εθελοθυσιάστηκε σε μία εξαίρετη πράξη αλτρουισμού. Όταν εν μέσω της φονικής μάχης οι αρβανιτάδες περικύκλωσαν τον Κατσαντώνη με άμεσο κίνδυνο να πέσει στα χέρια τους, ο Δίπλας, για να υπερασπίσει τον βαπτισιμιό του, όρμησε ξιφήρης κατά των αντιπάλων και με δική του πρωτοβουλία αυτοσυστήθηκε... ως Κατσαντώνης, με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός από τα εχθρικά βόλια!


Από κοντά...!

Διασχίζουμε την εξαιρετικού φυσικού κάλλους διαδρομή Καρπενήσι - Καλεσμένο - Γέφυρα Μέγδοβα - Εκκλησάκι Σωτήρα - Ανατολική - Δυτική Φραγκίστα. Από εκεί κατηφορίζουμε, με θέα τη λίμνη των Κρεμαστών, μέχρι το συνοικισμό "Φτερόλακκα" (περίπου 50 χλμ από το Καρπενήσι). Ακολουθούμε την παράκαμψη που μας υποδεικνύει η σχετική ταμπέλα ("Ιστορικό Γεφύρι του Μανώλη 1659") και 600 μέτρα παρακάτω προσεγγίζουμε τις όχθες της λίμνης των Κρεμαστών. Το "κάδρο" που αντικρίζουμε είναι μεγαλειώδες! Μπροστά στα μάτια μας απλώνεται όλη η μαγεία του ευρυτανικού τοπίου με τα βουνά ολόγυρα να στεφανώνουν τη λίμνη και τα δέντρα να καλλωπίζονται στα μυθικά νερά της! Η ματιά μας καθηλώνεται, βέβαια, στην πιο εντυπωσιακή εικόνα: στο γεφύρι που ξεπροβάλλει μισοβυθισμένο μέσα από τα νερά της λίμνης. Ένα θεσπέσιο θέαμα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας!

   
Έχει τύχει να επισκεφτούμε το γεφύρι σε διάφορες εποχές και υπό διαφορετικές συνθήκες. Το καλοκαίρι, όμως, που η στάθμη των νερών είχε υποχωρήσει σχεδόν τελείως αποκαλύπτοντας αυτό τον κρυμμένο θησαυρό, κατορθώσαμε να πλησιάσουμε και να ανεβούμε στο γεφύρι!


Θαυμάσαμε την ψιλόλιγνη κορμοστασιά του γεφυριού και την απόκοσμη ομορφάδα που εκπέμπει...


Όμως ταυτόχρονα μελαγχολήσαμε όταν αντιληφθήκαμε κάποιες σοβαρές βλάβες που έχει υποστεί από την πολύχρονη περιπετειώδη συμβίωσή του με τα νερά της λίμνης...



Ένα τόσο σπάνιο αξιοθέατο, πραγματικό έργο τέχνης, με εμφανείς όμως τις βαθιές πληγές στο στητό μα γερασμένο κορμί του. Παρατηρήσαμε θλιβερές εικόνες φθοράς του σκελετού του: γκρεμισμένη η ανατολική του πρόσβαση, εμφανώς τραυματισμένη και η δυτική, φθορές στο κατάστρωμα, αρκετές αποσαθρώσεις και ρηγματώσεις σε διάφορα σημεία...





Ο "Σύλλογος Φίλων Γέφυρας Μανώλη" με τη δραστήρια συμμετοχή πολλών συμπατριωτών μας κατάφερε να κινητοποιήσει τους αρμόδιους φορείς για τη διάσωση αυτού του σπουδαίου μνημείου της Ευρυτανικής γης! Κατόπιν πολλών ενεργειών του Συλλόγου, το Υπουργείο Πολιτισμού προχώρησε αρχικά σε αυτοψία ενώ υποσχέθηκε ότι στη συνέχεια θα προβεί και στις απαραίτητες κινήσεις ώστε να μην καταρρεύσει το γεφύρι, αλλά να συντηρηθεί και να παραμείνει ζωντανό. Ας ελπίσουμε να γίνουν σύντομα πράξη οι υποσχέσεις πριν να είναι αργά. Να σημειώσουμε, τέλος, ότι χάρη στη δράση του Συλλόγου επετεύχθη και η παγκόσμια προβολή του γεφυριού με την επίσκεψη και την ανάδειξή του από το National Geographic!


Το πολυθρύλητο Γεφύρι του Μανώλη αν και λαβωμένο από το χρόνο και τη διαβρωτική επίδραση των νερών της λίμνης, εξακολουθεί να αντιστέκεται με πείσμα κόντρα στους άσπλαχνους καιρούς και τη μακρά εγκατάλειψη...

...Και σε κάθε εμφάνισή του, αυτούς τους λίγους μήνες που αντικρίζει το φως του ήλιου των Αγράφων, είναι σαν να φωνάζει: "Εδώ είμαι, αντέχω ακόμη, κάντε κάτι για να συνεχίσω να υπάρχω"!


Απολαύσαμε το αθάνατο γεφύρι μέχρι αργά το σούρουπο και στη συνέχεια το αποχαιρετήσαμε με λίγους στίχους από "ένα τραγούδι από τα παλιά" :

Στην πετρένια του την πλάτη, που ‘ναι σα στεριά, 
πάνε κι έρχονται χωριάτες, χωριατόπουλα, 
ροβολάει ο Κατσαντώνης με την κλεφτουριά 
και διαβαίνουν και τα δόλια τα κλεφτόπουλα. 

Καραούλι είν’ η κορφή του, ξάγναντο τρανό, 
είναι κούλια και μεντένι, πετροτάμπουρο, 
δω το κλέφτικο καβούλι πάει συχνό-συχνό, 
δω βροντά βουερό τουφέκι, σειέται φλάμπουρο. 

Διαπερνάν κοπάδια ακόμα με τους μπιστικούς, 
ζευχολάτες δρασκελάνε με τα πράματα 
και τον ταχυδρόμο βλέπεις κι όλο τον ακούς 
ν'  αραδίζει το γιοφύρι με τα γράμματα. 

Πάνε οι νιες τα ζα στο μύλο, πού ‘ναι εκεί αντικρύ, 
μ’ άλεσμα στις πλεύρες κι άλλο πανωσάμαρα, 
γάμος σέρνει νά ‘βγει πέρα, ψίκι έχει μακρύ 
και γιομίζει η γεφυρένια πετροκόμαρα. 

Το ‘χουν σύρμα τα πλατόνια, διάβα τα καπριά, 
πέρασμα οι λαγοί κι οι λύκοι μονοπάτι τους 
και τα πετροχελιδόνια, σαν πυκνή σμαριά, 
βρίσκουν κούρνια εδώ στους λίθους τους απάτητους. 

Και το σούρπο ως να βραδιάσει, το πρωί νωρίς, 
με το μύριο σφύριγμα τους το τραχύλαλο, 
πως το γέροντα Μανώλη τραγουδάν θαρρείς 
κι οι πλαγιές το ματαλένε μ’ ώριο αντίλαλο.


ΥΓ: Για τη συγγραφή αυτού του άρθρου, πέραν του προσωπικού μας αρχείου, αντλήσαμε και διάφορα επιπλέον χρήσιμα στοιχεία από: τα εκπληκτικά "Γεφύρια της Ευρυτανίας" του Νίκου Αντωνόπουλου, το "Φθιωτικό Τυμφρηστό" του Τάκη Ευθυμίου, τα "Άγραφα Ευρυτανίας", το "Dytiki Evritania news", ενώ συμπληρώσαμε το δικό μας φωτογραφικό υλικό και με παλιές αρχειακές φωτογραφίες από το δραστήριο "Σύλλογο Φίλων Γέφυρας Μανώλη"! Επίσης χρησιμοποιήσαμε και τη βιβλιοθήκη μας και συγκεκριμένα: Το βιβλίο του γιου τού συμπολεμιστή του Κατσαντώνη Φραγγίστα (Επ. Φραγγίστας, Βίος του Κατσαντώνη" επιμέλεια Π.Ι. Βασιλείου), το βιβλίο του Κ. Κωτσοκάλη ("Ο Κατσαντώνης της Ρωμιοσύνης"), το βιβλίο του βραβευμένου Ευρυτάνα συγγραφέα Δ. Σταμέλου ("Κατσαντώνης, ιστορικές διαστάσεις του θρύλου του"), και "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου" του Στ. Γρανίτσα. Τέλος αξιοποιήθηκαν διηγήσεις που διέσωσα από την υπέργηρη γιαγιά μου Μ.Σ., όπως και αναμνήσεις άλλων γερόντων, μαζί με αφηγήσεις νεότερων συμπατριωτών μας που συναντάμε στις εξορμήσεις μας και οι οποίοι πάντα πρόθυμα μάς μεταφέρουν με μοναδικό τρόπο το άρωμα του παρελθόντος της αγαπημένης μας Ευρυτανίας!