Στη σκοτεινιά και στη χιονιά, κόσμος βογκάει και χάνεται,
σαν σε πέλαο που το δέρνουνε στοιχειά, ξωθιές και μάγισσες.
Kαι σεις θλιμμένες προσευχές, κρυφούλες, τι να κάνετε;
της φτώχειας αγαθή καρδιά, που από τον πόνο ράγισες;
Mα σώπα! κι άκουσα, οι βαριές γοργά χτυπάν τ' αμόνια τους
κι απ' τα χωράφια χίμηξαν, ποτάμια, οι ζευγολάτες τους·
κι είναι τα χέρια τους σπαθιά και φλόγες τα πλεμόνια τους.
Aς είναι τους κι ο Θεός μαζί κι ας τους βλογάει τις στράτες τους.
{στίχοι του ποιητή Θανάση Κυριαζή (1887-1950) με καταγωγή από τον Προυσό Ευρυτανίας}
