Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Έτσι επέζησα στη Νιάλα... (μαρτυρία)

Το μνημείο στη Νιάλα των Αγράφων 

Τον Απρίλη του 1947 στις άγριες χιονοσκέπαστες κορφές των Ευρυτανικών Αγράφων γράφτηκε η μεγάλη τραγωδία της Νιάλας (βλ. αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" ).

Ως συνεισφορά στις ηρωικές μνήμες του λαού μας παραθέτουμε μία πολύτιμη μαρτυρία του μαχητή του ΔΣΕ Χρυσόστομου Μπαζή που ιχνηλατήσαμε από το βιβλίο του με τίτλο: "από τα Άγραφα στο Γράμμο και στο Βίτσι" (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή - 2006). Ο αγωνιστής του ΔΣΕ με συγκλονιστικό πραγματικά τρόπο περιγράφει την προσωπική του περιπέτεια: πως συμμετείχε στην ανάβαση προς τη Νιάλα, πως ξεκόπηκε από τη μονάδα του μέσα στη φοβερή χιονοθύελλα, αλλά και πως κατάφερε να διασωθεί αν και...  σκεπασμένος από τα χιόνια για ένα ολόκληρο μερόνυχτο!!!

===================

Ιδού η μαρτυρία του Χρυσόστομου Μπαζή:

"Πολλά ακούστηκαν και άλλα τόσα ακόμα γράφτηκαν για την τραγωδία της Νιάλας, μια συνάντηση, δύο φανατικών αντίπαλων εχθρών, σαν καλοί φίλοι και αδερφικά αλληλέγγυοι.

Όμως μόνο για μια βραδιά που αυτή θα μείνει ορόσημο χρονικά και σημείο αναφοράς ίσως για αιώνες, αφού οι στρατιώτες αισθάνονταν αδέλφια και οι κυβερνώντες εχθροί και αυτοί οδηγούν τους ανθρώπους στην αλληλοσφαγή στον αδυσώπητο Εμφύλιο σπαραγμό.

Διαβάζοντας κανείς την επιτυχημένη αφήγηση ιδιαίτερα στον άξιο αγωνιστή και συγγραφέα Β. Φυτσιλή (σ.σ. βλ. ντοκιμαντέρ), βρίσκεται ακριβώς στο πνεύμα και στην κατάσταση του Εμφυλίου της εποχής εκείνης 60 χρόνια πριν.

Εγώ δε θα προσθέσω γενικές διαπιστώσεις και καταστάσεις αλλά απλώς θα περιγράψω την προσωπική μου τραγωδία ως μικρογραφία ενός που ουσιαστικά πέθανε και αναστήθηκε μέσα σ' αυτήν την τραγωδία.

Μια μικρή εισαγωγή στην πολιτικο-στρατιωτική κατάσταση αρχές του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1947. Το γενικό αρχηγείο του ΔΣΕ με αρχηγό τον Μάρκο Βαφειάδη, με εντολή του ΚΚΕ από το Βορά μεταφέρθηκε στη Νότια Ελλάδα, στην περιοχή των Αγράφων αρχίζοντας από το Σκρα και με συνεχείς μάχες έφτασε στην Καστανιά Καρδίτσας στη Νευρόπολη. Έτσι θα απαντούσαμε στον ΟΗΕ ότι ο ένοπλος αγώνας είναι προιόν της αντίστασης του λαού μας και όχι όπως αυτοί για τους δικούς τους λόγους προπαγάνδιζαν, για από βορά εισβολή κλπ.

Στην εποχή αυτή το πνεύμα του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ κυριαρχούσε ακόμα στην καρδιά μας, τα αισθήματα δεν έσβησαν αλλά και κυρίως η αγριότητα των παντός τύπου Βουρλάκηδες, Σούρληδες και διάφοροι ληστοσυμμορίτες ενδυνάμωναν σε μεγάλο βαθμό την απόφαση για δυναμική αντίσταση. Και το αποτέλεσμα δεν άργησε να 'ρθει.

Μια ομάδα από το χωριό μου, όλοι ΕΠΟΝίτες, αναφέρω τα όνοματά τους: 1) Καραγιάννης Δημήτριος του Ιωάννη, ΕΛΑΣ, 2) Κατσάρας Στέφανος του Αποστόλου ΕΛΑΣ, 3) Σιακάρας Απόστολος του Κων/νου ΕΛΑΣ, 4) Παπακωνσταντίνου Κώστας του Βασιλείου, 5) Μπαζάνης Δημοσθένης του Θανάση, 6) Οικονόμου Αλκιβιάδης του Θανάση, ΕΛΑΣ, 7) Λιάπης Κώστας του Χρήστου, 8) Μπαζής Χρυσόστομος του Γεωργίου.

Ύστερα από τη μεταξύ μας συννενόηση και οργανωμένη απόφαση στις 14.3.1947 το βράδυ φεύγουμε για το βουνό, με κατεύθυνση προς την Καστανιά Καρδίτσας, και σε δύο μέρες μας κατέταξαν στο Τάγμα Σοφιανού, όλοι μας στο 2ο Λόχο, με Λοχαγό τον Απόστολο Τριανταφυλίδη από την Καστανιά Βεροίας, μοιράζοντάς μας σε τρεις διμοιρίες. Εγώ βρέθηκα στη διμοιρία του Υψηλάντη.


Πρέπει να σημειώσουμε ότι ακριβώς την εποχή αυτή αρχίζει η λεγόμενη εαρινή εκστρατεία του κυβερνητικού στρατού και πρώτος τους στόχος το Γενικό Αρχηγείο και το Τάγμα Σοφιανού, που ήταν η φρουρά του. 

Στις 1.4.1947 όταν βρισκόμασταν παρατεταγμένοι στα υψώματα μεταξύ χωριού Μεσενικόλα και Βουνέσι (Μορφοβούνι) μάθαμε για το θάνατο του Βασιλιά Γεωργίου Β' και μετά από 3-4 μέρες αρχίζουν οι επιχειρήσεις εναντίον μας. Πρώτη φορά το πυροβολικό από την Καρδίτσα μας βομβαρδίζει ακατάπαυστα και για πρώτη φορά ακούω επί ώρες να σφυρίζουν βλήματα βαρέως πυροβολικού στο κεφάλι μου. Είχα 9 βλήματα ατομικού ολμίσκου και τα έβαζα στο κεφάλι μου και σκεφτόμουν να σκοτωθώ παρά να τραυματιστώ. Η μάχη συνεχίζεται ως αργά το βράδυ, την άλλη μέρα περάσαμε από την άλλη πλαγιά του βουνού, αντίκρυ στη Νευρόπολη (τότε πεδιάδα, σήμερα λίμνη Πλαστήρα). Μετά από δυο μέρες περάσαμε τη Νευρόπολη και πιάσαμε αμυντική διάταξη από την άλλη πλευρά της στο χωριό (Στουγκ-Κερασιά) σήμερα Κρυονέρι. 

Εδώ ξεκουραστήκαμε λίγο, μείναμε ο Λόχος μας στα δύο αυτά χωριά περίπου 5-6 μέρες και ένα πρωινό κατά τις 7 π.μ. όντας σκοπός βλέπω να έρχονται καταπάνω μας όχι μια φάλαγγα, ολόκληρες φάλαγγες στρατιωτών και ζώων, λες και ερχόταν σε γάμο να πάρουν τη νύφη. Είχα αμερικάνικο όπλο και έριξα μερικές τουφεκιές σε απόσταση τουλάχιστον 400μ. και τρέχοντας προς τη διμοιρία μου φώναζα, έρχονται. Δεν πέρασαν μερικά λεπτά και άρχισε το βαρύ πυροβολικό να χτυπάει τις θέσεις μας, και στα πρώτα λεπτά μέσα στο δάσος χτυπήθηκε βαριά στο κεφάλι ένας μαχητής μας από το χωριό Βερδικούσια Χασίων. Πρώτη φορά βλέπω αντάρτη τόσο βαριά τραυματισμένο (πέθανε μια μέρα πριν το πέρασμα στη Νιάλα). Αυτή τη φορά συνταράχτηκα-φοβήθηκα, αλλά δεν είχαμε καιρό για λύπηση, η ζωή μας άρχισε να γίνεται ένα με το θάνατο. Αλήθεια, υποφέρεται η σκέψη με το θάνατο, αυτό που κυρίως από δω και πέρα μου έκανε τη ζωή μου φοβερά δύσκολη ήταν η πείνα, η αφάνταστη σωματική κούραση, η αυπνία.


Η πορεία μας συνεχίζεται μέρα και νύχτα μέσα από πυκνά δάση και χαράδρες μέχρι ένα μεγάλο βουνό πριν το χωριό Βραγγενά, οροσειρά ολόκληρη. Αυτή θα έπρεπε να την περάσουμε μέρα, ήταν απόγευμα, γυμνό εντελώς και η αεροπορία να μας μυδραλιοβολεί συνεχώς. Ολόκληρο το τάγμα διασκορπισμένο, όμως στη σειρά, έβλεπες να ανηφορίζει προς την κορυφογραμμή και η αεροπορία να κάνει βουτιές και να μας μυδραλιοβολεί. Εδώ αφήσαμε και τον τραυματία του Λόχου μας, αφού πέθανε ήδη. Εδώ δεν υπήρχε χρόνος για προφυλάξεις και καθυστερήσεις, σκοπός το γρήγορο πέρασμα της οροσειράς του βουνού και συνάντηση στο χωριό Βραγγενά. Είμαστε κλεισμένοι με πολυάριθμες δυνάμεις του στρατού απ' όλες τις πλευρές, από Καρδίτσα, από Καρπενήσι και από Άρτα. 

Την νύχτα φτάσαμε μέσα στο χωριό όλο το τάγμα. Εμείς μια διμοιρία του Υψηλάντη που ήμουν και εγώ μείναμε μέσα σ' ένα εκκλησάκι, στρωθήκαμε καλά, ανάψαμε φωτιές και ψήναμε πατάτες, το μέγεθός τους τόσο όσο τα μικρά κορόμηλα, ψάξαμε και βρήκαμε εκεί γύρω, ήμασταν νηστικοί από τρεις-τέσσερις μέρες, με συνεχή πορεία μέρα και νύχτα. Εδώ είχαμε και ένα αιφνιδιασμό, από το "στρατό". Εκεί όπως ψήναμε τις πατάτες μέσα στο εκκλησάκι, φωνάζει ο σκοπός ότι είμαστε κυκλωμένοι από το στρατό. Τα όπλα μας και τα οπλοπολυβόλα βρίσκονταν στις γωνιές στο εκκλησάκι. Όλοι μας ασυναίσθητα πήγαμε στις γωνίες να τα πάρουμε, όμως δεν μπορέσαμε και μερικοί όπως και εγώ, για να μην αιχμαλωτιστούν βγήκαμε από την πόρτα χωρίς το όπλο, βγαίνοντας συνειδητοποίησα ότι άφησα το όπλο μου, και γυρίζω πίσω πηδώντας ένα μεγάλο ρέμα και χτύπησα από πέτρα-μυτερή στο δάκτυλό μου. Το σημάδι μένει ακόμα να μου θυμίζει το περιστατικό και όλο αυτό ήταν μια άσκηση αιφνιδιασμού που έληξε σε δύο λεπτά, γι' αυτό μετά κάναμε πολλά σχόλια.

Το βράδυ μόλις νύχτωσε όλα τα τμήματα συγκεντρωθήκαμε στο κέντρο του χωριού, μάλλον στο σχολείο, μας μοίρασαν τρόφιμα, κυρίως κουάκερ, πυρομαχικά και την ίδια νύχτα κινηθήκαμε για τον αυχένα της Νιάλας. Το τι αποφάσισαν οι διοικήσεις μας εμείς οι μαχητές δε γνωρίζαμε, όμως ξέραμε ότι βρισκόμαστε σε άμεσο κίνδυνο να μας κλείσουν το δρόμο διαφυγής μας και αυτός ήταν ο αυχένας της Νιάλας.

Στο σουρούπωμα φτάσαμε στους πρόποδες του βουνού απ' όπου θα αρχίζαμε τη φοβερή ανηφόρα. Εδώ άρχισε να ρίχνει χιονόνερο και καθυστερούσαμε περιμένοντας τη διαταγή για να αρχίσουμε τη σχεδόν κάθετη ανάβαση. Η καθυστέρηση ήταν για μας θάνατος, γιατί βραχήκαμε, κρυώσαμε και όταν μετά από 2 περίπου ώρες ξεκινήσαμε ήμασταν ήδη μούσκεμα. Όλοι μας αναρωτιόμασταν για το λόγο της καθυστέρησης και η απάντηση ήταν ότι ο λόχος μηχανημάτων έκρυβε τα βαριά πολυβόλα και δυο αντιαρματικά που είχαμε. Με το ξεκίνημά μας σουρούπωσε και αρχίσαμε την ανηφόρα. Καμιά φορά κοίταγα προς τα κάτω και έβλεπα φάλαγγα ολόκληρη να σέρνεται αργά αλλά σταθερά, τίποτε ακόμα δεν έδειχνε ότι θα παγώναμε από το κρύο, αυτό άρχισε να διαφαίνεται φτάνοντας στη μέση του υψώματος που το μονοπάτι οδηγούσε στον αυχένα της Νιάλας.

Στο ξεκίνημα συνάντησα και τα δυο εξαδέλφια μου, Κώστα Καραγιάννη του Θωμά και Κώστα Παπακωνσταντίνου βρεγμένοι, μούσκεμα, τους ρώτησα πώς βρέθηκαν εδώ και τι ξέρουν για την καθυστέρησή μας. Τότε μου είπε ο Κώστας Καραγιάννης του Θωμά (πρώην χωροφύλακας) "καλύτερα 40 χρόνια φυλακή παρά που είμαι 40 μέρες αντάρτης".

Ήμασταν πραγματικά πολύ κουρασμένοι, νηστικοί, βρεγμένοι, άυπνοι, και πορεία μέσα σε εκείνα τα αφιλόξενα βουνά, επί 5-6 μέρες. Εμείς τότε δοκιμάζαμε αυτές τις δυσκολίες. Ήταν το πρώτο βάφτισμά μας σε τόσο δύσκολες συνθήκες, γιατί περάσαμε ακριβώς στις πιο κρίσιμες στιγμές της Εαρινής εκστρατείας του Κυβερνητικού στρατού. Πίστευαν ότι μ' αυτή θα τελείωναν με το αντάρτικο. Θα εξόντωναν το Τάγμα Σοφιανού και το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ. Ο δικός μας 2ος Λόχος είχε τη μέση διάταξη, πίσω μας ήταν άοπλοι πολίτες και στελέχη που μας ακολουθούσαν και οπισθοφυλακή ο 3ος Λόχος του Ερμή, εμπροσθοφυλακή ο 1ος Λόχος του Φωτεινού και η διοίκηση του Τάγματος με τον Σοφιανό και δύο συνδέσμους.


Λίγο πριν φτάσουμε στον αυχένα ακούγαμε τραγούδια, και άλλα διάφορα, σιγά-σιγά όταν πλησιάζαμε τον αυχένα εκεί σιωπήσαμε όλοι, η ανεμοθύελλα, το κρύο, ο πάγος στα χέρια μας και στο πρόσωπο ήταν φοβερό. Μόνο τα χνότα μας αισθανόμασταν, τα μάτια μας, τα ματοτσίνορά μας κρουστάλιαζαν. Εγώ είχα μια χλαίνη του αδελφού μου από τον ΕΛΑΣ, βαμμένη μαύρη, άρβυλα ακόμα από το χωριό όπου μας έδωσε τότε η Ούνρα. Κουβαλούσα μαζί μου ατομικό όπλο, οπλοπολυβόλο και γυλιό με 500 σφαίρες και το κουάκερ (τρόφιμα).

Ύστερα από υπεράνθρωπες προσπάθειες φτάσαμε στην κορυφογραμμή, μέχρι εδώ ακόμα βρισκόμουν στη σειρά της φάλαγγας. Μπροστά μου είδα έναν αντάρτη άγνωστο ως εκείνη την ώρα που μου είπε μην κοπείς, ακολούθησέ με, χανόμαστε. Τότε κατάλαβα ότι κινδυνεύαμε να παγώσουμε, ενώ μέχρι εκείνη την ώρα και σ' όλη την ανηφόρα νόμιζα, πάλευα με τις δυσκολίες, δεν πίστευα ότι θα παγώσουμε, δεν πίστευα ότι σήμερα παλεύουμε με το θάνατο. Ήταν ψηλός ο μπροστινός μας, έκανε μεγάλες δρασκελιές, φαίνονταν πολύ ψημένος στην πορεία και πως μου ήρθε και τον ρώτησα από που είσαι; Από το χωριό Μπελοκομύτη, άλλο δε ρώτησα. Εγώ δεν ήξερα ότι αυτό το χωριό είναι στην περιοχή της Νιάλας, κοντά στο φράγμα Πλαστήρα.

Για μια στιγμή κοίταξα πίσω μου, δεν είδα τίποτε, είχα κοπεί από τη φάλαγγα και δεν το ήξερα, όμως ακόμα κρατούσα επαφή με τον μπροστινό μου και φτάνοντας στον αυχένα πλέον της Νιάλας βγήκαμε σε γυμνό μέρος, εδώ η ανεμοθύελλα ήταν πολύ μεγάλη, τα μάτια μου κρουστάλιαζαν, συνέχεια με το χέρι μου καθάριζα τα ματοτσίνορα, η χλαίνη μου παγωμένη, σαν λαμαρίνα στεκόταν αλύγιστη, το πρόσωπό μου άρχισε να παγώνει, κρατούσα όμως την επαφή με τον μπροστινό μου, είχα καλό οδηγό, πάντα μου φώναζε μην κοπείς, στο μεταξύ παρουσιάστηκε και καταχνιά με ομίχλη.


Δεν έβλεπα τίποτε αλλά κάπου-κάπου ακολουθούσαμε και για μια στιγμή βλέπω μπροστά μου -δεξιά που μόλις άρχιζαν τα έλατα αντίσκηνα και στρατιώτες όρθιους να με κοιτάζουν, στα κλαριά γερμένα από το χιόνι κρεμασμένα αυτόματα Τόμσον, νόμισα ότι είναι αντάρτες, γιατί στο τάγμα μας είχαμε πολλά τέτοια αυτόματα, από λάφυρα, και οι περισσότεροι στο τάγμα μας είχαν ρουχισμό στρατιωτικό. Χωρίς να φανταστώ τίποτε, φώναξα στον μπροστινό μου, ποιοι είναι αυτοί; Στρατός, ακούω την απάντηση. Ρωτάω, ξανά, γιατί δε μας πυροβολούν; Δεν έλαβα απάντηση. Αυτοί με κοιτάζουν άβουλα, μουδιασμένοι, λες και ήμουν φίλος τους, τρέμανε και έκαναν σημειωτόν από το φοβερό ψύχος. Αλλά ούτε και σε μένα πέρασε από το μυαλό μου να κατεβάσω το όπλο και να αμυνθώ, όπως θα έπρεπε το ένστικτο της αυτοάμυνας να ενεργοποιηθεί, αντίθετα, σαν να μην ήταν ο εχθρός που θα πυροβολούσα.

Έως εδώ ακόμα είμαι φορτωμένος με το ατομικό μου όπλο χιαστί στην πλάτη μου και το οπλοπολυβόλο στον ώμο, και ποτέ δεν πέρασε η ιδέα να το εγκαταλείψω. Δεν πίστευα ότι θα παγώσω. Το ότι παγώνουν οι άνθρωποι από το κρύο και το χιόνι τ' άκουγα από παιδί στα παραμύθια. 


Μόλις περάσαμε τ' αντίσκηνα, άρχισα να γλιστράω σε κάθε μου βήμα, τ' άρβυλά μου ήταν από αυτά της Ούνρα, γλιστρούσαν φοβερά, είχα γίνει εγώ, ο ρουχισμός που είχα, γυλιός, όπλο και οπλοπολυβόλο ένα κομμάτι πάγος, κυριολεκτικά, και πότε έβλεπα τον μπροστινό μου μέσα στην πρωτοφανή ανεμοθύελλα και πότε όχι, δεν έβλεπα στα 5 μέτρα, ούτε μονοπάτι ούτε ντόρο από τον μπροστινό μου. Όμως αυτός κατάλαβε τι μου συμβαίνει και μου φωνάζει, βγάλε τ' άρβυλα και αμέσως το έκανα λες και με διέταξε. Από δω και πέρα βαδίζω ξυπόλυτος και ακούω πάντα ακολούθησέ με, μην κοπείς, σε λίγο άρχισαν να παγώνουν τα πόδια μου, και να αισθάνομαι να παγώνει το μέτωπό μου, τα μάτια μου μισοκλεισμένα από το παγωμένο χιόνι που έφερνε ο ανεμοστρόβιλος στα μάτια μου, το γυλιό μου τον άρπαξε ο αέρας, ο οδηγός μου χάθηκε, βρέθηκα μόνος και σε κάθε 2-3 βήματα έπεφτα κάτω, σηκωνόμουν, βάδιζα μερικά βήματα, έπεφτα και αυτό το πέσε-σήκω με κούραζε μεν αλλά με κρατούσε στη ζωή, δεν πάγωνε άλλο το σώμα μου. 

Πολλές φορές με το γλίστριμα έπεφτα στις χαράδρες, μικρές δεξιά μου που δημιουργούνταν από χιονοστιβάδες, ξανά ανέβαινα στο μονοπάτι, ας πούμε λίγο ίσιωμα, και τελευταία έκανα μια βουτιά σε χαράδρα με μέτρα χιόνι και από αυτή τη στάση με τη βουτιά στη χαράδρα, ξύπνησα μετά από 20 ή 24 ώρες γυμνός όπως με γέννησε η μάνα μου, στα καλύβια της Σάικα, μπροστά σε μια μεγάλη φωτιά, και γύρω μου μόλις ξύπνησα ολόκληρη η διμοιρία μου, όσοι έμειναν, να με κοιτάζουν σαν νεκροαναστημένο, μου έκαναν εντριβή με χιόνι. Ντράπηκα και συμμαζεύτηκα, με κοιτούσαν με ένα ασυνήθιστο βλέμμα, απόρησα και ρώτησα, τι συμβαίνει; Τι έγινε; Που είναι τα ρούχα μου; Ο γυλιός μου με το κουάκερ που είναι; Πεινάω. Την πρώτη κουβέντα που άκουσα μόλις ξύπνησα, ήταν από το Δημήτρη Καραγιάννη, εξάδελφό μου. Τι ρωτάς; Δε ρωτάς γι' αυτούς που έμειναν σαν και σένα εκεί για πάντα; Σάστισα, ρωτάω τι έγινε; Που είναι οι Καραγιάννης Κώστας, Σιακάρας Απόστολος, Παπακωνσταντίνου Κώστας;

Εγώ πεινούσα, και πάλι ρωτάω για το γυλιό μου με το κουάκερ. Στα γρήγορα μου έδωσε από το δικό του και έφαγα, αμέσως συνήλθα, και άρχισα να συνειδητοποιώ την τραγωδία μας. Εγώ δεν είδα παγωμένο αντάρτη ούτε άοπλο πολίτη παγωμένο, και στο διάστημα της πορείας, χάρη στον καλό οδηγό που έλαχε να έχω, δεν έμεινα ακόμα στον αυχένα εκεί που συναντήσαμε τα αντίσκηνα. Δεν είδα παγωμένο άνθρωπο και το ηθικό μου για ζωή ή πάγωμα μέχρι θανάτου δεν αντιμετώπιζα. Πάλευα με την ανεμοθύελλα, όπως κάθε άνθρωπος στις πιο δύσκολες καιρικές συνθήκες, σαν ένας τσοπάνος χαμένος μέσα στο δάσος, με το χειρότερο καιρό. Όμως ξέραμε ότι όχι μακριά μας, μπροστά μας βρίσκονται οι σύνδεσμοι με τον Σοφιανό και χάραζαν την πορεία, αυτό ηθικά με ενθάρρυνε πολύ, αν και αυτός κινδύνεψε, και τον βοήθησε ο σύνδεσμός του (από μαρτυρία του συνδέσμου του). Πάγωσαν τα μουστάκια του και χρειάστηκε τη βοήθειά μου, μου εκμυστηρεύτηκε ένας σύνδεσμός του στο νοσοκομείο της Πολωνίας.

Εδώ στα καλύβια της Σάικα, κατέληξαν όλοι οι αντάρτες, γιατί περνώντας τον αυχένα της Νιάλας μετά από 1,5-2 χιλιόμετρα κατηφόρα πέσαμε στα καλύβια. Μόλις ξημέρωσε και αφού ξεκουράστηκαν όλοι και ζεστάθηκαν, διαπίστωσαν ότι πολλοί έλειπαν και μια ολόκληρη διμοιρία του 3ου Λόχου του Ερμή που ήταν οπισθοφυλακή.

Διαλέχτηκαν άνθρωποι γεροί, και σαν ομάδα διάσωσης ανέβηκαν στο ύψωμα-κορυφογραμμή για διάσωση επιζώντων, ανταρτών, πολιτών, κομματικών στελεχών και εξεύρεση όπλων.


Αυτή η ομάδα στάθηκε σωτήρια και για μένα. Όπως έμαθα αργότερα αυτός που με βρήκε πάνω στη Νιάλα και με φορτώθηκε και με κατέβασε την άλλη μέρα στα καλύβια ήταν ο επιμελητής του λόχου μας ονόματι Γιώργος Κουτουνίδης από τη Νάουσα και πως το φέρνει η τύχη, σκοτώθηκε στον Προφήτη Ηλία του Κάμενικ. Γράμμος 26.8.1949. Εκεί που και εγώ τραυματίστηκα στο ίδιο πολυβολείο. Σύμπτωση!

Όπως μου διηγήθηκε αργότερα, έμαθα ότι βρισκόμουν μέσα σε χαράδρα σκεπασμένος ολόκληρος, αλλά φαινόταν κάτι προς τα επάνω σαν ξύλο, κατέβηκα λέει και είδα ότι το ξύλο ήταν η κάννη του οπλοπολυβόλου, σκαλίζω και βλέπω άνθρωπο, σε γνώρισα και σε πήρα στον ώμο, ήταν όλο κατηφόρα μετά, και σε κατέβασα στα καλύβια. Εγώ όπως μου έλεγε πέρασα όλη τη διαδρομή της Νιάλας, και έπεσα στην κατηφόρα που οδηγούσε προς τα καλύβια. Απ' αυτή την ώρα είμαι χωρίς όπλο, χωρίς χλαίνη, παπούτσια, χωρίς άλλα τρόφιμα, και σωματικά ένας ζωντανός νεκρός. Την άλλη μέρα ο καιρός έφτιαξε, καθαρός ουρανός και ήλιος. Να και τα αεροπλάνα, μάς επισκέπτονται, έκαναν αναγνωρίσεις για τους δικούς τους, που μας έστησαν καρτέρι στη Νιάλα, που και αυτοί είχαν την ίδια τύχη, πάγωσαν πολλοί στρατιώτες παρά τα πολλά εφόδια που διέθεταν. Εκεί συνέβη και αυτή η ιστορία που ο σ. Β. Φυτσιλής αφηγείται με λεπτομέρεια σε βιβλίο του για τη Νιάλα 12.4.1947. Εδώ εγώ θα σταματήσω, διότι τώρα αρχίζει η δική μου ιστορία μετά τη Νιάλα ως αντάρτης του ΔΣΕ και πώς επέζησα.

Πιστεύω ότι επέζησα μια μέρα και μια νύχτα γιατί ήμουν σκεπασμένος ολόκληρος από το χιόνι, δε με φύσαγε ο παγωμένος αέρας, δεν αισθάνθηκα φόβο διότι δε θα πεθάνω από το κρύο. Ίσως σκέψη παράλογη, αλλά αυτή ήταν." 


Ήταν μια συγκλονιστική μαρτυρία 
του μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας Χρυσόστομου Μπαζή.

15 σχόλια:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Η εικονογράφηση της μαρτυρίας επιλέχθηκε από το blog μας.

kapetandiamantis είπε...

Η ΝΙΑΛΑ ΔΕΝ ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ...
ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΣΕ!

PHOTO ΤΙΤΛΟΙ είπε...

Τρομερή η διήγηση του αντάρτη!
Ο Μπαζής καθώς φάνηκε ήταν από τους "τυχερούς" (μέσα βέβαια στην όλη ατυχία του) γιατί έστω και στα τυφλά κατόρθωσε να προσπεράσει πολύ γρήγορα τον αυχένα με τα αντίσκηνα και να κατηφορίσει προς τη Σάικα. Αν έμενε επάνω, εκεί δηλαδή που συνέβη η φοβερή ιστορία που γράφεις στο αφιέρωμα, το πιθανότερο θα ήταν να ξεπάγιαζε σαν τους υπόλοιπους συντρόφους του ή να συλλαμβάνονταν την επόμενη μέρα όπως έγινε με πολλά παιδιά από τον 3ο λόχο του Παπαϊωάννου και πολιτικά στελέχη που στη συνέχεια οδηγήθηκαν στις φυλακές και στα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Φυσιολάτρης! είπε...

Ατέλειωτη συγκίνηση.....ήρωες με δώδεκα ζωές οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού!!!!!!Έτσι πολεμούσαν με το μοναρχοφασιστικό καθεστώς με την πείνα με τις κακουχίες και τα στοιχεία της φύσης......για να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα για το λαό!!!!!!Δέος....μόνο δέος!!!!!

Άρης Άλμπης είπε...

Αν δεν υπήρχαν άλλες μαρτυρίες, θα έλεγε κάποιος πως είναι παραμύθι. Κι όμως είναι αληθινό. Μια από τις δραματικότερες περιπτώσεις του εμφυλίου.
Αυτές οι προσωπικές διηγήσεις φωτίζουν τα γεγονότα αυτής τής φοβερής περιόδου. Και παράλληλα με τα γραπτά των ιστορικών και των δύο πλευρών (στα οποία δε λείπουν αποσιωπήσεις και υπερβολές) μπορεί κανείς να διαμορφώσει άποψη για την αληθινή Ιστορία.
Μεγάλη η προσφορά τού μπλοκ σου, αγαπητέ μου Ευρυτάνα, προς την κατεύθυνση αυτή.

doctor είπε...

ΦΙΛΤΑΤΕ ΕΥΡΥΤΑΝΑ ΙΧΝΗΛΑΤΗ, Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΝΙΑΛΑΣ ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΣΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ!!! Η ΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΕ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΡΟΥΣ ΝΑ ΔΙΑΚΟΨΟΥΝ ΤΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΒΟΥΝ ΣΕ ΑΤΥΠΗ ΑΝΑΚΩΧΗ ΕΣΤΩ ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ. ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΟΥ ΕΚΑΝΕ ΕΥΡΥΤΕΡΑ ΓΝΩΣΤΟ ΚΑΙ ΑΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΚΑΛΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΤΟ ΕΝΑΥΣΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΝΑΛΟΓΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΑΙΡ. ΘΑ ΦΡΟΝΤΙΣΩ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΧΗΤΗ ΤΟΥ ΔΣΕ ΧΡ. ΜΠΑΖΗ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ. ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ!

Άιναφετς είπε...

Πάγωσα διαβάζοντας την εκπληκτική και τόσο παραστατική αφήγηση...
Δύσκολα τα βάζει ο άνθρωπος με τη φύση, λες και η φύση ορίζει το πώς θα συμπεριφερθούμε...
Ευχαριστούμε Ευρυτάνα και γι αυτή τη μαρτυρία!

ΥΓ: Στην έκτη φωτογραφία, τα βουνά παριστάνουν ένα ξαπλωμένο σώμα, είναι οφθαλμαπάτη αλλά δένει όμορφα με την αφήγηση!

Mia είπε...

Άκρως συγκλονιστική η μαρτυρία του αντάρτη, Ευρυτάνα μου. Ευχαριστούμε που τη μοιράστηκες μαζί μας. Σε φιλώ, φίλε μου.

Aris είπε...

Ατσαλενιοι αγωνιστες με ιδανικα και ψυχη βαθια!!
Να σαι καλα φιλε ευρυτανα ιχνηλατη που δεν αφηνεις να χαθουν αυτα τα μοναδικα και υπερπολυτιμα ιστορικα αποτυπωματα του λαικου επαναστατικου κινηματος.
Τα σεβη μου.

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...


Μια εμβόλιμη παρέμβαση...

-ΗΤΑΝ ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ, 12/13 Απρίλη 1947, όταν γράφτηκε η μεγάλη τραγωδία της Νιάλας στα Άγραφα.

-Επίσης ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 16-4-1949, η αμερικανόδουλη κυβέρνηση οδήγησε στο εκτελεστικό απόσπασμα την αλησμόνητη 21χρονη ευρυτανοπούλα αγωνίστρια Αλίκη Τσουκαλά μαζί με άλλους συντρόφους της.

-ΣΗΜΕΡΑ, επτά δεκαετίες μετά έν έτει 2018, οι... εντός απείρων εισαγωγικών ""αριστεροί"" κυβερνώντες, επιστράτευσαν την κρατική καταστολή, χτύπησαν και συνέλαβαν τους πρωτοπόρους φοιτητές που επιχείρησαν κατά τη διάρκεια του αντιπολεμικού συλλαλητηρίου να γκρεμίσουν το μισητό άγαλμα του Τρούμαν για ότι αυτό συμβολίζει.

Οι αμερικανοί και λοιποί φονιάδες των λαών πάντα έβρισκαν πρόθυμους ντόπιους υπηρετίσκους οι οποίοι με χίλιες δυο μεταμφιέσεις διεκπεραίωναν τη βρόμικη δουλειά που τους ανέθεταν τα αφεντικά τους.

Ο λαός μας όμως θυμάται, βλέπει, κρίνει και δεν θ' αργήσει η ώρα που θα μιλήσει με τον τρόπο που μόνο αυτός ξέρει και που κι η απέναντι όχθη καταλαβαίνει...

faros είπε...

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, σήμερα, τέτοιες ΙΣΤΟΡΙΕΣ θα έπρεπε να διδάσκονται στα δημοτικά αλλά και στα γυμνάσια.

Όχι μόνο για να μαθαίνουν τα παιδιά την ελληνική γλώσσα, αλλά και την Ιστορία της πατρίδας μας.

ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ!

Αστοριανή είπε...

Το ότι παγώνουν οι άνθρωποι από το κρύο και το χιόνι τ' άκουγα από παιδί στα παραμύθια. ..... ....

Αφωνη
με ένα ρίγος που κράτησε πολύ... Μάτια που δεν αφήνουν να κυλήσουν τα δάκρυακαι δόντια που τρίζουν ασυναίσθητα... τρομερές καταγραφές, μα ο κόσμος, άγριο θηρίο, δεν αλλάζει!

Να είσαι καλά,

Φίλε μας!

Memaria είπε...

Μια μαρτυρία που κυριολεκτικά κόβει την ανάσα!

άγριο κυκλάμινο είπε...

Ηταν τόσο παραστατική η αφήγηση αυτού του γενναίου αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, που όταν τη διάβαζα ένιωθα σαν να ζούσα με ένα τρόπο και εγώ όλη την αγωνία και την πάλη του για να κρατηθεί στη ζωή μέσα στη φονική χιονοθύελλα της Νιάλας.Πόσο θαυμασμό άραγε να καταθέσει κανείς για αυτούς τους ανίκητους ήρωες του Δ.Σ.Ε. που με τη στάση τους απέναντι στο ντόπιο φασισμό και τους βρετανούς-αμερικανούς προστάτες του έδειξαν τι σημαίνει περήφανος λαός με υψηλά ιδανικά.
Συνέχισε ιχνηλάτη να εξερευνείς και να βγάζεις στο φως τέτοιες σημαντικές και σπάνιες μαρτυρίες.

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...


Ευχαριστούμε για τις επισκέψεις και τα σχόλια.
Ψυχή βαθιά!