Το λούλουδο της άνοιξης που το χαϊδεύει ο ήλιος
και που το λούζει της δροσιάς το ζωογόνο μύρο,
ανοίγει τα ματάκια του, κυττάει γύρω τη φύση,
τα βλέπει όλα γύρω του ολόχαρ' ανθισμένα,
κι αναγαλιάζει, και σκιρτά ψηλότερο να γίνει,
να βλέπει, να ξεπροβοδά στις μαγικές του δύσεις
τον ήλιο, όταν το βραδύ πίσ' απ' τις ράχες γέρνει.
Και όταν πέφτ' ανάλαφρα της νύχτας το υφάδι,
θέλει ελεύθερο ψηλά απ΄τ' άλλα τα χορτάρια
να το χαϊδεύει το γλυκό της νύχτας τ' αγεράκι
την ώρα που απ' τη φυλλωσιά το θεϊκό τραγούδι
του αηδονιού που έρχεται για να το νανουρίσει.
Αποκοιμιέται ήσυχα στην αγκαλιά της αύρας,
και το γλυκό του όνειρο μονάχ' αναταράζει
το θλιβερό κι απόκοσμο, το κλάμα κάποιου γκιώνη,
π' αφίνει μέσα στη νυχτιά ξέσπασμα του καϋμού του.
Οι γρύλλοι ξεφαντώνουνε, τ' αηδόνι τραγουδάει,
τ' άχαρου γκιώνη που θρηνάει, του πνίγεται το κλάμα.
Το θυμαράκι του βουνού, σκορπά την ευωδιά του,
και το λουλούδι χαίρεται και για να συντροφέψει
θέλει, το μύρο του τ' αγνό που φεύγει στα ουράνια
της φύσης ύμνος στο Θεό, τον πάνσοφο τον Πλάστη.
