Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

Συμφορά διαφεντεύτρα...


Πονεμένα κοιτάζω
με θολή τη ματιά,
πολιτείες μπροστά μου
και ρουμάνια και δάση.

Είμ' ανθός μαραμένος.
Μ' έχει κάψ' η φωτιά,
συμφορά που τη λένε,
διαφεντεύτρα στην πλάση.

("Ανθί μαραμένο" - του αλησμόνητου Ευρυτάνα ποιητή Δώρη Άνθη)


Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

«Αυτός, αυτός είν’ ο Λαός»!

φωτοκάπου στα Κρικελλιώτικα βουνά (που κρατήθηκαν λεύτερα...)


Πριν από κάποιους αιώνες... Ο γερο-Φωτεινός, παλιός απείθαρχος αγωνιστής και φτωχός ξωμάχος, διώχνει τα μαντρόσκυλα του φράγκου τσιφλικά Τζώρτζη Γρατζιάνου γιατί καταπάτησαν τη γη του καταστρέφοντας τη σπορά. Όταν φτάνει ο αφέντης με τους μπράβους του, ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος...



(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)
K’ εγώ, σκουλήκι αγνώριστο, ο Tζώρτζης ο Γρατζιάνος.
Αφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, άρχοντάς σου.
Aυτό το χώμα που πατώ, οι πέτρες, τα νερά σου,
ήμερο κι άγριο κλαρί, τ’ αγέρι σου, η ψυχή σου,
τα ζωντανά σου, τα παιδιά, το αίμα σου, η τιμή σου,
όλα δικά μου, μάθε το. Bουνού και λόγγου αγρίμι
είτ’ έχει τρίχα είτε φτερό, σιχαμερό ψοφίμι,
το διαβατάρικο πουλί σ’ εμέ μονάχ’ ανήκει,
κι αξίζει το κεφάλι σου λαγόπουλο ή περδίκι.
Γι’ αυτ’ όθε θέλω θα περνώ, κ’ εγώ και τα σκυλιά μου·
τίποτε δεν ορίζετε, κ’ είναι κι αυτή σπορά μου.
Kι ούτ’ άλλη τύχη αξίζετε. Γενιά καταραμένη,
δειλή, κακογεράματη, στον κόσμο ακόμα μένει
για να πομπεύει τ’ όνομα και την κληρονομιά της!

Kαι στα στερνά τα λόγια του ένιωσε ο ζευγολάτης

ότι ένα δάκρυ ενότιζε τ’ ασπράδι του ματιού του
κι ολόρθες αναδεύοντο οι τρίχες του κορμιού του.

(ΦΩΤΕΙΝΟΣ)

Aν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή είν’ η ρίζα.
Και μένει πάντα ζωντανό ή ρόδι φάγ’ ή βρίζα,
αυτό το βόιδι το μανό, π’ όσο βαθιά ρουχνίζει
τόσο εύκολα μυγιάζεται κι ανεμοστροβιλίζει
και που το κράζουνε Λαό. Θα σπάσει το καρύκι
και θα προβάλει με φτερά μια μέρα το σκουλήκι.
Tότε, πουλί το σερπετό, ποιος ξέρει πού θα φτάσει!...

(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)

Δείξε μου αυτό το λείψανο, που θα βρικολακιάσει!

(ΦΩΤΕΙΝΟΣ)

Eγώ... ο φτωχός, ο Φωτεινός, ο γέρος, ο ξεσκλιάρης,
που ρίχνω εδώ το σπόρο μου για να μου τόνε πάρεις.
Εγώ που με τον ίδρωτα τα χώματα ζυμώνω
για να τρώγει άλλος το ψωμί. Που τρέχω και κεντρώνω
την αγριλίδα του βουνού και που δεν έχω λάδι
ν’ ανάφτω το καντήλι μου και ζω μέσα στον Άδη.
Εγώ που με τα νύχια μου αναποδογυρίζω
το λόγκο και τα ριζιμιά, για να σας τα στολίσω
με κλήματα που δεν τρυγώ και που ποτέ δεν έχω
λίγο κρασί κεφαλιακό, τη γλώσσα μου να βρέχω.
Εγώ ο φτωχός ο μυλωνάς, που ζω σ’ αιώνια ζάλη
και παίρνω κέρδο, πλερωμή, προσφάγι την πασπάλη.
Που δεν ορίζω το παιδί, που πάντα ζω με τρόμο,
και που δε βρίσκω εδώ στη γη για να με κρίνει νόμο.
Αυτός, αυτός είν’ ο Λαός. T’ άψυχο το κουφάρι
αυτό ’ναι το καματερό, το ψόφιο το κριάρι...
Mη ρίξεις άλλο φόρτωμα στην έρμη του την πλάτη...

(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)

Συμμάζωξε τη γλώσσα σου τη φιδινή, χωριάτη·
μη μου ξανάφτεις τη χολή. Γονάτισε μπροστά μου
και ζήτησε συγχώρεση για τα λαγωνικά μου...
Δε θες, αντάρτη, δεν ακούς;...

(ΦΩΤΕΙΝΟΣ)

Kαλύτερα το βρόχο
παρά τα γόνατα στη γη... Άρα-κατάρα το ’χω...
Θά ’φηναν λάκκωμα βαθύ, και θά ’ταν μέγα κρίμα,
τιμή να θάψω κι όνομα μέσα σ’ αυτό το μνήμα.

(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)

Tώρα θα ιδείς, παλικαρά... Aκούστε με, συντρόφοι,
και μη θυμώστε αν λυπηθώ αυτόν τον άγριον όφι...
Nα μας πλερώσει τα σκυλιά με τα καματερά του.
Και για την τόλμη πόλαβαν τα πέντε δάχτυλά του
να σφεντονίσουν κατ’ εμάς, εκεί στο χερουλάτη
να συντριφτούν με το σφυρί... Σ’ αρέσει, ζευγολάτη;


Kαι δυο σκιάδες πάραυτα ωρμήσανε κι αρπάξαν

τα βόιδια πού ’ταν στο ζυγό. Δύο άλλοι τον αδράξαν
κ’ εδέσανε το χέρι του στο φοβερό χερούλι
με τη σφεντόνα πόβρανε. Ύστερα, με τη σκούλη,
αρχίσαν, του κοντόσπαθου, αργά να πελεκάνε
τ’ αντρειωμένα δάχτυλα και να περιγελάνε.
    
Όλο τ' αλέτρι εβάφηκε. Το μαύρο το παιδί του
στο χώμα δίπλα εμούγκριζε, σαν νά ’βγαινε η ψυχή του.
K' εκειός ο γέρο-δράκοντας, χωρίς ούτε ν’ αχνίσει,
εκοίταζε το αίμα του που πότιζε σα βρύση
τη γη του την ταλαίπωρη· και μέσα στην καρδιά του
μεμιάς αστράψαν τα παλιά τ’ ανδραγαθήματά του,
κ’ εσπιθοβόλησε στο νου χρυσόφτερ’ η ελπίδα
με τη δική του εκδίκηση να σώσει την πατρίδα.



(Απόσπασμα από τον "Φωτεινό", έργο του  Αριστοτέλη Βαλαωρίτη ο οποίος είχε βαθιά Ευρυτανική καταγωγή, ως απόγονος των οπλαρχηγών Χρήστου και Μόσχου Βαλαώρα,  από το χωριό Βαλαώρα Ευρυτανίας!)






Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;»



«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
Γιατί; Γιατί;»
Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί.

Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει
φωτιά.
Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα,
μια ρεματιά!

Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο να ένα
δεντρί…
Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου,
δροσιά να βρει.

Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του
και περπατεί!
Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης,
γιατί, γιατί;

«Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;»
«Στα δυο χωριά.»
«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;
Πολύ μακριά!»

«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα εγώ;
Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει,
γι’ αυτό είμαι δω.

Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες… για δυο,
για τρεις…
Ο νους μου σήμερα δε ξέρω,
τ’ είναι βαρύς».

«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι να
δροσιστείς».
Σκύβει να πιει νερό στη βρύση,
στερεύει ευθύς.

Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
φεύγει ο καιρός,
Στον ίδιο τόπο είν’ ο Γιάννης,
κι ας τρέχει εμπρός…

Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,
μα πού κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι,
με τη βροχή.

«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο,
το σπλαχνικό,
που ‘ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι
και στο βοσκό;»

Ο πεύκος μίλαε στον αέρα
– τ’ ακούς, τ’ ακούς;-
και τραγουδούσε σα φλογέρα
στους μπιστικούς.

«Φρύγανο και κλαρί του πήρες
και τις δροσιές
Και το ρετσίνι του ποτάμι
απ΄ τις πληγές.

Σακάτης ήτανε κι ολόρθος,
ως τη χρονιά,
Που τον εγκρέμισες για ξύλα,
Γιάννη φονιά!»

«Τη χάρη σου ερημοκλησάκι,
την προσκυνώ,
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
και να σταθώ…

Η μάνα μου θα περιμένει
κι έχω βοσκή…
Κι είχα και τρύγο… Τι ώρα νάναι και τι
εποχή;

Ξεκίνησα το καλοκαίρι
-να στοχαστείς-
Κι ήρθε και μ’ ήβρε ο χειμώνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!
Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε το λόγκο,
που τρέχει εμπρός.

Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω
-με τι καρδιά;-
Θέλω να πέσω να πεθάνω,
εδώ κοντά.»

Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι…
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος,
πολύ μακριά.

Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι,
φωνή καμιά.
Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,
στην ερημιά.-

(του μεγάλου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου)



Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

ΟΧΙ (με επίγνωση...)


ΟΧΙ
σιδεροφράχτες στα ανέγγιχτα Άγραφα!


ΥΓ: Για όσους ακόμη... κομπιάζουν να ονοματίσουν στα ίσα το αδίστακτο και αδηφάγο "τερατάκι" που χρόνια και χρόνια σπέρνει την καταστροφή στη Φύση και στον Άνθρωπο, να θυμίσουμε ότι δεν  είναι... ούτε αβάπτιστο ούτε ορφανό!  Έχει καταγωγή από "μεγάλο σόι", με παραλήδες γονείς βαρόνους του Κεφαλαίου, νονά την Ευρωπαϊκή Ένωση και νταντά την Εξουσία-διεκπεραιωτή των ανωτέρω. 

Όμως, τόσο η ίδια η εκτρωματική του υπόσταση όσο και η ανερμάτιστη λαιμαργία του, προκαλεί όλο και μεγαλύτερη απέχθεια κι αποστροφή στην συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας με ότι αυτό  συνεπάγεται...

Καλή δύναμη - ψυχή βαθιά!

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

"Είμαστε ένα τμήμα της γης και αυτή είναι τμήμα του εαυτού μας..."

 Στον επίγειο παράδεισο των Αγράφων!

"Είμαστε ένα τμήμα της γης και αυτή είναι τμήμα του εαυτού μας. Τα μυρωδάτα άνθη είναι αδέλφια μας. Το ελάφι, το άλογο και ο μεγαλοπρεπής αετός είναι αδέλφια μας. Οι βουνίσιες κορυφές, οι χυμοί των λιβαδιών, η ζεστασιά του σώματος του μικρού αλόγου και ο άνθρωπος – όλα αυτά – ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει όταν θα έχουν εξολοθρευτεί όλοι οι βούβαλοι, όταν θα έχουν δαμαστεί όλα τα άγρια άλογα, όταν οι πιο μυστικές γωνιές των δασών θα μυρίζουν άνθρωπο και όταν η θέα προς τους πράσινους λόφους θα εμποδίζεται από ένα πλήθος από σύρματα που μιλάνε..."

(του Ινδιάνου αρχηγού Seatle, 1854)

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Γεια σας ψηλά βουνά!


«Σαν έφτασαν σε μια ράχη, τους καλωσόρισε ο κρύος αέρας. Αυτός ο αέρας είχε περάσει από κάθε κορφή και κάθε λαγκαδιά. Τον πήραν με βαθιά αναπνοή.

Πουλάκια με άσπρη τραχηλιά κουνούσαν την ουρά τους στους θάμνους κι ύστερα έφευγαν με γοργό λαρυγγισμό. Ένα κατσίκι κατάμαυρο έστεκε στην κόψη του βράχου.

Οι βράχοι σχημάτιζαν σα θεόρατα σπίτια, που δεν ξέρεις ποιος τα κατοικεί. Οι γκρεμοί ήταν φυτεμένοι με πουρνάρια και κουμαριές. Αλλού κατέβαιναν γυμνοί και απότομοι, σα να τους είχες κόψει με σπαθί.

Ο βράχος απάνω στο βράχο, ο λόφος απάνω στο λόφο σχημάτιζαν το βουνό. Πελώρια ήταν όλα. Και σ’ αυτό το ύψος ανέβαινε με στροφές, όλο ανέβαινε ο δρόμος.

Ευτυχισμένοι σε τούτο το θέαμα οι μικροί ταξιδιώτες κοίταξαν προς τις κορφές. Ένας τους φώναξε: “Γεια σας, ψηλά βουνά!”»

(απόσπασμα από το εμβληματικό αναγνωστικό «Τα ψηλά βουνά» του σπουδαίου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ήταν το πρώτο αναγνωστικό που γράφηκε στη δημοτική γλώσσα εν έτει 1918)

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Η προσευχή των βουνών!


"Ο θόρυβος της μηχανής πνίγει τη φωνή μας.
Πως ν' ακουστή το παράπονο κι η προσευχή μας;
Ο Θεός δεν ήρθε με ρόδα στη Γη
και δεν εδούλεψε σ' εργοστάσιο.
Ζούμε άλλους κόσμους κι έχουμε πληγές
από μέταλλα και χημικές ουσίες.
Δεν ήταν εργάτης ο Θεός και δεν ξέρει
τι σημαίνει παραγωγή κι εμπόριο.
Η μέρα τον πρόδωσε κι ας την έχει κτίσει
(του την έχει κλέψει ο αφέντης).
Σε ποιον λοιπόν να καταγγείλουμε το έγκλημα;
Ο θόρυβος της μηχανής πνίγει τη φωνή μας."


(στίχοι του λησμονημένου Ευρυτάνα ποιητή Θοδωρή Σκουρλή - εποχής 1930 με 1935) 


blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

"Είναι έξι και το γαμπρό τον λένε Αλέξη"!!!


Η ιστορία που θα σας πω, παιδιά μου, συνέβη τα παλιά τα χρόνια, επί τουρκοκρατίας, και μου τη διηγηθήκανε και μένα οι γεροντότεροι. Τότε, λοιπόν, ο λαός ήτανε βαριά σκλαβωμένος. Ότι βιός είχανε  οι φτωχοί τούς το έπαιρναν οι φοροεισπράχτορες των πασάδων, οι φιλότουρκοι τσιφλικάδες και οι προσκυνημένοι. Περίπου σαν τώρα!

Σε ένα ορεινό χωριό των Αγράφων στην Ευρυτανία ζούσε μια πολύ φτωχή οικογένεια. Κάποτε αυτή η οικογένεια περίμενε ένα προξενιό για την μονάκριβη κόρη. Τότε οι πιο πολλοί παντρεύονταν με προξενιό.....

Οι γονείς σκάβανε στο χωράφι και ο αδερφός ψηλά σε μια ραχούλα έβοσκε τα λίγα προβατάκια της φαμελιάς λαλώντας αμέριμνος τη φλογέρα του!

Είχαν συμβουλέψει το κορίτσι να ΄χει το νου του κι άμα δει να έρχονται οι προξενητάδες να τους φωνάξει αμέσως.

Έτσι κι έγινε. Μόλις η κοπέλα τούς είδε να καταφτάνουν, έμπηξε τις φωνές:

-Εεε μάνα, εεε πατέρα, έρχονται...!!!

-Πόσοι είναι παιδί μ΄, χούγιαξε η μάνα.

-Είναι έξι και το γαμπρό τον λένε Αλέξηηη!

-Καλά ερχόμαστε. Τήρα εσύ να τους καλωσορίσεις τσ' ανθρώπους. Στρώσε την τάβλα και βάλε για το καλό ότι μας βρίσκεται. Να βάλεις γι' αρχή πρασόφυλλα και από ένα κεφάλι σκόρδο στον καθένα και φτάνουμε κι εμείς να τους περιποιηθούμε.

(Να ξέρετε εσείς οι νέοι ότι το κάθε κομματάκι σκόρδο το λέγανε "κεφάλι". Έχει τη σημασία του αυτό!)

-Κοπιάστε...

Στρογγυλοκάθισε ο γαμπρός ο Αλέξης με την παρέα του, ήρθανε και οι γονείς κι ο αδερφός της κόρης. Βάλθηκε η μάνα να κάνει ετοιμασίες στο φτωχικό της, ξεκίνησε να μαγειρεύει και την κότα την καλή ενώ ο πατέρας έβγαλε το κρασί.

-Για πείτε ορέ παιδιά, τι χαμπάρια, λέει ο νοικοκύρης.

-Τι να πούμε είπε ο γαμπρός και η κομπανία του. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Ας πάμε κατευθείαν στο ψητό... στην προίκα!

-Ναι, αλλά και το κορίτσι μας είναι καλό... είπε ενοχλημένος ο αδερφός.

-Μωρέ καλό ξεκαλό αυτό θα σας το πάρουμε έτσι κι αλλιώς. Αλλά θέλουμε και το σπίτι.

-Κι εμείς που θα μείνουμε, πετάχτηκε ξανά ο αδερφός. Όλο κι όλο ετούτο το καλύβι έχουμε. Και καλά εγώ δεν πειράζει, νέος είμαι ακόμα, αλλά οι γονιοί γερνάνε, δεν κάνει να μείνουνε στις πέντε στράτες.

-Σύχασε παιδί μου, έκρινε ο πατέρας. Ας το πάρετε το καλύβι, χαλάλι σας. Φχαριστημένος γαμπρέ μ΄ ;;;

Σα να χάρηκε ο Αλέξης που αντάλλαξε πονηρές ματιές με τους προξενητάδες.

Γυρίζει τότε ο ένας από δαύτους, εκείνος ο κουτσός, και λέει στον πατέρα:

-Ναι, αλλά δεν φτάνει μονάχα αυτό, πρέπει να μας δώσετε και το καζάνι, τις κατσαρόλες, το μουλάρι και τα δέκα πρόβατα!

-Καλά, κομμάτια να γίνει, πάρτε τα κι αυτά, ξαναείπε ο πατέρας.

-Εμείς δε συμφωνάμε, πρέπει να βάλουν κατιτίς ακόμα, είπαν μ΄ ένα στόμα οι άλλοι συνοδοί.

-Σάμπως μας απέμεινε και τίποτις, όλα μας τα παίρνετε, ψέλλισε ο δυστυχής γονιός.

-Σα δεν ντρέπεστε, έκανε αγριεμένος ο γιος. Πάτε να μας πάρετε τ΄ ομορφοκόριτσο και χαλεύετε κι από πάνω.

-Εσύ Αλέξη μ' τι λες;;; ρώτησε το γαμπρό ο γέροντας. Εσύ είσαι δ΄κό μας παιδί απ΄τα μέρη μας και ξέρεις τη χλιμάρα μας, οι άλλοι είναι απ' αλλού και δεν χαμπαριάζνε.

-Ααα μπάρμπα, εμένα μη μ΄ανακατεύεις, ότι πουν οι ξένοι ανθρώποι, αυτοί ξέρουν καλύτερα, απάντησε ο γαμπρός.

Κοίταξε ο πατέρας μία το γιο που έβραζε απ΄το κακό του και μία τη μάνα που έβραζε την κότα για τους μουσαφιραίους.

Τότε η μάνα αφού έβγαλε την κότα απ΄τη φωτιά και σκούπισε τα χέρια της πήρε το λόγο και είπε:

-Άιντε Αλέξη μ΄ στο καλό, άι φεύγα κι εσύ κι η ξενούρα σ΄. Δεν το ΄χουμε το παιδάκι μας ούτε για το παζάρι ούτε για πούλημα. Φάτε το κεφάλι σας (το σκόρδο που λέγαμε!) κι αδειάστε μας τη γωνιά.

Το κορίτσι έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά της μάνας.

-Μα..., τόλμησε να πει ο γαμπρός και οι προξενητάδες, να ξέρετε ότι εμείς δεν το εννοούσαμε έτσι...

Ο πατέρας άρπαξε το ξιθάλι κι ο γιος τη γκλίτσα.

-Ακούσατε ορέ, όξω από δω μη σας περιλάβουμε και μετρήσετε την τελευταία.

Έφυγαν κι ακόμα φεύγουν μέχρι... έξω απ΄τα σύνορα... του χωριού!!!

Αυτά παιδιά μου έγιναν εκείνα τα χρόνια.


Σήμερα οι έξι προξενητάδες που ήρθανε για να εκμεταλλευτούν την όμορφη κόρη που τη λένε Ελλαδίτσα ποιοι να είναι άραγε;;;

Τους μετράω και άκρη ακριβώς δεν βρίσκω! Πες ότι τρεις είναι η τρόικα της ευρώπης, κι ένας ο άλλος ο αμερικανός τέσσερις, και ένας ακόμη ο από μέσα ο έλληνας τσιφλικάς, μας κάνουν πέντε.

Εμ δεν μπορώ να βρω ποιος είναι ο έκτος, ο γαμπρός ντε, που εκείνα τα χρόνια τον λέγανε  Αλέξη...!!!


για το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Η ΕΠΟΝ στην Ευρυτανία (μαρτυρία...)


Η πρώτη Υποδειγματική Διμοιρία ΕΠΟΝ-ΕΛΑΣ στο Καρπενήσι, Απρίλης 1943 (ΑΣΚΙ)
  
Σας παρουσιάζουμε μία πολύτιμη ιστορική μαρτυρία του αλησμόνητου Ευρυτάνα αγωνιστή Γιώργου Σερετάκη, πολιτικού καθοδηγητή της Υποδειγματικής Ομάδας της ΕΠΟΝ στο Τάγμα Ευρυτανίας του ΕΛΑΣ. Η διήγηση καταγράφηκε πριν από 35 χρόνια (1983) στην εφημερίδα "Οδηγητής" με αφορμή τον εορτασμό -τότε- των 40 χρόνων από την ίδρυση της ΕΠΟΝ και αναφέρεται στην πολύπλευρη δράση της θρυλικής νεολαιίστικης οργάνωσης στην ανταρτομάνα Ευρυτανία!

===========

"Είχες αστέρια ολόλαμπρα
στον ουρανό σου κι άλλα
μα κείνα που δεν έλαμψαν
ήσαν τα πιο μεγάλα."

Ξεκινάω αυτές μου τις αναμνήσεις με τους πιο πάνω στίχους του ποιητή για να τις αφιερώσω στον ανώνυμο ΕΠΟΝΙΤΗ, στη μεγάλη πανστρατιά της ηρωικής νεολαίας της κατοχής, που είτε με το όπλο στο χέρι, είτε με το μπουγέλο και το πινέλλο, είτε με το σημείωμα σφιγμένο στα φυλοκάρδια της ψυχής του, έγραψε τη μεγαλειώδη δράση της στα γεμάτα εθνική ανάταση χρόνια της Εθνικής μας Αντίστασης.

Εκεί πάνω στα κακοτράχαλα βουνά της Ευρυτανίας μπορούμε να πούμε πως δεν μας βρήκε απροετοίμαστους το μεγάλο ξεκίνημα. Το Γυμνάσιο του Καρπενησιού ήταν το φυτώριο απ' όπου, ξεπετάχτηκαν αρκετοί πρωτοπόροι νέοι, που κράτησαν ψηλά τα λάβαρα της νέας γενιάς. Θ΄ αναφέρω μόνο μερικά ονόματα πρωτεργατών του νεολαιϊστικου κινήματος, μελών της ΟΚΝΕ, που χάθηκαν. Νίκος Ζωγραφόπουλος (Ιωσήφ) σκοτώθηκε το Δεκέμβρη το 1944 στην Αθήνα, Παύλος Μπέικος μέλος της ΠΕ του ΚΚΕ και επίτροπος ταξιαρχίας που σκοτώθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό, Φώτης Κατής εκτελέστηκε στις φυλακές Κέρκυρας το 1948, Σπύρος Γκούβας (Καπλάνης) πολιτικός καθοδηγητής του Αρχηγείου Ευρυτανίας, σκοτώθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό κ.α.

ΕΠΟΝίτης στο Βελούχι της Ευρυτανίας (φωτο: Σπύρος Μελετζής)

Έτσι με την απήχηση της ίδρυσης του ΕΑΜ απ' τη μια μεριά και με τη ζύμη του Γυμνασίου απ' την άλλη στήθηκε στα 1942 η οργάνωση νεολαίας με συμμετοχή αρκετών μαθητών και άλλων εξωσχολικών νέων. Είναι το πρώτο τμήμα της Ένωσης Νέων Αγωνιστών Ρούμελης στην Ευρυτανία (ΕΝΑΡ), μια απ' τις οργανώσεις που έλαβαν μέρος αργότερα στην ίδρυση της ΕΠΟΝ.

Η ίδρυση της ΕΠΟΝ βρίσκει σχεδόν λεύτερη την περιοχή μας και τα καθήκοντα γίνονται όλο και πιο συγκεκριμένα. Να μη μείνει χωριό χωρίς οργάνωση της ΕΠΟΝ και νέος έξω απ' την ΕΠΟΝ. Να στηθεί πάνω στο καταλυμένο κράτος του καταχτητή και των ντόπιων συνεργατών του, το κράτος της Λαϊκής Εξουσίας. Είναι γνωστό πως ο κώδικας "ΠΟΣΕΙΔΩΝ" για Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη εκεί στην Ευρυτανία συντάχθηκε και εκεί πρωτοεφαρμόστηκε.

Απ΄εδώ και μπρος αρχίζει ένας οργασμός δουλιάς στο χώρο της νεολαίας. Αρχές Απρίλη του 1943 που τα τμήματα του ΕΛΑΣ μεγαλώνουν με τη συμμετοχή πολλών νέων προχωρά και η οργάνωση υποδειγματικών ομάδων της ΕΠΟΝ σε κάθε τάγμα του ΕΛΑΣ. Στάλθηκαν απ΄ τις οργανώσεις στελέχη της ΕΠΟΝ που ανάλαβαν καινούργια καθήκοντα. Και αυτό γιατί ο ρόλος των υποδειγματικών ομάδων της ΕΠΟΝ ήταν διπλός. Από τη μια, ο ρόλος του Ανταρτοεπονίτη, δηλ. ο αντάρτης, ο ανυπότακτος, ο γεμάτος ηρωικές πράξεις μαχητής, κι απ΄την άλλη ο πολιτικοποιημένος νέος ο οραματιστής ενός καινούργιου κόσμου, ο κήρυκας σε κάθε στιγμή του προγράμματος της λαϊκοδημοκρατικής αλλαγής του τόπου μας.

Αντάρτισσες της  Υποδειγματικής Διμοιρίας της ΕΠΟΝ - Καρπενήσι, Ιούνης 1944 (Ριζοσπάστης)

Έτσι μπαίνοντας σε κάθε χωριό το ένοπλο τμήμα του ΕΛΑΣ, οι ανταρτοεπονίτες φρόντιζαν για την καλή εμφάνιση και με το ήθος τους και τη συμπεριφορά τους, πάντα γελαστοί και ενθουσιώδεις, με τα τραγούδια του αγώνα έκαναν ν' ανοίξουν οι καρδιές ακόμα και των πιο δύσπιστων.

Αν υπήρχε Επονίτικη οργάνωση στο χωριό συζητούσαν τα προβλήματα των νέων μέσα στα πλαίσια του αγώνα και καταπιανόντουσαν για τη λύση τους όσων ήταν άμεσα προσιτή. 'Ανοιγμα λέσχης της ΕΠΟΝ, κάποια διάλεξη σχετική με το νεολαιϊστικο κίνημα, εκπολιτιστικές εκδηλώσεις, άνοιγμα του σχολείου κι αν δεν υπήρχε δάσκαλος, κάποιος ΕΠΟΝΙΤΗΣ μαθητής γυμνασίου θάκανε το δάσκαλο.

Πρώτοι στον Αγώνα - Πρώτοι στον Πολιτισμό ! (ΑΣΚΙ)

Αν δεν υπήρχε οργάνωση της ΕΠΟΝ στο χωριό άρχιζε δουλιά για το στήσιμο μιας οργάνωσης σε συνεργασία ανταρτοεπονιτών και νέων του χωριού. Πόσες φορές δε μείναμε κατάπληκτοι όταν ξαναπεράσαμε, βλέποντας νάχει αλλάξει η ζωή στο χωριό, με τη Λέσχη της ΕΠΟΝ, με το σχολείο σε λειτουργία, με βιβλιοθήκη, με ζωντανή συμμετοχή των νέων στη συνέλευση του χωριού.


Επονίτες δεν ήσαν στη μεγάλη πλειοψηφία οι υποψήφιοι δάσκαλοι στην Παιδαγωγική Ακαδημία του βουνού με τον αξέχαστο εκείνο Άνθρωπο-Παιδαγωγό, Μιχάλη Παπαμαύρο; Πόσα παιδάκια δεν γνώρισαν τα πρώτα γράμματα στη ζωή τους απ΄ τους Επονίτες δάσκαλους;

Επονίτες δεν ήσαν οι ηθοποιοί που πλαισίωναν το θέατρο του βουνού, τον μεγάλο δάσκαλο Βασίλη Ρώτα; Ποιος θα ξεχάσει τον Ακίλα (Νίκο Ακέρογλο) που με το κουκλόθεατρό του και το Αετόπουλο-Ηρωά του καπετάν Γαρίδα που ξευτέλιζε κάθε μέρα με τις παραστάσεις του, τον καταχτητή και τον ντόπιο προδότη;

Παιδική χορωδία στις Κορυσχάδες (ΑΣΚΙ)

Επονίτες δεν ήσαν οι περισσότεροι μαθητές της Σχολής Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, που επάνδρωσαν τα τμήματα και έμειναν κατάπληκτοι μόνιμοι αξιωματικοί απ΄τον ηρωισμό και την κατάχτηση της Στρατιωτικής Τέχνης; 

Επονίτες δεν ήσαν όλος εκείνος ο μηχανισμός που στήθηκε για την οργάνωση και την υποδοχή όλης της Ελλάδας στις Κορυσχάδες Ευρυτανίας το Μάη του 1944 στη σύγκλιση του Εθνικού Συμβουλίου, της ΝΕΑΣ αυτής ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ;

Επονίτες δεν ήσαν οι νεολαίοι που έβγαλαν μέσα απ' τα πόδια των Ιταλών ολόκληρο τυπογραφείο και τόστησαν στις Κορυσχάδες για να βγαίνει το όργανο της ΚΕ του ΕΑΜ, η εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ";

Τα θρυλικά νιάτα της ΕΠΟΝ, Κήρυκες της Λευτεριάς !

Τι να πρωτοθυμηθεί κανένας ύστερα από 40 μαύρα χρόνια για τη μεγάλη στρατιά των Νέων της Ελλάδας, την αγκαλιά της θρυλικής ΕΠΟΝ!

Θυμάμαι τούτα τ' αξέχαστα λόγια του Προέδρου της ΕΠΟΝ καθηγητή Πανεπιστημίου ΓΕΩΡΓΑΛΑ, σε συγκέντρωση στη Λέσχη της ΕΠΟΝ, στο Καρπενήσι το 1944 : "Πως να μην ελπίζει ο λαός μας ότι θα δει καλύτερες μέρες όταν έχει μια τέτοια ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ". 

Σήμερα 40 χρόνια από την ίδρυση της ΕΠΟΝ η Νέα Γενιά της πατρίδας μας, ποτισμένη απ' τα ανεκπλήρωτα οράματα της ηρωικής ΕΠΟΝ, αντλώντας δύναμη και αυτοπεποίθηση, έχοντας μπροστάρηδες πάλι τους νεολαίους κομμουνιστές, ας σφυρηλατήσει την ενότητά της, κρατώντας ψηλά τα ματωμένα φλάμπουρα της θρυλικής ΕΠΟΝ.

Ο Γιώργος Σερετάκης κρατά το στεφάνι της ΕΔΑ Ευρυτανίας
στην κηδεία του Γρ. Λαμπράκη ! 

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Πάντα με... εθνική ομοψυχία!


Αμύθητα πλούτη έχουν συσσωρεύσει στα αμαρτωλά σεντούκια τους οι προνομιούχοι καφετζήδες και οι παραλήδες μπακάληδες των οικισμών της ορεινής Ελλάδας. Αυτοί φταίνε για όλα τα δεινά αφού θησαυρίζουν από τους καλοζωϊσμένους Αθηναίους που επισκέπτονται το καλοκαιράκι τα χωριά τους. 
Αθώοι και άσπιλοι οι μεγαλέμποροι, οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές, οι τραπεζίτες, οι καναλάρχες, οι επενδυτές του κοπανιστού αέρα και οι λοιποί αναξιοπαθούντες που μοχθούν σκληρά για τον επιούσιο δίχως μια στάλα ανάπαυση. 
Όλοι, οι υπόλοιποι, ας τρέξουμε πάραυτα να πληρώσουμε το δίκαιο ΕΝΦΙΑ μας, τη συνδρομή μας στο λεγόμενο "πράσινο τέλος" των διογκωμένων λογαριασμών, καθώς και όλα τα συναφή χαράτσια! 
Φυσικά για τον... εθνικό σκοπό! Και πάντα με ομοψυχία...

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

O μπούφος!



Πάμε να γνωρίσουμε και τον... παρεξηγημένο Μπούφο μέσα από την απολαυστική γραφή του εξαιρετικού Ευρυτάνα λογοτέχνη Στέφανου Γρανίτσα (1880-1915). Από το υπέροχο βιβλίο του με τίτλο "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου" , βιβλιοπωλείον της Εστίας. 

Ιδού:

======================

Ο Μπούφος 

Η Κίσσα, όπως σας είπα προχθές, μένει νηστική από την πολλήν εξυπνάδα της. Ο Μπούφος καλοπερνά εξ αιτίας της πολλής βλακείας του. Πιάνει τα κούτσουρα και ραχατεύει από πρωίας μέχρι νυκτός Επειδή όμως κοιμάται με ανοικτόν το στόμα, η γλώσσα του γεμίζει πτερωτά έντομα. Τα μικρά πουλιά βλέπουν την εύκολον αυτήν λείαν και χύνονται βια­στικά εις το στόμα του Μπούφου, ο οποίος εκείθεν τα διευθύνει εις το στομάχι του.

Εντεύθεν, προκειμένου περί εντελώς εκτάκτων τυχηρών, καθιερώθη και η φράσις «του έπεσε σαν του Μπούφου το πουλί». Αλλ’ αυτή είναι η πρόχειρος λα­ϊκή αντίληψις περί Μπούφου. Κατά την γνώμην όμως πονηρών χωρικών, ο Μπούφος επαγγέλλεται τον ηλίθιο. Η ηλιθιότης του δε αύτη είναι βιοποριστική τέχνη. Κατ’ αυτούς δεν κοιμάται με το στόμα ανοι­κτόν από συνήθειαν, αλλά από πονηρίαν. Επίσης η δειλία του είναι επιτηδευμένη.

Έχει παρατηρηθή, ότι άμα τον κυνηγούν τα μικρά πουλιά φεύγει κι ακόμη φεύγει. Προ ημερών εβλέπομεν να τον κυνηγά ένα σμήνος χελιδονιών, κατά τρόπον αξιολύπητον, Τον ετσιμπούσαν στο κεφάλι, του εμαδούσαν τα φτερά, εφαίνοντο διατεθειμένα να τον απογυμνώσουν. Και αυτός έφευγε με όλην του την δύναμιν.

Τι νομίζετε ότι συμβαίνει; Τους δίδει θάρρος να τον πλησιάζουν διά να τα χάφτη. Άλλα πουλιά, που είναι εξυπνότερα αποφεύγουν να επιδεικνύουν παλληκαρισμόν κατά της προσποιητής δειλίας του. Υπάρ­χει μάλιστα και ο σχετικός μύθος. Επήγε κάποτε ο Μπούφος στα αλώνια να βοσκήση αποσίταρα. Αλλ’ επειδή δεν ευρήκεν εκεί τις σταρίθρες, εθεώρησε καλόν να παρουσιασθή υπό ψευδώνυμον και είπε εις τις σταρίθρες ότι είναι «Τσιουπλητάρα» - ένα πουλί δηλαδή που ζη με μερμήγκια.

-Μπα, κυρα-Τσιουπλητάρα, του είπαν οι σταρί­θρες, υποκρινόμεναι ότι δεν τον γνωρίζουν, κόπιασε να φας μερμήγκια. Ο Μπούφος έσκυψε και ήρχισε να τσιμπά μερμήγκια. Αλλά επειδή ήτο ασυνήθιστος εις αυτήν την εργασίαν, την έπαθε και εσκάλωσεν ένα στο λαιμό του. Ήρχισε λοιπόν να φωνάζη εις βοήθειαν, διότι εκείνο τον ετσιμπούσε.

-Χτύπα το κεφάλι σου από κάτω, του είπαν οι σταρίθρες. Χτύπα το και θα βγη.

Ο Μπούφος έβαλεν εις ενέργειαν την μέθοδον και κτυπών το κεφάλι του εφώναζε:

-Βρε διαβολοκέφαλο, εσύ μοναχά για τυχηρά είσαι... τι ήθελες να πας για ψιλοδουλειές…

Η τέχνη της Τσιουπλητάρας είναι θαύμα μυρμηκολογίας. Άμα ιδή δένδρον γηραλέον, αναρριχάται κυριολεκτικώς εις τον κορμόν του κτυπώσα με το ράμφος της τον φλοιόν του. Όπου καταλάβη ασθενικόν μέρος υποπτεύεται μερμηγκοφωλιάν και επιδίδεται εις την διάρρηξιν του φλοιού, διά να συναντήση την προσφιλή τροφήν της. Λέγεται ότι ο Καραϊσκάκης, ο θαυμάσιος αυτός παροιμιολόγος, παρωμοίασε την γυναίκα προς την Τσιουπλητάραν.

-Σαν την Τσιουπλητάρα ψάχνει και η γυναίκα τον άντρα να του βρη τις αδυναμίες του....

Ο Μπούφος ηθέλησε να μιμηθή προχείρως μίαν τόσον λεπτήν τέχνην. Και έκτοτε φαίνεται ότι επήρε το όνομα του ηλιθίου, ενώ ο ατυχής είναι εξυπνότερος από πολλούς επαγγελλομένους τον έξυπνον. Τουλάχιστον εις τα σημειώματα αυτά θα ιδήτε ότι τα εξυ­πνότερα ζώα πιάνονται ευκολώτερα. Μάλιστα «η πο­νηρή αλεπού πιάνεται από τα τέσσερα».

Επί του παρόντος ζητούμεν αναθεώρησιν της λαϊ­κής αποφάσεως, η οποία κατεδίκασε το όνομα του ατυχούς Μπούφου να περιφέρεται επί ηλιθίων αν­θρώπων.

Επί τέλους έχει και μίαν χρησιμότητα η ζωή του Μπούφου. Άμα λαλήση από βραδύς θα βρέξη την επομένην. Διά τους βοσκούς είναι το αξιοπιστότεραν βαρόμετρον. Ποίος ηλίθιος είναι εις θέσιν να εκτελέση τοιαύτην κοινωνικήν υπηρεσίαν ;