Από την Ευρυτάνισσα κυρά Λένη
για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"
Καλέ μου οι Αη Δημήτρηδες έχουν ανθίσει όλοι
κι ασπρολογά σα να 'πεσε χιόνι το περιβόλι.
Περνούνε τ' άγουρα παιδιά κι ανθό ζητούν να κόψουν
έρχονται οι νιές και μου ζητούν κλωνάρι να φυτέψουν.
Μα εγώ δεν δίνω κανενός και περιμένω εσένα.
Και οι Άη Δημήτρηδες και οι Άη Γιώργηδες να ανθίσουν, κάποιοι καημοί θα σημαδεύουν την ανθρώπινη ψυχή. Κι από τους μεγαλύτερους καημούς είναι η "έρμη η ξενιτειά". Έρμη όνομα και πράγμα. Γιατί ερημώνει και τον τόπο και τις οικογένειες και την ψυχή! Από τα πολύ παλιά χρόνια εμείς οι Ευρυτάνες τη "γευτήκαμε". Οι άντρες ξενιτεύονταν. Σε πολλά ξένα κράτη. Διότι ο νομός Ευρυτανίας μπορεί να ήταν πλούσιος σε οξυγόνο με πολλά δάση και νερά, όμως τον είχαν αφήσει φτωχό σε υποδομές. Πως να δουλέψει ο κόσμος και να στηρίξει την οικογένειά του ; Έτσι τα ευρυτάνικα νιάτα αφήνανε ξοπίσω γονείς κι αδέρφια, γυναίκες και παιδιά, ότι πολυτιμότερο είχαν στη ζήση τους, και με πόνο ψυχής αποχαιρετούσαν αγαπημένους και πατρίδα και σκόρπιζαν στα πέρατα του κόσμου!
Πίσω απέμεναν οι γυναίκες. Αυτές αναλάμβαναν την ευθύνη της οικογένειας, αυτές θα φρόντιζαν τα παιδιά για ότι χρειάζονταν, για τα γράμματα και τη μόρφωσή τους σχολική και κοινωνική. Αυτές θα πήγαιναν στα χωράφια και στα ζώα, θα ασχολούταν με την καθαριότητα του σπιτιού, με το φαγητό της φαμελιάς, μέχρι και με τα ξύλα του χειμώνα! Σε πολλές από αυτές τις δουλειές και υποχρεώσεις βοηθούσαν και τα παιδιά!
Οι γεροντότεροι και αυτοί βοηθούσαν σε κάποια πράγματα, όσο μπορούσαν κι αν βαστούσαν τα κότσια τους, αλλά περισσότερο έμεναν στο σπίτι για να φυλάνε τα μικρά παιδάκια, πρώτα για να τα φροντίζουν στην καθημερινότητά τους και κατόπιν για να τα κανακεύουν. Η γιαγιά έγνεθε με τη ρόκα το μαλλί για τις κάλτσες του χειμώνα. Και μαζί με αυτές έγνεθε και τα παραμύθια. "Μια φορά κι ένα καιρό..."
Κι ο παππούς θα ξεκίναγε τα ποιήματα! Πες μας ένα ποιηματάκι παππού. Κι ο παππούς άρχιζε:
Στην καρέκλα την παλιά
με κάτασπρα τα μαλλιά
ο γεροπαππούς κοιμάται.
Μη μιλάτε, μη μιλάτε....
Μουρμουρίζει σιγανά
μες τον ύπνο και γελά
μη μιλάτε και ξυπνήσει
γιατί τ΄ όνειρο θα σβήσει.
Κι έτσι με την αγάπη και με τη φροντίδα στέριωνε γερά η οικογένεια που 'χε λαβωθεί από τον ξενιτεμό. Κι όλοι είχαν μια ευθύνη στο σπιτικό, μεγαλύτεροι και μικρότεροι.
Περίπου δυο φορές την εβδομάδα ερχόταν ο ταχυδρόμος του χωριού. Όλοι περίμεναν με αγωνία να ακούσουν την ταχυδρομική σάλπιγγα να αντιλαλεί στο βουναλάκι. Και με χτυποκάρδι και λαχτάρα να πάρουν το γράμμα από τον αγαπημένο ξενιτεμένο τους. Πρώτα - πρώτα να μάθουν για την υγεία του. Ύστερα για τα νέα του, πως κυλούσε η ζωή του, η δουλειά κι η προκοπή του, να μάθουν και για άλλους συντοπίτες. Τέλος, να λάβουν και τη βοήθεια για τη φτωχή οικογένεια, το δολάριο, το μάρκο ή και τη λίρα αν ήταν από Κωνσταντινούπολη που υπήρχαν πολλοί και εκεί, ξενιτεμένοι από τα Ευρυτανικά Πολιτοχώρια μας.
Όλα καλά, όμως το να ξανανταμώσουν με τους δικούς τους ανθρώπους ήταν το σπουδαιότερο, ο μεγαλύτερος καημός και η μεγαλύτερη προσμονή. Γι΄ αυτό και το τρυφερό ή πονεμένο γράμμα που έστελνε και η σύζυγος στον άντρα της, πως... ο κήπος άνθισε και τα άνθη τα φυλάει για αυτόν που τον περιμένει με λαχτάρα!
Κανένας άνθρωπος δεν αφήνει τον τόπο του έτσι. Πάντα υπάρχουν οι αιτίες. Η μία ήταν η φτώχεια όπως είπαμε. Η άλλη ήταν οι πόλεμοι κι όσα προξένησαν στον τόπο και τις οικογένειες. Καταστροφές, ερείπια, ξεριζωμοί, διώξεις. Ποτέ δεν έλλειψαν αυτά από την Ελλάδα. Κατά καιρούς πότε οι Τούρκοι, πότε οι Ιταλοί, οι Γερμανοί και πάει λέγοντας. Κι ο κόσμος να φεύγει, να φεύγει, πότε κυνηγημένος και διωγμένος και πότε από την ανάγκη να ψάξει μια καλύτερη ζωή.
Οι νέοι σήκωναν το βάρος περισσότερο απ' όλους, να κυνηγήσουν τα όνειρά τους, να φτάσουν κάπου, να προκόψουν, να βοηθήσουν κι αυτούς που έμειναν πίσω. Αλλά ο ξεριζωμός από τον τόπο σου είναι μεγάλος πόνος. Πάντα νοσταλγείς το φτωχικό σου σπιτάκι, τους γέρους γονείς, τη γυναίκα και τα παιδιά σου, τη γειτονιά σου, ακόμη και το κάθε λουλουδάκι, το χορταράκι, τον ήλιο σου.
Όπου αλλού και να ριζώσουν, η πατρίδα τους θα είναι πάντα στην καρδιά τους. Και οι ξενιτεμένοι αλλά και οι πρόσφυγες. Μην τους ξεχνάμε κι αυτούς, αφού και εκείνοι βρέθηκαν μακριά από τα δικά τους χώματα γιατί ήταν ματωμένα όπως λέει και το βιβλίο! Από παντού, από κάθε γωνιά αυτού του άδικου κόσμου που τους ξερίζωσε. Και ο γυρισμός είναι η παντοτινή λαχτάρα ολονών. Ας μην περιφρονούμε λοιπόν κανέναν λαό, να μην λησμονούμε και τα δικά μας, πόσα περάσαμε κι εμείς οι Έλληνες, και ας γίνουμε πιο ανθρώπινοι.
Ξένε που μόνος και έρημος
σε ξένους τόπους τρέχεις
πες μου ποιος ειναι ο τόπος σου
και ποια πατρίδα έχεις.
Στη μακρινή πατρίδα μου
έχει ευωδιά και χάρη
το ταπεινότερο δεντρί
το πιο φτωχό χορτάρι.
Φτάνει, τη χώρα που μου λες
τη γνώρισα την είδα,
τη μακρινή πατρίδα σου
έχω κι εγώ πατρίδα.
ΥΓ. Το αφιερώνω στη μνήμη των αγαπημένων μου αδερφών που έφυγαν από τη ζωή στη μακρινή ξενιτειά. Λίγα άνθη ακουμπώ με αυτό στη θύμησή τους.
Ήταν ένα κείμενο μνήμης και τιμής
από την Ευρυτάνισσα κυρά Λένη
στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"
