Σάββατο, 24 Απριλίου 2021

Να της κρατάν τα νιάτα μου μαντήλι να χορεύη...



Με γέλασε μια χαραυγή, μια νύχτα με φεγγάρι

και πήρα δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,

να πάω να βρω τα νιάτα μου στον έλατο αποκάτω,

εκεί που αποκοιμήθηκαν με στρώμα από λατσούδες,

σε φτέρες και σ΄ αγράμπελες, νανούρισμα από αηδόνια.

Να πάω να βρω τα νιάτα μου, να τα γλυκοξυπνήσω.

Τα ονείρατά τους να μου πουν και να μου τραγουδήσουν

πικρά τραγούδια κλεφτουριάς, λεβέντικες αγάπες.

Και το χορό να στήσουνε στο μνήμα της Αλίκης.

Να της κρατάν τα νιάτα μου μαντήλι να χορεύη

κι αυτή να σέρνη τσάμικο στο νύχι και στον τόπο,

με το βιολί του Μπαταριά, ζυγιά του Σουλεϊμάνη. 


Οι παραπάνω στίχοι είναι του Ευρυτάνα ποιητή Γιώργου Τσουκαλά, του τραγικού πατέρα της συμπατριώτισσάς μας-λαϊκής ηρωίδας Αλίκης Τσουκαλά που εκτελέστηκε από το μοναρχοφασιστικό κράτος στις 16 τ' Απρίλη 1949, λίγο πριν κλείσει τα 21 της χρόνια, κρατώντας μία ανεπανάληπτη στάση αξιοπρέπειας μπροστά στους θανατοδίκες της. 

Σε αντίθεση με την κόρη του, ο Γ. Τσουκαλάς λύγισε, δείλιασε και συνεργάστηκε με το κράτος ευελπιστώντας σε ευνοϊκή μεταχείριση για τον ίδιο και την Αλίκη. Μετά την εκτέλεση της κόρης του, έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του μέσα στην περιφρόνηση από την οικογένειά του και τους παλιούς συναγωνιστές, παραδομένος στις προσωπικές του τύψεις και την οδύνη μέχρι το μοναχικό τέλος του. Σε πολλές περιπτώσεις έγραφε για την Αλίκη, μέσα από "ένα ποταμό δακρύων" και "πληγώνοντας το στήθος του με την πένα που έγραφε" όπως εκμυστηρεύθηκε κάποτε στον Ευρυτάνα λόγιο Μιχάλη Σταφυλά. 

Ένα από τα ποιήματα του Γ. Τσουκαλά ήταν αυτό που ιχνηλατήσαμε και σας παρουσιάσαμε σήμερα μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες του ιστολογίου μας. Γράφτηκε τη δεκαετία του '60. Οι στίχοι του αποπνέουν πόνο, θλίψη, μα και έναν έκδηλο θαυμασμό για τη λαϊκή αγωνίστρια, την ατρόμητη κόρη του που ποτέ εκείνος σαν πατέρας δεν κατάφερε να ακολουθήσει στο δικό της δρόμο της τιμής και της αξιοπρέπειας. Μέσα από το γραπτό του ποιεί με σπαραγμό αυτή του τη λαχτάρα, τον απραγματοποίητο εν τέλει καημό του, να μπορούσε να σταθεί κι εκείνος αντάξιός της!

ΥΓ. Μπορείτε να δείτε-ξαναθυμηθείτε την τραγική ιστορία της Αλίκης Τσουκαλά κλικάροντας  εδώ - στο ΑΦΙΕΡΩΜΑ του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη"


Δευτέρα, 19 Απριλίου 2021

Σε ξένες στράτες


'Ενα εξαιρετικό αφιέρωμα στα "Παιδιά της Ανάγκης"

από την Κρικελιώτισσα "Ακευσώ"

για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


«Τάξε μανούλα μ’ τάματα

σ’ όλα τα μοναστήρια,

τάξε κερί στον Άη-Λια, 

φλωριά στην Άγια Λαύρα.

Να με φυλάει το φτωχό 

εδώ στα ξένα που 'μαι» 

(Δημοτικό Τραγούδι Ευρυτανίας)

-Πανάθεμά σε! Παντελή….Κλείστ’ τα τσαούλια σ’! Μου ξεσηκώνς το πιδί! Μου ‘ρθες  στο Σέλο, με τ’ ασπρόμαυρα σκαρπίνια σ’, το μπριγιατισμένο μαλλί σ’, το ξυρισμένο μστάκι, και μας μοστράρς τα ντόλαρς και τα πασπόρτια σ’! 

«Ο Αμερικάνος» παρφουμαρισμένος, με αέρα ξενόφερτης ξιπασιάς δεν είχε σταματημό.

Γέμισε η κάμαρη με λέξεις πρωτάκουστες… Απ’ το παραγώνι ο Νικόλας, 12 χρονών παλληκαράκι, σκάλιζε τη στάχτη, ζωγράφιζε πύργους, καράβια και τραίνα, πύρωνε το μέσα του με όνειρα να ταξιδέψει σ’ άγνωρα μέρη…

-Μάνα, θα φύγω! είπε ένα πρωί. Θα πα’ να βρω την τύχη μου!

Έταξε λαμπάδες ίσα με το μπόϊ της η μάνα, στον Άη-Λια. Παρακάλαγε, φοβέριζε… Για πρώτη φορά είδε την τρικυμία στην όψη του παιδιού της και ταράχτηκε.


Πήρε μια βαλιτσούλα, του ‘βαλε δυό αλλαξιές, ένα τραότσιολο να τον ζεσταίνει τις παγωμένες νύχτες και μια μαυροκαπνισμένη εικόνα του Προστάτη τους, του Άη-Νικόλα. Τον σταύρωσε, τον δίπλωσε με τις φτερούγες της καρδιάς της, τον ξεπροβόδισε με την ευχή: «Δεν έχ’ ου φτουχός , αλλ’ έχ’ ου Θεός! Να ‘βρεις άνθρωπου να σι πουνάει!».

Τη βρήκε το λιόγερμα, μαρμαρωμένη στο τρίστρατο να μοιρολογάει… Κράταγε το κεφάλι της μη και δραπετεύσουν τα συλλοϊκά της. Ξεστράτισαν οι θύμησες μαυροντυμένες και στήσανε κεντίδι στις ώρες που γέννησε τον  Νικόλα της,  στο γιούρτι και τον αφαλόκοψε μονάχη της. Στα ξενύχτια της πάνω απ’ το προσκεφάλι του. Στην άρνησή της στον Κοινοτάρχη, στα 1948, να τον στείλει στην παιδούπολη της Φρειδερίκης, στο Αγρίνιο, όπου της υπόσχονταν την ασφάλειά του και τη χορτασιά της πείνας του. Στην ανημπόρια της να τον στείλει στο Καρπενήσι να μάθει γράμματα. Έκλαιγε κι αναθεμάτιζε τη στιγμή που ξάνοιξε μουσαφιρλίκια στον «Γενίτσαρο», τον ντυμένο φράγκικα και πήρε τα μυαλά του γιού της. 

Ο Νικόλας της ροβόλαγε κατά το Κρίκελλο. Κλώτσαγε τις πέτρες λες και του φταίγανε αυτές για το φευγιό στ’ όνειρο. Τα γκριζοπράσινα μάτια του, ίδια με τα ελάτια του τόπου του, ξαπόσταιναν στις αγαπημένες του βουνοκορφές, τις στεφανωμένες με μπόρες και σύννεφα, στις νεροσυρμές της Τσαπατούνης,  στους βούραγκες του Κρικελλοπόταμου… Τα χαιρέταγε και τ’ απίθωνε βαθιά στα φυλλοκάρδια του, τα κρέμαγε κουρελάκια απ’ την ψυχή του εδώ κι εκεί να τα ξανανταμώσει,  σαν γύριζε απ’ τα ξένα. 

Έξι ώρες με τα πόδια έγραψε στις πατούσες του ιστορίες και παραμύθια που του ‘λεγε η μανιά του για τη γη τους. Στο Καρπενήσι, περίμεναν κι άλλα 25 παιδιά της Ανάγκης, με βλέμμα βουτηγμένο στο δάκρυ και στην ελπίδα.

Στην Αθήνα, τους έδωσαν τα χαρτιά για Νόμιμη Μετανάστευση, για ένα χρόνο με πληρωμένα τα εισιτήρια. Σκιαγμένα πουλιά στην αποβάθρα, φόρτωσαν τα μικράτα τους στις μυλόπετρες της ξενιτειάς. Στοιβάχτηκαν στο τελευταίο υπόγειο του πλοίου κοντά στις μηχανές. Ένα μήνα ταξίδι, με το μάτι κόκκινο απ’ την έγνοια, με την καρδιά μαύρη απ’ τον χωρισμό. 

Μαζεμένα παιδιά, μαντρωμένες ελπίδες, υποκινημένες από κυβερνήσεις που αναζητούσαν φτηνά εργατικά χέρια και κοινοποιούσαν στις 10-10-1950, μέσω Νομαρχίας Ευρυτανίας : «Εγκύκλιον περί μεταναστεύσεως εις Αμερικήν μέχρι 30-6-1951, 7.500 προσώπων τα οποία πληρούν τας ακολούθους προϋποθέσεις και παρακαλεί όπως η ανωτέρω εγκύκλιος αναγνωσθεί επί  τρεις συνεχείς Κυριακάς εις εκκλησίας και τοιχοκολληθή αντίγραφον ταύτης». 

Και ένα χρόνο μετά, στις 9-11-1951 με άλλη εγκύκλιο ενημέρωναν  ότι «το εν Αθήναις Αμερικανικό Προξενείον έπαυσε να δέχηται αιτήσεις προς μετανάστευσιν εις Ηνωμένας Πολιτείας».


Πήγε καλά το παιδομάζωμα! 

Οι προξενητάδες με τα «καθρεφτάκια και τις γυάλινες γιρλάντες τους», έκαναν τη δουλειά τους! 

Ερήμωσαν τα χωριά!

Φτερούγισαν νιόβγαλτα πεταρούδια, άμαθα στις άγριες, σκοτεινές ανεμονυχτιές της ξενιτιάς! 

Μακριά από της Μάνας την αγκαλιά, ριγμένα σε σκληρές δουλειές, σε διαταγές άγριες τ’ αφεντικού, σε συμφωνίες πως, αν λιποψυχήσουν πριν τον χρόνο της συναλλαγής, θα τους γύριζαν πίσω, θα πλήρωναν τα ίδια όλο το πήγαινε-έλα, με το χαρτί της απέλασης στο χέρι και τη στάμπα του αποτυχημένου στο κούτελο! Και τι θα ‘λεγαν στους συγχωριανούς, που είχαν επιστρατευτεί σε προσωπική εργασία για να φτιάξουν τους δρόμους, όχι για τους ίδιους, μα για τους Ομογενείς και τους Ξένους, που θα ‘ρχονταν στα χωριά, το 1951! Έπρεπε να μην ταλαιπωρήσουν τα ξενοπερπατημένα πόδια τους, να μην ταράξουν τη μέση τους, στα σκαμπανεβάσματα των ξεχαρβαλωμένων δρόμων, σύμφωνα με την εγκύκλιο της Νομαρχίας Ευρυτανίας :  «Από τρέχοντος μηνός Απριλίου ήρξατο το υπό της Α.Μ. του Βασιλέως καθορισθέν έτος του αποδήμου Ελληνισμού, και παραγγέλλει όπως λόγω της επισκέψεως πλείστων ομογενών παρίσταται ανάγκη να επισκευαστούν άπαντες οι κοινοτικοί δρόμοι δια την άνετον κυκλοφορίαν των εν λόγω μεταναστών».

Αποβίβασαν «τα ταξιδιάρικα χελιδόνια» τα ελπιδοφορτωμένα τους χρόνια στη Γη της Ελευθερίας, της χρυσής ευκαιρίας, του εύκολου πλουτισμού. Ζεύτηκαν στ’ αλώνια της εκμετάλλευσης,  χωρίς να ξέρουν τη γλώσσα, κρατώντας «γλειφιτζούρι» στο χέρι, τη δωρεάν διαμονή κι ένα πιάτο φαί στο μοναχικό δωμάτιο που πλήρωνε ο «Ευεργέτης-Αφέντης». 

Μοναδικός τους σύντροφος η Μνήμη,  οι ευχές των γονιών τους, η μαυροκαπνισμένη εικόνα, φυλαχτό τους πολύτιμο στις συμπληγάδες της μυριαναθεματισμένης ξενιτιάς και οι στίχοι του συμπατριώτη τους, Ζαχαρία Παπαντωνίου: 

«Σαν πήγε στην Αμερική, 

εγύριζεν ο νους του πίσω

καθημερινή και Κυριακή.


Σαν άρχιζε να γράψη γράμμα,

«καλή μου μάννα κι αδερφή», 

εκεί τον έπιανε το κλάμα.


Επέρασε καιρός πολύς,

στα ξένα ασπρίσαν τα μαλλιά του,

γυρίζει πίσω παραλής.


Τα πλούτη του είναι περισσά.

Έφερε γούνες και ρολόγια,

έχει τα δόντια του χρυσά


Πηγαίνει στο σπιτάκι ίσια.

Η μάννα του; Η αδερφή;

Είναι κι οι δυό στα κυπαρίσσια.


Ας ξαναζούσαν μια βραδιά

-κι ας ήτανε και στ’ όνειρό του-

Θάδινε ολάκερο το βιό του!»


Ήταν ένα διαλεχτό κείμενο από την "Ακευσώ" του Κρίκελλου

για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τρίτη, 13 Απριλίου 2021

Γεια σου χαρά σου Ρούμελη δουλεύτρα κι αμαζόνα

φωτο: Ευρυτανικές ομορφιές!


"Δεκάλογε της Λεβεντιάς! Τ΄ άγραφα και γραμμένα
μ΄αλέτρι πλάθεις και σφυρί, με λόγο και με πέννα,
στ΄ άρματα πρώτη, στου λαού τον ιερό αγώνα..."


Μέσα από μεγαλειώδεις ποιητικές εικόνες ξεπροβάλλει η λεβεντογέννα Ρούμελη και βέβαια σε πρώτο πλάνο το πιο λαμπρό της αστέρι η χιλιαγαπημένη μας Ευρυτανία! Ιχνηλατήσαμε το παρακάτω σπάνιο ποίημα από ένα παλιό "Ρουμελιώτικο ημερολόγιο" μισού και πλέον αιώνα (1967) το οποίο διήυθυνε ο μεγάλος Ευρυτάνας λόγιος Δημήτρης Σταμέλος. Το εν λόγω ποίημα το οποίο φέρει τον τίτλο "Ρούμελη" είναι του Βασίλη Αποστολόπουλου. 

Ιδού:
 

Της Ρωμιοσύνης ουρανέ και της αντρειάς Ελλάδα

που στην πετρένια χαίτη σου παιζογελούν τ΄ αστέρια
και σου κρατούν τον τσιάμικο, βουνοκορφές αράδα,
Γκιώνα, Βελούχι, Άγραφα, της κλεφτουριάς λημέρια.
Όλα ορθά, όλα στεριά, λεβέντικα, μεγάλα!
καρέλια μεσ' στις ποταμιές, γεφύρια στοιχειωμένα,
αγέρες που οργώνουνε με θύελλες τη Νιάλα
των Ευρυτάνων τα βουνά, μακριά την κυρα-Βγένα.
Κράβαρα! Και του Βραχωριού λαθραίο στα τσιμπούκια,
αλαταριές, βελάσματα, μουγγαλητά 'πο μπόρες,
διακονιαραίοι ακουμπιστοί σε πάνσοφα ματσούκια
και πέρα, οι ολόγυμνες του Βάλτου βελαώρες.
Ζυγοί, δερβένια, διάσελα, ταμπούρια, καραούλια,
φαράγγια μ' αφριστά νερά, πλαγιές, σπανά, στεφάνια,
χωριά που στέκουν στα γκρεμά, κλαρίνα και νταούλια,
σαρακατσάνες με ασκιά, με γκλίτσες και τσοκάνια.
Πηχτά ρουμάνια, σκοτεινά, τεζάκια με πριόνια,
μαλλίνες κατακόκκινες και τρίχινη καπότα, 
καλύβες, που στις στέγες τους, το λένε τα τριζόνια,
κι΄αχνοβολά κατάζεστη, σα λίρα, η μπομπότα.
Ξωκκλήσια πά στα σύρραχα και στις κορφές Αί-Λιάδες
μουλάρια στις κακόσκαλες, γραμμένα πανηγύρια,
γύφτοι που γλυκοπαίζουνε βιολιά και ταμπουράδες,
ασκηταριά στις ερημιές, στις διάβες μοναστήρια.
Αντίλαλοι και μπαταριές κι΄αρμάθες φυσεκλίκια
βροντούν στους ελατιάδες σου, παλληκαριάς τροπάρι.
Με το δικό σου το ψωμί ξανά τ΄αρματωλίκια
με τον υγιό σου κεφαλή και πρώτο παληκάρι.
Δεκάλογε της Λεβεντιάς! Τ΄ άγραφα και γραμμένα
μ΄αλέτρι πλάθεις και σφυρί, με λόγο και με πέννα,
στ΄ άρματα πρώτη, στου λαού τον ιερό αγώνα.
Γεια σου χαρά σου Ρούμελη δουλεύτρα κι αμαζόνα. 

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021

Τα βιβλία του μπάρμπα Φώντα


Ένα ηλιόλουστο μεσημέρι, την ώρα που ο ευεργέτης ήλιος υψώνεται με μεγαλοπρέπεια πάνω από τα αιώνια ελάτια χαρίζοντας τη διακριτική ζεστασιά του, βρέθηκα να περπατώ στα βουνά και τα μονοπάτια γύρω από το Κρίκελλο, το πανέμορφο και ιστορικό χωριό-στολίδι του τόπου μας (βλ. εδώ και εδώ).

Η αίσθηση στα ψηλά βουνά με τις ελατοσκέπαστες πλαγιές είναι μοναδική! Μια αληθινή ευλογία, πολύτιμη ζωογόνος ανάσα ελευθερίας σε μέρες μιάς ιδιότυπης και ύπουλης σκλαβιάς που πληγώνει την καθημερινότητά μας. Εκεί ψηλά, όμως, όλα τούτα εξασθενούν και οι δυσοίωνες σκέψεις απαλύνονται από την αύρα των ευρυτανικών ορέων.

Όσο περπατά κανείς, απολαμβάνοντας την πιο θεσπέσια μουσική, τις νότες από το θρόισμα του αέρα που περνά ανάμεσα απ΄ τις ελατοβελόνες μαζί με τα γλυκόηχα λαλήματα των πουλιών κι ανασαίνοντας τις ευωδιές από τη μητέρα φύση που παίρνει να αναγεννάται, τόσο γαληνεύει και αναπτερώνεται.

Μετά από κάμποση ώρα πεζοπορίας προσέγγισα τη δημοσιά. Στους Αγίους Θεοδώρους στάθηκα κει στην άκρη του δρόμου μπροστά σε ένα πετρόχτιστο ταπεινό καταφύγι, το προσκυνητάρι-τάμα του αείμνηστου μπάρμπα Φώντα Φλώρου (βλ. σχετικά

Σταμάτησα να ξαποστάσω. Μπήκα να ανάψω το καντήλι του γέροντα και βρέθηκα μπροστά σε μια εικόνα που με άφησε άναυδο.

Μια... λιλιπούτεια βιβλιοθήκη!!! Εκεί, ναι εκεί, μέσα στο προσκυνητάρι. Λίγα παλιά βιβλία περιποιημένα και προσεκτικά τοποθετημένα σε μια εσοχή του εσωτερικού τοιχίου εν είδει βιβλιοθήκης! 

Σου έδιναν μια αίσθηση φροντίδας και αγάπης παρά τα χρόνια που σίγουρα βάραιναν την ύπαρξή τους. Γεροντάκια κι αυτά! 

Εκ των υστέρων έμαθα ότι τα βιβλία τα είχε αφήσει εκεί η νύφη του εκλειπόντα γέροντα, η Αθανασία Φλώρου από το Κρίκελλο.

Κάθησα λίγο παραπέρα, δίπλα από έναν πεσμένο ελατίσιο κορμό κι άνοιξα το παγούρι μου. Μα πιότερο δροσίστηκα με το ξεφύλλισμα ενός από κείνα τα βιβλία που πήρα στα χέρια μου. Δερματόδετο με την χαρακτηριστική μυρωδιά της ποίησης να αναδύεται μέσα από τις παλιές κιτρινισμένες σελίδες του...

Ήταν του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη ενός ακόμη εμβληματικού ποιητή μας. (Ίσως λίγοι να γνωρίζουν τη βαθιά ευρυτανική καταγωγή του ως απόγονου των οπλαρχηγών Χρήστου και Μόσχου Βαλαώρα από το χωριό Βαλαώρα Ευρυτανίας - βλ. και εδώ).

Ξεδιάλεξα μια χούφτα στίχους, που άγγιξαν τις χορδές της ψυχής και την αειθαλή αγάπη για την μικρή ορεινή πατρίδα:

"Δε σ’ ελησμόνησα, γλυκιά, πολυβασανισμένη

πατρίδα μου, πανόρφανη. Μες στην καρδιά αναμμένη

βόσκει η αγάπη μου βαθιά τα έρμα σωθικά μου,

αφού δε βρίσκει τίποτε να κάψει ολόγυρά μου,

ανήμερη κι αχόρταγη μου τρώγει την ψυχή

κι εμέ γηράζει ανώφελα κι εκείνη πάντα ζει."

Προσεκτικά τοποθέτησα και πάλι το βιβλίο στη θέση του και συνέχισα το δρόμο μου με το δισάκι των συναισθημάτων πιο πλούσιο.  

Μπάρμπα Φώντα...

σε θυμούνται, σίγουρα σε θυμούνται, με σεβασμό και χρησιμότητα.

Και οι αγαπημένοι σου κι εμείς που διαβαίνουμε από τα μέρη σου και μας κρατάς συντροφιά με τα βιβλία σου στο δικό σου απάγκιο...




Πέμπτη, 1 Απριλίου 2021

Α Π Ο Κ Λ Ε Ι Σ Τ Ι Κ Ο Ν



Σήμερον τη 1η Απριλίου του σωτηρίου έτους 2021...


Του ανταποκριτού μας "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" 


Ενθουσιασμός επικρατεί από εχθές απ' άκρη σ' άκρη στην Περιφερειακή Ενότητα Ευρυτανίας και ειδικότερα στον Δήμο Αγράφων μετά την κυβερνητική ανακοίνωση για άμεση ανέγερση Νοσοκομείου στον εν λόγω Δήμο.

Ήδη υπογράφηκε η σχετική απόφαση και απομένει μόνον η τυπική έγκριση από τις αρμόδιες υπηρεσίες με διαδικασίες "fast track" που αναμένεται να έχουν ολοκληρωθεί στις αρχές του 2060.

Πάνω από 40 ειδικότητες (μεταξύ αυτών και... καμιά δεκαριά ψυχίατροι) καθώς και 20 κλίνες ΜΕΘ, αναμένεται να στελεχώσουν/επανδρώσουν το νέο κτήριο-κόσμημα που θα ανεγερθεί στο Κερασοχώρι, έδρα του Δήμου Αγράφων.

Μετά τη φιλεύσπλαχνη κίνηση του καλού ποιμένα πρωθυπουργού μας, είναι βέβαιο ότι δεν θα γεννούν πλέον οι εγκυμονούσες Αγραφιωτοπούλες καθ' οδόν επάνω σε καρότσες αγροτικών, ούτε θα χάνουν τη ζωή τους ασθενούντες συμπατριώτες μας λόγω παρέλευσης πολλών ωρών μέχρι τη μεταφορά τους στο νοσοκομείο του Καρπενησίου το οποίο απέχει σε χρόνο από τα Άγραφα... όσο η Αθήνα από τη Λαμία!!!

Το εκπληκτικότερο όμως όλων, που καταδεικνύει και την τεράστια συμβολή του ιδιωτικού τομέα στην επενδυτική άνοιξη που επικρατεί στον τόπο μας, αποτελεί και το γεγονός της γενναίας συνεισφοράς της εναρέτου κοινοπραξίας "Ανεμοτενεκές ΑΕ" η οποία θα συνδράμει αποφασιστικά το μεγαλεπήβολο έργο με την κατασκευή υπόστεγου από ελενίτ για... χρήση υπαίθριας καντίνας.

Έτσι λοιπόν, ύστερα από... 21 αιώνες τα πολυθρύλητα Άγραφα θα αποκτήσουν ΚΑΙ  νοσοκομείο μετά ΚΑΙ την ασφαλτοστρωμένη Λεωφόρο Αγράφων που ήδη αποτελεί γεγονός.

Κατόπιν όλων τούτων δεν απομένει παρά να αναφωνήσωμεν ομοψυχούντες και έμπλεοι ενθουσιασμού:

"Ζήτω το Έθνος, η Πατρίς και... ο κακός μας ο καιρός"!!!

(Πρώτη τ' Απριλιού 2021)