Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Ο καπετάν Μπελλής στη Βίνιανη...



Ιχνηλατήσαμε και σας παρουσιάζουμε μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" ένα γουστόζικο περιστατικό που συνέβη στην Ευρυτανία της Αντίστασης και αφορά τον εμβληματικό ΕΛΑΣίτη καπετάνιο Νάκο Μπελλή. Η συγκεκριμένη καταγραφή, διανθισμένη με χιούμορ μα και με σημαντικές πληροφορίες για την εποχή και τον τόπο μας, προέρχεται από το βιβλίο υπό τον τίτλο : "Εγώ είμαι ο Νάκος ο Μπελλής, καμάρι της Ομβριακής" (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Τομεακή Επιτροπή Φθιώτιδας του ΚΚΕ) που κοσμεί τη βιβλιοθήκη μας.

Βρισκόμαστε στο 1944. Η Ανταρτομάνα Ευρυτανία αποτελεί τόπο συνάντησης ανταρτών και καπεταναίων, πολιτικών στελεχών, καλλιτεχνών και διανοουμένων. Ο ανθός της Αντίστασης και του Πνεύματος ανταμώνει στην Πρωτεύουσα της Ελεύθερης Ελλάδας!

Ετσι λοιπόν στη θρυλική Βίνιανη συναντάται ο αγνός ορεσίβιος αγωνιστής καπετάν Μπελλής με τον καλοσυνάτο ζωγράφο Ηλία Φέρτη. Και εκεί εκτυλίσσεται ένα πραγματικά χαριτωμένο περιστατικό...

(η συνέχεια επί... της οθόνης!)

*****

(...) Ενόψει του σχηματισμού της αντιστασιακής κυβέρνησης, από το τέλος του Ιανουαρίου του 1944, με εντολή του Κόμματος, είχαν αρχίσει, με μύριους κινδύνους και ταλαιπωρίες, τα στελέχη της πρωτεύουσας να βγαίνουν στο βουνό. Κάτω απ' τα μάτια των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, που φρουρούν τις εξόδους της Αθήνας περνούν εκατοντάδες άνθρωποι, χωρίς να συμβεί το παραμικρό. Μια πραγματική μετοικεσία πολιτικών, στρατιωτικών, καλλιτεχνών, δημοσιογράφων, καθηγητών, δημοσίων υπαλλήλων.

Από τα μυστικά μονοπάτια της Πάρνηθας και τους ΕΑΜικούς δρόμους του βουνού οδεύουν προς την Ευρυτανία η ΚΕ του ΕΑΜ, οι ΚΕ των κομμάτων που το απαρτίζουν, η ΚΕ του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ και του ΕΕΑΜ, το ΠΓ του ΚΚΕ και πλήθος άλλων προσωπικοτήτων. Στην Ευρυτανία και οι συγγραφείς Βασίλης Ρώτας, Γεράσιμος Σταύρου, Δημήτρης Χατζής, Νικόλαος Καρβούνης, Γιώργος Κοτζιούλας. Οι ζωγράφοι Ηλίας Φέρτης, Βάλιας Σεμερτζίδης, Μίνως Αργυράκης, Δημήτρης Γιολδάσης, Δημήτρης Μεγαλίδης, ο φωτογράφος Σπύρος Μελετζής, ο μουσικός Αλέξανδρος Ξένος κι άλλοι.

Το βουνό και η πρωτεύουσα συναντώνται. Οι αντάρτες με γένια, τα φισεκλίκια και τις ανάρριχτες κάπες, με τους καλοντυμένους πολιτικούς και τους καλλιτέχνες. Οι μεν περιεργάζονται τους δε, σαν κάτι αξιοπερίεργο. 

Στη Βίνιανη ο Μπελλής, με τις μουστάκες όρθιες σαν αντένες, τριγυρίζει ανάμεσα στους νεοφερμένους. Αυτός που του χτυπάει στο μάτι είναι ο ασκητικός και καλοσυνάτος ζωγράφος Φέρτης με το μπλοκ και τα μολύβια του.

- Τι είσαι εσύ, δε σ' έχω ξαναδεί εδώ, του λέει.

- Είμαι καλλιτέχνης.

- Δηλαδή, τι κάν'ς; Πκαμσάς (πουκαμισάς) είσαι;

- Όχι, ζωγράφος.

- Δηλαδή;

- Φτιάχνω πορτρέτα, πρόσωπα.

- Που το 'χεις το μηχάνημα;

- Δεν είμαι φωτογράφος. Με το μολύβι δουλεύω.

- Γινετ' αυτό;

- Κάτσε να σε φτιάξω να δεις.

Ο Μπελλής πόζαρε πρόθυμα στον Φέρτη, με ύφος... στρατάρχη, όπως φαίνεται και στο διασωθέν σκίτσο. Ποιος ξέρει από πού είχε ξεσηκώσει ο τετραπέρατος ορεσίβιος τη... ναπολεόντεια πόζα.

Πάντως το έργο του ζωγράφου το εκτίμησε.

- Ω ρε, φτυστόνε μ' έκανες.

- Θα μου το υπογράψεις;

- Ά... Άμαν ήξερα γράμματα, καλά θα 'τανε.

Στη Βίνιανη βγαίνουν οι πρώτες φωτογραφίες του Μελετζή, γίνονται τα σκίτσα του Μεγαλίδη και οι Αθηναίοι γνωρίζουν από κοντά το μύθο της Αντίστασης, τον αρχηγό του ΕΛΑΣ και τους άλλους καπεταναίους.

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Σαν τ' Αγραφιώτικα βουνά!


 Όσα βουνά σεργιάνισα, ν' όσες κοντοραχούλες,

σαν τ' Αγραφιώτικα βουνά, ν'  άλλα βουνά δεν ηύρα.

Είχαν σαράντα δυό κορφές και ξήντα δυο βρυσούλες,

κάθε βρυσούλα και κλαρί, κάθε κλαρί και κλέφτης.

Μάνα μου δεν τα πάτησα παρά σαράντα χρόνια.

(Παραδοσιακό)


blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Κυριακή 26 Μαΐου 2024

Έτσι πήρε τ' Όνομά του ο Καπετάνιος...


Τέλη Μάη 1942. 

Χαράζει στα βουνά της Ευρυτανίας...

Ένας γενειοφόρος άνδρας ανοίγει με προφύλαξη την πόρτα από το παλιό καλύβι.

Είναι η παράγκα του Σιαφάκα στη Λάσπη (σημερινός Άγιος Νικόλαος) της Ευρυτανίας.

Γύρω 5 σύντροφοί του κοιμούνται. Τα χέρια τους κρατούν σφιχτά τα τουφέκια...

Ο Θανάσης Κλάρας ατενίζει την πρώτη εικόνα της νιόφερτης μέρας. Μια συγκλονιστική εικόνα φυσικού μεγαλείου!

Το πανύψηλο Βελούχι με την αιχμηρή κορφή του λογχίζει την ουράνια σκέπη. Στη μέση του ένα σύννεφο-δαχτυλίδι κυκλώνει το σώμα του βουνού.

Εκστασιασμένος ο Καπετάνιος στρίβει ένα τσιγάρο και καθισμένος στην πέτρα καμαρώνει τον πέτρινο γίγαντα ενώ μέσα του αντηχούν τα λόγια του ποιητή....

"Αχ! πότε η καταχνιά σου αυτὴ κι η τόση σου θολούρα,/ που τώρα στο ατέλειωτο σάβανο σε τυλίγει, /πότε να γίνει θα την δω καπνούρα απὸ ντουφέκια!..."

Οι σύντροφοι αργά-αργά μαζεύονται αμίλητοι γύρω του.

Το βλέμμα τους ταξιδεύει ψηλά, μαζί με του Καπετάνιου τους.

Ο Θανάσης Κλάρας σηκώνεται ορθός.

Οι αντάρτες τον κοιτάζουν...

Στέκει μόνος απέναντι στο βουνό. Ν' αναμετρά το μπόι του με αυτό ή με την Ιστορία άραγε;

Στρέφεται στους συμμαχητές του:

"Από σήμερα θα με λέτε ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ. Άρη  Βελουχιώτη"!

Αυτός ήταν ο δικός μας Άρης, ο Άρης του Βελουχιού! 

Έτσι πήρε το αγωνιστικό του ψευδώνυμο ο επικεφαλής του επαναστατικού Λαϊκού Στρατού της λευτεριάς και της λαοκρατίας! Από το αετόμορφο Βελούχι μας!

Λίγες μέρες μετά... από το Ιστορικό Καλύβι του Β. Παπανικολάου στο Κρίκελλο, μαζί με 14 επίλεκτους αντάρτες θα κατευθυνθεί προς την Δομνίστα της Ευρυτανίας όπου εκεί θα κηρύξει την έναρξη του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα στις 7 του Ιούνη του 1942.

*Πρωτοδημοσιεύθηκε στο Περιοδικό "ΚΑΤΙΟUΣΑ" (στις 24/5/2024) 

από τον "Ευρυτάνα ιχνηλάτη"


Τρίτη 14 Μαΐου 2024

Και του χρόνου συνΕυρυτάνες


Ένα πραγματικό προσκύνημα στον Άγιο και στη Μάνα Φύση!

* του συμπατριώτη μας  Μάκη Φλώρου

για τους αναγνώστες του 

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Άγιος Νικόλαος, ο Θετταλός από τα Βούναινα…

Ευλογημένοι όσοι ανεβήκανε και φέτος στο βράχο τον ιερό…

Ευλογημένοι όσοι αγκάλιασαν και πάλι τον τεράστιο μαθουσάλα μαλλόκεδρο…

Ευλογημένοι όσοι ίδρωσαν για να πάνε εκεί και να γυρίσουν κατεβαίνοντας στον Σέλο…

Κι ήταν αυτοί τριάντα φέτος! Γιατί όπως είπε κι ο Αντρέας, 30 αυγά έφερα που μοιράστηκαν μαζί με το αντίδωρο του παπα-Γιώργη… 

Ευλογημένος κι ο παπα-Γιώργης που για 17ο χρόνο ανεβαίνει στις 9 Μαίου… λίγο κοντύτερα στον Θεό!!

Μακάρι τα παιδιά κι εγγόνια μας να συνεχίσουν στον ίδιο δρόμο, τον δύσκολο, τον ανηφορικό και δύσβατο, τον δρόμο όμως της τόσης φυσικής ομορφιάς!!

Μακάρι οι νεότεροι με την παρουσία τους και τον δικό τους ιδρώτα, να τιμήσουν τον ιδρώτα Εκείνων των προγόνων Σελιωτών που μ’ ένα κομμάτι ψωμοτύρι αλλά και μεγάλη πίστη, σήκωσαν το μικρό πέτρινο εκκλησάκι εκεί, στα πολύ δύσκολα! λίγο παραπέρα απ’ τον μαλόκεδρο, πέτρα επί πέτρας, και τίμησαν τη μνήμη του Αγίου Νικολάου του Θεσσαλού…

Και του χρόνου συμπατριώτες να ‘μαστε καλά να ξαναπάμε. Όσοι… πιστοί προσέλθετε! Πάντα ευπρόσδεκτοι όλοι οι… εκτός Σέλου! Εκεί κάτω στην Παναγιά δίπλα, πάντα θα υπάρχει και για εκείνους αντίδωρο κι ένα ποτήρι κρασί!

Μέχρι τότε μακάρι να βελτιώσουμε ακόμα λίγο τα μονοπάτια που οδηγούν εκεί. Κι αυτό γίνεται μόνο με κοινό αγώνα και αφιέρωση λίγων ωρών απ’ τη ζωή μας…

Αξίζει πραγματικά και για τη μέρα αυτή της 9ης Μαΐου αλλά και για όλο το χρόνο που μπορούν κάποιοι οδοιπόροι να αλαφρώνουν την ψυχή τους μ’ ένα δικό τους μοναδικό προσκύνημα… εκεί στον δικό μας βράχο τον ιερό!!

Καλή αντάμωση…


* Ήταν ένα ξεχωριστό άρθρο του   Κρικελλιώτη Μάκη Φλώρου 

στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

Μας καλεί...




Τα όμορφα χωριά μας, στολίδια στο περιδέραιο της ευρυτανικής φύσης, πότε χαρούμενα και πότε μελαγχολικά, μάς καλούν να τα γνωρίσουμε, να τα περπατήσουμε, να εξερευνήσουμε τις μυστικές τους γωνιές, να αγγίξουμε την ψυχή τους...

Το Καλεσμένο, ένα από τα παλιά "Πολιτοχώρια" του νομού μας που κάποτε έσφυζε από ζωή, σήμερα πληγωμένο από άπονες ανάλγητες εξουσίες, από την ξενιτιά και τον μισεμό των παιδιών του, παραδομένο στη μοναχικότητά του μας γνέφει από ψηλά καλώντας μας να μην το αφήσουμε βορά στη λήθη των καιρών...

***

ΥΓ. Το παραπάνω video-drone είναι παραγωγή του καλού μας φίλου, του Καλαβρυτινού Σπήλιου Πίστα λάτρη των βουνών και της Ευρυτανίας μας. Τον ευχαριστούμε ολόψυχα γι' αυτό το διαλεχτό δώρο που προσέφερε στο blog μας και που με τη σειρά μας χαρίζουμε σε όλους εσάς.

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Πέμπτη 2 Μαΐου 2024

Τα παιδιά κοιτάζουν το νερό της Ρούμελης...


Όταν έφτασαν ψηλότερα, παραξενεύτηκαν μ' ένα ασυνήθιστο χρώμα, που φάνηκε κάτω στο βάθος της λαγκαδιάς.

-Τι είναι κείνο; φώναξαν τα παιδιά. Είναι νερό;

-Νερό, απάντησε ο αγωγιάτης.

-Μα είναι ακίνητο, είπε ο Κωστάκης. Νερό, στον κατήφορο ακίνητο, πώς γίνεται;

-Είναι σαν ακίνητο, είπε τότε το παιδί.

-Βέβαια, γιατί εμείς είμαστε ψηλά. Παραπέρα που θα χαμηλώσουμε, θα δείτε πώς τρέχει.

-Πώς το λένε αυτό το ποτάμι;

-Ρούμελη. Μα εδώ είναι ρέμα, δεν είναι ακόμα ποτάμι. Πρέπει να κάνει μεγάλο ταξίδι, για να γίνει το ποτάμι της Ρούμελης. Έχει ν' απαντήσει πολλά νερά, να στρογγυλέψει πολλές πέτρες και να γυρίσει πολλούς μύλους ακόμα.

-Είναι γαλαζοπράσινο, είπε ο Φάνης. Τι ωραίο χρώμα!

-Αυτό το χρώμα, είπε ο κυρ Στέφανος, είν' από την ορμή που έχει το νερό. Εδώ απάνω ή Ρούμελη είναι ανήσυχη. Πηδούν τα νερά της σαν τρελά παιδιά· μόνο στον κάμπο φρονιμεύουν. Και όσο πάνε κατά τη θάλασσα, γίνονται ήσυχα και συλλογισμένα.

Όταν έφτασαν πιο ψηλά, δεν είδαν πια τη Ρούμελη. Σε μια στροφή τούς κρύφτηκε.

Ο Κωστάκης λυπήθηκε, σαν να τους είχε λείψει κανένας σύντροφος.

-Έννοια σου, Κωστάκη, είπε ο αγωγιάτης, και θα μας βγει πολλές φορές μπροστά. Φεύγει η Ρούμελη από ‘δώ; Έχει να θρέψει τόσα πλατάνια, να περάσει από τόσες λαγκαδιές!

Παραπέρα που χαμήλωσαν, άκουσαν τη βοή της κι ένιωσαν πως η Ρούμελη είναι πάντα κοντά.

(από το εμβληματικό αναγνωστικό «Τα ψηλά βουνά» του  Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ήταν το πρώτο αναγνωστικό που γράφηκε στη δημοτική γλώσσα εν έτει 1918)

ΥΓ. Φωτο "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" : ο ποταμός Μέγδοβας πλησίον του γεφυριού της Βίνιανης.

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Σάββατο 20 Απριλίου 2024

Με ισορροπία και σεβασμό...

Τιμήστε τη γη, τη μητέρα μας. Τιμήστε και όλους με τους οποίους μοιραζόμαστε τη γη, ακόμη και τους μη ανθρώπινους συγγενείς μας: τετράποδα, δίποδα, φτερωτά, κολυμβητές. Περπατήστε με ισορροπία και σεβασμό.

(Ινδιάνικο)

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Σάββατο 13 Απριλίου 2024

Η γενιά της φρούρησης

 


Υπερευτυχής και αφάνταστα ήρεμος εμπρός σε μία εικόνα ανυπέρβλητου κάλλους εδώ στη θεόμορφη Ευρυτανία με θέα το αιώνιο Γεφύρι του Μανόλη (1659)! Ένα ανεκτίμητης ιστορικής και αισθητικής αξίας "λάβαρο" τέχνης, πολιτισμού και μόχθου, αναδύεται μέσα από την αχλή του μακρινού παρελθόντος κοσμώντας με  διαχρονική επιμονή τη γη των προγόνων μας - και μαζί με τους μύθους που το συντροφεύουν και γοητεύουν την ψυχή μας, αναδεικνύει και μία παράλληλη αναγκαιότητα των καιρών μας : να γίνουμε εμείς η γενιά της φρούρησης και όχι της καταστροφής...

"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

"Εσύ είσαι ένας επαναστάτης, ένας αναρχικός..."


Απόσπασμα διαλόγου του εργοστασιάρχη γέρου Φιντή με τον αποστασιοποιημένο γιό του Σταύρο, που απηυδισμένος απαρνήθηκε την εκμεταλλεύτρια τάξη του καθώς και τον ίδιο τον πατέρα του, ως ωμό εκπρόσωπό της, επιλέγοντας να φύγει από το σπίτι του για να δουλέψει εργάτης. 

Το εν λόγω απόσπασμα περιλαμβάνεται στο θεατρικό έργο "Ο Γήταυρος" του πρωτοπόρου συμπατριώτη διανοούμενου Ρήγα Γκόλφη. Το μονόπρακτο αυτό δράμα πρωτοδημοσιεύθηκε το 1908 σε τρεις συνέχειες στο εμβληματικό περιοδικό της εποχής "Νουμάς" (φ.321, 7/12/1908) και θεωρείται το πρώτο έργο σοσιαλιστικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Στην πορεία του χρόνου παίχτηκε σε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις που δόθηκαν κυρίως από εργατικά σωματεία!

ΥΓ. Ο Ρήγας Γκόλφης (1886-1958), αυτός ο σπουδαίος προοδευτικός λόγιος, είχε Ευρυτανική καταγωγή! Το αληθινό του όνομα ήταν Δημήτρης Δημητριάδης και ο πατέρας του ήταν από το Καρπενήσι το οποίο ο Ρήγας λάτρευε παθολογικά (δείτε ενδεικτικά: εδώ και εδώ).

*****

«ΣΤΑΥΡΟΣ: Όσο γι' αυτό, πατέρα, νομίζω πως δεν έχουν άδικο. Δώδεκα ώρες πάνου κάτου, δουλειά το μερονύχτι, τους αφανίζει. Δεν είναι μικρό πράμα, δώδεκα ολάκερες ώρες νάχης να παλεύης με το σίδερο. Το άψυχο αυτό πράμα για να λυγίση, να κοπή, να πάρει σκήμα, θέλει να φάη ζωές.

ΦΙΝΤΗΣ: Σταύρο, τι είναι αυτά που λες;

ΣΤΑΥΡΟΣ: Λέω απλούστατα, πως έχουν δίκιο να ζητούν λιγόστεψη στις ώρες της δουλειάς.

ΦΙΝΤΗΣ: Μα αυτό είναι ενάντιο στα συφέροντά μας.

ΣΤΑΥΡΟΣ: Το μεγαλύτερο συφέρο καθενός είναι το συφέρο της ανθρωπότητας. Κι αυτοί που εργάζουνται στο εργοστάσιό σας, μην ξεχνάτε, πατέρα, πως είναι οι απόκληροι αυτής της ανθρωπότητας, που όσο κι αν σας κάνουνε να πλουτίζετε, έχουν όμως δικαίωμα σε μια στοιχειώδικη φιλανθρωπία από μέρους σας.

ΦΙΝΤΗΣ: Αυτοί με κάνουν και πλουτίζω; Αυτοί ή τα κεφάλαιά μου, τα μηχανήματά μου, η περιουσία μου, που την έχω ρίξει στους πέντε δρόμους, και που γι΄ αυτό βρίσκουνε ψωμί και τρώνε αυτοί οι τιποτένιοι;…

ΣΤΑΥΡΟΣ (με κάποιο θυμό): Η περιουσία σας που τη ρίξατε στους πέντε δρόμους, καθώς λέτε, μεγάλωσε και θέριεψε μέσα σ' αυτούς τους πέντε δρόμους, όχι βέβαια μονάχη της, μα με το αίμα αυτουνών, που τώρα τους βρίζετε κιόλας.

ΦΙΝΤΗΣ: Δε σε καταλαβαίνω, Σταύρο, μα την αλήθεια, δε σε καταλαβαίνω.

ΣΤΑΥΡΟΣ: Κι όμως αυτά που λέω είναι τόσο απλά. Δε με καταλαβαίνετε, γιατί δε θέλετε, γιατί ίσως και δεν μπορείτε να με καταλάβετε. Δε συλλογιστήκατε ποτέ πόσοι απ' αυτούς φύγανε από το εργοστάσιό σας σακατεμένοι και χιλιοπαθιασμένοι, ενώ μπήκανε εκεί μέσα μ' όλη τη γεροσύνη και τη φωτιά της νιότης. Δε συλλογιστήκατε ποτέ πως η μόνη τους ανταμοιβή ύστερ' από τόσω χρονώνε εργασία, είναι η πείνα, η άτιμη πείνα άμα τους περιτριγυρίσουνε τα γερατειά, και πάψει πια η ικανότητά τους για τη δουλειά… (ξαφνικά). Πάψτε να είστε τόσο άδικος γι' αυτούς, πατέρα. Ακούστε με και μένα. Ας τους λιγοστέψουμε τις ώρες της εργασίας όπως ζητάνε, ας τους κάνουμε και καμιά άλλη παραχώρηση, ας τους…

ΦΙΝΤΗΣ (διακόφτοντας με θυμό): Και καμιά άλλη παραχώρηση; Εσύ είσαι τρελός. Είσαι  τρελός. Μπας και ήρθες εδώ, καταραμένε, για να μου καταστρέψης την περιουσία μου, να μου πάρεις τα κόπια μου, και να τα σκορπίσης στον άνεμο;

ΣΤΑΥΡΟΣ: Ίσως αυτά που λέτε κόπια σας να είναι πιο πολύ ξένα, παρά δικά σας.

ΦΙΝΤΗΣ (μονάχος του, σαν απελπισμένος): Πάντα ο ίδιος, πάντα ο ίδιος. Δεν μπόρεσε ν΄ αλλάξει, Θεέ μου.

ΣΤΑΥΡΟΣ: Κι όμως αν ξέρατε τι θα πη σκλαβιά…

ΦΙΝΤΗΣ (διακόφτοντας): Μιλάς για σκλαβιά, γι' αυτούς που κατάντησαν να είναι πιο λεύτεροι κι από μένα. Η πολιτεία τούς έκαμε βασιλιάδες, και λύνουνε και δένουνε, και κατεβάζουν αρχόντους με τον ψήφο τους. Πού ματακούστηκε να κυβερνάη έναν τόπο η φτωχολογιά και η αργατιά.

ΣΤΑΥΡΟΣ: Τους λευτέρωσε η πολιτεία, είναι αλήθεια, μα τους σκλάβωσε ο παράς. Αυτό το σκλάβωμα όμως είναι πολύ χειρότερο από κάθε άλλο. Δε θα περάση πολύς καιρός που θα ξεσκλαβωθούνε κι απ' αυτό… Αλίμονο στις ιδέες; σας τότε κύριε Φιντή.

ΦΙΝΤΗΣ: Εσύ είσαι ένας επαναστάτης, ένας αναρχικός, που ήρθες εδώ μέσα για να με φοβερίσης. Α! δεν μπορώ να σε υποφέρω πια, θα φωνάξω την αστυνομία να σε πετάξη από μπροστά μου. (Πέφτει σε μια καρέκλα).

Πάψη.

ΣΤΑΥΡΟΣ (ήσυχα ύστερα από λίγη σκέψη): Δεν είναι ανάγκη να το κάμη αυτό η αστυνομία. Θα το κάμω μόνος μου, τώρα που σας γνώρισα καλά και κατά βάθος. Μια φορά είμουνα παιδάκι και δε σας είχα καταλάβει αλλιώς βέβαια δε θα με βλέπατε ποτέ να ξαναπατήσω το κατώφλι σας. Κι αν με είδατε σήμερα νάρχουμαι εδώ, τόκαμα αυτό μόνο και μόνο με την ελπίδα πως με ό,τι μέσο μού περνούσε από το χέρι θα μπορούσα να γλυκάνω τη δυστυχία τω δυστυχισμένω σας. (Δυνατότερα, ύστερα από λίγο.) Τόσα χρόνια μακριά από σας, δούλεψα με τα χέρια μου για να ζήσω. Πείνασα, δίψασα, υπόφερα, και είδα από σιμά μέσα στα εργοστάσια κι εγώ, ένας απλός εργάτης, είδα από σιμά τη μεγάλη καταπίεση του παρά, είδα από σιμά τα βάσανα, τις πίκρες, τις αδικίες, τους θανάτους. Είδα από σιμά την αγριότητα, την ατιμία, και μπήκα και γω, και βουτήχτηκα και γω, και έπαθα και γω. Κλείνω μέσα μου αυτή τη στιγμή τον πόνο όλων όσων τυραννιούνται κάτου από τα σκληρά πατήματα όλων εκείνων που σας μοιάζουν… Α! με λέτε επαναστάτη, αναρχικό. Μα δεν είμαι τίποτ' απ' αυτά. Είμαι μονάχα ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος που εσείς δεν είστε.

ΦΙΝΤΗΣ (συλλογισμένος): Αλίμονό σου, αλίμονό σου, τρισαλίμονό σου!…

ΣΤΑΥΡΟΣ (χτυπά το κουδούνι). (Μπαίνει ο υπερέτης).

ΣΤΑΥΡΟΣ: Τοίμασε σε παρακαλώ τα πράματά μου και κατέβασέ τα κάτου στην οξώπορτα.

Υπερέτης. Αμέσως. (Φεύγει).

Πάψη. (....) »

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Αλλάζουν όνομα τα Άγραφα ;;;



Ακούσατε - ακούσατε...

Η Υπερτάτη Αρχή, αποτελουμένη εκ του εκλαμπροτάτου Σουλτάνου της Ευρωπαϊκής Αυτοκρατορίας και εκ του πολυχρονεμένου Βεζύρη της Επαρχίας των Αθηνών, από σήμερον Πρώτη τ' Απρίλη αποφασίζει και διατάσσει διά τον... καζάν των Αγράφων:

- Τα "Άγραφα" αλλάζουν όνομα. Από τούδε και  εις το εξής θα ορίζονται πλέον ως "Καταγεγραμμένα", καθώς η παλαιά ονομασία η οποία εδόθη εις αυτά από τα βυζαντινά και οθωμανικά έτη δεν συνάδει πλέον με το "Νέον Σχέδιον Βιομηχανικής Αναπτύξεως" της περιοχής. Τα "Άγραφα" θα συμπεριληφθούν εις τους χάρτας της Εξουσίας, το δε Σχέδιον προβλέπει τα κάτωθι:

1ον) Τα άγονα μα και δασόφυτα ευρυτανικά όρη τα οποία τελούν εν αχρηστία θα επανδρωθούν με συγχρόνους ανεμομύλους υψηλής ποιότητος και... υψηλού ύψους σιδηροκατασκευών, οι οποίοι και θα εμφυτευθούν επί του εδάφους με ικανές βάσεις οπλισμένου σκυροδέματος. Θα απαγορεύεται η πρόσβασις εις τα εν λόγω ιδιωτικά εδάφη.

2ον) Εις την λίμνην των Κρεμαστών θα τοποθετηθούν εγκαταστάσεις πλωτών φωτοβολταϊκών πάρκων μετά φωτεινών ενδείξεων διά την ανάδειξιν του κάλλους του παραλιμνίου τοπίου. Θα απαγορεύεται η χρήσις της λίμνης διά κάθε άλλη δραστηριότητα πλην της προαναφερομένης.

3ον) Ομοίως και με τα βοσκοτόπια των Βαλαωριτών και λοιπών κτηνοτρόφων χωρικών οι οποίοι θα αποκτήσουν βίζα διά την μετεγκατάστασίν των εις την ειδυλλιακήν πόλιν των Αθηνών εις βοσκοτόπους οι οποίοι θα υποδειχθούν από το Υπουργείον Κτηνοτροφικής Αναπτύξεως Πρωτευούσης.

4ον) Αι πηγαί θα δεσμευθώσιν ώστε πλησίον των να εγκατασταθούν εταιρείαι εμφιαλώσεως υδάτων. Οι κάτοικοι τούτων των περιοχών θα μπορούν να προμηθεύονται εμφιαλωμένον ύδωρ εκ των εταιρειών της αρεσκείας των με προνομιακήν έκπτωσιν 1 επί τοις εκατόν.

5ον) Άπασαι αι διαδικασίαι θα είναι "fast track". Οι επενδυταί θα διευκολυνθούν τα μέγιστα βάσει των αναλόγων νομοθετικών ρυθμίσεων και βεβαίως θα επιδοτηθούν από το κοινόν δημόσιον ταμείον, δηλαδή από τον οβολόν όλων σας, χάριν της εθνικής ομοψυχίας. 

6ον) Οι υπήκοοι μπορούν να υποβάλλουν τας ενστάσεις των εις τα αρμόδια όργανα, αλλά δεν προβλέπεται να γίνουν αποδεκταί!

7ον) Απαγορεύονται αυστηρά συγκεντρώσεις άνω των τριών ατόμων. Οι παραβάται θα τιμωρούνται με απαγόρευσιν κυκλοφορίας κατά τας πρωινάς, μεσημβρινάς, απογευματινάς και νυκτερινάς ώρας.

Η Υπερτάτη Αρχή 

Βρυξελλών, Αθηνών και Περιχώρων

(2)1η Απριλίου 202τάδε

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

Μιλήστε σε αυτήν...


Ένας καλός τρόπος για να αρχίσετε να σκέφτεστε τη φύση : μιλήστε για αυτήν.

Ή μάλλον καλύτερα μιλήστε σε αυτήν, μιλήστε στα βουνά, στα ποτάμια, στις λίμνες, στους ανέμους, όπως στους συγγενείς σας.

(Ινδιάνικο)

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

Κατσαντώνης : ένα ποίημα για το μαρτυρικό τέλος του.

Σκηνή από την αναπαράσταση της "Μάχης της Σπηλιάς" στο Σίχνικο Αγράφων (2015) - Σύλληψη και θανάτωση του Κατσαντώνη * φωτό: "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Παραθέτουμε ένα σπουδαίο Ιστορικό Ποίημα που ιχνηλατήσαμε από τον επικό μας ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και αφορά το μαρτυρικό θάνατο του θρυλικού Αγραφιώτη επαναστάτη Κατσαντώνη, αυτού του ασυμβίβαστου μαχητή της λευτεριάς και της αξιοπρέπειας που πάλεψε αλύγιστος και μέχρι τέλους ενάντια στη συνασπισμένη τυραννική εξουσία των αληπασάδων και των κοτζαμπάσηδων (βλ. εδώ αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" ).

Παράλληλα να υπενθυμίσουμε ότι ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879) είχε βαθιά Ευρυτανική καταγωγή και μάλιστα από κλεφταρματολίτικη οικογένεια καθώς ήταν απόγονος των οπλαρχηγών Χρήστου και Μόσχου Βαλαώρα, από το χωριό Βαλαώρα Ευρυτανίας!

Ιδού:

*****

Εσείς όπου τον είδετε ψηλά στα κορφοβούνια,

σταυραητοί και πέρδικες, ξηφτέρια, χελιδόνια,

ελάτε να του στήσετε τραγούδι μοιρολόγι.

Τον Κατσαντώνη πιάσανε, κλάψτε πουλιά μου, κλάψτε.

Ένας παπάς τον πρόδωκε! Μαχαίρι να του γένη

η κοινωνιά που το ’βαψε τ’ αφορεσμένο στόμα,

θηλειά κι αστρίτης στο λαιμό τ’ άγιο του πετραχήλι,

να μη βρεθή πνευματικός να τον ξεμολογήση

κι αγαπημένα δάκτυλα τα μάτια του να κλείσουν!


Το γκαρδιακό τ’ αδέρφι του, ο Γιώργος ο Χασώτης,

έξυπνος ακουρμαίνεται, κοιμάτ’ ο Κατσαντώνης.

Η ευλογιά τον έψησεν, η θέρμη τον ανάφτει.


–Ξύπν’, αδερφέ μου, ξύπνησε στον ώμο να σε πάρω·

πλακώσανε οι λιάπιδες και θα μας πιάσουν σκλάβους.

–Τρέχ’, αδερφέ μου, γλίτωσε, μη με ψυχοπονιέσαι.

Κι αν μ’ αγαπάς και πιθυμάς να πάω φχαριστημένος,

κόψε μου το κεφάλι μου μη μου το πάρ’ ο Αράπης

και φέρ’ το πάνω στ’ Άγραφα, και διάλεξ’ ένα βράχο

και δος του το να το φορή, κορφή του να το κάμη,

να το φορή, να το βαστά σαν περικεφαλαία.

Έλ’, αδερφέ μου, γλήγορα, γλήγορα να με κόψης

να πάγω κει ψηλά ψηλά, να φύγω δώθε μέσα,

νάρχονται μαύρα σύγνεφα, νάρχοντ’ αστροπελέκια

να μου θυμάνε το καπνό, να μου θυμάν’ τη λάμψι

του τουφεκιού μου, π’ ορφανό στα χέρια σου θα μείνη.

Να τ’ αγαπάς, να το φιλής, να τόχεις σαν αδέρφι.


Ο Γιώργος εκατάλαβε πως τ’ ανεβαίν’ η θέρμη,

τον άρπαξε στον ώμο του κι απ’ τη σπηλιά πετιέται.

Επήρε τον ανήφορο, στο ξάγναντο προβαίνει,

εξήντα βλέπει Τσάμιδες που τον εκυνηγούσαν.

Κάθε φορά που σίμωναν, έστενε μετερίζι

του Κατσαντώνη το κορμί κι άδειαζε τ’ άρματά του.

Χαρά στη μάνα πόκανε παιδιά τέτοια λιοντάρια!

Έτσι κυνηγηθήκανε τα δυο πιστά τ’ αδέρφια,

όσο που βγήκε ο αυγερινός κι αχνίσανε τ’ αστέρια.

Τότε λαβώθηκε βαριά ο Γιώργος στο ποδάρι,

και τους επιάσαν ζωντανούς, στα Γιάννινα τους φέραν.


Και μιαν αυγή στον Πλάτανο, που από μικρό κλωνάρι

εχόντρυνε κι επλάτυνε, βυζαίνοντας το γαίμα,

την ώρα τους την ύστερη, βαριά σιδερωμένα

του Βάλτου, του Ξερόμερου τα δυο θεριά προσμένουν.

Χίλιων λογιώνε σύνεργα, δαυλιά, σφυρί κι αμόνι

σκόρπια στο χώμα βρίσκονται κι εκείνοι τα τηράνε.

Ο Γιώργος σαν κ’ εδάκρυσε για το γλυκό του αδέρφι.

Του Κατσαντώνη μια ματιά, κ’ εστρέφεψε το δάκρυ.

Κι εκεί που διηγούντανε τονα τ’ αδέρφι στ’ άλλο

τα περασμένα νιώτα τους, την κρύα τη βρυσούλα,

το φόβο του Αλήπασα, του Γκέκα τη λαχτάρα,

έξαφν’ αστράφτ’ ένα σπαθί και γέρν’ ένα κεφάλι:

«Χριστός ανέστη, πλάκωσα!» φωνάζ’ ο Κατσαντώνης

κι ένα φιλί, στερνό φιλί από μακρά τού ρίχνει.


Μες στα κλαριά του πλάτανου, μες στα χλωρά τα φύλλα

σα νάταν στο λημέρι της, εκρύφτηκ’ η ψυχή του,

κι εκύτταζε τον αδερφό που τόνε μαρτυρεύουν.


Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι

κι αρχίσανε με το σφυρί να τόνε πελεκάνε.


Σκλήθραις πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μελούδια·

νεύρα, κομμένα κρέατα σέρνονται σαν ξεσκλίδια,

και κειος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:


Χτυπάτε, πελεκάτε με·

σκυλιά, τον Κατσαντώνη

δεν τον τρομάζει Αλήπασας,

φωτιά, σφυρί κι αμόνι.


Μιαν ώρα πελεκούσανε, τα χέρια τους δειλιάζαν,

οι γύφτοι βαρεθήκανε και το λαιμό του κόβουν.

Ανοιγοκλούσ’ ο λάρυγγας, μαύρο πετά το γαίμα

και μες στον κόκκινό του αφρό, μες στη βραχνή γαργάρα

μισοκομμέν’ ακούονται του τραγουδιού τα λόγια:


Χτυπάτε, πελεκάτε με·

σκυλιά, τον Κατσαντώνη

δεν τον τρομάζει Αλήπασας,

φωτιά, σφυρί κι αμόνι.


Ο πλάτανος, σαν ένιωσε στη ρίζα του το γαίμα,

αλαίμαργα το ρούφηξε να μη το πιει το χώμα,

κι εστοίχειωσε κι εθέριεψε κι άπλωσε τα κλωνάρια

τόσο χοντρά κι’ ατάραγα και τόσο φουντωμένα,

που τάβλεπ’ ο Αλήπασας τη νύχτα στ’ όνειρό του

κ’ εφώναζε κ’ ελάμπαζε μην έλθ’ εκείν’ η μέρα

που τα κλαριά του πλάτανου την Πόλι θα πλακώσουν...

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

Το αγριοπερίστερο


Στα πλαίσια της γνωριμίας μας με "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου" παραχωρούμε για μια ακόμη φορά το λόγο στον αείμνηστο Ευρυτάνα συμπατριώτη μας Στέφανο Γρανίτσα (1880-1915) όπου μέσα από το ομώνυμο έργο του θα μας συστήσει με τη γλαφυρή γραφή του το αγριοπερίστερο!

Ιδού: 

*****

ΤΟ ΑΓΡΙΟΠΕΡΙΣΤΕΡΟ

Στα παραμύθια της Πεντάμορφης κι η θάλασσα κι η Γη συμπονούν τους ήρωας της Αγάπης. Η Θάλασσα τους δίνει ένα φτερό ψαριού κι η Γη ένα φτερό μερμηγκιού. Αλλά τους λόγγους που είναι σαν χτένια γύρω απ’ το Παλάτι ποιος θα τους περάση για να φέρη ή να δώση ένα μήνυμα; Τα δυο Βουνά π’ ανοίγουν και κλείνουν σαν φτερά πεταλούδας, ποιος θα τα διαβή για να φέρη τ’ αθάνατο νερό; «Τότε ο Βασιληάς των πουλιών προστάζει το Περιστέρι κ.λ.π.»

Τι μεγάλοι νατουραλισταί ήταν αυτοί που έκαμαν τα παραμύθια. Τ’ Αηδόνι φέρνει και παίρνει ερωτικά μηνύματα της γειτονιάς. Καλός μεσίτης για μικροαγάπες, για μικρονταραβέρια, για θερμοζάχαρες. Τα φτερά του δεν είναι για μεγάλα πράγματα. Για τους στρατοκόπους της αγάπης που θα περάση βουνά και γκρεμνούς και θα παλαίψη με Δράκους και Λάμιες είναι το Περιστέρι. Φτερό, νους και ψυχή του «είναι μεγάλα σαν την Αγάπη».

Φτερό. Λέγουν ότι παίρνει έως 120 μίλια την ώρα. Οι ερευνηταί του πετάγματος του εσκότωσαν ένα Περιστέρι στα περίχωρα της Νέας Υόρκης και η γούλα του (ο πρόλοβός του) ήτο ακόμη γεμάτος ρύζι το οποίον δεν ήτο δυνατόν να είχε φάγη άλλου από τους ορυζώνας της Καρολίνας.

Οι λογαριασμοί λοιπόν που έκαμαν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι διάστημα τετρακοσίων αγγλικών μιλίων το πήρε εις εξ ώρας. Ο ουρανός συμπονών και αυτός, φαίνεται, τους μνηστήρας της Πεντάμορφης, του έδωκεν όσο γαλάζιο χρώμα είχε στον αιθέρα του, ώστε να μη διακρίνεται εύκολα.

Νους. Είτε βόσκει είτε πετά, έχει τας προφυλακάς του όπως και τ’ αγριόγιδα. Αν αι προφυλακαί του ή οι κολαούζοι, όπως λέγονται, σημειώσουν την εμφάνισιν Γερακιού, αμέσως πυκνώνουν και γίνονται ένα μονοκόμματο γαλάζιο σύννεφο. Ο λόγος είναι ο εξής.

Για ν’ αρπάξη το Γεράκι ένα Περιστέρι, πρέπει πρώτα να το ζυγαριάση, τουτέστι να το σημαδέψη με το μάτι του, όπως έλεγα. Αν τα Περιστέρια είναι σκόρπια, το σημάδεμα είναι οπωσδήποτε εύκολο. Αν όμως προφθάσουν και σμίξουν, δεν κατορθώνει να πάρη στόχον. Θα πέση απάνω στο σύννεφο, εκείνο θ’ ανοίξη, και το Γεράκι θα σπάση τα στήθια του στο χώμα.

Οι κυνηγοί εξ άλλου λέγουν, ότι άμα τα ντουφεκίσης δεν μένουν πλέον δύο περιστέρια που να έχουν το ίδιο πέταμα. Αυτό που περνά τώρα έχει δέκα μι­λίων ταχύτητα, το άλλο που έρχεται πίσω έχει 60, το παραπίσω 40. Είναι τόσον δύσκολον επομένως να τους πάρη κανείς «μάτι», ώστε, αν ένας καλός κυ­νηγός με 60 τουφεκιές θα πιάση 55 κομμάτια μπε­κάτσες, είναι ζήτημα, αν με ίσον αριθμόν, σκοτώση 20 περιστέρια.

Αλλάζουν πέταγμα από τρόμο ή για να μη δώσουν «μάτι»; Πιστεύω το δεύτερον, αφού αυστηροί νατουραλισταί βεβαιούν, ότι όσα ήμερα περιστέρια είναι άσπρα δύσκολα απομακρύνονται από την αυλήν, διότι γνωρίζουν ότι το χρώμα τους δίνει στόχον στο Γεράκι.

Ψυχή. Οι κυνηγοί πιάνουν το βράδυ τις σπηλιές που έχουν τα περιστέρια τις φωλιές τους. Η σοφία με την οποίαν κατορθώνουν να μη δίνουν «μάτι» στο Γεράκι και στους κυνηγούς, δεν τους χρησιμεύει τώρα καθόλου. Τα παιδιά τους είναι μέσα στη σπηλιά και πρέπει να περάσουν να τα χαϊδέψουν, να τα φιλήσουν (φιλιώνται σαν τα περιστέρια) να τ’ αποκοιμίσουν. Αν πρόκειται να μη φθάσουν εκεί για να γλυτώσουν, το ίδιο τους είναι κι αν βρεθούν σκοτωμένα στην τσάντα του κυνηγού.

Άξιζε ή όχι ένα τέτοιο πουλί να φτερουγίζη μες στα σύννεφα των μεγάλων ηρωισμών της Αγάπης;

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"