Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2019

"Έρχεται ο καλαντζής..."!


Ένα εξαιρετικό άρθρο μνήμης και τιμής, από τη μοναδική πένα του φίλου και συμπατριώτη μας Σεραφείμ Τσιουγκρή 
χαρισμένο ειδικά στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Ο μπάρμπα-Μάρκος ο καλαντζής

Αργούσε να ξημερώσει μα ο μπαρμπα-Μάρκος "ο καλαντζής'' ήταν έτοιμος ώρα τώρα για να ξεκινήσει άλλη μια μακρινή πορεία σε κάποιο από τα χωριά της Ευρυτανίας.

Είχε ετοιμάσει αποβραδίς τα εργαλεία της δουλειάς του, βάζοντας τα σ' ένα τσουβάλι φτιαγμένο από σπάρτα (φυτό που φύεται άφθονο στην περιοχή με δυνατή μυρουδιά και κίτρινα φύλλα). Κασσίτερος, καλάι, σπίρτο (οξύ) και φύλλα χαλκού ήταν τα υλικά που χρησιμοποιούσε για να κάνει έργο την τέχνη που έμαθε από μικρό παιδί. Με καταγωγή από ένα μικρό χωριό της Θεσπρωτίας στα σύνορα με την Αλβανία, την Πόβλα, και κατοπινά παντρεμένος στην Ευρυτανία, έμαθε την τέχνη του ''καλαντζή'', ή του "γανωματή" όπως αλλιώς λεγόταν τότε, από ανθρώπους που την διδάχτηκαν από γενιά σε γενιά. Η Ήπειρος πέρα από τους μάστορες που σμίλευαν την πέτρα φτιάχνοντας μοναδικής ομορφιάς κτήρια φημίζονταν επίσης για τους καλαντζήδες. Μια τέχνη που στις μέρες μας τείνει να εκλείψει αν δεν έχει εκλείψει ήδη...

Την δεκαετία του '50-'60, μα και πολύ αργότερα, όλα τα μαγειρικά σκεύη ήταν φτιαγμένα απο χαλκό. Κατσαρόλες, ταψιά, καζάνια, ακόμη και ρακοκάζανα! Με αυτά ασχολούνταν μια ζωή ο μπάρμπα Μάρκος (ο οποίος, εδώ πρέπει  να το αναφέρω, ήταν παππούς μου από το σόι της μητέρας μου, που ήταν βέρα Ευρυτάνισσα). 

Φορτώθηκε λοιπόν το σπαρτίσιο τσουβάλι, αφού πρώτα τελείωσε το τρίτο φλιτζάνι καφέ ελληνικό κάνοντας και σχεδόν μισό πακέτο τσιγάρα σέρτικα, και κίνησε αργά-αργά. Περπατούσε ώρες, ατέλειωτες και μοναχικές, μέσα από βουνά και λαγκάδια για να φτάσει στο χωριό που για δυό βδομάδες θα τον φιλοξενούσε. Μεγάλο χωριό, πολλά τα "κακκάβια" (σκεύη). 

Τα πιτσιρίκια που έτυχε να παίζουν εκείνη την ώρα στην είσοδο του χωριού άρχισαν να φωνάζουν: ''έρχεται ο καλαντζής, έρχεται ο καλαντζής'', δίνοντας έτσι πρώτη ενημέρωση στους μεγαλύτερους για την άφιξή του. Κατευθύνθηκε σε μια γωνιά του κεντρικού δρόμου όπου υπήρχε ένα μικρό οίκημα που το χρησιμοποιούσε ως εργαστήρι όπως επίσης και για να κοιμάται τα βράδια έχοντας στην διάθεση του ένα μικρό κρεβάτι που φάνταζε βασιλικό μετά από τόσες ώρες σκληρής δουλειάς. Στο "εργαστήρι" υπήρχε ένα μικρό αμόνι-φυσερό, διάφορα άδεια ξύλινα ράφια, καθώς και τσουβάλια με κάρβουνα.

Ακούμπησε σε μια άκρη το τσουβάλι με τα υλικά και τα εργαλεία, έκανε ένα τσιγάρο και ξεκίνησε για το μοναδικό καφενείο του χωριού. Μπήκε μέσα... Όλοι τον καλοδέχτηκαν, τόσα χρόνια άλλωστε που δούλευε σ' όλα τα χωριά της Ευρυτανίας γνώριζε κόσμο και κοσμάκη! .Μάλιστα δυό τρείς από τους θαμώνες σηκώθηκαν από τα τραπέζια τους και πήγαν στο δικό του. Η βραδιά προβλέπονταν ενδιαφέρουσα με καλό μεζέ και άφθονο αλκοόλ. Λάτρης του ο μπάρμπα-Μάρκος του 'δινε και καταλάβαινε όποτε είχε χρόνο, κι αν υπήρχε και παρέα όπως καλή ώρα, ήτανε σίγουρο πως θα 'ριχνε και τις στροφές του χορεύοντας μοναδικό ζειμπέκικο, βαρύ κι αντρίκειο.

Με το ξημέρωμα, άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού φέρνοντας ο καθένας κάποιο κατσαρολικό για "γάνωμα''. Το γάνωμα ήταν η κύρια ασχολία του μπάρμα-Μάρκου, αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχαν χρήματα ώστε να φτιάξουν οι φτωχοί  καινούργια σκεύη. Προσπαθούσαν κατ' αυτό τον τρόπο να τα κρατήσουν όσο πιο πολύ γινόταν. Θυμάμαι που μου έλεγε ο παππούς μου ότι πολλές φορές δεν του έδιναν χρήματα αλλά διάφορα τρόφιμα που τα έπαιρνε ευχαρίστως για να ταϊσει κι εκείνος τη δική του οικογένεια. Τυριά, κρέας και  κάποιες φορές λίγο λάδι.

Άναβε τότες το φυσερό βάζοντας άφθονα κάρβουνα και μ' αυτά τροφοδοτούσε με αέρα το μικρό λάκκο ανεβάζοντας τη θερμοκρασία στα επιθυμητά ύψη. Στη συνέχεια, έπαιρνε το σκεύος, το έπλενε αρκετή ώρα με το οξύ (το σπίρτο που προανέφερα) καθαρίζοντάς το με μια τσιμπίδα και ένα είδος βαμβακιού. Τη μυρωδιά του τη θυμήθηκα πολλά χρόνια αργότερα σε... μια πορεία διαμαρτυρίας όπου μας τιμήσανε με κάμποσα δακρυγόνα οι φρουροί της έννομης τάξης! Πόσο βλαβερό ήταν για την υγεία αυτό το πράγμα! Τώρα καταλαβαίνω γιατί με έβγαζε έξω ο παππούς μου όταν έκανε αυτές τις πλύσεις. Συνέχιζε αφήνοντας το σκεύος πάνω στην φωτιά μέχρι που ο χαλκός κοκκίνιζε από τη θερμότητα. Εκείνη την στιγμή έβαζε το καλάι μέσα και με κυκλικές κινήσεις έδινε ένα ομοιόμορφο χρώμα λευκό που κόλαγε επάνω και μετά από ώρα κρύωνε και έτσι ήταν έτοιμο για χρήση ύστερα βέβαια από ένα καλό πλύσιμο.

Όσο για τη διαδικασία δημιουργίας ενός καινούργιου σκεύους, αυτή ήταν αφάνταστα δύσκολη. Τα φύλλα του χαλκού όπως και όλα τα απαραίτητα υλικά τα προμηθευόταν από κάποιο μαγαζί της Θεσσαλονίκης πηγαίνοντας ο ίδιος ως εκεί για να τα πάρει, με ότι σήμαινε την εποχή εκείνη ένα τέτοιο μακρύ ταξίδι. Έχοντας τότε στη διάθεσή του το χαλκό, τον έκοβε μ' ένα τεράστιο ψαλίδι στο σχέδιο που ήθελε. Τα καρφιά που χρησιμοποιούσε, για να δένει το ένα φύλλο με το άλλο, ήταν κι αυτά από χαλκό και τα 'φτιαχνε ό ίδιος! Όλο το κατασκεύασμα ήταν εξ' ολοκλήρου χειροποίητο! Με τον κασσίτερο και το καλάι ταίριαζε τα κομμάτια μεταξύ τους, τα κολλούσε και έφτιαχνε ότι σχέδιο ήθελε ο πελάτης. Και πιστέψτε με, δημιουργούσε σχέδια απαράμιλλης ομορφιάς, σωστά κομψοτεχνήματα που κάμποσα απ' αυτά στολίζουν μέχρι και σήμερα ακόμη, κάμποσα χωριατόσπιτα, φέρνοντας στο νου αλλοτινούς καιρούς που η δουλειά κι ο μόχθος ήταν και τέχνη. Να τονίσω εδώ ότι μεγάλη πέραση είχαν τα ρακοκάζανα, που έβγαζαν το τσίπουρο στα χωριά. Τα φαγητά, το τσίπουρο, όλα ήταν απίστευτα νόστιμα όταν χρησιμοποιούνταν αυτά τα σκεύη. Κάποιοι αναγνώστες που δοκίμασαν καταλαβαίνουν τι εννοώ.

Διαβάζοντας κανείς τούτο το κείμενο ίσως να νομίζει ότι αυτή η δουλειά ήταν απλή, κάθε άλλο όμως... Τα ροζιασμένα χέρια του μπάρμπα-Μάρκου ήταν μαύρα από τις καρβούνες και τη χρήση όλων αυτών των χημικών, άσε δε που παντού είχε καψίματα. Θυμάμαι ακόμη μέχρι και το κάψιμο που είχε ο παππούς μου μόνιμα στο χείλος του, αυτό όμως ήτανε από τα σκέτα τα τσιγάρα που κάπνιζε! Του άφηναν σημάδι μόλις η κάφτρα έφθανε στο τέλος της, αφού συνήθως έτσι, με το τσιγάρο στο στόμα, τον έπαιρνε ο ύπνος  από τη βαριά κούραση...

Ο μπάρμπα-Μάρκος ο καλαντζής έζησε μια ολόκληρη ζωή γυρνώντας τα ευρυτανικά χωριά και δουλεύοντας με το χαλκό. Το παραπάνω κείμενο είναι ένα μικρό αφιέρωμα στην μνήμη του καθώς και στην τέχνη του καλαντζή που χάθηκε οριστικά χάριν... της τεχνολογίας της χύτρας! Φαγητό σε χάλκινη κατσαρόλα που βράζει πάνω σε πυροστιά με ξύλα δίνει τέτοιο γευστικό αποτέλεσμα που ούτε οι καλύτεροι σεφ δεν το καταφέρνουν.

Ήταν μια νοσταλγική διήγηση από τον Σεραφείμ Τσιουγκρή 

17 σχόλια:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...


Ευχαριστούμε εγκάρδια τον συμπατριώτη και αγαπητό φίλο Σεραφείμ Τσιουγκρή για το εξαιρετικό άρθρο-αφιέρωμα που παραχώρησε ειδικά στο blog μας και τους αναγνώστες μας.

Αποτελεί, πραγματικά, φόρο τιμής στους περήφανους-ταπεινούς αυτού του τόπου...

Σεραφείμ, επ' ευκαιρία, χρόνια πολλά και για την αυριανή ονομαστική σου γιορτή.

PHOTO ΤΙΤΛΟΙ είπε...

Me την τέχνη της γραφής σου Σεραφείμ, μας ταξίδεψες νοσταλγικά σε μια εποχή και σε ένα επάγγελμα που κατατρόπωσε ο σύγχρονος τρόπος ζωής και η "εξέλιξη". Μοναδική η περιγραφή σου.
Μπράβο και χρόνια πολλά και από εμένα!!!!!

kapetandiamantis είπε...

Τη μυρωδιά του τη θυμήθηκα πολλά χρόνια αργότερα σε... μια πορεία διαμαρτυρίας όπου μας τιμήσανε με κάμποσα δακρυγόνα οι φρουροί της έννομης τάξης! Πόσο βλαβερό ήταν για την υγεία αυτό το πράγμα! Τώρα καταλαβαίνω γιατί με έβγαζε έξω ο παππούς μου όταν έκανε αυτές τις πλύσεις.

!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΦΟΒΕΡΟΣ! ΜΕ ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΤΣΑΚΙΖΕΙ ΚΟΚΑΛΑ ΤΑ ΕΙΠΕΣ ΟΛΑ!!!!!!!
ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ!!!!!!!

faros είπε...

Εμείς, στον Έβρο, στην Αλεξανδρούπολη, παιδιά, τον λέγαμε γανωτή!

Γιατί φώναζε "γανώνω" - μαχαίρια κυρίως, αλλά και κουτάλια κλπ.!

Αχ τι μου θύμησες ...

Αρτίστα του βωβού είπε...

Ήταν πράγματι πολύ ενδιαφέροντα όσα διάβασα.
Δεν το πρόλαβα το επάγγελμα αυτό.
Παιδικά χρόνια στη Ριζούπολη, χωρίς χωριό από τους γονείς και η γνωριμία με αυτά τα επαγγέλματα μόνο απο διηγήσεις.
Κι έτσι δεν ξέρω τη γεύση του φαγητού μέσα από μια χάλκινη κατσαρόλα.
Το ευτύχημα, ίσως, είναι ότι τουλάχιστον αντιστέκομαι στις χύτρες!
Τις ευχές μου για χρόνια πολλά στον κύριο Τσιουγκρή!

Κική Κωνσταντίνου είπε...

ενα υπεροχο λογοτεχνικο δωρακι
ταιριαζει καλλιστα εδω
το ευχαριστηθηκα
μπραβο!

Φυσιολάτρης! είπε...

Απίστευτη περιγραφή.......ο δεξιοτέχνης καλατζής με το σάκο του τα εργαλεία του τα τσιγάρα του και τα πιοτά του........κουρασμένος βιοπαλαιστής μα και ακούραστος γλεντζές!!!!!!!!Λες και διάβαζα ένα νοσταλγικό παραμύθι του παλιού καιρού.....Γιατί να μη διδάσκονται τα παιδιά στα σχολεία αυτόν τον σπουδαίο λαίκό πολιτισμό!!!!!!!!!!!!!!

Giannis Pit. είπε...

Μνήμες από εμπειρίες ζωής άλλων χρόνων. Άνθρωποι του μόχθου με την πραμάτεια και την πίστη τους αγωνίζονταν για τη ζωή τους. Ένα πραγματικά συγκλονιστικό κείμενο που μας θυμίζει πολλά.
Και φυσικά θα έπρεπε ναι να διδάσκονταν στα σχολεία.
Καλησπέρα Ευρυτάνα.

Aris είπε...

Γεμισαμε τελικα μηχανες και αχρηστα συμπραγκαλα και χαθηκε η χειρωνακτικη τεχνη που εδινε αριστουργηματα.
Πολυ ωραιο αρθρο και μπραβο στο φιλο Σεραφειμ Τσιουγκρη τιμησε τον παππου του και τον τοπο του.

pamekke είπε...

Γεια σας.

Με την ευκαιρία του υπέροχου άρθρου του Σεραφείμ Τσιουγκρή και την ανάρτηση του "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" να αναφέρω και εγώ λίγα προσωπικά βιώματα για τους καλαντζήδες.

Απ' ότι λέγετε,γράφετε αλλά και από προσωπικές μαρτυρίες, η καταγωγή αυτού του επαγγέλματος είναι το χωριό Βαβούρι Μουργκάνας, Θεσπρωτία Ήπειρος.

Το Βαβούρι Μουργκάνας είναι το χωριό της Μάνας μου και του Παππού μου, ο οποίος ήταν καλαντζής.

Απ' όσα μου έλεγε ο παππούς μου, ξεκινούσαν από το χωριό με τα πόδια και φορτωμένοι με ένα τσουβάλι όπου είχαν τα εργαλεία τους πήγαιναν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Η περιοχή όπου πήγαινε ο παππούς μου ήταν η κεντρική Μακεδονία και ποιο πολύ η Πιερία, που αργότερα μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο έγινε και ο τόπος κατοικίας τους.

Πολλές φορές έπαιρναν μαζί τους κανένα παραπαίδι να τους βοηθάει αλλά να μαθαίνει και την δουλειά.

Μετά τον πόλεμο και κάποιες «περιπλανήσεις» κατέληξαν στον Κολινδρό Πιερίας όπου και συνέχισαν την ζωή τους.

Σε μια παλιά καλύβα με πολλές τρύπες για να φεύγει ο καπνός, ο μπάρμπα Γιάννης γάνωνε όλα τα μπακιρένια (χάλκινα) αγγειά του χωριού αλλά και των χωριών της περιοχής.(Αγγειά = από το αρχαίο άγγος, που θα πει δοχείο,σκεύη φαγητού και κουζίνας γενικά).

Κάθε πρωί άναβε τη φωτιά με ξύλα κάτω από μια πυροστιά για να μπορεί να χειρίζεται τα βαριά μπακίρια με διάφορες τσιμπίδες.

Αφού έτριβε τα σκεύη με υγρή άμμο η στάχτη, τα έπλενε με υδροχλωρικό οξύ (σπίρτο) για να καθαρίσουν καλά και αφού έριχνε πάνω στο καυτό σκεύος χλωριούχο αμμώνιο σε στερεά μορφή (νισαντήρι) άπλωνε απαλά το λιωμένο καλάι, που το έπαιρνε με ένα κομμάτι βαμβάκι, στο χάλκινο σκεύος.(το καλάι είναι μείγμα κασσίτερου και άλλων μαλακών μετάλλων.)

Ενδεικτικά κάποια χάλκινα σκεύη :

> ταψιά -- σε διάφορα μεγέθη και βάθος(για πίτες και άλλα)

> νταβάδες -- κάτι σαν βαθιά ταψιά σε διάφορα μεγέθη (σ'αυτά κάναμε και τα πλαστά (ψωμί)

> μπραγκάτσια -- σκεύη σαν μικρά καζάνια με καπάκι και χωρίς(εμείς βάζαμε το γάλα)

> κατσαρόλες -- για γενικό μαγείρεμα

> γκιούμια -- διάφορα μεγέθη σαν κανάτα με καπάκι (ζεσταίναμε νερό για λούσιμο κτλ.)

> καζάνια -- μεγάλα χάλκινα σκεύη (η καλύτερη φασολάδα)

Διάφορα κουτάλια πιρούνια σαγάνια και σαγανάκια και άλλα είδη.

Ήταν μια πολύ δύσκολη δουλειά η οποία έχει πια χαθεί αν και έχω δει κάποιους γανωτζήδες τελευταία.

Ευχαριστώ για τις αναμνήσεις που μου φέρατε.

doctor είπε...

ΜΙΑ ΑΔΡΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΜΟΧΘΟΥ ΜΕΣΩ ΕΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΕΞΕΛΕΙΨΕ.
ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΚΑΤΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ.
ΕΥΓΕ.

NS είπε...

Φανταστικό. Η ιστορία των ανθρώπων μέσα από την ιστορία της εργασίας. Τι πιο όμορφο!

magda είπε...

Υπέροχο κείμενο γεμάτο από τις παιδικές μου μνήμες!
Όπως ανέφερε και ο faros, κι εμείς στην Θεσσαλονίκη, "γανωτή" τον ξέραμε, γιατί έτσι φώναζε.
Όμορφα χρόνια, θεωρώ ότι είμαι τυχερή που τα έζησα!

Άιναφετς είπε...

Τι ενδιαφέρον και καλογραμμένο κείμενο και ειδικά όταν δεν ξέρεις ούτε καν το είναι ή τι ήταν ο καλαντζής!

άγριο κυκλάμινο είπε...

Τέτοια καταπληκτικά αφιερώματα που μόνον εδώ βρίσκουμε μας κάνουν υπερήφανους για τους προγόνους μας που έδιναν με τιμιότητα και πολύ κόπο την καθημερινή μάχη της επιβίωσης. Θερμά συγχαρητήρια στον Σεραφείμ Τσιουγκρή για την αξιέπαινη δουλειά του και τον τόσο παραστατικό τρόπο της παρουσίασης του ευρυτάνα καλαντζή-γανωματή.

Αστοριανή είπε...

''' χειροποίητο! Με τον κασσίτερο και το καλάι ταίριαζε τα κομμάτια μεταξύ τους, '''

εκπληκτικό, Φίλε μου. Μου θύμησε τον γυρολόγο
που έκανε τα ...ψαλίδια πιο κοφτερά...

Να είσαι πάντα καλά.

Αστοριανή

ΝΥ

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...


Ευχαριστούμε και πάλι τον Σεραφείμ Τσιουγκρή για το αφιέρωμα, καθώς και όλες και όλους εσάς για τις επισκέψεις και ιδίως τα πολύ όμορφα και χρήσιμα σχόλια σε αυτή την ανάρτηση.
Σεραφείμ, περιμένουμε και επόμενα άρθρα σου!