Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

"Σαν τον Καραΐσκάκη καταντήσατε βρε..."!


Τα σκληρά παιδικά χρόνια του Καραΐσκάκη και η απόφασή του να βγει στο κλαρί!

Στις 23 Απρίλη 1827, ανήμερα της γιορτής του, ξεψυχάει λαβωμένος θανάσιμα από... "ύποπτο" βόλι που είχε δεχθεί προηγουμένως, ο Γιώργης Καραϊσκάκης πρώην οπλαρχηγός Αγράφων και μετέπειτα αρχιστράτηγος της Επανάστασης του '21. Προτού ο Καραϊσκάκης παραδώσει την τελευταία του πνοή αφήνει στους συντρόφους του σαφείς υπόνοιες για το φονιά του και τους υποκινητές του.

Διαβάστε γι' αυτό σχετικό άρθρο του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" (κλικάροντας στον παρακάτω τίτλο):

Ο Γιώργης Καραϊσκάκης, ο λάτρης των αδούλωτων Αγράφων, ο πρωτοπόρος μαχητής της λευτεριάς που αγαπήθηκε από τη φτωχολογιά μα και μισήθηκε από τους προύχοντες τυράννους και τους σφουγγοκολάριους των ξένων δυναστών, δεν κατάγονταν από μεγάλα "τζάκια". Ένα νόθο εγκαταλειμμένο και ορφανό παιδί ήταν, ο νόθος γιος μιας καλόγριας που μεγάλωσε κατατρεγμένος, μέσα στη μαύρη φτώχεια και την απόλυτη στέρηση, αντιμετωπίζοντας από τα μικρά του χρόνια τη σκληρότητα και την αδικία από την... ευυπόληπτη κοινωνία των "εχόντων και κατεχόντων". Ο Καραϊσκάκης, όμως, δεν ξέχασε ποτέ τα όσα έζησε, κι αργότερα, φτασμένος πια καπετάνιος, ψυχοπονούσε και νοιάζονταν για τον αδύναμο, με τ' άρματά του να βροντάνε πολλές φορές και για την υπεράσπιση των καταφρονεμένων! 

Κλέφτης βγήκε νωρίς, δεκαπεντάχρονο αμούστακο παιδί, φτιάχνοντας τη δική του συμμορία και βιώνοντας μέσα από την... ευεργετική "παραβατικότητα" έναν προσωπικό αδέσμευτο βίο. (Αργότερα, και μετά από πολλές περιπέτειες, θα ενταχθεί στο νταϊφά του θρυλικού Κατσαντώνη των Αγράφων!)

Στην πορεία και μέσα από σύνθετες διαδικασίες, που δεν είναι του παρόντος, θα μετεξελιχθεί στο φλογερό επαναστάτη μαχητή της Ανεξαρτησίας που θα γίνει ο φόβος και ο τρόμος των τούρκικων στρατευμάτων αλλά μαζί και το "κακό σπυρί" για τους αρχοντάδες, τους εγγλεζόδουλους Μαυροκορδάτους και τα τσιράκια τους που τον κυνήγησαν ανηλεώς (βλ. Η άγνωστη μάχη της Βράχας στην Ευρυτανία)

Τόσο οι "καθωσπρεπιστές" όσο και οι "παραχαράκτες" της ιστορικής αλήθειας σίγουρα νιώθουν άβολα όταν γίνεται η σχετική αναφορά για το ποιος ήταν πραγματικά ο Καραϊσκάκης, ποιες ήταν οι καταβολές του ή πόσο "παραβατικός" υπήρξε για την κατεστημένη τάξη πραγμάτων. Είτε το θέλουν όμως είτε όχι, την ιστορία των εξεγέρσεων τη γράφουν κάτι τέτοιοι "παρακατιανοί", τ' "αγρίμια", οι "άνομοι", οι "απείθαρχοι" στους ντόπιους και ξένους αφεντάδες, τα ψυχωμένα παλικάρια με αξιοπρέπεια και φιλότιμο που δεν ανέχονται να ζουν κάτω απ' το μαστίγιο πάσης φύσης εξουσιαστών. Γιατί η Ιστορία γράφονταν και γράφεται με ανυπακοή!

Με αφορμή την επέτειο του θανάτου του, διαλέξαμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το σπάνιο εμβληματικό βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη με τίτλο: "ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ" (Βιβλιοεκδοτική, 1959) για να σας παρουσιάσουμε μια ειδικότερη αναφορά στα δύσκολα παιδικά χρόνια και το πρωτοξεκίνημα του "γιου της καλογριάς" στο "Κλέφτικο"! 

Ιδού:

==================
Φωτο "Ευρυτάνας ιχνηλάτης": Η προτομή του Γ. Καραϊσκάκη στο μοναστήρι του Προυσού Ευρυτανίας
που αποτέλεσε κρησφύγετό του (βλ. εδώ!)

-Ποιανού είναι τούτο το μούλικο;
Κι έπαιρναν την απόκριση:
-Ο γιος της καλογριάς.

Μεγάλωνε το παιδί ανάμεσα στους ξένους τρώγοντας ξύλο και μπομπότα. Ένα κουρέλι σκέπαζε το κορμί του ό,τι καιρό κι αν έκανε. Τα γυμνά πόδια του συνήθιζαν ν' αντέχουν στις κοφτερές τις πέτρες, στις τσουκνίδες την άνοιξη, στα ξεράγκαθα τα καλοκαίρια, στα χιόνια το χειμώνα. Έμαθε να κάνει βαρειά θελήματα πιο πάνω από την ηλικία του. Άμα του δίνανε να βοσκάει τα γίδια είταν η χαρά του σκαρφάλωνε στις κακοτοπιές καλύτερα απ' αυτά.
Φτώχεια όλα τα πάντα και μιζέρια γύρω του, μα η δική του ζωή είταν η πιο άχαρη απ' όλες. Και τούτη τη σκοτεινή εικόνα δεν τη λησμόνησε ποτέ. Γι' αυτό συμπονούσε τον αδύναμο και κατηγορούσε όσους τού φέρονταν άδικα. 
Συχνά, όταν πια τράνεψε, έλεγε:
-Όποιος γίνεται αφέντης χωρίς να γίνει πριν δούλος, είναι μπάσταρδος αφέντης κι αλλοίμονο στο δούλο.
Τούτη η σκληρή ζωή τον έκανε πρόωρα να μεστώσει. Αν τσακωνόταν μ' άλλα παιδιά και τους άνοιγε με καμιά πέτρα το κεφάλι, έτρωγε της χρονιάς του κι από πάνω άκουγε αδιάκοπα, σα μια κατάρα που δε μπόραγε να την κρίνει, να τον φωνάζουν μούλο. Αν πάλι τόνε χτύπαγαν τ' άλλα παιδιά, ήξερε πως δεν είχε να παραπονεθεί σε κανένα, γιατί σ' αυτόν θα ρίχναν το φταίξιμο.
Μαύρα κι άραχλα στάθηκαν τα παιδικά του χρόνια. Ένα μονάχα πράμα θάμπωσε τότες το νου του, οι αρματωλοί κι οι κλέφτες που πέρναγαν από τα τσελιγγάτα. Με τα χυτά στους ώμους μαλλιά τους, με το φεσάκι μ' ασικλίκι φορεμένο, με τα χρυσοΰφαντα γελέκια τους, με το μακρύ ασημοδουλεμένο ντουφέκι τους στον ώμο, με την μπρούντζινη μπαλάσκα τους και τη θήκη για το μεδουλάρι, με το σελάχι τους φορτωμένο μπιστόλες και μαχαίρια, μοιάζανε γεννήματα ενός άλλου κόσμου, τόσο διάφορου απ' αυτόν που ζούσε. Κατάλαβε πως είχαν δικό τους μπαϊράκι, γεμάτο παληκαριά, λεβεντιά κι αξιοσύνη. Τους καμάρωνε να στήνουνε χορό και ν' αναχτυπάνε στα δασωμένα στήθεια, στη λιγνή τη μέση και στα γεροδεμένα μπούτια, τα χαϊμαλιά, τα βρογκαλίδια, τα γατζούδια κι οι τοκάδες. Κι όταν πια οι φλάσκες αδειάζανε από κρασί και το γλέντι κόρωνε, έβλεπες ν' αστραφοκοπάνε ανάμεσα στα έλατα και τον ήλιο οι γυμνωμένες πάλες κι άκουγε να βροντολαλούνε τα καριοφίλια, πνίγοντας τα τσουγκρανίσματα του ταμπουρά. Αφουγκραζόταν τα τραγούδια τους και λίγο-λίγο τα μάθαινε:
Πασά μου έχω το σπαθί, βεζίρι το ντουφέκι.
Κάλλιο να ζω με τα θεριά, παρά να ζω με Τούρκους.
Κι είδε ακόμα την κλεφτουριά να ρίχνει το λιθάρι και να παραβγαίνει στο πήδημα και στο τρέξιμο. Κι όλ' αυτά τον μάγεψαν τόσο, που όταν έβοσκε στα διάσελα τα γίδια, ονειρευόταν μ' ανοιχτά τα μάτια πότες θα γίνει κλεφτόπουλο κι αυτός, να τόνε τρέμει ο ντουνιάς και να τόνε τραγουδάει ο κόσμος.

Μα η ζωή δε μοιάζει με τα όνειρα. Η μάνα του, ως φαίνεται, πέθανε άμα είταν οχτώ χρονών. Όλα γύρω του γίνηκαν κόλαση. Οι ξένοι καταφρόνεσαν το παιδί πιότερο από ποτέ και γύρευαν μ' αδιάκοπη δούλεψη να τους πλερώνει το ξεροκόμματο που του δίναν να φάγει. Και τότες παίρνει την πρώτη μεγάλη απόφαση. Παρατάει τους Σαρακατσαναίους, φεύγει από το Μαυρομάτι και τραβάει για τη Γράλιστα, που βρίσκεται πέντε ώρες δρόμο από τη σημερινή Καρδίτσα. Κι εκεί, λίγο πιο κάτω από το χωριό, στη σπηλιά του Λώλου, στήνει το πρώτο λημέρι του. Είχε τη γη για στρώμα, προσκέφαλο την πέτρα. Τα μόνα άρματά του, για να μην πεθάνει από την πείνα, είταν η σβελτάδα του κι η καπατσοσύνη του. Έκλεβε φρούτα κι άλλοτες άρπαζε καμιά κότα. Τέτοιο κακό όνομα απόχτησε τότες, που οι μάνες, σ' αυτά τα μέρη, ακόμα ως χτες λέγανε στους κανακάρηδές τους άμα τους βλέπανε ν' αλητεύουν:

-Σαν τον Καραισκάκη καταντήσατε, βρε!

Όταν τ' άλλα παιδιά τα νταντεύουν, αυτός είχε κιόλας αρχίσει τον πιο σκληρό αγώνα με τους ανθρώπους και τη φύση. Πότες έπιανε πετροπόλεμο με τα χωριατόπουλα που τον κυνηγούσαν, πότες ξέφευγε σαν αλεπού από τις παγάνες που του στήνανε να τόνε πιάσουνε να κλέβει καμιά κότα, πότες τουρτούριζε σύγκορμα μην έχοντας τίποτα να σκεπαστεί. Μεγάλωσε σαν αγρίμι, ανάμεσα στ' άλλα αγρίμια. Τίποτ' άλλο δεν έβλεπες πάνω σε τούτο το πρόωρα βασανισμένο παιδικό πρόσωπο, παρά δυο μικρά βαθουλωτά μάτια να σπιθίζουν. Και τούτη η σπίθα ποτές δεν έσβησε απ' αυτά. Όλοι όσοι θα τόνε γνωρίσουνε παρα ύστερα, θα τους κάνει τόση εντύπωση που να μην τον λησμονήσουν ποτέ (....)


Στο κλαρί

(....) Όσοι από τους ραγιάδες δεν υπόφερναν νάναι δούλοι μήτε των Τούρκων μήτε των κοτζαμπάσηδων, φεύγανε στα βουνά κι εκεί στις περήφανες κορφές, στις δυσκολοδιάβατες κλεισούρες, στ' άγρια φαράγγια και στα πυκνά τα δάση στήνανε το λημέρι τους, το καθένα μια κολυμπήθρα λευτεριάς. Γυμνοί, νηστικοί, ξυπόλητοι, κυνηγημένοι, μια ευχή είχανε στα χείλια τους, "καλό βόλι". Γύρευαν όχι ήσυχο, μα λεύτερο θάνατο. Αυτούς τους κλέφτες, τη "μαγιά της λευτεριάς" τους αγάπαγε ο λαός, τους καμάρωνε, τους υποστήριζε, τους έδινε τροφές-είταν οι προστάτες του. Όποιος Τούρκος ή κοτζαμπάσης αδικούσε το ραγιά, τον τιμώραγε το βόλι του κλέφτη (...)

(...) Ο Μακρυγιάννης λέει πως από δέκα χρονών παιδί γίνηκε κλέφτης κι ο Αινιάνας γράφει, πως "μόλις ο Καραϊσκάκης έφθασεν εις ηλικίαν να φέρη όπλα και αμέσως κατετάχθη εις εν σώμα κλεφτών, σύνηθες καταφύγιον των εχόντων εντονώτερον της ελευθερίας το ελατήριον". Υπάρχει και τούτη δω η πληροφορία του Καρκαβίτσα, που την άντλησε από επιτόπια παράδοση: "Ως δεκαπέντε χρονών πέρασε από το Μουζάκι κι έβαλε ένα κορίτσι γνώριμό του ψωμί να του ζυμώση, το πήρε κι έφυγε κλέφτης. Εδώ φαντάζεται κανείς τι άγριες και φλογερές φωτιές θα καίγανε μέσα στο νου αυτού του παιδιού".

Όλες οι μαρτυρίες που έχουμε βεβαιώνουν, πως δεν πρέπει νάταν πιότερο από δεκαπέντε χρονών παιδί όταν πρωτογίνηκε κλέφτης. Μα την απόφαση να βγει στο κλαρί δεν την πήρε έτσι ξαφνικά, όπως το θέλει ο Καρκαβίτσας, κι ούτε πήγε ψυχογιός σ' αλλονού νταϊφά, όπως λέει ο Αινιάνας. Κάπως διαφορετικά γίνηκαν τα πράματα.
Τα χωριατόπουλα, που όταν πρωτόφτασε στη Γράλιστα άγρια τον κυνήγησαν, άρχισαν σιγά-σιγά να κάνουν παρέα μαζί του. Δεν άργησε, τούτο το δοκιμασμένο κιόλας από τη ζωή τολμηρό και πανέξυπνο παιδί, να ξεσηκώνει τα μυαλά των πιο ψυχωμένων συνομήλικών του. Φτάσανε μια ψευτοσυμμορία. Άλλοτες έπιαναν τον πετροπόλεμο μ' άλλα χωριατόπουλα κι άλλοτες αρπάζανε γίδια, τα σούβλιζαν, τάψηναν κι έπειτα τόριχναν στο τραγούδι και στο χορό, λογαριάζοντας τους ευατούς τους τρανούς κιόλας κλέφτες.

Τούτα όμως τα κατορθώματά τους παράγιναν και τότες άρχισε ο κατατρεγμός. Δεν τους απόμενε άλλο τίποτα, παρά να οικονομήσουν κανένα παλιοντούφεκο και νάβγουν ζορμπάδες. Και σε λίγο τριγύρναγαν αρματωμένοι πια στα βουνά. Μ' αρχηγό τον πιο άξιό τους, τον Καραΐσκάκη, που μόλις χνούδιζε το μάγουλό του, σβάρνιζαν τ'  Άγραφα με τα θεόρατα βουνά -την Καράβα, την Τσουρνάτα, τον Άη Λιά, με τα νερά, τα έλατα, τα πλατάνια και τους δέντρους- που ολονών οι κορυφές σχίζουνε τον ουρανό πάνω από τα δυο χιλιάδες μέτρα, Και είταν, όπως είπαμε, τα πιο δύσκολα χρόνια για την κλεφτουριά. Άλλοι κι άλλοι τρανοί αρματωλοί και κλέφτες είτε ξεπατώνονταν είτε προσκύναγαν τον Αλήπασα κι αυτά τα παλιόπαιδα τότες σηκώσανε μπαϊράκι. 
Οι κλέφτες επροσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,
κι ένα μικρό κλεφτόπουλο δε θελ' να προσκυνήσει.
Ψηλά στην πέτρα κάθονταν, τον τάμπουρα λαλούσε:
"Εγώ ραγιάς δε γίνουμαι, χαράτσι δεν πλερώνω".

Σαν έμαθε ο μπουλούκμπασης πως κάτι καινούργια αγκάθια φυτρώσανε στα βουνά, πήρε κάμποσους τζοανταραίους και τράβηξε κατά τη Γράλιστα, περνώντας από την Αγία Μαρίνα και τον Άη Θανάση, να ζώσει τα κλεφτόπουλα από παντού, να τα πιάσει ζωντανά και τότες θα βλέπαν πόσες ουρές είχε ο βούρδουλάς του. Τ' αμούστακα παληκάρια, άμα τους είδανε να ροβολάνε κατά κει, πιάνουν μετερίζια στον Άη Θανάση. Τους αφήνουν να σιμώσουν ίσαμε λίγες δρασκελιές κι ο Καραϊσκάκης δίνει το πρώτο πολεμικό του πρόσταγμα:

-Βαράτε, παληκάρια!
Και τότες τι να δεις ; Οι φοβεροί τζοανταραίοι, που περπατάγανε κι έτρεμε η γης, κατρακυλούσανε στα βράχια μαζί με τις χαντζάρες τους και τα καφτάνια τους. Τρεις απόμειναν σκοτωμένοι κι οι άλλοι το βάλανε στα πόδια να γλυτώσουν. Από κείνη τη μέρα τράνεψαν τα παιδαρέλια.. Πήρανε όνομα σ' όλα τα γύρω μέρη και στόλισαν τα σελάχια τους με τ' ασημοδουλεμένα άρματα των Τούρκων που ξεπάστρεψαν.

Το δεύτερο κατόρθωμά τους γίνηκε σε κάτι βαφτίσια στη Γράλιστα, όπου πήγανε να γλεντήσουν και να δειχτούν. Άμυαλα ακόμα καθώς είτανε, καταφρόνεσαν τον κλέφτικο νόμο, πως ποτέ δεν πρέπει να κονακιάζουν το βράδι εκεί όπου περάσανε τη μέρα τους. Δώσανε οι τζασίτηδες είδηση στο ντερβέναγα και σε λίγο πλάκωσε η Τουρκιά και μπλοκάρισε το σπίτι όπου μένανε. Τότες για πρώτη φορά άστραψε το πολεμικό δαιμόνιο του Καραϊσκάκη.

-Πάρτε, λέει στ' άλλα κλεφτόπουλα, ό,τι κάπες είναι κι άμα θ' ανοίξω την πόρτα, να τις πετάξετε όξω ούλοι μεμιάς.
Όπως τόπε γίνηκε. Ακούνε οι Τούρκοι ν' ανοίγει η πόρτα και μισοξεχωρίζουν μέσα στο σκοτάδι τις κάπες κι αδειάζουν πάνω τους όλα τους τα ντουφέκια. Ώσπου να ξαναγεμίσουν, χυμάνε όξω τα κλεφτόπουλα, ζαρκάδια στα ποδάρια, ροβολάνε τον κατήφορο και γίνουνται άφαντα. 
Μα στον Καραΐσκάκη δεν έφτασε πως γλύτωσε. Ήθελε κιόλας να ξευτελίσει το ντερβέναγα. Οδηγάει λοιπόν απ' άλλονε δρόμο τα παληκαρόπουλά του, πιάνει ένα ψήλωμα στις πλάτες των Τούρκων και τους ρίχνει από κει δυο-τρεις κοροϊδευτικές μπαταριές (...) 

Τρίτη, 16 Απριλίου 2019

ΑΛΙΚΗ ΔΕΝ ΣΕ ΞΕΧΝΑΜΕ...


"Οι ευτυχισμένες εποχές μπορούνε να φτάσουν ως την τέλεια ομορφιά, οι ξεπεσμένες όμως έχουν ανάγκη από παραδείγματα περασμένου ηρωισμού" (Σίλλερ)

Συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από την εκτέλεση της Αλίκης Τσουκαλά (16 Απρίλη 1949).

Η αλησμόνητη νεαρή ευρυτανοπούλα, μία χαρισματική προσωπικότητα με ήθος, παιδεία και σπάνιες ευαισθησίες, αποτελεί ένα από εκείνα τα αειθαλή παραδείγματα που θα συγκινούν και θα εμπνέουν κάθε αγωνιζόμενο, κάθε ελεύθερο άνθρωπο που παλεύει ανυποχώρητα και με κάθε κόστος για να μη ζει γονατιστός και σκλάβος.

Λίγο προτού κλείσει τα 21 της χρόνια, η ανυπότακτη κομμουνίστρια Αλίκη Τσουκαλά πρόσφερε τα ολάνθιστα νιάτα της στον ευγενή αγώνα για την πολυπόθητη λευτεριά τούτης της πατρίδας, αλλά και για την κοινωνική χειραφέτηση και την απελευθέρωση του Ανθρώπου από τα δεσμά της αδικίας και της εκμετάλλευσης...

Μπορείτε να δείτε και να ξαναθυμηθείτε, το αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" που ανέδειξε την συγκλονιστική ιστορία της Αλίκης, κλικάροντας εδώ για να διαβάσετε...


Δεν λύγισε μπροστά στους διώκτες της ούτε μπροστά στους στρατοδίκες του αμερικανόδουλου μοναρχοφασιστικού καθεστώτος. Αρνήθηκε να δηλώσει "μετάνοια", δεν αποκήρυξε τις ιδέες και τα ιδανικά της της ούτε πρόδωσε τους συντρόφους της, εν αντιθέσει με τον ποιητή πατέρα της και αλλοτινό πρότυπό της που υπέκυψε στους εκβιασμούς των τυράννων. Η Αλίκη, πλασμένη με τα ανθεκτικά υλικά των ηρώων του λαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν δίστασε να καταδικάσει ακόμη και τη στάση του ίδιου της του πατέρα, και στάθηκε μπροστά στις κάννες του εκτελεστικού αποσπάσματος περήφανη και με ψηλά το κεφάλι, επιβεβαιώνοντας με το αίμα της ότι... "θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία"!

Η Αλίκη Τσουκαλά δεν έζησε μόνο 21 χρόνια. Ζει και θα ζει αιώνια, στις καρδιές μας, στα τραγούδια μας, στους αγώνες και στα όνειρά μας για έναν δικαιότερο κόσμο. Θα ζει για πάντα στη συλλογική μνήμη αυτού του λαού, και ειδικά σε τούτες τις άνυδρες, τις "ξεπεσμένες" εποχές, η μνήμη της θα σκίζει τα σκοτάδια της υποταγής και θα δείχνει φωτεινό το δρόμο για το λαμπρό μέλλον της ανθρωπότητας.
 

Αφιερώνουμε τους στίχους του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη στην Αλίκη μας... 



Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις,
τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες — μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ' τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν’ αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ’ απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
θ’ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδι,
να κοιτάς έν’ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να σου λέει τα όνειρά της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ’ αποχαιρετήσεις όλ’ αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ’ άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίζεις τον δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι’ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο
απ’ τ’ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
αφού όλο και νέοι αγώνες θ’ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη
σα να ’γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ’ ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.





*Μερικές αθέατες "λεπτομέρειες" που αφορούν τις τελευταίες στιγμές της Αλίκης Τσουκαλά... 

-Το πρωί της 16ης Απρίλη, προτού την πάρουν οι δήμιοι, η ηρωίδα άφησε μαζί με το ημερολόγιό της και ένα δαχτυλίδι στη μικρότερη αδερφή της. Ήταν ότι είχε όλο κι όλο από υλικά αγαθά γιατί από άυλα, μας άφησε τα πάντα!

-Το πιο συνταρακτικό όμως ήταν το γεγονός ότι πριν από την εκτέλεσή της φρόντισε να βγάλει το παλτό της έτσι ώστε αυτό να μην τρυπηθεί από τις σφαίρες των δολοφόνων της γιατί όπως είπε: "θα ήταν χρήσιμο σε κάποιον άλλον άνθρωπο που πιθανόν να μην είχε"!

Το ήθος αυτής της υπέροχης αγωνίστριας πραγματικά ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ!


Α Θ Α Ν Α Τ Η !!! 


Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

Ο παγωμένος αντάρτης


Ήταν Πάσχα του 1947, βράδυ Ανάστασης ξημερώνοντας Κυριακή της Λαμπρής, 12 προς 13 Απρίλη, όταν στα "Ιμαλάια της Ελλάδας", στα άγρια βουνά των Ευρυτανικών Αγράφων και συγκεκριμένα στη φοβερή Νιάλα, γράφτηκε μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του εμφυλίου. Το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" έχει πραγματοποιήσει εκτενή αφιερώματα για το χρονικό της Νιάλας με κύριο:

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗ ΝΙΑΛΑ - Μια ξεχασμένη σελίδα...

ενώ έχει γυριστεί και σχετικό ντοκιμαντέρ:

Ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για την τραγωδία της Νιάλας!

Το μνημείο στον τόπο της θυσίας στη Νιάλα των Αγράφων

Φέτος, εις μνήμην των αλησμόνητων αγωνιστών της Νιάλας, των παιδιών του λαού που θυσιάστηκαν σε τούτες τις απρόσιτες κορφές για μια νέα κοινωνία δίχως αδικία και εκμετάλλευση, επιλέξαμε να σας μεταφέρουμε τη συγκλονιστική μαρτυρία του πρωτοπόρου αγωνιστή-μαχητή του ΔΣΕ Βασίλη Φυτσιλή που έζησε ο ίδιος τότε τα γεγονότα και βρέθηκε ξανά, μετά από πολλά χρόνια, εν έτει 1989, στον τόπο της θυσίας μαζί με τα παιδιά ενός παλιού συντρόφου του και με έναν ερασιτέχνη εικονολήπτη, για να θυμηθεί και να διηγηθεί με έναν αλλιώτικο συνταρακτικό τρόπο την τρομερή εμπειρία που βίωσε... συνομιλώντας παράλληλα με το ίδιο το βουνό! Η μαρτυρία εμπεριέχεται στο καταπληκτικό βιβλίο του Β. Φυτσιλή με τίτλο "Πληγές του Eμφυλίου" (εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Σας τη μεταφέρουμε αυτούσια... 

Ιδού:

======================
Ο Βασίλης Φυτσιλής διηγείται...
Με τον Τσιτσιμπή τον Γιώργο, είχαμε σταθεί οι δυο μας, σε μια κοντοραχούλα της Νεβρόπολης, λίγο πιο πάνω απ' το μοναστήρι της Κορώνας και αγναντεύαμε ψηλά, τις κορφές της Κοιμωμένης.

Είπαμε να φτιάξουμε ένα ντοκιμαντέρ, μια κασέτα, με ήχο και με εικόνες, για να μη χαθεί απ' τη μνήμη των ανθρώπων εκείνο το συγκλονιστικό περιστατικό του Εμφυλίου, που συνέβηκε στις 13 Απρίλη του 1947, εκεί ψηλά στο πέρασμα, στον αυχένα της Νιάλας.

Ερασιτέχνης "καμεραμάν" ο Γιώργος, έστησε τη μηχανή του απάνω σε ένα μεταλλικό τρίποδα, για να "παίρνει" πιο σταθερά τις εικόνες κι εγώ άρχισα να διηγούμαι την ιστορία της Νιάλας.

"Άγραφα! Βουνά ψηλά κι απάτητα. Με τις γυμνές κι αγέρωχες κορφές τους. Με τις οξιές και με τα έλατα, χαμηλότερα. Με τα δάση τους τ' απέραντα, τις ρεματιές και τις βρυσούλες. Άγραφα, παλικαριών λημέρια. Του Κατσαντώνη, του Καραϊσκάκη, του αντάρτη του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας. Βουνά φορτωμένα με ιστορία και θρύλους. Μνήμες άσβηστες, από χρόνια δοξασμένα, αλλά και χρόνια γεμάτα πίκρες και κατατρεγμούς.

Η Κοιμωμένη! Η αθάνατη Κυρά. Στέγη και κορόνα των Αγράφων. Η περήφανη βουνοσειρά, με τις μυτερές κορφές και τις κρεμαστές χαράδρες της. Με τη χαρακτηριστική γραμμή μιας γυναικείας μορφής, τεράστιας, ξαπλωμένης εκεί στα ουράνια, πάνω στο βαρύ όγκο των βουνών, με φόντο, πότε το γαλάζιο ουρανό και πότε τα μαύρα κουβαριασμένα σύννεφα. Εκεί ψηλά, πίσω απ' τις κορφές της Κοιμωμένης, βρίσκεται το πέρασμα. Ο αυχένας της Νιάλας.


Εκεί, την εποχή του Εμφυλίου, εξαιτίας μιας ξαφνικής και φοβερής σε ένταση χιονοθύελλας (τον Απρίλη του 1947), άφησαν την τελευταία τους πνοή πολλοί μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, αλλά και στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού, καθώς και άμαχοι πολίτες, καταδιωκόμενοι, που προσπαθώντας να γλιτώσουν από το μαχαίρι των Σούρληδων, ακολουθούσαν τους αντάρτες."


Ύστερα βγήκαμε ψηλά, στην κορυφογραμμή. Ο Γιώργος έστησε πάλι την κάμερα κάτω απ' τον βαρύ όγκο του Τσεκούρα κι εγώ συνεχίζω την αφήγηση.

"Η Νιάλα! Με την ατέλειωτη και ολόγυμνη κορυφογραμμή της. Υψόμετρο, πάνω από δυο χιλιάδες μέτρα. Δεντράκι εδώ δεν μπορεί να επιζήσει. Μονάχα λίγες ασφάκες, ασθενικές και άγρια μέντα, "ευγενική", που λίγο αν τη χαϊδέψεις με το χέρι σου, στο ανταποδίδει αμέσως, γιομίζοντας γύρω τον αέρα με τη δυνατή μοσχοβολιά της.

Εδώ, σ΄αυτές τις κακοτράχαλες γκρεμίνες με τις κρεμαστές χαλικαριές, εκεί που δείχνει το μάτι μια ιδέα μονοπατιού κι εδώ μπροστά μας, στον καταπράσινο τώρα αυχένα, έγινε το μεγάλο κακό. Εδώ, τη φοβερή εκείνη νύχτα, η ανθρώπινη αντοχή ήταν παιχνιδάκι μπροστά στην απίστευτη δύναμη της οργισμένης χιονοθύελλας, που θέρισε όπως το δρεπάνι τα στάχυα, παλικάρια αλύγιστα, "ψημένα" σε δυο αντάρτικα, στον ΕΛΑΣ και στο Δημοκρατικό Στρατό, πέντε ολόκληρα χρόνια.

Και στήσαμε εδώ, το 1985, ένα απέριττο μνημείο, μια μαρμάρινη πλάκα, που γράφει: Στη θέση αυτή έπεσαν, χτυπημένοι από τη φοβερή χιονοθύελλα, αντάρτες του ΔΣΕ, στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού και άμαχοι πολίτες, στις 13 Απρίλη 1947. Και ανεβαίνουμε από τότε, κάθε χρόνο, ταπεινοί προσκυνητές, ν' ακουμπήσουμε εδώ λίγα λουλούδια, να πούμε ένα τραγούδι, ένα μοιρολόι, για τα παιδιά τα αδικοχαμένα, τ' αδέρφια, που έπεσαν μαζί, στο ματωμένο χώμα, στρατιώτες απ΄ τη μια μεριά κι αντάρτες απ' την άλλη."


Έτσι ανεβήκαμε κι εκείνη τη χρονιά το 1989. Είχαν έρθει μαζί μου και τα παιδιά του Παντελή του Καπετάνου, απ' το Φραγκότσι της Πτολεμαϊδας. Με τον πατέρα τους, μας είχαν δεμένα τα χέρια στην ίδια χειροπέδα, όταν μας έπιασαν οι άλλοι ξεπαγιασμένους, μέσα στα αντίσκηνα του κυβερνητικού στρατού.

"Εκεί, μέσα σ' αυτά τα αντίσκηνα, ανταμώσαμε, αντάρτες και στρατιώτες, αδέρφια, Ελληνόπουλα. Τα ξένα αφεντικά, μας ήθελαν θανάσιμους εχθρούς. Να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον. Αλλά εμείς, κάναμε εδώ, μόνοι μας, την ανακωχή και τη συμφιλίωση." Με άκουγαν κι αυτά, με το κεφάλι σκυμμένο, να αφηγούμαι στους προσκυνητές το δραματικό περιστατικό της Νιάλας. Τράβηξαν και φωτογραφίες για να τις βλέπουν και να θυμούνται.

Όταν βγήκαν οι φωτογραφίες, μου έστειλαν κι εμένα μερικές. Σε μια, κάθεται ο Χρήστος, σκεφτικός, σε ένα κοτρονάκι. Κι απέναντι, βαθιά, η κορφή της Νιάλας, ο Τσεκούρας.

Πήρα να κοιτάζω ξανά, σ' εκείνη τη φωτογραφία, την κακοτράχαλη κορφή, τον Τσεκούρα. Τα βράχια ψηλά. Τις κρεμαστές χαλικαριές. Και ξαφνικά, μαρμάρωσα!... Έμεινα ακίνητος σαν άγαλμα, με τη φωτογραφία να σιγοτρέμει στα χέρια μου. "Ένα κεφάλι ανθρώπινο!... Ο παγωμένος αντάρτης..." μουρμούρισα ασυναίσθητα.

Κοίταξε κι εσύ, διαβάτη, που θα τύχει να περάσεις απ΄τη Νιάλα. Στάσου εδώ στο κοτρονάκι, την ώρα του μεσημεριού και πρόσεξε καλύτερα αυτή την κορφή. Δε μοιάζει τούτος ο βράχος σαν κεφάλι ανθρώπινο;... Το κεφάλι του αντάρτη, που πάγωσε εκείνη τη νύχτα, τη φαρμακερή κι έμεινε για πάντα μνήμη και ιστορία πέτρινη, εδώ στη ράχη της Νιάλας...

Τα μάτια του... Μισόκλειστα, προσπαθούν να προφυλαχτούν απ' τη μανία της χιονοθύελλας. Τα φρύδια του κρουσταλλιασμένα, σκεπασμένα απ΄τον πάγο. Το γένι του, κοκαλωμένο, γυάλινο. Τα μαλλιά του τραβηγμένα πίσω, γλειμμένα απ' την ορμή της χιονοθύελλας, όλο χαρακιές και ραβδώσεις. Στα χείλια του πετρωμένο το παράπονο... Το στόμα του μαι σκοτεινή τρύπα. Μια πληγή βαθιά, εκεί, ανάμεσα στα γένια του, που στάζει πίκρα και απορία. "Γιατί...". Τι φταίξαμε εμείς, για να τιμωρηθούμε έτσι σκληρά.... Τι κακό κάναμε, για να πληρώσουμε τόσο ακριβά. Εμείς, τους Αμερικανούς, φασίστες πολεμήσαμε. Να λευτερώσουμε την πατρίδα μας, που τη σκλαβώσανε δεύτερη φορά..."

Με πνίγει ένας κόμπος στο λαιμό. Σφίγγω διπλωμένο στη χούφτα μου το χειρόγραφο και συνεχίζω έτσι αυθόρμητα να ψιθυρίζω, λόγια που δε φτάνουν στο μικρόφωνο της κάμερας: "Φταίξατε εσείς... Σταυραετοί και Διγενήδες του αγώνα μας... Τι έφταιξες εσύ, παγωμένε αντάρτη της Νιάλας... κι εσύ, σταυρωμένε καπετάν Ανάποδε της Εύβοιας κι εσείς λιοντάρια της Γκιώνας και του Ταϋγετου και του Ψηλορείτη... Διαμαντή και Πέρδικα και Ποδιά, και πρωτοκαπετάνιε αθάνατε, που το κεφάλι σου το κρέμασαν, οι Αγαρηνοί, στο φανοστάτη, στην πλατεία των Τρικάλων... Φταίξατε εσείς, Ακρίτες και φρουροί ακοίμητοι στα φυλάκια του κόσμου, που παλέψατε στα μαρμαρένια αλώνια με το Χάροντα και τον νικήσατε;..."


Ο Γιώργος μου κάνει νόημα με το χέρι του να συνεχίσω πιο δυνατά, γιατί τα λόγια μου δεν "τα πιάνει" η κάμερα. Κι εγώ προσπαθώ. Συνεχίζω με σπασμένη φωνή να κλείσω, να κάνω τον επίλογο.

"Φτάσαμε στο τέλος ετούτης της ανηφόρας, που τόσες φορές μου μάτωσε την παλιά πληγή. Σαν τη μάνα του τραγουδιού, που το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε, ήθελα στην αρχή κι εγώ να μαλώσω με τη Νιάλα. Να της πω λόγια πικρά, να την πετροβολήσω, για το κακό που μας έκανε εκείνη τη νύχτα, στις 13 Απρίλη. Μα, έρχεται τώρα εδώ, μπροστά στα βουρκωμένα μάτια μου, η άλλη Νιάλα. Η καλοσυνάτη. Η γελούμενη. "Έλα", μου λέει. "Τώρα που ξανανταμώσαμε, σαν φίλοι. Κάτσε εδώ στην πέτρα. Να τα πούμε απ' την αρχή".


Ακούω το λόγο της το φιλικό και παρηγοριέμαι. Δεν της κρατάω κακία. Ζητάω τη συγνώμη της, για τα πικρά λόγια που έβαλα στο μυαλό μου να της πω. Τι φταίνε τα βουνά... Οργίζονται κι αυτά καμιά φορά και κλαίνε όπως οι άνθρωποι... Μαζί μ' εμάς, πάσχουν και υποφέρουν κι αυτά. Και καρτερούν την άνοιξη, τ΄όμορφο καλοκαίρι. Αυτή την άνοιξη, την καινούργια γέννα του ποιητή, που όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να 'ρθει/κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων..."


Κι όμως. Η καινούργια γέννα, αυτή η άνοιξη της νέας κοινωνίας, που όλοι την καρτερούμε να φανεί, σπαθί κρατώντας δίστομο, για να γκρεμίσει, ό,τι δεν είν' ανάμεσά μας άξιο να τη δεχτεί, θα έρθει μια μέρα. Το ποτάμι της Ιστορίας, παρά τα εμπόδια που συναντάει στο δρόμο του και τα σκοντάμματα πολλές φορές, δεν γυρίζει πίσω. Κάποια μέρα θα φτάσει στον προορισμό του. Στην πλατιά θάλασσα της παγκόσμιας ειρήνης, της πραγματικής Δημοκρατίας και του Σοσιαλισμού. Αυτό το σάπιο σύστημα της απανθρωπιάς, της αδικίας και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο θα καταρρεύσει, κάτω απ' το βάρος των ασήκωτων ανομιών του. Ο ήλιος της Δικαιοσύνης θα προβάλει στο τέλος, λαμπερός και αχτιδοστόλιστος, στο φρύδι της Ανατολής, για να φωτίσει και να ζεστάνει όλα τα τέκνα της Γης.


Σάββατο, 6 Απριλίου 2019

Το μονοπάτι του ταχυδρόμου


Ένα νοσταλγικό αφιέρωμα από τον συμπατριώτη μας Σεραφείμ Τσιουγκρή 
για το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Η γριά Κωνστάντω καθισμένη στην άκρη της πλακόστρωτης αυλής, τυλιγμένη με τα σκουτιά της, απολαμβάνει τις ακτίνες του ανοιξιάτικου ήλιου, στο μικρό ευρυτανικό χωριό. Από την θέση που βρίσκεται βλέπει αρκετά μακριά κι έτσι διακρίνει τους γείτονές της να τραβούν το μονοπάτι για την εβδομαδιαία συνάντηση με τον ταχυδρόμο του χωριού. 

Ημέρα Πέμπτη, ημέρα που ομορφαίνει ο κόσμος της μόνο και μόνο με την σκέψη και την ελπίδα ότι θα λάβει γράμμα από τα βλαστάρια της που βρίσκονται χρόνια στην ξενιτιά. Αυτή την χαρά, την ελπίδα, την προσμονή, μόνο ο Κυρ-Κώστας, ο ταχυδρόμος του χωριού, μπορεί να της την δώσει. Για την ίδια μα και για τους συγχωριανούς της, ο ταχυδρόμος, μετά τον παπά, τον πρόεδρο και το δάσκαλο, ήταν το πρόσωπο που όλοι σέβονταν και που περίμεναν για να ακούσουν κάθε Πέμπτη εκείνη τη χαρακτηριστική ιδιόμορφη ταχυδρομική ''σάλπιγγα'' με τον βραχνό ήχο να τους καλεί στο καθιερωμένο σημείο συνάντησης.

Στο τέρμα του δρόμου λοιπόν, στο ''μονοπάτι του ταχυδρόμου'' όπως καθιερώθηκε να λέγεται, εκεί στον ίσκιο ενός χιλιοχρονίτικου δένδρου κάθεται ο Κυρ-Κώστας, περιμένοντας τους συγχωριανούς του. Καπνίζοντας αργά το βαρύ σέρτικο τσιγάρο του, το ''Έθνος κόκκινο'', ξέρει ακριβώς το χρόνο που θα εμφανιστεί ο πρώτος συγχωριανός του αναψοκοκκινισμένος από το περπάτημα και την προσμονή να λάβει το πολυπόθητο γράμμα.

Το μικρό αυτό χωριό της Ευρυτανίας όπως και όλα τα υπόλοιπα έχουν ρημάξει χρόνια τώρα με το φευγιό όλων σχεδόν των νέων σε χώρες μακρινές όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία η Αμερική και λίγο πιο κοντά η Γερμανία. Η μετανάστευση να ήταν άραγε ''ευλογία'' όπως έλεγε τότε ένας... ''μεγάλος'' πολιτικός της εποχής; Εμ όχι, κατάρα και πόνος ήταν για τις μανάδες και τους πατεράδες που αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους χωρίς να ξέρουν αν θα τα ξαναδούν. 

Την ιερή εκείνη ώρα που ο Κυρ-Κώστας άνοιγε την βαριά δερμάτινη τσάντα, δεν άκουγες τον παραμικρό ήχο από τους συγκεντρωμένους. Μόνο τα ονόματα που έγραφαν πάνω τα γράμματα άκουγες και τα ροζιασμένα χέρια που απλώνονταν για το πιάσουν έβλεπες εκείνη την στιγμή. Ο καθένας που έπαιρνε το γράμμα από τον δικό του άνθρωπο, το κρατούσε σφιχτά στα χέρια του, με την επόμενη κίνηση... να το φέρνει κοντά στα χείλη του και να το φιλάει. Έτσι  είχαν την μάταιη αίσθηση ότι φιλούσαν τον δικό τους άνθρωπο. Όσοι λάβαιναν το γράμμα που περίμεναν, έπαιρναν μαζί τους και τα γράμματα για αυτούς που ήταν ανήμποροι να μετακινηθούν, όπως η γριά Κωνστάντω, με κάποια καθυστέρηση βέβαια που είχε να κάνει με το γεγονός πως οι περισσότεροι από την λαχτάρα τους να μάθουν νέα από τα παιδιά τους τα άνοιγαν πριν φτάσουν στο  σπίτι, όσοι ήξεραν γράμματα βέβαια και μπορούσαν να διαβάσουν. Έβλεπες λοιπόν στην σειρά όλοι οι χωριανοί να κάθονται στο μονοπάτι και να διαβάζουν!

Ο Κυρ-Κώστας ο ταχυδρόμος πριν πάρει το δρόμο για το επόμενο χωριό καθόταν με αυτούς που για άλλη μια φορά δεν είχαν πάρει γράμμα προσπαθώντας μέσα από μια καλή κουβέντα, μέσα από μια ιστορία που τους έλεγε να τους κάνει να γελάσουν λίγο να διώξουν την πίκρα που τους κατέκλυζε. Ήταν μάστορας σε αυτό, άλλωστε κάθε Κυριακή με το σχόλασμα της εκκλησίας κι αφού πρώτα είχε κάνει το καθήκον του ως ψάλτης, κατόπιν, εκεί στο καφενείο του χωριού, βοηθούντος βέβαια και του τσίπουρου αφηγούταν απίστευτα περιστατικά που έφτιαχναν το κέφι στην ομήγυρη και έτσι ξεχώριζε μ' έναν ευχάριστο τρόπο και η κυριακάτικη αργία. 

Εκείνη τη μέρα η ανήμπορη γριά Κωνστάντω πήρε από τον γείτονά της τον κυρ Γιώργη το γράμμα που περίμενε από τα παιδιά της. Με τι λαχτάρα το πήρε στα χέρια της και πόσο σφιχτά το έσφιξε στον κόρφο της! Ο κυρ Γιώργης έκατσε κατάχαμα δίπλα της και άρχισε να της διαβάζει. Σταματούσε και την κοίταζε ....πόσο έλαμπε το πρόσωπό της, πόση γλύκα εξέπεμπαν τα μάτια της στο άκουσμα ότι τα παιδιά της είναι όλα καλά ότι την αγαπάνε και ότι ο μεγαλύτερος γιος της σκέφτεται να έρθει το καλοκαίρι, όλα μα όλα ότι της διάβαζε την έκαναν να ξανανιώνει, ευχαριστώντας το Θεό για την ξεχωριστή μέρα. Δύναμη, κουράγιο και ανάταση ψυχής ήταν αυτά τα γράμματα που κατά καιρούς έπαιρνε από τα ξενιτεμένα παιδιά της αυτή η γυναίκα, αλλά και όλοι οι κάτοικοι του χωριού... 

Όλα τα παραπάνω ήταν ο λόγος που αναφέρθηκα σε τούτο το μονοπάτι της μνήμης που χωμένο μέσα στα δένδρα, σαν μια φυσική αψίδα, υπάρχει ακόμη σε αυτό το χωριό που αναφέρεται η ιστορία μας. Είναι ακόμη εκεί αν και εγκαταλελειμμένο και με έντονα τα σημάδια του χρόνου, για να μας θυμίζει πόσο σημαντικό και κοινωνικά χρήσιμο ήταν το επάγγελμα του ταχυδρόμου τότε που δεν υπήρχαν ίντερνετ, e -mail,  τηλεόραση,  ραδιόφωνο. Είναι εκεί πολύτιμοθυμητάρι και για εμάς τους μεγαλύτερους που είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε τον Κυρ-Κώστα και να θυμόμαστε ιστορίες που μας έλεγε, πάντα στο καφενείο.

Το "μονοπάτι του ταχυδρόμου" συνιστά μια ξεχωριστή εμπειρία για εκείνον που θα αξιωθεί να κάνει αυτή την απόπειρα γνωριμίας. Θα τον πλανέψει το τοπίο, η διαδρομή, θα νοιώσει εκείνη την δύσκολη εποχή μέσα του, θα αφουγκραστεί τους ήχους του χωριού. Θα ακούσει τον νερόμυλο να αλέθει στο ρέμα, τα αηδόνια να κελαηδούν, τους ήχους από τις γκλίτσες των χωρικών πάνω στις πέτρες πηγαίνοντας για την συνάντηση με τον ταχυδρόμο. Αν είναι τυχερός, που ξέρεις, μπορεί ν' ακούσει και τη ''σάλπιγγα'' του Κυρ-Κώστα να αντιλαλεί στα πέρατα του κόσμου.

ΥΓ "Το μονοπάτι του ταχυδρόμου" βρίσκεται στο Καλεσμένο Ευρυτανίας! Η φωτογραφία του αφιερώματος επελέγη από το διαδίκτυο.

Ένα κείμενο θύμησης από τον συμπατριώτη Σεραφείμ Τσιουγκρή


Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

Ηχώ... "προεκλογική"


Μια χουφτίτσα από κόκκινες στέγες βαστούν τον ουρανό να μην καταρρεύσει... Πασχίζει η ομορφιά να νικήσει τη λήθη αλλά και την παγερή αδιαφορία των αλχημιστών της εξουσίας που περνούν, υπόσχονται, χάνονται, αφήνοντας ξοπίσω στολισμένα ψέματα...
Σιωπηλός προσκυνητής της μοναξιάς ο πανάχραντος νους, αναζητεί λυτρωτικά ίχνη από εξόριστες μνήμες, μα η Ιθάκη όλο και ξεμακραίνει...
Μας πρόλαβε η δρασκελιά της βαρβαρότητας άραγε...; 


Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

"ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΗΣΗ"


Πρωταπριλιάτικο 2019 

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" με προσωπική απόφαση του ίδιου του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα, ολόκληρος ο γεωγραφικός χώρος του νομού Ευρυτανίας ανακηρύσσεται αυστηρά προστατευόμενη περιοχή-Εθνικό Πάρκο! 
Με την ίδια απόφαση ακυρώνονται όλες οι άδειες Αιολικών Πάρκων.
Εννοείται, βέβαια, ότι όλα τα ανωτέρω θα επικυρωθούν προηγουμένως με... δημοψήφισμα με το ερώτημα: "Ναι/Όχι" ή "Όχι/Ναι"!
Το γεγονός χαιρετίζουν οι εκπρόσωποι των επενδυτών του αέρος και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ βαθύτατη δυσφορία εκφράζουν οι τοπικοί ευρυτανικοί σύλλογοι, οι λαϊκές συσπειρώσεις πολιτών και τα δίκτυα προστασίας του περιβάλλοντος. 
Κατόπιν τούτου όλοι πλέον μπορούμε να... κοιμόμαστε αν-ήσυχοι!