ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ
Ω! νάτο!νάτο, ξεπροβάλλει
με τα λευκά του τα σπιτάκια
που τα στολίζουν μύρια κάλλη
και μοιάζουνε με παλατάκια.
Δροσόλουστο κι ανθολουσμένο
σκορπάει γλυκειά μοσχοβολιά
Ω! το χωριό μ' τ' αγαπημένο!
σαν ανθισμένη μυγδαλιά.
Ω! νάτο! νάτο το αυλάκι
με το τρεχούμενο νερό
Ω! νάτο! νάτο το ρεματάκι
που παίζαμε ένα καιρό.
Ω! νάτο!.. ίδια όλα μένουν
η ΚαμαρόΡουσ' η Ξυνή
το λαγκαδάκι που λευκαίνουν
και μια εκκλησούλα μακρυνή.
Ω! να το σπίτι μου Ω! νάτο!
που μέσα είμαι γεννημένος
στέκει ολόλευκο χιονάτο
το σπίτι πουμ' αναθρεμμένος.
Το ίδιο είναι ούτε τρίχα
δεν μεταβάλθηκε σ' αυτό
ό,τι μικρό παιδάκι είχα
το βρίσκω πάλι το κρατώ.
Το ίδιο μα κάτι του λείπει
και μένει αμίλητο κρυφό
σαν να το ζώνη τρανή λύπη
κι έχει παράπονο κρυφό.
Το σπίτι που αχολογούσε
χίλιες φωνές δαιμονικά
και από κλάματ αντηχούσε
και από γέλια παιδικά.
Βουβάθηκε!.. μικρούς μεγάλους
τους πήραν δυο τρανά θεριά
του χάρου το δρεπάνι άλλους,
κι άλλους η μαύρη ξενητιά.
Κάτι με σέρνει στο χωριό μου
κάτι μακριά του μ' απωθεί
το βλέπω πάντα στ' όνειρό μου
πάντα η ψυχή μου το ποθεί.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
(ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ) 1905
ΥΓ. "Συναντήσαμε" το... θέμα στην πετρόχτιστη βρύση της Ανατολικής Φραγκίστας, γενέτειρα του Ευρυτάνα λογοτέχνη Δημήτρη Παπαδόπουλου - "Τυμφρηστού" (1870-1930) και συγγραφέα, μεταξύ άλλων, και του εμβληματικού έργου "Η Ωραία του Πέραν"!
