Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

Δύο συνηθισμένα βράδια, μια φούχτα ανάκατες μνήμες κι ένα χρωστούμενο δάκρυ



Από τον συμπατριώτη μας Δημήτρη Α. Γκορόγια

για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


«…Μα για μένα, απ΄ όλα το πιο αβάσταχτο, το πιο πικρό, δεν θα ΄ναι που θα χάσω τον κόσμο, ούτε που θα χάσω το φτωχό μου φωτοστέφανο.

Για μένα το πιο πικρό θα΄ναι που δεν θα μπορέσω να σηκωθώ στα πόδια για να σκαρφαλώσω στη μικρή μας κληματαριά και να κόψω το άστρο που σου 'ταξα!»

(Μενέλαος Λουντέμης)

Είναι τέλος του μήνα Τρυγητή, ίσως και αρχές του Αγιοδημήτρη, μα το σκηνικό του καιρού θυμίζει πιότερο την καρδιά του καλοκαιριού παρά τα μέσα του χινόπωρου. Η ώρα περασμένες έντεκα με τον ουρανό καταξάστερο, γαλατένιο, γεμάτο από τα  εκατομμύρια των αστεριών του που τρεμοπαίζουν σαν φαναράκια κρεμασμένα με αόρατη κλωστή, από το ταβάνι μιας απέραντης μαγικής φάτνης. Ανισόφωτα, παιχνιδιάρικα, πολλά ξιπασμένα στην ομορφιά τους κι άλλα ντροπαλά και  χαμηλόβλεπα, κάποια απρόσμενοι ταξιδευτές που εμφανίζονται ξαφνικά κι απ΄το πουθενά, διαγράφουν μια σύντομη χρυσή τροχιά και σβήνουν για πάντα στο αχανές του σύμπαντος. Ευλογημένες ώρες σιγαλιάς, ο αχός του ανθρώπινου μόχθου έχει κοπάσει, τώρα ξαγρυπνούν μονάχα τα  πλάσματα της νυχτιάς, αυτά κυρίως, τα πιότερα σχεδόν αόρατα και μυστηριώδη. Κάποια αθόρυβα σαν τις ειδικές δυνάμεις του στρατού κι άλλα χαμηλόφωνα, με ήχους απόκοσμους, θλιμμένους ή ολότελα λυπητερούς. Μα όπως προείπαμε όχι μόνο αυτά. Πέρα από τη λίμνη, προς τη μεριά των Κοψέϊκων ένας σκύλος δηλώνει, με την ένταση του νεοσύλλεκτου φαντάρου που αναφέρεται, την επαγρύπνησή του στο χώρο της νυχτερινής εποπτείας του. Το κάνει με ρυθμικά διακοπτόμενα διαστήματα γαυγισμάτων και παύσεων αφήνοντας έτσι τον απαραίτητο χρόνο για τις  αντίστοιχες αντιδηλώσεις παρουσίας κοντινών ή και πιο απόμακρων συγγενών του. 

Από πέρα βαθιά, την κοιλάδα της Κοφτερίδας, φτάνουν ως εδώ κομματιασμένες μελωδίες, ιδίως  εκείνα τα εμφαντικά ξεσπάσματα του Καζαντζίδη, του Στέλιου των πέντε ηπείρων και των επτά θαλασσών... Κάποιοι μερακλωμένοι γλεντάνε στο τσαρδί του Αριστείδη του μυλωνά στις Αμπάρες, αναθεματίζουν τη μοίρα τους, φιλιώνουν με τα πάθη τους, γελάνε και κλαίνε με τη χαμένη ζωή τους, όλα σε μια παρτίδα:

« όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα μια πνοή/σαν λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή…»

Κι απότομα πάλι ο ρυθμός αλλάζει, ο θρήνος γίνεται δήλωση αξιοπρέπειας και κραυγή παράτολμης αντοχής συνάμα:

« ..Μα εγώ δε ζω γονατιστός, είμαι της γερακίνας γιός./ Τι κι αν μ΄ανοίγουνε πληγές, εγώ αντέχω τις φωτιές./ Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαίς…»

Αχ μωρέ έρμη πατριδούλα κι εσείς πληγωμένοι του μόχθου και της ανέχειας  καταδικοί μου άνθρωποι, τι όμορφος που είναι ακόμα κι ο θρήνος σας για τα χαμένα όνειρα και τις αδικαίωτες ελπίδες σας. Να ξέρατε πόσο δύσκολο μου είναι να εξηγήσω σε μένα τον ίδιο, γιατί τόσων  χιλιάδων χρόνων καυμοί και παράπονα, δοξαστικά και παρακλήσεις, οιμωγές κι αναθέματα δεν έφτασαν ακόμα, ψηλά ως τους επτά ουρανούς. Έως το ους του Αθώρητου, Πανάγαθου, και  Δικαίου Δημιουργού. Πού πήγε η περί των απάντων και προ πάντων των αιώνων Θεία Γνώση; Πού χάθηκε η Υπέρτατη Βούληση;

«Κλίνον Κύριε το ους Σου και επάκουσόν μου, ότι πτωχός και πένης ειμί εγώ.»

………………………………………………………………………………………………………………………

Ποιος θα μου δώσει δύναμη,  τον κόσμο αυτό ν΄ αλλάξω, να φτιάξω όμορφες καρδιές, μεγάλες και πονετικές, τις σκάρτες να πετάξω….

Μέσα από τη χαράδρα του Τσιαντή και τη Λογκούλα φτάνει ως την αυλή μας το απαλό σούρσιμο των απομειωμένων από την πολύμηνη αναβροχιά νερών του Αγραφιώτη. Κάποτε, όταν ήμουν παιδί, το ποτάμι ακόμα και το καλοκαίρι κατέβαινε πιο βουερό, αράθυμο, ανυπότακτο κι ελεύθερο ανάμεσα στις πολυπλόκαμες ρίζες θεόρατων πλατανιών, στριφτερό, και πεντακάθαρο. Τη μια ξεδίψαγε και απομεθούσε τις κατάφυτες με σχοίνα, ρίκια και καναπίτσες όχθες της Τσούκας προς τα δυτικά, την άλλη έστριβε παιχνιδιάρικα πάνω στην πλατιά ζάλη, ερχόταν ανατολικά προς τα Χατζήδια. Φιλούσε με πάθος τα χνουδάτα ακρόχειλα της Κοτσέϊκης λογκάς κι έπιανε ένα διάστημα κατηφορίζοντας να χαϊδεύει το καμπυλωτό Ρίζωμα ως κάτω στα ψωμοχώραφα και τις τριφυλλιές του Κοντοχρήστου. Είχε μεγάλες κλίσεις τότε η κοίτη, ύστερα στήθηκε το φράγμα στα Κρεμαστά, οι ορμές και τα πάθη του Αγραφογέννητου φυλακώθηκαν, μπαζώθηκαν, κατασίγασαν. Οι καταρράχτες του, έγιναν όλοι ίσιωμα σαν τις ανθρώπινες συμπεριφορές του καιρού μας. Κόπασε κι η βουή, τώρα πια όλα στην πορεία του νερού είναι προβλέψιμα, ήπια, βαρετά κι αδιάφορα. 

Πόσα πράγματα δεν συνέβαιναν, ιδίως τους εκτός χειμώνα μήνες, σε τούτο το αλησμόνητο για μένα ποτάμι… Όποιος δεν έχει ακούσει, για παράδειγμα, νυχτερινή συναυλία νεροχέλωνας και βατράχων δύσκολα θα καταλάβει για τι πράγμα του μιλάω. Όλα ξεκινούσαν με μικρές, ντροπαλές και διάσπαρτες απόπειρες μεμονωμένων μελωδών, στη συνέχεια ακούγεται μια ολιγοπρόσωπη κακοσυντονισμένη πολυφωνία που κι αυτή σταματούσε απότομα. Πιο μετά ερχόταν τα δοκιμαστικά των βαρύτονων πρωτολαλητάδων με μια διπλή πρόσκληση στο άκουσμά τους:  παιδιά, πάμε σας παρακαλώ όλοι μαζί και δυνατά, απόψε να τα δώσουμε όλα!  Τέτοιο μαζικό παραλήρημα σαν κι ετούτο, μόνο με εκείνο των αηδονιών του Απρίλη μπορεί να συγκριθεί. Μεγάλα διαστήματα γενικού ξεσηκωμού, παύση μετά, στη διάρκεια της οποίας ακούς καθαρά το χαρούμενο γλυκολάλημα της νεροχέλωνας κι έπειτα νέος γύρος. Κι άλλος κι άλλος, ώρες ατελείωτες ετούτα τα μηδαμινά πλασματάκια υμνούν την ομορφιά της ζωής, τον έρωτα και τη φύση που τους προσφέρεται. Κάποιοι λένε ότι τα πιο πρωτοπόρα των αηδονιών, μια ορισμένη από τη μοίρα τους νύχτα, κελαηδούν για στερνή φορά τόσο πολύ και χωρίς ανάσα που στο τέλος σκάνε και πέφτουν νεκρά. Κάποια βατράχια, υδρόβιοι τραγουδιστές της βραδιάς, την άλλη κιόλας μέρα θα γίνουν λιώμα κάτω από τα νύχια των δαμαλιών που μέσα στην ίδια γούρνα θα αψιμαχούν το απομεσήμερο για τα όμορφα μάτια κάποιας  οιστροφορεμένης μοσχίδας. Έτσι είναι η ζωή… ή μήπως ο έρωτας ή και ο θάνατος; 

Ένα είναι το σίγουρο κι απαράλλαχτο στο πέρασμα των αιώνων: πως για το κάθε τι σπουδαίο, σημαντικό και  αξιομνημόνευτο, χρειάζονται οι πρωτοπόροι στο είδος, τολμηροί, αμετάκλητοι, αναγνωρίσιμοι και πειστικοί με το προσωπικό τους παράδειγμα. Πρωτολαλητάδες θέλουν όλες οι «μπάντες», όλων των πλασμάτων του πλανήτη. Κι όταν δεν βρίσκονται έτοιμοι, που συνήθως δεν βρίσκονται, τους γεννάει  από μονάχη της η ανάγκη.    

Σαν το αποψινό φθινοπωριάτικο βράδυ θυμάμαι κι ένα παλιότερο. Χρόνια πολλά πριν από τώρα, τότε που το σπιτάκι μας είχε μόνιμο προσωπικό και ξεχορταριασμένη αυλή. Τότε που ζούσαν, διαφέντευαν και δημιουργούσαν οι γονείς μου. Τότε που όλα ένα γύρω μου χαμογελούσαν και μου υποσχόταν πως έτσι θα μείνουν για πάντα. Τη θυμάμαι καλά εκείνη την άλλη φθινοπωρινή βραδιά που οι γονείς μου κουβέντιαζαν, εδώ στην ίδια αυλή, καθισμένοι στις ίδιες καρέκλες, ακουμπώντας τους αγκώνες τους στο ίδιο τραπέζι, την ώρα που εγώ σκάλωνα για ύπνο στα πάνω δωμάτια. Ετοίμαζα το κρεβατάκι μου κι, άκουγα τη χαμηλόφωνη στο ξεκίνημά της, συζήτηση αλατισμένη όμως κι από μια πρέζα συγκρατημένης έντασης. Στο εισαγωγικό του πόνημα ο πατέρας μου, αγωνιζόταν φιλότιμα να πείσει τη μάνα μου για το σύνηθες των συμβάντων της νυχτερινής μας εξόδου. Δεν ξέρω αν από σκοπού του θα ξεκινούσε μια τέτοια κουβέντα περασμένα μεσάνυχτα, η αλήθεια είναι πως είχε προηγηθεί μια διερευνητικού χαρακτήρα, συνάμα και ερεθιστικού ύφους  ατάκα της μάνας μου περί του καφενείου και της αποψινής συμπεριφοράς μας σε αυτό:

- Ωρε νοικοκύρη το Κυπριακό λύνατε απόψε στα Ζαχογιαννέικα, γιατί αν δεν κατάλαβες μάθε το από μένα, πως ότι λέγατε το άκουγε κι ο μπαρμπα Νίκος στο Σταυρό κι η θειά σου η Αντιγόνη στο Κάστρο της Τσιούκας….. Ειδικά αυτόν τον λιγομίλητο τον κληρονόμο σου, είπα να μην τον σταφνίσω απόψε… αύριο θα τον περιλάβω κανονικά…

-Να με σταφνίσεις μωρέ μάνα, πετάχτηκα, γιατί όχι, σάμπως πρόκειται να κοιμηθώ μέσα σ΄ αυτή τη χουναβιά; Απάνω η στέγη καίει σα γάστρα και στη βεράντα κάνουν περιπολίες κάτι σερσέγκια ίσαμε την παλάμη μου. Είναι λιάρδα στο μεθύσι από τα μαυρούδια που ρημάζουν στις κρεβατίνες και στουκάρουν με πλήρη ισχύ πάνω στα τζάμια. Πού να ανασάνω την πόρτα;  Μέσα τώρα δα ψήνει ο διάολος τα καρβέλια του. Έρχομαι έξω, μην το αποσύρεις το τσίπουρο κατεβαίνω να τα πούμε τώρα, επιτόπου κυρία μου! Εδώ είναι που θα πεις καρντάσι μου το «αγάπησε η Μάρω το χορό και βρήκε άντρα χορευτή». Άλλο που δεν ήθελα εννοείς; Εντάξει έτσι είναι, καλά το σκέφτηκες. Με εξιτάριζε πάντα η φάση να μάχονται οι γονείς μου επί κοινωνικοπολιτικής βάσης κι εγώ να παριστάνω τον καθοδηγητή. Ήταν συνεπίκουρα της διάθεσης για κουβέντα τα προηγηθέντα τσιπουράκια. Μιας κι ο πατέρας μου δεν έπινε ποτέ, έπινα εγώ και τα δικά του για το καλό!  Ήταν γενικότερα θετικός προς τούτοις κι όλος ο χαβάς της βραδιάς…

-Μωρέ και το Κυπριακό και το Ανατολικό ζήτημα και το Βιετναμέζικο μαζί! Της Κορέας έγινε άμα θες να ξέρεις! Αρμάθιασε επίτηδες ο πατέρας μου ένα σωρό μεγάλα θέματα του καιρού, έτσι για να τσιτώσει πιότερο τη μάνα μου. Μόλις που είχε ξεσηκωθεί για να πάει στο γιατάκι του, μα τώρα που με άκουγε να κατεβαίνω αεράτος από τη σκάλα πισωγύρισε ήρθε στο τραπεζάκι της αυλής και κοκόνιασε στην προτεραία θέση του, χαμογελώντας πονηρά κάτω από τα μουστάκια του. Αν ήταν δυνατόν να ξεφύγει από την Αργύραινα μια τέτοια πλημμελώς καλυμμένη απρέπεια, στο δευτερόλεπτο τσακμάκισε ο πριόβολος στη στουρναρόπετρα:   

Που το βρίσκεις το αστείο, πες το αφέντη με το σοφό κεφάλι, πες το και σε μένα τη χαζούλα μπας και το καταλάβω.

-Αν ήμουνα σοφός κι ανοιχτομάτης, Γιωργίτσα απ΄ το Κουτσπερό, εσένα μωρέ μπούφε θα παντρευόμουνα, τι λες τώρα….. τι ξενοκρένεις;

Είναι ακριβώς το σημείο που εξαντλείται κάθε φορά το έσχατο όριο αντοχής της αψίκορης μανούλας μου, μετά από αυτό όλα είναι πιθανά! Μα η Γιωργίτσα απ΄το Κουτσπερό δεν ακολούθησε απόψε τη συνηθισμένη τραχιά λεκτική διαδρομή. Έχει άλλη σοβαρότερη έγνοια στο κεφάλι της και δεν μπορεί να συνδαυλίσει περισσότερο την περιπαιχτική διάθεση του πατέρα. Στέκεται στην πορτούλα της κουζίνας ζωσμένη τη φραμπαλάτη ποδιά της, με τα χέρια στη μέση, κόβει με άγριο βλέμμα κατάματα το νοικοκύρη της και ξεσπάει.

-Αν νομίζεις πως ξενύχτησα για να ακούω τις ρομπόλες σου εδώ στη λάκα της Σιακούφως, τότε τρελός παπάς σε βάφτισε κρούνι μου. Αποκρίσου μόνο σ΄εκείνο που σε ρώτησα και κόψε με το μαχαίρι τα παραπανίσια!

Ο γέρος μου πάλι, δεν ήταν από εκείνους που στρουγκιάζονται εύκολα στις οδηγίες, άμα πεισμάτωνε ούτε ο διάολος δεν του έβαζε γούλι. Όμως η μάνα μου είχε βρει το κουμπί του από μιας εξαρχής. Σαν τον κοίταζε ακίνητη, ίσα στα μάτια πάθαινε ήττα συντριπτική. Ναι ο διάολος, αλλά κι η μάνα μου όμως………

-Ρώτα να στα πει ο κληρονόμος, αυτός τα θυμάται καλύτερα, αντέτεινε μονάχα  κι άναψε ένα ακόμα βαρύ τσιγάρο.

Γέμισα το ποτηράκι μου άγιο απόσταγμα, ρούφηξα τα τρία τέταρτα του όλου, συμπλήρωσα πάλι το κενό με το αντίστοιχο «δικαίωμα» του πατέρα μου και ξεκίνησα την αφήγηση. 

Για το χθεσινό τσακωμό μου με τον Στραβόγιαννο (είχε κάνει στο Γράμμο, με τον εθνικό στρατό σαν κληρωτός) και τον ισχυρισμό του ότι στο Πολυτεχνείο το ΄73 δεν υπήρξαν νεκροί, ότι στον ύπνο μου είδα τις οδομαχίες εκείνης της Παρασκευής, τα πολυβόλα και τους ξεκοιλιασμένους. Της εξήγησα πως με διαολίζουν οι ισχυρισμοί του αφού κι ίδιος το ξέρει ότι ήμουν μέσα στην εξέγερση εκείνη. Πως είχα πειρατικό σταθμό στη Νέα Φιλοθέη και πως αναμετέδιδα το Πολυτεχνείο. Πως πιάστηκα, κλωτσοπατήθηκα αρκούντως,  οδηγήθηκα με άλλους πολλούς στον Ιππόδρομο για δυο μέρες. Πως από κει με άρπαξε με βύσμα το αφεντικό μου, βιομήχανος μα και ιδιοκτήτης διάσημων κομμωτηρίων του Κολωνακίου… Με πελάτισσα και τη Δέσποινα του «αυτόματου διαζυγίου» παρακαλώ. Άλλη φορά, εγώ ο ίδιος του είχα διηγηθεί τα κατορθώματά μου, τώρα το παλαβό παράσταινε; 

Της έδωσα να καταλάβει ότι ο χθεσινός συνομιλητής μου ήθελε και συνέχεια στο αποψινό βράδυ και λόγο στο λόγο τα πήγαμε ως τα εικοστέσσερα. Καμώθηκε τον ήρωα  λοχία που του χρωστάμε, γιατί με τους ομοίους του έσωσε την πατρίδα από τους «ξεβράκωτους» κατσαπλιάδες και τον κομμουνισμό. Και ΄γω με τη σειρά μου τον ονομάτισα πλύστρα των αφεντάδων που δεν είχε τότε, ούτε και τώρα έχει ιδέα, για το τι και ποιους αντιμάχονταν. Τι ήθελαν εκείνοι οι ψειριασμένοι αξούριστοι, για τι πράγμα βρισκόταν εκεί πάνω στα χιονισμένα βουνά, μισόγυμνοι, ξυπόλητοι, νηστικοί και καταδικασμένοι. Ξέρεις λοιπόν τι έκανες εσύ μπαρμπα Γιάννη με τις σαρδέλες σου στο Γράμμο; Κατούρησες πολύ όρθια και γύρισε η βροχούλα στο κεφάλι σου. Αυτό έπαθες πολεμώντας εκείνους που ήθελαν να σε βγάλουν από τη σκλαβιά, την αδικία, την εκμετάλλευση και τη φτώχια. Κοίτα τα καζάντια σου λοιπόν από τότε κι ως τα σήμερα, λοχίας, κολλήγος, σέμπρος, μπαξεβάνης, δραγάτης, οικοδόμος, ξυλεργάτης, μετανάστης… κι ότι άλλο κάνω πως ξεχνάω από αυτά που υπήρξες! Τι είναι τα μπερεκέτια σου γρίβα μου; Θα παραδεχτείς επιτέλους πως πέρασες τη ζωή σου ξοδεύοντας ψυχή, αίμα κι ιδρώτα για ξένα διάφορα;

- Μάνα καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να ακούω προστυχιές και να σωπαίνω. Όταν ξεστόμισε την αιωρούμενη απειλή πως έχει ράμματα για τη γούνα μου, τότε ανάλαβε ο  πατέρας, κι αν θυμάμαι καλά μεταξύ των άλλων «ορεκτικών» που τον τράταρε, του έδειξε δια της δεξιάς χειρός κι ένα μέρος που γράφει τις απειλές του. Ό γέγονε, γέγονε! μάνα και παράτα το, μη σκαλίζεις όπως η κότα τις μαγαρισιές.

Κιχ δεν έβγαλε η μάνα μου όση ώρα της εξιστορούσα τα καθέκαστα. Ούτε λέξη πέραν της παρατήρησης ότι ξυπνήσαμε και τους τεθνεώτες του Αγιοκωσταντίνου τους οποίους συμπεριέλαβε στο ακροατήριό μας, μετά των ζώντων προηγούμενης αναφοράς της…  Κιχ, μονάχα την ώρα που ήμουνα στο σημείο της απειλής για… τα ράμματα στη γούνα μου, είδα τις παλάμες της να σφίγγονται σε τσιμεντένιες γροθιές και μια σταγόνα ιδρώτας, μόνο μία, να σκαλώνει πάνω στο δεξί της κατάμαυρο φρύδι. Φύγαμε από τα γεγονότα αυτά και η  κουβέντα μου, με την ευκαιρία της στιγμής, πήγε σε Ευρυτάνες, ανταρτόπουλα που είχαν ονοματεπώνυμο, μάνα και πατέρα και  χάθηκαν για την υπόθεση της λευτεριάς και της κοινωνικής δικαιοσύνης, παραμένοντες αδικαίωτοι ως τις μέρες μας. Και για τους άλλους, τους «απέναντι» μίλησα κι ανάφερα γνωστά, θλιβερά κι ατιμώρητα εγκλήματα. Οι δράστες τους είχαν επίσης ονοματεπώνυμο, μάνα και πατέρα. Κάπου -κάπου πρόσθετε κι ο Αργυράκος ένα όνομα, έναν τόπο, μια πληροφορία για μιάσματα που πήραν χρήσιμο κοσμάκη στο λαιμό τους. 

Μη φαντασθεί κανείς πως ο πατέρας μου δεν φοβόταν κι αυτός τα μπλεξίματα και τις φασαρίες μου με τα πολιτικά. Φοβόταν και πολύ μάλιστα!  Ήταν όμως τόση η σιχασιά του για το σύστημα που κάποιες φορές έσπαγαν με πάταγο τα συντηρητικά του αναχώματα κι έμπαζε στην ψυχή του μονομιάς βουνήσιος φρέσκος αέρας των Αγράφων, της Νιάλας, και των Τζουμέρκων. Δεν θυμάμαι πόσο κράτησε αυτή η κατάθεσή μου στην ανακρίτρια μάνα μου, λίγο πάντως δεν μπορείς να το πεις…

Όταν ξανάκουσα την επιτακτική φωνή της  ήμουν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου και ήξερα πως το ίδιο είχε κάνει κι ο πατέρας μου. Τώρα, με το ρόλο του δημόσιου κατήγορου η πρώην ανακρίτρια, στεκόταν στην πόρτα της ισόγειας κάμαρας με μέτωπο προς το συζυγικό της κρεβάτι. Το καταλάβαινα γιατί οι φωνές ερχόταν σε μένα μέσα από τις φερνάδες του σανιδένιου πατώματος. Ήμουν ακριβώς πάνω από την κρεβατοκάμαρα των γονιών μου.

-Αργυράκη θα σου πω μια κουβέντα για τελευταία φορά και θέλω να έχεις ξεβούλωτα τ΄αφτιά σου. Πρόσεξε, μην τον θαρρεύεις, κι άλλες φορές σου το ξανάπα και δεν το λογάριασες μια πεντάρα. Μην τον ξεσηκώνεις!

-Βρε σατανά, δεν τον ξεσηκώνω και το ξέρεις. Αλλά γιατί μου λες να μην τον θαρρεύω, σε ρωτάω γιατί;

-Γιατί μια μέρα, του παλληκαρά η μάνα  είναι αυτή που κλαίει. Αργυράκη, γέρασες μαύρε μου και δεν το κατάλαβες ακόμα;

Ακολούθησε μια μικρή σιωπή, τόση που νόμισα πως ο διάλογος είχε κλείσει σε αυτό το σημείο. Τέλος άκουσα δυνατά τον πατέρα μου να συντρίβει στα τάρταρα το φιλοσοφημένο σκεπτικό της μανούλας μου:

Μπουμπουνισμένο κεφαλάκι,  γράφτο αυτό που θα σου πω, μάθημα από τον Αργύρη της Βασιλικούλας. Ναι! του παλληκαρά η μάνα ενδέχεται να κλάψει μια μέρα!  Του κιοτή όμως κλαίει κρυφά κάθε μέρα, για τον άχρηστο που θήλασε στο βυζί της! Κατάλαβες; Καληνύχτα!


Λατρεμένε μου πατέρα, όσο χρόνο έζησε η μάνα μετά από σένα τέτοιο κλάμα δεν της προξένησα. Εσύ όμως γιατί της είπες να  γράψει την κουβέντα σου αφού ήξερες πως ήταν αγράμματη;

Θα σε θυμάμαι παντοτινά!

Αυτός που δεν ξέρει την αλήθεια είναι απλά άσχετος. Αυτός που ξέρει την αλήθεια και την διαψεύδει είναι κάθαρμα! (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Ο πατέρας μου Αργύρης επέστρεψε στη μάνα γη στις 29 Μαρτίου του έτους 2006. Δεν ήταν πλήρης ημερών, όμως υπερχείλιζε από σοφία, αθόρυβη αγωνιστικότητα και αίσθημα ικανοποίησης για τον τρόπο που ολοκλήρωσε την αποστολή του. Παντού γύρω μου μυρίζω ακόμα την μοσχοβολιά της ψυχής του!


Ήταν ένα επίλεκτο κείμενο

από τον συμπατριώτη Δημήτρη Α. Γκορόγια

(στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")



Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Έρμα χωριά…


Ένα σπαρακτικό οδοιπορικό 

στα πληγωμένα χωριά μας.

Από την Κρικελιώτισσα "Ακευσώ"

για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Κούτσα-κούτσα, ο Φλεβάρης σκαρφαλώνει στον θρόνο του Δωδεκάμηνου. 

Τ’ αδέρφια του κοιτάζουν αφ’ υψηλού. Ύστερα από 4 χρόνια υφαρπαγής ωρών από τον «Κούντουρο», τον «Σημαδεμένο», ξεθηλυκώνουν τη φιλευσπλαχνία τους και του ρίχνουν  στον κορβανά 8,640 δευτερόλεπτα!! Μια ολόκληρη μέρα, την 29η, εστεμμένος δραγάτης, βροχάρης, χιονιστής, κλαδευτής.

Κι αυτός «βαθύτατα υπόχρεως!!!» σταυροστραβοποδιάζεται σ’ έναν χορό αλλόκοτο, ξεχνώντας ν’ ανοίξει τις φλέβες του, να τρέξουν λεύτερα τα υπόγεια νερά του, να πλημμυρίσουν ζωή τα στήθια της Γης. 

Ο Ήλιος, απόλυτος μονάρχης στις αλάνες τ’ ουρανού, φωτοστεφανώνει τις παγερές μέρες…

Μάταια, η Βασίλισσα του Χιονιά, προσπαθεί να ξυπνήσει τις νιφαδοθυγατέρες της ν’ αρματώσουν τη νυφιάτικη πομπή για να θαμάξει ο κόσμος τα πάλλευκα προικιά, να δει μια άσπρη μέρα… 

«-Παράτα μας! της αντιμιλάει μια επαναστατημένη νιφαδούλα. Πού να πέσουμε; Στη χώρα του αγαπημένου μας Εύρυτου, έχει στήσει ο Χάροντας χορό. Τα χωριά ερήμωσαν. Όλοι πήραν των ομματιών τους, κυνηγώντας ο καθένας τη δική του χίμαιρα. Παιδιά δεν υπάρχουν. Παράτησαν το κρυφτό στις φυσικές κρυψώνες και ξεγελάστηκαν στη γλύκα του κυνηγητού σε λάγνες πολιτείες, σε ψηφιακές ηδονές. Με ποιόν θα παίξουμε χιονοπόλεμο; Με ποιόν θα φτιάξουμε της καρδιάς μας τον χιονάνθρωπο; Σε ποιόν θα γίνουμε στρωσίδι γλιστερό για να κυλήσει τις στεναχώριες του; Ποιός χωραφιάρης θα μας παρακαλέσει να χιονοστολίσουμε μέρες πολλές τα χωράφια για να ‘χει το καλοκαίρι χρυσή σοδειά;»

Πάγωσαν τα λόγια της στον αέρα. Και ξεπάγωσαν μέσα μου την κατεψυγμένη μου πεθυμιά, να πάρω τη «δανεική» μέρα του Κούτσαβλου και να την περπατήσω στα λόγγια και στα βουνά. 

Ασυννέφιαστος ο ουρανός. 

Στο Κρίκελλο, καμμιά δεκαπενταριά τζάκια καπνίζουν τη μοναξιά τους, στρίβοντας τον καπνό τους σε μηνύματα s.o.s., που μέχρι να φτάσουν ψηλά, έχουν χαθεί.

Άδειοι οι δρόμοι….

Οι μόνιμοι κάτοικοι πενήντα όλοι κι όλοι, διαβάτες των –ήντα, κλεισμένοι στα σπίτια τους, παίζουν δηλωτή με τη μοναξιά τους. 

Τρεις-τέσσερις γάτες γλιστράνε στους πάγους, νιαουρίζοντας να ζευγαρώσουν την εφταψυχιά τους. 

Νεκρική σιγή και στη Δομνίστα. Δυό μικρά παντοπωλεία ανοιχτά, υπέργηρα κι αυτά, καρτεράνε τους 20 πελάτες τους να εξαργυρώσουν της ερμιάς τους το τίμημα. 

Και μετά… χωριά-φαντάσματα… Σκοπιά… Άγιος Χαράλαμπος… Καστανούλα... Ροσκά... 

Ανοίγω ορθάνοιχτα τα μάτια να υποδεχτώ την ομορφάδα της φύσης, τη ζεστασιά της ντομπροσύνης των κατοίκων. Μα τα σπίτια στέκουν βουβά. Διπλές οι αμπάρες στα ξωπόρτια. Σκουριασμένες σιδεριές στα παράθυρα. Άσπαρτοι κήποι. Χορταριασμένες αυλές. 

Χτυπάω, φωνάζω: 

-Είναι κανείς εδώ; 

Άκρα του τάφου σιωπή… Βρόγχος πνιγηρός στη σκέψη. Κανείς δεν ξεπροβάλλει να μας καλημερίσει, να μας βρέξει τα σωθικά με του τσίπουρου την αγιοσύνη, να μας φιλέψει απ’ τα ολόδικά του καλούδια, να μας ξαλέσει χωρατά και κουτσοκέφαλα, να μας ζωντανέψει ζωές αλλοτινές, παγωμένες σε ξεθωριασμένες φωτογραφίες του τοίχου.

Οι παιδικές χαρές ορφανεμένες. Οι κούνιες πάνε πέρα-δώθε απ’ το σπρωξίδι του αέρα. 

-Κούνα μας! Πιο ψηλά πήγαινέ μας! Τον παρακαλάνε. Να μην πεθάνουμε στης ακινησιάς τα πλοκάμια, μέχρι τον Ιούνιο, που θα ‘ρθουν οι φίλοι μας να μας ζεστάνουν με τα γέλια τους και τα ξαφνιάσματά τους. 

Άφωνη, αργοσέρνω το βλέμμα σε γκρεμισμένα σπίτια. Ψηλά στ’ αγκωνάρια διαβάζω : «Χτίστηκε στα 1929, κάηκε στα 1942 και ξαναχτίστηκε….» 

Σ’ έναν οβολιό από πέτρες, κείτονται μισοπεθαμένες εικόνες, μισοσβησμένες θύμησες, μακρινοί ήχοι: Σαρακο-φαγωμένα δοκάρια, θρυμματισμένα τζάμια, κιτρινισμένες στεφανοθήκες, ανάπηρες σαρμανίτσες, σακατεμένοι αργαλειοί, ξεβαμμένες φλοκάτες, μυστικά χωνεμένα σε ξεκοιλιασμένα μαξιλάρια, υμέναιοι ευτυχίας σε σιδερένια κρεβατοδεσίματα, μοιρολόγια μακρόσυρτα στου τζακιού το παραγώνι, ιστορίες μισοτελειωμένες στ’ αδραχτιού το ξύλο για πρωτολάτες της Λευτεριάς, για γυναίκες-αερικά, ζαλωμένες φαί, ρούχα, πυρομαχικά για τους λεβέντες των βουνών… Όλα, ένα κουβάρι στριφτοκομποθιασμένο στης Απόγνωσης τα λανάρια. 

Ένα οδοιπορικό θανάτου, στα χωριά που κάποτε έσφυζαν από ζωή. Οι κάτοικοί τους έδωσαν πνοή αναστάσιμη στον τόπο, πέρασαν δια πυρός και σιδήρου και επέζησαν. Ξανάχτισαν πέτρα-πέτρα τ’ αλώνια της ύπαρξής τους για να χορεύουν πάνω τους ελπιδολάλητα παιδιά κι εγγόνια. Ονειρεύτηκαν να ‘ναι οι πόρτες ανοιχτές, να μη μείνουν μόνο σε χάρτες και πινακίδες τα ονόματα των πατρίδων τους. Ονειρεύτηκαν να ‘χουν αυτάρκεια, αλληλεγγύη, να μην τους πουλάνε κάθε χρόνο οι εταιρείες το δικό τους μεταλλαγμένο σπόρο, να μην εξαναγκάζονται να χρεώνονται από τις τράπεζες για να ξεπερνάνε τη δυστοκία των ημερών. Ευχήθηκαν να ‘χουν δίπλα τους έμπρακτο το ενδιαφέρον της εξουσίας. Αυτή, όμως, κωφεύει στο «κύκνειο άσμα» των χωριών, ακονίζει τα ψαλίδια της και πετσοκόβει άνανδρα τα 4 γράμματα της ζωής…


Στις πλατείες, στέκουν άπνοες οι προτομές των Ηρώων. Μισοσβησμένα τα ονόματα των υπέρ πατρίδος πεσόντων. Κάνω προσκλητήριο νεκρών. Δίπλα μου η Ηχώ δανείζεται τη φωνή μου και την απλώνει σε σάρες και καταράχια, σε γκρεμούς και διάσελα. Κι αυτή τρέχει, σκαρφαλώνει, σκοντάφτει, ματώνει, μπήγει τα σπλάχνα της βαθιά στο χώμα και τραγουδάει:

«Ήρωες άπαρτα βουνά, ήρωες με δώδεκα ζωές.

Κάστρα του Ολύμπου και του Παρνασσού φαντάσματα. 

Ήρωες μέσα στα χαλάσματα….».

Γίνεται Κραυγή-Ανάθεμα  για όσους βάλανε την υπογραφή τους στον ξολοθρεμό της αγροτιάς. Για όλους τους «Γενίτσαρους» που αρπάζουν, χρόνια τώρα, τα παιδιά μας «τα πιο εύμορφα, τα πιο έξυπνα», τα ρίχνουν στον «Μινώταυρο» της κίβδηλης ευζωίας, στους «Λαβύρινθους» της ματαιοδοξίας και του σκοταδισμού. 

Μουντζώνει «τους πολιτικάντηδες» που φούσκωναν τα μυαλά των κατοίκων με παραμύθια της Χαλιμάς, φερμένα απ’ της ξενιτιάς τα σαπιοκάραβα. Τους έπεισαν ν’ αφήσουν το «Ησιόδειον άροτρον», και να κυνηγήσουν τη μισότυφλη Λάχεση στα εργοστάσια, στις οικοδομές, στα ορυχεία….

Διαολοστέλνει όσους με τα άπνοα σχέδιά τους και τις χρεωκοπημένες τους συνειδήσεις τσιμέντωσαν ταφόπλακα βαριά κι ασήκωτη στης υπαίθρου τα σπίτια. 

Αφορίζει όσους ψευδοπροφήτες «ευαγγελίζονται!» στου «Θα» τ’ απονέρια, αναπλάσεις, αναβαθμίσεις, αναπαλαιώσεις σ’ ένα μέλλον βαθύζοφο. Και το μόνο που κάνουν καλά, γιατί έχουν δασκαλευτεί στα θρανία του αστικού-καπιταλιστικού τέρατος, είναι, να μοιράζουν «άρτον και θεάματα» για να μην κινδυνεύει η βασιλεία τους. Ξοδεύουν χρήματα σε έργα ανωφέλευτα, σε χορούς και πανηγύρια, σε φολκλορικά συναπαντήματα, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού που τα χωριά μας νεκρανασταίνονται λίγο, μέσα απ’ «όνειρα θερινής νυκτός».

-Χλιμάρες! Γράφουν τα δάκρυα στον ουρανό της καρδιάς μου.

-Σαούρα! Σφυρίζει ο χειμωνιάτικος άνεμος στα φυλλώματα.

Τ’ ακούνε τα ελάφια, οι λαγοί, τα ζαρκάδια, οι κοκκινολαίμηδες και χώνονται πιο βαθιά στις φωλιές τους.

-Μην κλαις!  Μου ψιθυρίζουν τα κέδρα, καθώς το βλέμμα μου δραπετεύει στην «Πιετά της Μάνας-Φύσης». Έλατα ημιθανή, γερμένα στην αγκαλιά των αδερφών τους με τις κορφές ψυχορραγούσες στην ανοιχτοσύνη του Σύμπαντος, μινυρίζουν : 

«-Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;» 

Αρχοντοθρεμμένες καστανιές, εκατοχρονίτισσες τροφοδρότρες, υψώνονται κατάξερες, αρνούμενες να προσυπογράψουν το πιστοποιητικό θανάτου τους.

Ακοίμητοι φρουροί τα θεόρατα βράχια. 

-Πού βρήκες, Δημιουργέ, τόση αγριάδα, τόσα κοτρώνια, και τα ρίζωσες σε τούτη την πολύπαθη γη; Γιατί δεν κράτησες στα σακούλια της προσφοράς Σου, λίγο «καλλίβωλον» χώμα να το ισιάξεις, να το καλλιεργήσουν τα παιδιά Σου και να μην ξοριαστούν στα τετραθέμελα της οικουμένης; 

Ο μοναδικός δρόμος που ενώνει τα χωριά, παρατημένος, φαγωμένος σε πολλά σημεία, με τους γκρεμούς να χάσκουν, με πέτρες που ξεκολλάνε από ψηλά και δεν ξέρεις πότε θα σκοτώσουν περαστικό. 

Και μέσα σε όλη την εγκατάλειψη, ξεπροβάλλει πανύψηλος ένας πέτρινος όγκος που διαλαλεί την απαντοχή του Χρόνου. Μπροστάρης περήφανος, εκατόμματος βιγλάτορας, σημαιοφόρος στρατηλάτης, ένας έλατος. Γεννημένος άκρη-άκρη στων λιθαριών τη σχισμάδα, στέλνει αγωνιστικούς χαιρετισμούς στ’ απάτητα βουνά μας. Δίπλα του, φιγούρες αφαιρετικές, σμιλεμένες με κοφτερές λεπίδες, βαμμένες με τα χρώματα του θυμού και της αντάρας, αγρυπνούν. Ανάμεσά τους, νιογέννητα ελατάκια σκαρφαλώνουν στο φως, βυζαίνοντας την πίκρα της μοναξιάς τους, περιμένοντας τον Αύγουστο, ν’ ανηφορίσουν τα παιδιά στων παππούδων τους τα ριζιμιά, να θαυμάσουν το ανείδωτο, να φωτογραφηθούν, ξεδιπλώνοντας τα γέλια τους στα ριζά του πέτρινου δάσους.

Σε τούτη την περπατησιά μου, στην Πολιτεία της Λήθης, ένα γεράκι μόνο ισοζύγιαζε τη λευτεριά του, πάνωθέ μου, φτερουγίζοντας το δικό του «νόστιμον ήμαρ».

Κι ένας ήχος ζωντανός, καθάριος, γάργαρος, απ’ των νερών το κουτρουβάλιασμα, που κύλαγαν να συναντήσουν το ποτάμι τους. Ήταν η δροσιά του θεόσταλτη, να μου ξεπλύνει τη θλίψη, να φυτέψει στα σωκήπια του θυμητικού μου όλο το μεγαλείο των στολιδιών της Γης. Να μου θυμίσει πως αυτή η Μάνα θα ‘ναι εκεί να περιμένει στις εμπατές της όλα της τα «ξενιτεμένα», να τα γλυκονανουρίσει στους κόρφους της, να τους λύσει το ζωνάρι της ερημιάς, να τους κάνει κοινωνούς στα μυστήριά της.


Ήταν ένα διαλεχτό κείμενο 

από την "Ακευσώ" του Κρίκελλου

(στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")


Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Αναμνήσεις από το χωριάτικο γάμο.


Αφηγείται η Ευρυτάνισσα κυρά Λένη 

στους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τα παλιά τα χρόνια στα ευρυτανικά χωριά οι γάμοι γίνονταν διαφορετικά απ' ότι σήμερα. Κατ' αρχάς εκείνη την εποχή γινόντουσαν κυρίως με προξενιά. Τα έθιμα των καιρών ήταν βλέπετε πολύ αυστηρά και τον πρώτο λόγο τον είχαν οι οικογένειες και οι προξενητάδες και γι' αυτό μην σας φανεί παράξενο που συνήθως οι ενδιαφερόμενοι ερχόντουσαν σε... δεύτερη μοίρα!! Οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί σύστηναν στους γονείς της νύφης ή του γαμπρού κάποιο παλικάρι ή κάποια κοπέλα από το ίδιο χωριό ή και από άλλα χωριά λέγοντας ότι αυτά τα παιδιά αξίζουν να γίνουν ζευγάρι κι οι οικογένειες να συμπεθερέψουν. Αφού γινόταν η γνωριμία, μετά οι γονείς κανονίζανε αναμεταξύ τους τα της προικός. Γιατί είχαμε κι αυτά, δυστυχώς. Μάλιστα πολλές φορές κάτι τέτοια πάρε-δώσε οδηγούσαν και σε παρατράγουδα, άλλα αστεία κι άλλα δυσάρεστα, αν οι οικογένειες δεν τα βρίσκανε στην προίκα!!! 

Βέβαια δεν γινόταν όλοι οι γάμοι με προξενιά. Υπήρχαν και τότε οι έρωτες, οι αγάπες οι κρυφές, τα νυχτοπερπατήματα και τα ανταμώματα των ερωτευμένων ζευγαριών που χτυπούσε η καρδούλα τους:

"Φέξε μου φεγγαράκι μου να πάω στην αγάπη μου/ εγώ φέγγω ως το πρωί, κι όπου αγάπη ας περπατεί"!

Γιατί η δύναμη της αγάπης κατορθώνει και να ξεπερνάει και να νικάει πολλές φορές τις σκουριασμένες ιδέες.

Όταν οι οικογένειες συμφωνούσαν μεταξύ τους την ημερομηνία του γάμου ξεκινούσαν και οι σχετικές ετοιμασίες. Πρώτα έστελναν τα "καλέσματα" που συνήθως ήταν κουφέτα τυλιγμένα σε λευκό χαρτί κι ένα μικρό μπουκαλάκι με γλυκό κόκκινο κρασί!

Την τελευταία εβδομάδα όμως ήταν τα πιο σπουδαία.

Την Τετάρτη, οι οικογένειες των νεόνυμφων έφτιαχναν τα "προζύμια" δηλαδή την κουλούρα του γάμου! Επάνω χάραζαν διάφορα όμορφα σχέδια με το πηρούνι ή με ξυλοσφραγίδες (πουλιά, σταφύλια, φύλλα, λουλούδια, όλα πανέμορφα)! Μ' αυτά σταύρωναν το γαμπρό και τη νύφη σε κάθε σπίτι χωριστά, όπου γινόταν και μια μικρή γιορτή για αυτό το γεγονός. Την επόμενη μέρα, την Πέμπτη, τα κορίτσια, με τραγούδια, γέλια και πειράγματα, αναλάμβαναν να ψήσουν τα ψωμιά στη γάστρα. Μοσχομύριζε ο τόπος όλος από την ευωδιά της "κουλούρας"!

Την Παρασκευή μαζεύονταν τα κορίτσια με τα δώρα τους στο σπίτι της νύφης όπου αυτή θα έκανε επίδειξη στα προικιά της. Ρούχα, κεντήματα, οικιακά σκεύη κι άλλα καλούδια, νοικοκυριό ολόκληρο! Ύστερα τα "σάκιαζαν" και τα τοποθετούσαν με τάξη στα μπαούλα ώστε να είναι έτοιμα, διότι στη συνέχεια θα έρχονταν με κάθε επισημότητα οι συγγενείς του γαμπρού, οι "προικιαραίοι", με τα άλογά τους, για να φορτώσουν τα μπαούλα με τα προικιά και να τα πάνε με τουφεκιές στο σπίτι του γαμπρού όπου εκεί συνήθως θα έμενε το ζευγάρι. Κι όλα αυτά με τραγούδια, μεζέδες, κρασί και τσίπουρο.

Το Σάββατο γίνονταν και οι ετοιμασίες για το τραπέζι όπου ήταν καλεσμένοι όλοι! Μάλιστα στην Ευρυτανία το χωριό Καλεσμένο πήρε το όνομά του από αυτό. Έβγαινε ο τελάλης στους μαχαλάδες του χωριού και φώναζε: "Χωριανοί, ακούσατε-ακούσατε, την Κυριακή ο Γιάννης παντρεύει την κόρη του κι είστε όλοι καλεσμένοι"!!! 

Στο χωριό υπήρχαν δυο-τρεις άνθρωποι που αναλάμβαναν τα μαγειρέματα. Συνήθως στιφάδο ή κοκκινιστό με μακαρόνια. Η προετοιμασία γίνονταν με επιμέλεια: να καθαριστούν τα κρεμμύδια, η δάφνη, να γίνουν οι σάλτσες, μέχρι το πιπέρι και την ξυλοκανέλα φρόντιζαν, διότι έπρεπε να είναι όλα προσεγμένα και πανέτοιμα ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Την Κυριακή από τις 5 το πρωί, άρχιζε να καίει η φωτιά και τα καζάνια να μαγειρεύουν. Άλλοι πάλι ετοίμαζαν τις σούβλες με τα ψητά και τα κοκορέτσια.

Οι γυναίκες έφτιαχναν από την παραμονή η καθεμιά και το δικό της γλυκό. Πιο συνηθισμένα ήταν: ο μπακλαβάς με 20-30 φύλλα ανοιγμένα στο χέρι με μπόλικα καρύδια και σιρόπι από αγνό μέλι, καθώς και λαχταριστές καρυδόπιτες, σιροπιασμένο παντεσπάνι, κουραμπιέδες και πολλά άλλα. 

Εν τω μεταξύ στα σπίτια των νεόνυμφων είχαμε τις τελευταίες ετοιμασίες των παιδιών. Να πω εδώ ότι απαγορεύονταν αυστηρά να δει ο γαμπρός τη νύφη πριν τη μέρα του γάμου. Κι αυτό να ξέρετε ότι τηρούνταν, τότε, σαν κόρη οφθαλμού.

Το Σάββατο το βράδυ στο σπίτι της νύφης  γίνονταν γλέντι. Η κοπέλα πλενόταν με το "αμίλητο νερό" που έφερναν οι φίλες της μαζί με το κόκκινο μήλο της νύφης που είχε επάνω μπηγμένα κέρματα. Αυτό το μήλο θα το πέταγε αργότερα η νύφη στους συγγενείς για την καλή την τύχη.

Την Κυριακή το πρωί οι κοπέλες στόλιζαν τη νυφούλα τραγουδώντας. Την χτένιζαν, την αρωμάτιζαν, της έβαζαν τα φυλαχτά της για το "κακό το μάτι". Κατόπιν της φορούσαν το νυφικό που το είχανε υφάνει στον αργαλειό με νήμα λευκό από ψιλό γνέσιμο στο χέρι. Κεντημένο αριστοτεχνικά χαμηλά και γύρω-γύρω με διάφορα μοτίβα. Πέπλο κοντό ή βέλο δαντελένιο. Παπούτσια μαύρα με χονδρό τακούνι. Στα παπούτσια της νύφης έγραφαν και τα ονόματα των ελεύθερων κοριτσιών κι οποιανής το όνομα έσβηνε θα παντρεύονταν γρήγορα! Ζώνη κεντητή στη μέση της. Στο στήθος φλουριά δύο και τρεις σειρές. Και η ομορφοστόλιστη να λάμπει σαν τριαντάφυλλο τ' Απρίλη.

Στο άλλο σπίτι πάλι, του γαμπρού, είχαμε κι εκεί ετοιμασίες. Μαζευόντουσαν οι φίλοι του κι ο κουμπάρος για να τον ξυρίσουν με διάφορα αστεία, γέλια, μεζέδες και κρασοπότι. Του εύχονταν νάναι "σιδεροκέφαλος" ενώ τον σταύρωναν με νομίσματα που κατόπιν τα έριχναν σε μια πιατέλα με νερό. Ύστερα τον έντυναν με τα επίσημά του: λευκό ή μαύρο πανταλόνι, υφασμένο από τα χέρια της μάνας, γιλέκο με ρολόι κι αλυσίδα στο τσεπάκι, άσπρο πουκάμισο με φαρδιά μανίκια, ζώνη με διάφορα σιρίτια, παπούτσια που είχε παραγγείλει στον τσαγκάρη και μαύρη σκούφια στο κεφάλι. Ο κουμπάρος, που ήταν πολύ σημαντικό πρόσωπο, φόραγε του γαμπρού κι ένα λουλούδι στο πέτο!

Μόλις ολοκληρώνονταν οι ετοιμασίες, ο γαμπρός μαζί με το συμπεθερικό, τους οργανοπαίχτες και με τον στολισμένο φλάμπουρα μπροστά, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Εκεί γινόταν "το πόδεμα" της νύφης. Ο κουνιάδος πήγαινε να της φορέσει το παπούτσι όμως αυτή έκανε τάχα πως δεν έμπαινε στο πόδι της. Τότε εκείνος έβαζε στο γοβάκι της χαρτονομίσματα ξανά και ξανά μέχρι που η νύφη να δεχθεί τελικά να το φορέσει.

Η ώρα για την εκκλησία πλησίαζε...

Με βαθιά συγκίνηση η νύφη αποχαιρετούσε το πατρικό της. Ειδικά αν έφευγε για άλλο χωριό:: "Μανούλα τα λουλούδια μου συχνά να τα ποτίζεις... Αφήνω γεια στη γειτονιά, στα παλικάρια του χωριού, στα όμορφα κορίτσια..."!

Η νύφη πάνω σε άσπρο, συνήθως, άλογο και ο γαμπρός σε μαύρο, με φανταχτερά χαϊμαλιά και λευκά κεντημένα μαντίλια στα καπίστρια, ξεκινούσαν με τα σόγια τους για την εκκλησία. 

Οι οργανοπαίχτες συνόδευαν με κλαρίνα, βιολιά νταούλια κι όμορφα τραγούδια:

" Σήμερα στεφανώνεται αετός την περιστέρα..."!


Μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας ο πατέρας ή ο αδερφός κατέβαζε τη νύφη από τ' άλογο και την παρέδιδε πια με κάθε επισημότητα στο γαμπρό. Παλαιότερα ο πεθερός συνήθιζε να δίνει  κι ένα... χαστούκι στο γαμπρό!!! Που να γινόταν αυτό τώρα, θα σχόλαγε ο γάμος στο άψε-σβήσε (γέλια).

Η νύφη ασπαζόταν με μεγάλο σεβασμό τα πεθερικά της και μαζί με τον μέλλοντα σύζυγό της έμπαιναν στο ναό...

Αφού τελείωνε το μυστήριο οι καλεσμένοι έραιναν τα νεόνυμφα με ρύζι, ροδοπέταλα και άνθη και τους εύχονταν "βίον ανθόσπαρτον", ενώ αργότερα στο κατώφλι του σπιτικού των νιόπαντρων η μητέρα θα πρόσφερε μέλι με καρύδια στα ζευγάρι. Τα στέφανα θα τοποθετούνταν με μεγάλη ευλάβεια στο εικόνισμα του σπιτιού. Ύστερα όλοι μαζί κατευθύνονταν στο γαμήλιο τραπέζι που ήταν κι αυτό ολοστόλιστο με λουλούδια.

Αν ήταν καλοκαίρι οι τραπεζαρίες στηνότανε στην πλατεία του χωριού, αν ήταν χειμώνας στο σχολείο. 

Το γιορτινό τραπέζι του γάμου ήταν πανέτοιμο με μοσχομυριστά φαγητά κάθε λογής που τότε ήταν όλα αγνά και πεντακάθαρα από τη δική τους σοδειά κι όχι όπως σήμερα της βιομηχανίας. Το κρασί έρεε άφθονο και το κέφι άναβε με τα χαρούμενα τραγούδια, τα ιδιαίτερα για την περίσταση:

"Παντρεύεται ο Αυγερινός καλέ σήμερα/ την Πούλια κάνει ταίρι/ και τ' άστρα συμπεθέροι"!

Και στο τέλος να σου και οι πιατέλες με τα γλυκά, και με τον "σερβιτόρο" να λέει : "αυτό το γλυκό είναι από την τάδε οικογένεια, ετούτο από την άλλη..."

Μια φορά ήταν καλεσμένο σε ένα γάμο κι ένα μικρό Σαρακατσανόπουλο κι όταν είδε μπροστά του τόσα φαγητά και γλυκά άρχισε να κλαίει!

- "Γιατί κλαις πιδί μ", το ρωτάει μια θειά.

- "Δεν μπορώ να τα φάω όλα αυτά", απαντάει εκεινο.

- "Μην κλαις καμάρι μ', ούλοι μαζί θα τα φάμε "!!!

Μετά ξεκινούσε ο χορός και το τρικούβερτο γλέντι μέχρι πρωίας. Πολλές φορές τα γλέντια του γάμου κρατούσαν δυό και τρεις μέρες! Και επαναλαμβάνονταν και στα σπίτια των δύο οικογενειών με πολλά ακόμη έθιμα και εκεί! Διότι ο γάμος ήταν το πιο σπουδαίο γεγονός για τη ζωή των ανθρώπων και όχι απλά μια τυπική υποχρέωση που έπρεπε να κλείσει στα γρήγορα!


Αυτά συνέβαιναν τα παλιά χρόνια στην όμορφη Ευρυτανία μας.

Βέβαια πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Ο κόσμος εξελίχθηκε ή μήπως όχι;; Όπως και νάχει, τώρα πια οι γάμοι γίνονται και στα μέρη μας όπως παντού.

Αν και βλέπω ότι κάποια νέα παιδιά αγαπούν την παράδοση και στις χαρές τους προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν τα παλιά τα έθιμα. Μακάρι, μήπως και μαζί με αυτά ζωντανέψει περισσότερο και η ανθρώπινη επικοινωνία που στις μέρες μας έχει λιγοστέψει πολύ.

Η ουσία όμως είναι άλλη κι όχι τα έθιμα. 

Γι' αυτό εύχομαι σε όλα τα νεόνυμφα αλλά και σε όλα τα ερωτευμένα ζευγάρια αγάπη, αγάπη, αγάπη! Και κατανόηση. Μέχρι τα βαθιά σας γεράματα παιδιά μου...

Σημείωση : Η εικονογράφηση του αφιερώματος της κυρά Λένης έγινε με φωτογραφίες που "αλιεύσαμε" από το ιστολόγιο του Τροβάτου Αγράφων (με την αναπαράσταση του σαρακατσάνικου γάμου φωτο: 1,2,4,6,7,10,11), την "Ηχώ των Σαρακατσάνων (φωτο: 8,9), από το αρχείο του Κρικελλιώτη Ευθύμη Φλώρου (φωτο: 5,13) και από τον "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" (φωτο: 12).

* Ήταν  ένα λαογραφικό ταξίδι στο παρελθόν από την Ευρυτάνισσα κυρά Λένη

(για το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")


Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Άγραφα: έλξη ευτυχίας!

φωτο "Ευρ. ιχν": άποψη του οροπεδίου της Νιάλας, στ' Αγραφα


Τα πάντα αποπνέουν γαλήνη μέσα στην απόλυτη αγριάδα αυτού του σκληροτράχηλου Ευρυτανικού τοπίου.

Δεν είναι αντίφαση, είναι αρμονία!

ΕΔΩ ΨΗΛΑ, τόσο κοντά στον ουρανό, σε μια από τις ξεχασμένες "πρωτεύουσες" της παγκόσμιας αυθεντικότητας...

με την απειροελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση, την απουσία των βάρβαρων ήχων της πόλης, την απώλεια της αίσθησης του πιεστικού χρόνου, τον απαλό ψίθυρο του ανέμου στο χορτάρι που αναριγά στο πέρασμά του, το άρωμα της άγριας μέντας, τα κελαϊδίσματα των μικρών λαλητάδων, τις αιώνιες βουνοκορφές που κυματίζουν στο βάθος του ορίζοντα, τα αχανή ανεξερεύνητα ελατοδάση με τις βρυσομάνες, τους καταρράκτες, τα σπήλαια και τα ατίθασα ποτάμια που χαράζουν το κορμί τούτης της πολυθρύλητης αδούλωτης γης...

ΟΛΑ νοηματοδοτούν την κατάρριψη της ανθρώπινης αλαζονείας μπροστά στο δέος της Ανέγγιχτης Φύσης που οι αρετές της δεν είναι ανταλλάξιμες με κανενός είδους ταπεινά "αντισταθμιστικά οφέλη".

Άλλωστε, τ' Άγραφα δεν τα επισκέπτεσαι εσύ. 
Σε επισκέπτονται αυτά...
στην ψυχή σου!

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

13 χρόνια "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

 

Συμπληρώθηκαν 13 χρόνια για το ιστολόγιο του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη".

Περνάμε, πλέον, το κατώφλι του 14ου έτους βαδίζοντας αντάμα με χιλιάδες συνοδοιπόρους που εμπνέονται από την ομορφιά της Ευρυτανικής Φύσης και την αίγλη της Ανυπότακτης Ιστορίας των "Περήφανων-Ταπεινών" αυτού του τόπου.

Σας ευχαριστούμε για τη στήριξη. 

Αντέχουμε, συνεχίζουμε...

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

"Κλέαρχος" : της φωτιάς ο γιος!

Ήταν μεγάλη η συγκίνηση που νιώσαμε όταν μας εστάλη μία παλιά σπάνια φωτογραφία του νεαρού ΕΛΑΣίτη αντάρτη "Κλέαρχου" (Κώστα Μπίρτσα) ο οποίος έπεσε στην περίφημη μάχη του Μικρού Χωριού Ευρυτανίας - αυτή τη χιλιοτραγουδισμένη νικηφόρα μάχη που έδωσε ο Άρης Βελουχιώτης με τους συμπολεμιστές του εναντίον των φασιστών Ιταλών κατακτητών στις 18/12/1942. 

16χρονος μαθητής στο Γυμνάσιο ήταν ο Κώστας Μπίρτσας όταν παράτησε τα τετράδια και τα βιβλία για να αγκαλιάσει "τ’ άγιο τουφέκι" της λευτεριάς. Και γίνηκε σύμβολο και αετός στα λεύτερα βουνά μας! (Διαβάστε το πλήρες αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" ΕΔΩ).

Κάθε χρόνο κάμποσα Ευρυτανόπουλα ανηφορίζουν κατά το Μικρό Χωριό στο σημείο που έπεσε ο "Κλέαρχος" και τον θυμούνται και τον γιορτάζουν με κρασί και αντάρτικα τραγούδια (βλ. σχετικά).

Η φωτογραφία του "Κλέαρχου" προέρχεται από το Αρχείο της Οικογένειας Μπίρτσα. Ευχαριστούμε τους συμπατριώτες μας Ρούλα Τσούτσουρα και Νίκο Τσούτσουρα που μας την έστειλαν οπότε και εμείς σήμερα την αξιοποιούμε μέσα από τις σελίδες του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" σε αυτή την ανάρτηση προς τιμήν του αλησμόνητου ήρωα της Εθνικής μας Αντίστασης!

Συνοδεύουμε τη φωτογραφία του "Κλέαρχου" με στίχους του αείμνηστου Πάνου Τζαβέλλα - "της φωτιάς ο γιος"!


"Εγώ είμαι της φωτιάς ο γιος,

παιδί της καταιγίδας.

Σκαρφάλωσα στους ουρανούς

να κλέψω απ’ άγιους και θεούς

το φως της ηλιαχτίδας.


Πάμε μαζί, χλομό παιδί,

μη σε τρομάζουν οι καιροί.

Μη σε τρομάζουν οι καιροί,

πάμε μαζί, χλομό παιδί.

Μη σε τρομάζουν οι καιροί,

αχ, αρμάτωσα γερό σκαρί.


Κι αν μ’ έχουν κάψει κεραυνοί

κι ο πόνος μ’ έχει οργώσει,

δε σκιάζομαι κανέν’ οχθρό

κι ο χάρος να με βρει ορθό

σαν θά 'ρθει να με κόψει."


Ο τόπος της θυσίας του "Κλέαρχου"
 στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας

 Α Θ Α Ν Α Τ Ο Σ


"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Το τάμα στη μάνα μου*


* Ένα εξαιρετικό φυσιολατρικό άρθρο 

από τον συμπατριώτη μας 

Δημήτρη Α. Γκορόγια

για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ

«Καπλάνια, τέλος για απόψε, τους ζυγούς λύσατε. Ξεθρονιαστήτε άπαντες γιατί μας πήρε η μέρα. Ανάθεμα στο κεφάλι μας, ρόιδο το κάναμε  πάλι απόψε, ακούς εκεί ολονύχτια χαρτοπαιξία…»

«Σήκω  ρε και κάνε το σταυρό σου, δεν ακούς, ο  παπα-Στέφανος ξεκίνησε τον όρθρο, αντίχριστος είσαι;» είπε ο Πέτρος στον  απέναντί του ομοτράπεζο  τον Γιάννη, μα εκείνος ήταν πολύ απασχολημένος να ισιώνει επιμελώς και να ποστιάζει τα χαρτονομίσματα, το αποψινό νυχτοκάματο του τρόμου. Ούτε που αποκρίθηκε μια λέξη.

«Πες του και συ μωρέ δάσκαλε μια οδηγία, δάσκαλος είσαι, τι στον κόρακα, μετράει καλύτερα ο λόγος σου», γύρισε τώρα προς τον τρίτο της παρέας

«Για κάντε και οι δυο ησυχία, γιατί θα σας πετάξω έξω από την εκκλησία» αντέτεινε ο Λευτέρης ο δάσκαλος, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την ιεροτελεστία του διπλανού του. Μιας και διαρκούσης της  νυχτός  εκείνης, κάμποσα δικά του πεντοχίλιαρα είχαν μεταναστεύσει στη μπασμπακούτα του Γιάννη.  Ύστερα ένας-ένας  πήραμε να αναδευόμαστε απρόθυμα για το επικείμενο ξεπόρτι.

«Πάρε διαολάκι χοροσπερίδα, πάρε και χαρτοπαίγνιο, πάρε και τσιπροκραιπάλη, να και τα ξετσιαουλιασμένα κονσερβοκούτια, ολόκληρη τρακάδα στο νεροχύτη.  Ρε σεις λεβεντόπαιδα, όλη ετούτη τη στρωματιά με τα αποτσίγαρα εμείς την κάναμε, όλα αυτά, εμείς τα φουμάραμε; Πω-πω, πέτσα είναι  το πάτωμα, ακρίς-ακρίς!

«Αυτά που βλέπεις μελετάς, εκείνα που πάστρευε ως τα μεσάνυχτα η Στεφανέσια τα ξέχασες;» είπα κι εγώ για να μη με ονοματίσουν  μούτο, αλλά απόκριση δεν πήρα από πουθενά και  σταμάτησα.  

«Χαρούλες που θα κάνει κι η  Δημητρούλα  μου  άμα ξεσηκωθεί κι αντικρύσει το τερπνόν θέαμα… Προγκάτε να λακίσουμε όσο είναι καιρός, άιντε Γιάννη, τα μετράς και στο κονάκι σου τα μπικικίνια.  Εγώ  λέω να πάω για κανένα κοτσύφι άμα ξεφέξει.  Δεν θέλω να πέσω σε  καμία πρωινή  τόκα με την  κυρά και  γίνει  της κακομοίρας…  Εσείς ορέ παλιοξαδέρφια θα ρθείτε να θηρεύσουμε τα φτερωτά, όπως είχαμε πει αποβραδίς ή θα πάτε να ζεστάνετε τα τραγότσιολά σας, μην πάρουν πούντα;»

Μισόπνοος και μούρτζουφλος  τα ξεφούρνισε σαν σε παραμιλητό, όλα ετούτα ο καψερός ο Στέφανος.  Ούτε που άκουσε  την «προς  Ιωάννην  1η επιστολή» του Πέτρου ούτε την λακωνική παρατήρηση του δάσκαλου οσαύτως.  Ήταν ήδη όρθιος, οριακά αυτοστήρικτος σαν μαραγκιασμένο σύκο τσαπέλα της Κύμης. Βαροξενύχτης, μπαρουτοκαπνισμένος απ΄ τα λαθροτσίγαρα, ζαβλακωμένος απ΄το ατελώνιστο πιοτί. Κρατούσε στα χέρια του την αγία τράπουλα κι ένα τασάκι- τσιγαροπνίχτη, κατακάθαρο όμως, ιδίως από τη μέσα του μεριά. Σα να το πήρε εκείνη την ώρα από το ράφι. Ούτε ένας θεριακλής, ολόκληρη νύχτα, δεν έσβησε ένα τσιγάρο μες το τασάκι του μαγαζιού. Βιγλίζει  ο Στέφανος κάθε τόσο ανήσυχος προς την  εσωτερική πορτούλα, εκείνη που οδηγεί στην κάμαρα της Δημητρούλας,  τρεμάμενος στην ιδέα μη και ξεμπουκάρει αιφνιδίως  από κει και γίνει  το μεγάλο πατατράκ. Ξανακοιτάει  λοξά το μαύρο χάλι του τσιμεντένιου πατώματος, τα σκόρπια ρακοπότηρα πάνω στα σαρακοφαγωμένα τραπεζάκια του καφενέ, τις φερνάδες της ξεχαρβαλωμένης εισόδου απ΄ όπου ξεγλιστράει έξω, σε μακριές παλλόμενες σταχτογάλαζες  λουρίδες το τσιγαροντουμάνι. Πόσες φορές δεν είχε παρακαλέσει το αφεντικό να του αλλάξει την πόρτα αλλά εκείνος πέρα βρέχει:

«Εγώ Στέφανε  δεν έχω ξύγκι ούτε στο μάτι μου κι εσύ μου ζητάς ξωρέξια και περδικοστήματα…»

Μπροστά στο φορητό καπνοβαμένο ραδιοκασετόφωνο  κείτεται μια ξεκοιλιασμένη κασέτα, δυο τρία μέτρα από τα άντερα της κρέμονται έξω από το σώμα της, σα να τα έφτυσε. Φυσική και αναμενόμενη απώλεια από τις ώρες του γλεντιού, πριν στρωθούμε σαν τις μπεκάτσες στο πράσινο λιβαδάκι της τσόχας. Τρία τέσσερα πιατάκια του μεζέ αφημένα εδώ και κει, όπου  μέσα τους  αχνογυαλίζουν  στο φως του θολερού γλόμπου τα πηρούνια, πενιχρά υπόλοιπα ψαρολαδιάς, μικρούτσικες καυτερές πιπεριές από τις πικάντικες κονσέρβες της σαρδέλας και  μπόλικα τρίματα  ψωμιού. Καμιά  δεκαριά άδεια πακέτα τσιγάρων,  κείτονται χάμω, τα πιο πολλά ποδοπατημένα, κάτω απ’ το τραπέζι της χαρτοπαιξίας. Δώδεκα ώρες  αντρονυχτέρι κι ασωτία μέσα σε τριάντα τετραγωνικά  χιλιοχρονίτικου παραγκομάγαζου, τι περιμένεις να δεις, αγγέλους εξαπτέρυγα και μετατάρσια?

Με αργά, κάπως λικνιστά και αρκούντως αμφίβολα βήματα φτάνει ο καφετζής στο μπεζαχτά. Ακουμπάει  δεξί χέρι και τασάκι στον πάγκο και στη συνέχεια με το ζερβί τοποθετεί  νευρικά τη βασίλισσα της νύχτας την δραχμοκλέφτρα στην ιδιαίτερη θέση της: Στενό ραφάκι, ζερβή γωνία κάτω, με τη στενή της πλευρά προς το βάθος του ραφιού. «Άει στον αγύριστο  και συ γρουσούζα κακομούτσουνη, νοικοκύρη μ΄ έφτιαξες κι απόψε. Αλλά δε φταις εσύ, εγώ φταίω που σε μαλάζω στα χέρια μου….»

Όπως στρίβει για την επιστροφή προς τη συνάθροιση, που στο μεταξύ σενιάρεται  νωχελικά για  την απόλυση, η ματιά του πέφτει στο ματσάκι με το μόσχο. Η Δημητρούλα τον είχε κρεμασμένο με ασημένια κλωστούλα στη γωνία του μαγαζιού. Ψηλά στο ταβάνι και πάνω από την κορνίζα με το μεθυσμένο. Εκείνο τον αναμαλλιασμένο  μπεκρούλιακα  που γραπώνεται από το φανοστάτη με το ένα χέρι και με το άλλο κρατάει σφιχτά  το σβέρκο του κρασομπούκαλου, τρέμοντας μη και του φύγει. Συγκρατεί για λίγο το βλέμμα του στο σημείο αυτό και  ύστερα σκάει ένα παρατεταμένο σαρδόνιο, χαμόγελο: «Ήθελα να ΄ξερα αυτός ο μαϊντανός που τον κουβάλησε ως εδώ η συμβία απ΄το Μοναστηράκι Αγράφων, τι σόι μυρωδιά να έχει τώρα, ένα εξάμηνο κρεμασμένος εκεί που είναι  κι εμείς από κάτω να λιτανεύουμε ολονυχτίς, ανελλιπώς και καθ΄ εκάστην. Τις οίδε σαν τι μπαχαριά να πήρε η μοσχοβολιά του!».

«Άμα είσαι παιδί μου απόφοιτος του σχολαρχείου, φαίνεται από μακριά, γκαρίζει το πράμα» σχολίασε πάλι ο Πέτρος για το λεξιλογικό πλούτο, και την εκφραστική δεινότητα του Στέφανου. Άσχετα που ο Στέφανος μόλις και μετά βίας είχε αποφοιτήσει από το Δημοτικό, τυγχάνων του γενικού βαθμού «Σχεδόν καλώς 6». Αυτό το ήξερε καλύτερα απ΄όλους ο Πέτρος γιατί τον είχε συμμαθητή.

«Αναμέρα ωρέ φυλλερούδι να περάσω, σταλίκωσες μπροστά στην πόρτα και θες να βγάλεις και κήρυγμα, κερασονουρά. Απόλυσε η εκκλησία, δεν το πήρες χαμπάρι;» μάλωσε ο  Γιάννης τον Πέτρο.  Λιγοστούλης και διάολος με τσαρουχάκια ήταν αλήθεια ο Πέτρος, σαν λουρίδα  από σχισμένη μαντανία, αλλά κι ο «Στραβόξυλος» διέθετε σε ικανοποιητική επάρκεια όλες τις αποχρώσεις της κακιούλας.

Φύγαμε τα «παλιοξάδερφα» του Στέφανου για το σπίτι μας, την ώρα που έφεγγε για τα καλά, με βαρύ κεφάλι κι ελαφριές τσέπες. Μιας κι η βραδιά ήταν ορκισμένη να  κάνει χαρούμενο μόνο το Γιάννη της. Στούπα στο μεθύσι, τράβαγε ο αλάδωτος χαρτί από τα 19 κι έβρισκε διπλό! Μας ξεψίλιασε κυριολεκτικά, ούτε φράγκο για κερί δεν μας άφησε. «Είμαι διατεθειμένος να σας πάρω και τα σώβρακα! Αποκεκομβιοθείτε αμέσως κατά δυο κομβία και μια κόπτσα. Έως σωβράκου είπαμε… Ποιός έχει σειρά  χορού ρεεε… έλα, βάλε τώρα που γυρίζει… εις υγείαν και με το μπαρδόν δηλαδή…». Στουπί-στουπί ο Γιαννάρας αλλά τα παραγγέλματα απ΄τον καιρό που διατέλεσε λοχίας του εθνικού στρατού στο Γράμμο, τα  κομπόδιαζε φαρσί. «Α ρε και να 'πιανα στα χέρια μου εκείνη την άτιμη την αντάρτισσα, την κατάξανθη που μας έκραζε με το χωνί απ΄ την απέναντι κορφή και μας έλεγε χέστες… αλλά δεν μπόρεσα το φελέκι μου… τέλος πάντων»..Ούτε περασμένα, ούτε ξεχασμένα ήταν αυτά τα ψιλά γράμματα της ιστορίας για το Γιάννη τον «Στραβόξυλο». Το καταλάβαινες πως θα έπαιρνε πολύ καιρό ακόμα ώσπου να αδρανήσει μέσα του το δηλητήριο με το οποίο ήταν ποτισμένος. Κι αν θα καταλάγιαζε ποτέ η επίδρασή του στην ψυχή και το μυαλό του. 

Ήπιαμε στα μουλωχτά ένα σκέτο καφέ στο απάνω κουζινάκι μη μας πάρουν χαμπάρι οι κοιμώμενες ακόμα φαμελιές και θέσουν σε λειτουργία, πρωινό ανακριτικό τμήμα. Ο πατέρας και η μάνα μου ήταν από μιας ώρας νύχτα χωμένοι μέσα στα μαντριά για το συγύρισμα των ζωντανών. 

Ζωστήκαμε τα άρματα, αναλάβαμε ικανοποιητική ποσότητα πυρομαχικών, ξηρά τροφή για τις επόμενες ώρες δεν αναλάβαμε. Τσιγάρα δεν είχαν απομείνει προς ανάληψη, αλλά θα αγοράζαμε φρέσκα στο μαγαζάκι του Στέφανου. Ανεβήκαμε ξανά στα κάρα μας και τραβήξαμε για τη γέφυρα στο Κρυονέρι, τέσσερα χιλιόμετρα  παραποτάμιος δρόμος, δίπλα στον πανέμορφο και βουερό Αγραφιώτη. Ο ξάδερφος μας άκουσε άνευ χρήσης κορναρίσματος και πετάχτηκε αμέσως στο δρόμο. Ήταν ήδη  ντυμένος την φόρμα παραλλαγής των ειδικών δυνάμεων, μια εντελώς γελοία και  παταγωδώς αποτυχημένη απόπειρα για την αντιγραφή μιας ακόμα αμερικανιάς που κυκλοφορούσε ευρέως «καθ άπασαν την επικράτεια». Ήταν ο ντελικανής ο ξάδερφος στην πένα, γαμπρός απ΄ τα Τοπόλιανα,, φρεσκοχτενισμένος και βαστάζων ανά χείρας τον απαστράπτοντα οπλισμό του μια δίκανη «Μπαϊκαλιά».  Εάν έλειπε από πάνω του κι κείνη η «παρδαλή απρέπεια» πόσο καλύτερος θα ήταν... Χαριεντίσθηκε μεθ΄ημών καθότι τηρήσαμε το λόγο μας. «Μπράβο ρε ασλάνια, κρατάτε κορμί», σκυλόβρισε ένα κομμάτι μπαλόσυρμα που τον περδίκλωσε μπροστά στην πόρτα του αμαξιού του και που τον ανάγκασε να κουτρουβαλήσει χτυπώντας το δεξί του γόνατο στην καρότσα. Αυτός ο ίδιος το είχε εκσφενδονίσει προς τα εκεί που βρέθηκε χθες την ώρα που έλυνε ένα δεμάτι για τα ζωντανά. Το σύρμα όμως και μόνον αυτό έφταιξε κατά την αδιαμφισβήτητη θεωρία του Στέφανου: «δεν μπορούσε να πέσει λίγο παραπέρα, εκεί ακριβώς βρήκε να σκαλοπιάσει;». «Που τα πετάς ρε φλέκαρο τα παλιοσύρματα, μέσα στο δρόμο κι ύστερα τα παίρνεις σβάρνα με τα τσαρούχια σου; Θες να πάρεις στο λαιμό σου και κανένα αθώο;». Αυτά είπε ο γαμπρός μου ο Λευτεράκης, ο σπουδαγμένος δάσκαλος,  χασκογελώντας,  για να εισπράξει  από την πλευρά του παθόντος κάτι ακαθόριστους μυκηθμούς, μακρόσυρτους ήχους σε επιτακτική φωνή, δωρικούς φθόγγους, κάτι σαν  «άντε τώρα»  «μη», «ρε», «σου». Και να ήξερα για λόγους  ευπρέπειας και μόνο δεν θα μπορούσα να σας πω τι εννοούσε ο Στέφανος, όμως εμπιστεύομαι εν αυτώ την πλούσια φαντασία σας!

Παρελθόντος του θυμού, ο Στέφανος ετέθη δικαιωματικά επικεφαλής του κλιμακίου ως  ο απόλυτος γνώστης και  έμπειρος ιχνηλάτης της περιοχής. Οπότε και βρεθήκαμε σε πέντε μόλις λεπτά στη μπούκα μιας δασωμένης ρεματιάς.  Αυτό το ψευτολάγκαδο ανηφόριζε  με ήπια κλίση από τη δημοσία του Λογγιτσίου νοτιοδυτικά προς τη ξακουσμένη Τσούκα Παλαιοκατούνας, γενέτειρα της αείμνηστης μάνας μου, κόρης του  αγιανθρώπου παππού μου με το παρατσούκλι «Πριοβολάκης». Όλα περιστρεφόταν ατάκτως μέσα στο στομάχι μου μόλις ξεκινήσαμε πορεία στο μονοπατάκι, παράλληλα με την κοίτη του ρέματος. Αφού σε μια νύχτα πέρασα από τον καταπιόνα μου εκατό τσιγάρα, δυο ντουζίνες  ρακοπότηρα τσίπουρο από γρέντζελα και κάμποσες καυτές σαρδέλες που τώρα κολυμπούσαν κι αυτές καραμεθυσμένες μέσα  στο πιοτί μου, τώρα ήμουν  σε κατάσταση «να μη με δει βάσκανο μάτι». Έβλεπα, σαν σε θολή ταινία του σινεμά, τις ψηλές μονόλοβες αριές, αλμάκια τις έλεγε ο πατέρας μου, που υψωνόταν πεισματικά από την κοίτη του ξερολάγκαδου προς τον ουρανό. Η γαλάζια γλίνα της Τσούκας μοσχόθρεφε τα δέντρα, είναι ένα παράξενο χαλικόχωμα που δεν το πιάνεις για γιορτή, όμως κάνει θαύματα με την άγρια βλάστηση, ιδίως με τα απαλοκλάρια. 

Έβλεπα, με κάπως αμφίβολη οπτική εστίαση, τα κοτσύφια που στρατοκοπούσαν πέρα δώθε τις δυο όχθες και κατέβαιναν να ποτισθούν στις γουρνούλες του αναιμικού ρυακιού. Φλεβάρης μήνας του 1995, παρατεταμένο για μέρες πολλές το ξεροβόρι, κρύο πολύ και βαριά νέφωση. Αυτήν ο αείμνηστος πατέρας μου την έλεγε θελοκουρκούτα. Τα πουλιά είχαν πέσει ξελιγωμένα από την πείνα στα κούμαρα, ένα γύρω από τις όχθες, κι ύστερα σπρωγμένα από τη στιφάδα της τροφής τροχοδρομούσαν κατευθείαν στον ποτιστή.

«Δεν κάθεσαι εδώ χαμηλά εσύ, έτσι  χλαπατσιασμένος που είσαι, εμείς θα τραβήξουμε για ψηλότερα, να πιάσουμε καλύτερα περάσματα.  Δεν βαριέσαι, ότι κάνεις εδώ κάτω, τι λες;». Δεν είπα τίποτα στο γαμπρό μου, μα και να του έλεγα, πέστε πως είπα οπωσδήποτε, πάλι θα ήταν αδύνατο να σας γράψω τι ήταν αυτό που του είπα. Είναι οικογενειακά πράματα αυτά, πέρασε και τόσος καιρός από τότε που να θυμάμαι… Θεωρητικά και για την ομαλή συνέχιση της αφήγησης, θεωρήστε ότι  κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου κι έπιασα σιωπηλά την ακρούλα του μονοπατιού. Οι δυο έτεροι, φερόμενοι αφ΄ εαυτών  ως δεινοί  θηρευτές της ομάδας, προχώρησαν σε ανοδική πορεία.  Συναγελάζοντες περί την κατάστασή μου αρχικώς και ύστερα καθυβρίζοντες  αρκούντως,  έριξα την πρώτη μου ντουφεκιά. Που τους χάλασε λέει άσκοπα τη βαλέζα, το πέρασμα των πουλιών.  Βέβαια ο κερομύτης που κείτονταν  μπρούμητα  σε μια ξαθρούλα έξω από το νεράκι θα είχε τελείως διαφορετική άποψη περί του ασκόπου πυροβολισμού μου, αλλά αυτό τι σημασία έχει… μήπως και τον ρώτησε κανείς; Στη συνέχεια και για τις επόμενες δυο ώρες έριξα 50 κατ΄ελάχιστον ακόμα «άσκοπες» βολές, προπηλακίσθηκα ισάριθμες φορές με το ίδιο περίπου ρεπερτόριο λέξεων «ρε τον κακορίζικο επίτηδες βροντοκοπάει…», «τι ζημιά μας έχει κάνει σήμερα με τις μπαταριές του, χάσαμε ένα σωρό πουλιά», «σταμάτα  ωρέ γκιουλέκα το βρόντο, κειτάσου σε καμιά πουρναρότουφα και λάρωσε».  

Τα «χαμένα» τους πουλιά  έρχονταν σε μένα σωρηδόν,  τα ντουφέκιζα όπως ήξερα και τα μάζευα πάνω στο μονοπάτι απ' όπου θα επέστρεφαν τα μέλη του «προωθημένου φυλακίου», ο ξάδερφός μου κι ο γαμπρός μου  δηλαδή.  Πάντως λιγότερα από σαράντα δεν ήταν τα κοτσύφια μου, ίσως να έφταναν και κοντά στα σαρανταπέντε. Δεν μαρτυράω πόσα βάρεσαν οι άλλοι γιατί, καθώς γνωρίζω, αυτοί φοβούνται το λόγιασμα και βασκανίζονται εύκολα. Πάντως δεν ξέμειναν  ολότελα,  χωρίς  την τηγανιά τους, ούτε εκείνοι.

Η ΑΝΕΠΙΤΡΕΠΤΗ ΥΒΡΙΣ ΜΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗ ΦΥΣΗ ΚΑΙ Η ΜΑΝΑ

Είμαι κατεβασμένος από το αμάξι, στην έξω αυλή του σπιτιού μου, και έχω ανοιχτό το πορτ μπαγκάζ. Καθώς κοιτάζω τον τεράστιο σωρό των πανέμορφων, πάλαι ποτέ, λαλητάδων, που κείτονται ακίνητοι πάνω στη μοκέτα, κάτι  αόριστο αρχίζει να με στραβώνει. Κάνω να πιάσω τα πουλιά σε αρμαθιές για να τα σηκώσω, μα ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα με αποσβολώνει. Εκείνη την ώρα η μάνα μου κυφωμένη από τα χρόνια και τις ταλαιπώριες ανεβαίνει το μονοπατάκι που τη φέρνει ακριβώς καταπάνω μου. Είναι ένας στενός δρομάκος που ενώνει την έξω αυλή μας με το γιδομάντρι, φιδωτός, ανηφορικός και σκέτος στουρναριάς. Όσες φορές κουτρουβαλίσαμε εκεί, εγώ και η αδερφή μου, κάναμε τα γόνατα «πατσιά». Ο παππούλης έξυνε τη ζώνη του με ένα σπασμένο γυαλάκι που φύλαγε στο σελιάχι του και έβαζε το τρίμα πάνω στην ανοιχτή πληγή για να «πιάσει» το αίμα…  Και το έπιανε πάντα!

«Πήγατε μωρέ ασύχαστα για πουλιά με τέτοιο ψοφόκρυο; Ας είναι, και με τα ταίρια τους τα κυνήγια σας». Άμα σκότωνες και το ταίρι  έκλεινε ο κύκλος, τελείωνε ο πόνος της απώλειας, κοίτα να δείς αίσθημα και μόρφωση  από αγράμματους ανθρώπους  του λόγγου…  Κι όπως πλησίαζε λίγο-λίγο η μανούλα μου, καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται, είδε ένα μασγάλι μονάχα από τον αρμακά που είχα φτιάξει πάνω στο χαλί της καρότσας. Κόσεψε το γεροντικό βηματισμό, βάζοντας μια απρόσμενη από μεριά της ένταση, έβλεπα να απλώνεται μια αδημονία και μια  βαθύχρωμη κοκκινάδα  στο πρόσωπό της που δεν την είχα ματαδεί στο παρελθόν. Άχ τι όμορφη γυναίκα που ήταν η μανούλα μου στα νιάτα της και τι γλυκιά στα γέρα της… Με τρεις-τέσσερεις δρασκελιές είχε φτάσει στο τοιχάκι της αυλής. Ακούμπησε το χέρι της και κοίταξε, από κοντά πια, το κατόρθωμα του λεβέντη της. 

Έμεινε παγωμένη, ασάλευτη για κάμποσα δευτερόλεπτα. Τα μάτια της είχαν γίνει τεράστια, γέμισαν βουβή βροχούλα που αργοκύλησε στα χρονοχαραγμένα μαγουλά της. Γύρισε και με κοίταξε, για πρώτη και τελευταία φορά τόσο απαξιωτικά, που παρακάλεσα το Θεό ν΄ανοίξει εκείνη τη στιγμή μια τρύπα στη γη και να με ρουφήξει στα κατάβαθά της. «Τι έγινε μωρέ μάνα, τι έπαθες τώρα» ψέλλισα μουδιασμένα κι ήταν αυτή μου η ερώτηση η πιό χαζή που έχω κάνει ποτέ, η πιο αχρείαστη. Τα ήξερα όλα, εκείνο το βλέμμα της μάνας μου είχε μία και μοναδική ερμηνεία.  «Πόσα είναι τα πουλιά που θανάτωσες σήμερα Δημητρό μου, 30, 40, 50, 80; Άφησες άλλα εκεί που πήγες;». «Ε μωρέ μάνα, ερχόταν συνέχεια και΄γω τα πυροβολούσα στον αέρα, δεν τα μέτραγα, παρασύρθηκα... », είπα ξέπνοα και με ζώσαν τα μαύρα φίδια. «Δεν μου λες ωρέ χαμένο πρόβατο, ο Θεός να με σχωρέσει, την άνοιξη εσύ θα κλαρώσεις στα κεδράκια το βραδάκι για να γλυκολαλήσεις τον ερχομό της; Άκου, μην τολμήσεις να βάλεις μέσα στο σπιτάκι μου αυτή τη βαριά αμαρτία, εξαφάνισέ τα από μπροστά μου και κανόνισε την πορεία σου κακόμοιρε, αν θέλεις να γίνεις άνθρωπος…».

Κανένας δεν έφαγε εκείνα τα δύσμοιρα, τα δια χειρός μου φονευθέντα στολίδια της μάνας φύσης. Κανένας! Τα έθαψα κιόλας να μη τα πάρουν οι γάτες και τα σβαρνάνε από δώ κι από κει. Κανένας κότσυφας δεν πέθανε με δική μου πρόθεση από εκείνη την αξέχαστη για μένα ημέρα. Ακούω τη «σφεντόνα» του Βασίλη Παπακωσταντίνου και με κόβει ρίγος συγκίνησης…

……………………….

Παλιέ μου φίλε γνώριμε

συμμαθητή θαμώνα

μαζί μου απόψε έφερα

εκείνη τη σφεντόνα.

Μην πάει ο νους σου στο κακό

πουλιά δε θα χτυπήσω

με κότσυφες και πέρδικες

τι έχω να χωρίσω

……………………………….

Το αρκουδοπούρνι  της αυλής μου στέκει  ορθό κι αγέρωχο στους χειμώνες περιμένοντας να φιλοξενήσει με τους ολοκόκκινους καρπούς του  τα πεινασμένα φτερωτά του ουρανού.

Αχ και να ξαναγύριζες μάνα, ας ήταν μονάχα για ένα βράδυ, ίσα να προφτάσω να σε δω μια στιγμή κι άλλη μια για να σου πω ότι από τότε κι ως τα σήμερα κανένα άκακο και ειρηνικό πλάσμα της μάνας γης δεν χάθηκε από τα χέρια μου. Πως δεν ξεκρέμασα ποτέ πια το όπλο μου από το καρφί του πλατύσκαλου. Πως δεν θα σε ξεχάσω και πως θα σου φωνάζω «ευχαριστώ για όλα» κάθε μέρα, ως τη στερνή μου αναπνοή! Καλή αντάμωση ΜΑΝΑ!

Η μάνα μου η Αργύραινα (Γεωργία) έφυγε την 1η του Γενάρη, του έτους  2017 για το τελευταίο της δρομολόγιο, τη μεγάλη επιστροφή, εκεί που θα επιστρέψουμε κάποτε όλοι: τη γη της αναπαύσεως.

Δημήτρης Αργυρίου Γκορόγιας

Γενάρης 2024

(άρθρο στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" )