Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Ρήγας Γκόλφης για τη λατρεμένη του Ευρυτανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Ρήγας Γκόλφης για τη λατρεμένη του Ευρυτανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020

Ο Ρήγας Γκόλφης για τη λατρεμένη του Ευρυτανία...!



Το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" παρουσιάζει ένα εξαιρετικό όσο και δυσεύρετο ποίημα του -εκ Καρπενησίου καταγόμενου- Ρήγα Γκόλφη (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Δημητριάδη) με τίτλο "Αυτοβιογραφία". Δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 1946 στο περιοδικό "Νέα Εστία" και μέσα από τους στίχους του αναδεικνύεται και η παθιασμένη αγάπη τού Ρήγα για την πατρογονική του εστία στην Ευρυτανία, σε αντίθεση με τη θλίψη που υποβόσκει μέσα του για την, μάλλον αναγκαστική, διαμονή του στο μόνιμο τόπο κατοικίας του στο Μεσολόγγι! Αυτός ο πρωτοποριακός λόγιος του προηγούμενου αιώνα (βλ. σχετικά) ποιεί την ψυχή του που ποθεί έναν αδέσμευτο βίο στην ανόθευτη και ελεύθερη φύση της Ευρυτανίας μακριά από το αστικό περιβάλλον που αποπνέει το μαράζι και τη μελαγχολία μιας συμβατικής ζωής με τους πειθαναγκασμούς της κατεστημένης τάξης πραγμάτων της εποχής...  

Ιδού: 

Μου πρέπει να γεννήθηκα ένα βράδι γενναριάτικο
μες σε καλύβι φτωχικό, χωριάτικο,
πέρα, σε μια πλαγιά βουνού δυσκολοπάτητου,
που αγέρηδες φυσομανούν στην πλάτη του,
στα Καρπενήσια, πιο ψηλά, στα κορφοκέφαλα
που αγγίζουνε τον ουρανό τα μαύρα νέφαλα.
Γύρω ρουμάνια αράθυμα το χιόνι νότιζε,
πλήθιο φεγγάρι λαγαρό τα πάντα φώτιζε.
Και μες στην σκάφη βρέφος καθώς μ’ είχανε
κι Μοίρες να περνούν εκείθε τύχανε
και κάθε μια ξεχωριστά με μοίρανε.
Λίγα μου δώσαν και πολλά μου πήρανε…
Α, να μεγάλωνα στον τόπο μου το ρουμελιώτικο
κι απ’ όλα τ’ άλλα τα παιδιά νάμουν αγόρι αλλιώτικο…
Μούπρεπε ένα γερό κορμί και μια ψυχή λεβέντισσα
και να μην άφηνα γυμνή χαρά κι αποθυμιά που να μην έντυσα.

Κι όμως, αλλιώς τάφερε, ω αλήθεια, η τύχη.
Να γεννηθώ στης λιμνοθάλασσας τα ρήχη
σε τόπο χαμηλό, βαρύ, παθητικό
και μέσα σε τετράγωνο ένα αρχοντικό,
στο Μεσολόγγι,
και ν’ αγναντεύω από μακριά μου εσάς βουνά, κορφές και λόγγοι,
τα χρόνια να μου γίνονται φτερά για νας σας φτάσω,
να σας σιμώσω, να χαρώ και να γιορτάσω….
Όμως με πήρε ο δάσκαλος και μου έστριψε τη γνώμη,
της κοινωνίας με πάτησαν οι μαύροι άδικοι νόμοι,
κι ένας καλόγερος στεγνός, ψαλτήρι και λιβάνι,
τα νιάτα της ψυχής μου εμέ πάσχιζε να μαράνει.

Πού γύρω μου να στηλωθώ με το φλογάτο μου αίμα;
Η φρόνηση παρηγοριά στο θρονιασμένο ψέμα.
Κανένας πλάι μου αδερφός, και μόνο
με τη δική μου μαχαιριά, καρδιά, να σε πληγώνω.
Μα τα παλιά, τ’ αχάριστα και τα παραδομένα,
εγώ τ’ αντιμαχόμουνα ολοένα,
κι έβλεπα και ξετύλιγα πως κάτου από την τάξη
ο κήρυκας ξεφύτρωνε, ω ζωή, να σε διδάξει
το σεβασμό της πρόληψης, της χαύνωσης τ’ αφιόνι,
το σβήσιμο της νέας ψυχής που αντάρα τη φτερώνει.
Η υποταγή στο δυνατό να κρύβει την κακία,
για να του σταίνει δόκανο κρυφό, την κολακεία.

Ω απλή ζωή, μου ξέφυγαν τα χρόνια σου απ’ τα χέρια
κι ενώ τριγύρω ορθώνονται στιλέτα και μαχαίρια
της κοινωνίας, της αρετής, της ηθικής, του επαίνου
και του κακού που δείχνεται και του αγαθού κρυμένου,
η μοναξιά μου απλώνεται και με τυλίγει
και ξημερώνοντας η αυγή μου φτάνει λίγη
κ’ είναι η χαρά δίχως χυμό κι η ελπίδα χωρίς αύρα
να μου λυτρώσουν την πυρή μου φλόγα και τη λαύρα
και φεύγει η μέρα ανάδροση στον ήλιο και στο δρόμο
κι έρχεται η νύχτα για του νου τον τρόμο
μες στα όνειρα και τα στοιχιά, που τάπλασα και τα είδα
με την ψυχή μου, ξωτική τους προσωπίδα.

Της φαντασίας το πέλαγο με το πανί δε σχίζω,
μα τη νοερή μου δύναμη ολοένα φυλακίζω
χρόνια φευγάτα μου πικρά –
μες σε φτασίματα μικρά
που αρχίζουν από ξεκινήματα μεγάλα.
Κλωνάρι απόμεινα άνανθο μέσα στα τόσα τ’ άλλα…
Και σκλάβος της ανημποριάς μαζί και θύμα,
φταίστης εγώ στο κρίμα,
γραφιάς και δούλος της ψευτιάς συναλλαγής,
δίχως ελπίδα ανάσας ή αλλαγής,
στεριώνω γύρω μου άχαρα της ζήσης μου τα ορόσημα
σκυμένος στα κιτρινισμένα ατέλειωτα χαρτόσημα.

Για τον σπουδαίο Ρήγα Γκόλφη, μπορείτε να δείτε και εδώ!