Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Α Θ Α Ν Α Τ Ο Ι


 «Σε μάς ταμπούρια τα έργα μας, σε σάς τα κούφια λόγια.

Μείς το κλαδί της λευτεριάς, σείς το σκοινί του μπόγια.

Για σάς μια οργή αντριεύει μας, για μάς σάς τρώει μια φρίκη.

Γραφτό σας τύφλα και χαμός, γραφτό μας φως και νίκη!»

(....)

«Μα κ' εγώ πολεμιστής, αγωνιστής, κριτής και παλληκάρι 

μέσα μου κλείνω ένα Λαό - και υψώνω το κοντάρι»


(επιλεγμένοι στίχοι από ποίημα του Ευρυτάνα στην καταγωγή Ρήγα Γκόλφη, 1886-1958)


*****

Στη συνέχεια παραθέτουμε ένα ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ για τους 200 ΑΘΑΝΑΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ!

Η μουσική σύνθεση του τραγουδιού είναι από τον συμπατριώτη μας Λαστοβίτη γιατρό, λογοτέχνη και συνθέτη Γιάννη Τσιαντή

(με το παρακάτω συνοδευτικό σημείωμα του ιδίου):

«Σας παρουσιάζουμε με σεβασμό και χρέος ένα νέο τραγούδι που εξυμνεί εκείνο το ελεύθερο και αλύγιστο βλέμμα που προτάσσει ανάστημα, ήθος, αλήθεια και μεγαλείο ψυχής απέναντι σε κάθε βέβηλο και νοσηρό. 

Τίτλος τραγουδιού : “Η Φωτογραφία”

Ερμηνεία: Βασίλης Προδρόμου 

Μουσική: Γιάννης Τσιαντής

Στίχοι: Γιώργος Μιχελάκος 

Εμπνευσμένο από τις παραμερισμένες και καταχωνιασμένες ιστορικές φωτογραφίες που είδαν προσφάτως το φως της δημοσιότητας με τους διακόσιους Κομμουνιστές αγωνιστές που εκτελέστηκαν στον τοίχο του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής. Μια συγκλονιστική και σπαραχτική πράξη ηρωισμού υπέρ της Ελευθερίας, που χαράζει στη μνήμη μας όχι μόνο δέος και δάκρυα περηφάνιας αλλά και το πανανθρώπινο χρέος ενός ομορφότερου και δικαιότερου κόσμου. 

“Το να ξεθάβεις τη ζωή δεν είναι μάταιο. Σαλπάρει με το κύμα και τον αγέρα. Όπως εκείνα τα ποιήματα του Ρίτσου που ήταν θαμμένα σε μπουκάλια στους λόφους της Μακρονήσου και μακρό ταξίδεψαν στα πελάγη και στα όρη. Όπως εκείνα τα ψιθυριστά τραγούδια, τα απαγορευμένα ρεμπέτικα και τα θεατρικά που παίχτηκαν σε εκείνα τα απόκρημνα όπου δεν ριζώνει ανθρώπινη ζωή παρά μονάχα ο Αγριανθός του Βράχου.

Μην φοβάσαι σιγή! Δεν σε ξεχνάμε. Δεν είσαι μόνη!

Τα ακούμε, τα τραγουδάμε και σήμερα σε όλα εκείνα τα στέκια που δεν λογούν στις κοσμικές λίστες της ματαιοδοξίας παρά στα υπόγεια ταβερνεία της «Σαββατόβραδου» ζωής μας.”

Κιθάρα: Βασίλης Προδρόμου

Μπουζούκι: Θοδωρής Πετρόπουλος

Μπαγλαμά: Γιάννης Τσιαντής

Τρομπέτα: Γιάννης Παναγιώτου

Ακορντεόν: Δημήτρης Γκίνης

Μπάσο: Μιχάλης Δάρμας

Τύμπανα: Κώστας Σπυράτος

Ηχογράφηση, Μίξη, Master: Θανάσης Γκίκας, Studio Mythos

Έκδοση: Περιοδικό & εκδόσεις Μετρονόμος

Υποκλίνομαι και ευχαριστώ από καρδιάς αυτή την τρομερή ομάδα μουσικών και συντελεστών.

Γιάννης Τσιαντής


ΥΓ (από "Ευρυτάνα ιχνηλάτη") : Δείτε παράλληλα και το ΑΦΙΕΡΩΜΑ μας για τον δικό μας αλησμόνητο Ευρυτάνα λαϊκό αγωνιστή Παναγιώτη Μουκανάκη που εκτελέστηκε στην Καισαριανή λίγες μόλις μέρες μετά τους 200, κρατώντας μία ανεπανάληπτη ηρωική στάση ενώπιον των δημίων του.

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Τα Σελλά Ευρυτανίας (ματιές στο παρελθόν του χωριού)

Άποψη των Σελλών


"Η Μηλιά, με έδρα της Κοινότητας τα Σελλά. Παλαιότερα τα Σελλά είχαν περίπου τις 150 οικογένειες, ενώ η Μηλιά έφτανε τις 400 οικογένειες (....)"


Σελλά Ευρυτανίας

Η ιστορία του χωριού

Οι πρώτοι κάτοικοι

Το όνομα των πρώτων κατοίκων του χωριού ήταν «Χαϊδεμένος». Με το πέρασμα του χρόνου και ύστερα από πολλά περιστατικά ξεχώρισαν τέσσερες μεγάλες «φάρες», επεκράτησαν τέσσερα ονόματα ήτοι: Λαΐνης, Κοντογεώργος, Βλάχος και Μπάρλας. 

Το όνομα Λαΐνης επεκράτησε κυρίως από το μελαμψό χρώμα των μελών της οικογενείας, ή επειδή έφτιαχναν «λάϊνες» στάμνες. 

Το όνομα Κοντογεώργος δόθηκε γιατί κάποιος από τα αδέρφια της πρώτης οικογένειας που τον έλεγαν Γιώργο ήταν κοντός.

Το Βλάχος παρέμεινεν γιατί τα πρώτα μέλη της οικογένειας είχαν για κύρια ασχολία την κτηνοτροφία.

Το Μπάρλας πιθανόν να δόθηκε γιατί έλεγαν πολλά λόγια, ή γιατί κάποιος από την οικογένεια τους ήταν βραδύγλωσσος.

Επίσης κυριάρχησαν και μερικά άλλα ονόματα σε μικρότερη κλίμακα, όπως το όνομα Πεταρούδης. Το πρώτο τους όνομα ήταν Υφαντής, αλλά επειδή σε μια μέρα κάποιος από την οικογένεια πήγε από το χωρίο στο Μεσολόγγι με τα πόδια, σαν να επέταξε.

Επίσης το όνομα Μαργιώτης έμεινε από κάποιον που πήγε σώγαμπρος σε μια Μαριώ και τον φωνάζανε συνεχώς «ο άντρας της Μαργιώς» ενώ το αρχικό του όνομα ήταν Φλώρος. 

Το επώνυμο Τάσιος προήλθεν από κάποιον που τον έλεγαν στο μικρό του όνομα Τάσο.


Το χωριό στην Τουρκοκρατία:

Ο πρώτος από τους «Χαϊδεμένους», που ζούσε στην εποχή της Τουρκοκρατίας, είχε πάρα πολλά πρόβατα και επλήρωνε σαν χαράτσι στον Τούρκο πασά της περιοχής που τον έλεγαν Παλιομπούρσα, κάθε χρόνο ορισμένα πρόβατα.

Κάποτε λοιπόν ο Χαϊδεμένος χώρισε από το κοπάδι κάμποσα αρνιά-μανάρια, και είπε στα παιδιά που βοσκούσαν τα πρόβατα, να πουν στον πασά να μην πάρει από τα μανάρια που ξεχώρισε. Σε περίπτωση όμως που θα πάρει, να τον ρωτήσουν πότε θα ξανάρθει.

Ήρθε λοιπόν ο πασάς και χωρίς να ρωτήσει τους βοσκούς, πήρε από τα μανάρια. 

Την άλλη φορά, και πριν ακόμα πλησιάσει ο πασάς στο κοπάδι ο Χαϊδεμένος παραφύλαξε κάπου και με το καριοφίλι του τον σκότωσε, και από τότε το μέρος εκείνο που σκοτώθηκε ο πασάς ονομάστηκε «Παλιομπούρσα». 

Όταν όμως οι Τούρκοι στρατιώτες του πασά έμαθαν το συμβάν ξεκίνησαν για να κάψουν το χωριό αλλά μια γριά από τους Μπαρλαίους που τους είχε δει από μακριά να έρχονται, άρχισε και χόρευε. Και τραγουδούσε το παρακάτω συνθηματικό τραγούδι:

Κοπέλες και νυφάδες παρήτε τα μουλάρια 

και βγάτε στα Καμάρια 

(μία τοποθεσία έξω απ' το χωριό)

Οι Τούρκοι κατάλαβαν το σύνθημα της και φτάνοντας την έκαψαν ζωντανή μέσα στην πλατεία του χωριού. 

Μετά την απελευθέρωση, οι Τούρκοι φεύγοντας άφησαν συμφωνητικά «ταπιά» και κληροδοτούσαν την περιφέρεια του χωριού «τσιφλίκι» σε πολλούς και το μεγαλύτερο μέρος σε κάποιον Χατζόπουλο από το Καρπενήσι. 

Τελικά το 1920 το «τσιφλίκι» αυτό περιήλθε στην κυριότητα των κατοίκων κατόπιν αγοράς και σήμερα αποτελεί κτήμα τους.



Τα σπίτια 

Τα σπίτια ήσαν μονόπατα συνήθως και λίγα δίπατα και είχαν το τζάκι στη μέση για να πυρώνη παντού η φωτιά και πολλές φορές εχρησίμευε και για φωτισμό του σπιτιού.

Σ' αυτήν την γωνιά έψηναν το ψωμί και μαγείρευαν. Και καμιά φορά το έστρωναν και στο χορό γύρω από τη φωτιά.

Καίγανε συνήθως ξύλα κέδρινα για περισσότερο φως και για οικονομικότερα.


Έπιπλα, αντικείμενα κ.ά

Σκαμνί (ξύλινο χαμηλό κάθισμα), σεντούκι (ξύλινο καλοφτιαγμένο κιβώτιο για ρούχα), τσουκάλα (κανάτα χαλκοματένια), γαβάθα (πιάτο βαθύ πήλινο), κούτλας (καραβάνα χαλκοματένια με ουρά), τάσι (σουπιέρα χαλκοματένια), σαγάνι (πιάτο χαλκοματένιο), κακάβι με αρβάλι (κατσαρόλα με χερούλι συνήθως το κρεμούσαν από το πάτερο ξύλινο δοκάρι) σε μια κλειδέρα (κάτι σαν μπαστούνι ανάποδα τοποθετημένο), νταβάς (μικρό ταψάκι χαλκοματένιο), τέτζερης (κατσαρόλα χαλκοματένια), χλιάρια (κουτάλια), βαρέλα (μικρό βαρελάκι για νερό), τσίτσα (μικρή βαρέλα για κρασί), αμπάρι (κασόνι ξύλινο για όσπρια και σιτηρά), παγούρι (δοχείο μολυβένιο για ρακή), ταγάρι ντρουβάς (σακκούλι με φούντες), σοφράς (χαμηλό τραπέζι στρογγυλό), πλαστήρ (στρόγγυλο ξύλο επίπεδο για άνοιγμα φύλλων), κορίτα (σκάφη πλυσίματος φτιαγμένη από χοντρό ξύλο σκαμμένο), σκαφίδι (σκάφη για πλύσιμο), πριόβολος (τσακμάκι με στουρνάρι), πλακίδι (θηλυκό κοτόπουλο), καλαθίσματα (χαιρετισμός δια χειραψίας).


Τροφή 

Συνηθισμένη τροφή ήταν το χοιρινό κρέας (καπνισμένο), τσιγαρίθρες, λουκάνικα, όσπρια, μπομπότα, κοσμάρι, κουρκούτι, κατσαμάκι, τραχανάς, κότες, κατσίκια, αρνιά, γάλα τριψάνα, τυρί, βούτυρο, γιαούρτι, κλουτσοτύρι, μυζήθρα, ξυνόγαλα, μπερμπελόνια, χόρτα (λάχανα) του αγρού.


(Αποσπάσματα από άρθρο που γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του '60 από τον τότε Δάσκαλο του χωριού Σελλών Ευρυτανίας κ. Μπαρτζώκα Γεώργιο - βασίστηκε δε σε μαρτυρίες κατοίκων.)


ΥΓ. Δείτε και το αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" για τη γειτονική Μηλιά και τον παλιό θρύλο της ( ΕΔΩ!)


blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"



Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Μην είναι αυτού η πατρίδα μου;


Έλατα γιγαντόκορμα που χαίρεστε τα ουράνια,

απ' τη στιγμή που του ίσκιου σας με δέχτηκεν η αγάπη,

το βλέμα μου αναγάλιασε και γιόρτασε η καρδιά μου,

τι βρήκα ανάμεσα σε σας μια γνώριμην αγκάλια.

Κάτι κρυφό και γκαρδιακό μας δένει εμάς - το νιώθω.

Όπου βρεθώ κι όπου σταθώ, λαχτάρα μου είναι πάντα 

στους τόπους σας τους αψηλούς ο νους μου να πλανιέται.

Μην είναι αυτού η πατρίδα μου; Μην είστε μου οι παπούδες;


{Ποίημα με τίτλο "Έλατα" του διαπρεπή λόγιου Ρήγα Γκόλφη (1886-1958) φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Δημητριάδη ο οποίος κατάγονταν, εκ του πατρός του, από το Καρπενήσι το οποίο λάτρευε και το ανέδειξε στο ποιητικό του έργο πολλές φορές}

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Τα σοφά... πιώματα!



Εθνική ομοψυχία 

«Ζήτω η εθνική ομοψυχία» κραύγαζε παλιά ένας μαυρογιαλούρος κομματάρχης σε κάποιο χωριό της Ευρυτανίας, ανεβασμένος σ' ένα προεκλογικό μπαλκόνι δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα.

Από κάτω ένας κουτσός μεγαλέμπορας της περιοχής, ντυμένος στην πένα με κασμιρένιο κοστούμι και χρυσό ρολόγι στο γιλέκο, χειροκροτούσε αφηνιασμένος.

Τότες βγαίνει παραπατώντας κι ο Θύμιος από τον μπακαλοκαφενέ με τα γουρνοτσάρουχα και τη μπουκάλα με το τσίπουρο αγκαλιά....

Η αλήθεια είναι ότι δεν έβλεπε την τύφλα του από το πιοτί.

Ρίχνει όμως μια θολή ματιά τριγύρω στη φτωχολογιά στην πλατεία, μισοκοιτάζει μετά και τον μεγαλέμπορα...

και λέει τραυλίζοντας :

-Μωρέ, κουτσοί... στραβοί... όλοι μαζί στον Άγιο Παντελεήμονα!

***** 


Να το πιώ ή να το μυρστώ;;;

Η γριά Σταύραινα στον κάτω μαχαλά ήταν για τα δεδομένα εκείνης της παλιάς εποχής των αυστηρών ηθών αρκετά... προωθημένη!

Γούσταρε τις μικροαπολαύσεις κι ας μην επιτρεπόταν στις γυναίκες. Έλα όμως που ήταν θεριακλού!

Έτσι ψιλόκοβε τον καπνό τον τύλιγε στο καλαμποκόφυλλο και ζγουλωμένη μέσα στο αμπάρι με το καλαμπόκι φουμάριζε του καλού καιρού.

Οι πιτσιρικάδες είχαν ανοίξει μια τρύπα και παρακολουθούσαν το θέαμα κάνοντας γούστο.

Η Σταύραινα εκτός το τσιγαρολόι έκανε κέφι και το τσίπουρο. Πάντα στη ζούλα, λοιπόν, έζαφτε όσο μπόραγε.

Μία φορά ήταν όλοι μαζεμένοι δίπλα από το τζάκι. Ο γιος της, ο Γιώργης, ένα προοδευτικό μυαλό, που την αγαπούσε πολύ και ήξερε τις συνήθειές της, αλλά δεν ήθελε κιόλας να την κάμει να αισθανθεί άσχημα, άνοιξε το μπουκάλι με το τσίπουρο και λέει στην παρέα :

-Πρωτοστάλαμα παιδιά, ελάτε να σας βάλω.

-Βάλε ωρέ Γιώργη.

Τα ποτήρια έφερναν και ξανάφερναν βόλτα και όλη η παρέα συννενοημένη :

-Αχ ωρέ Γιώργη, βάλσαμο είναι το άτιμο, τέτοιο τσίπρο δεν ματάπιαμε.

Μαραζωμένη η Σταύραινα...

Λέει κι ο Γιώργης :

-Μωρέ παιδιά εμένα κάτι δεν μ' αρέσει. Ωρέ μάνα μήπως να το μυρίσεις λιγάκι να μας πεις κι εσύ;;

Παίρνει η Σταύραινα το ποτήρι κι αφού το 'φερε κοντά στη μύτη λέει...

-Να το μυρστώ ή να το πιώ;;;

-Πιες το γιαγιά να μας πεις στα σίγουρα.

Άσπρο πάτο η Σταύραινα!

-Δεν κατάλαβα τίποτα μωρέ παιδιά μ'.

-Βάλε άλλο ένα στη γιαγιά, είπαν τα πειραχτήρια.

-Να το πιώ ή να το μυρστώ;;; ρωτάει η Σταύραινα.

Και πριν πάρει απάντηση, γκαπ και κάτω.

Και ξανά και ξανά, έγινε η γιαγιά... ηφαίστειο!

Κι ύστερα έπιασε και το τραγούδι... «μπαίνω μέσ' τ' αμπέλι...», «σταφύλι, μοσχοστάφυλο...» και.. δεν συμμαζεύεται!

Άναψε και μια τσιγάρα για να μυρίσει αν είναι καλός κι ο καπνός..!!

Και αντιλάλησαν ως τη ρεματιά τα γέλια.


"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Όταν μιλώ για ποτάμια...


Ένα συγκλονιστικό βιωματικό άρθρο του συμπατριώτη μας  Δημήτρη Γκορόγια


(για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" )

*****

Από γενναιοδωρία ή κι από καπρίτσιο ίσως της μοίρας, δόθηκε και σε μένα τον ελάχιστο η τύχη να γνωρίσω χλιδάτες πολιτείες και μέγαρα χρυσοπλούμιστα, ελεεινές και τρισάθλιες γειτονιές βουτηγμένες στην ανέχεια και την μιζέρια, ολοφώτιστες συνοικίες ονειρεμένες με σπίτια πνιγμένα στην επάρκεια και στα περισσεύματα της ξεδιάντροπης ματαιοδοξίας. Ανάσανα βρώμικο αέρα από θολούς ουρανούς βουτηγμένους στην μαυρίλα και τη λιπαρή κάπνα των τροχοφόρων και των εργοστασίων, περπάτησα σε στενά κι ανήλια δρομάκια, γεμάτα μούχλα και δυσωδία. Με πεσμένα πάνω στις πλάκες των ρυπαρών πεζοδρομίων τους κουρελιών που μοιάζαν με ανθρώπινες υπάρξεις, ίσα που ένιωθες πως είναι κάτι τέτοιο, παρά πως το έβλεπες κιόλας. Όλα, και τα καλά και τα άσχημα του ανθρώπου έργα είναι και προκοπές γινωμένες από ανάγκη για τη ζωή τη δύσκολη ή για την ανάγκη να ικανοποιηθεί ο αχαλίνωτος εγωισμός που κατατρώει τη σπλήνα εκείνων που δεν γνώρισαν τον κατατρεγμό, την πείνα και το άδικο.

Γεννημένος πολύ καιρό πριν από τώρα, τότες που ο φάδερ ήταν πατέρας με το Π κεφαλαίο και η μάμυ ήταν σκέτη μάνα με τρία (α) για κατάληξη. Έχω μνήμες πολλές και άλλες τόσες εικόνες ανείπωτης ομορφιάς καταχωνιασμένες στα βάθη της ψυχής μου. Η ζωή μου είχε τις ρίζες της βαθιά χωμένες στην υγρή αμμούδα του ανυπότακτου Αγραφιώτη, όπως είχαν τις δικές τους τα θεόρατα πλατάνια που κατέσφαξαν τα αλυσοπρίονα του πολιτισμού.

Έναν καιρό, εξήντα χρόνια πριν από τώρα, για να γίνει η λίμνη που κατάπιε μονομιάς ότι ομορφότερο έχουν αντικρύσει τα μάτια μου ως τα σήμερα. Αμπέλια, μποστάνια, καρπόδεντρα, μηλιές και ροδακινιές, ροδιές και αχλαδιές, κερασιές και κυδωνιές, πορτοκαλιές και μανταρινιές, αραποσίτια και ηλιοτήρια, βρύζες και σιτάρια, καρπούζια, πεπόνια, ντομάτες, κρεμμύδια, χορταρικά και μοσχομυριστά κηπολούλουδα. Ταπεινά σπίτια και καλυβάκια σκορπισμένα ολούθε όπως τα λέφτερα πρόβατάκια στην ανοιξιάτικη βοσκή. Μια πλάση ολόκληρη γεννημένη από τον κρυσταλλένιο πλούτο, ποτισμένη από τα ευλογημένα υγρά σπλάχνα του Αγραφιώτη που την διαπερνούσε απόλυτα δοτικός και εντελώς αναπαίτητος.

Τώρα ; Τα καρπερά χωράφια έγιναν λασπουριά και άχαρος χαλικιάς στα βάθη της λίμνης, τα σπίτια πνιγμένα ανατριχιαστικά σκέλεθρα, οι λυγιές, τα πλατάνια, οι βάγιες των γκρεμών και οι μοσχομυριστές ιτιές αφανίστηκαν για πάντα. Οι χρυσοπλουμιστές πέστροφες με τις κόκκινες βούλες έγιναν αηδιαστικοί πεστροφοσολωμοί και τα αφρόψαρα, τα χασκόνια και τα μουστάκια έγιναν εμβόλιμες στα νερά δολοφονικές πεταλούδες που κατασπάραξαν κάθε άλλο είδος ψαριού από εκείνα που τα τηγανίζαμε στη Φτερόλακκα και τα μύριζαν ως απέναντι στα Κοψέικα...

Όταν μιλώ για ποτάμια η καρδιά μου πετάει πάνω από το τεράστιο κι ορθάνοιχτο βιβλίο των αναμνήσεων που με καθόρισαν. Στην ιδέα και μόνο ότι ο τόπος μου θα υποστεί ένα νέο βιασμό γίνομαι άγριο θηρίο. Να μη ζήσω αν είναι να ξαναδώ μια τέτοια νίλα φερμένη από την κόλαση της παράνοιας και της απρονοησίας. Ήρωες των προεπαναστατικών καιρών, του εικοσιένα, της κατοχής και του αντάρτικου, μάνες χαροκαμένες κι αλύγιστες, κόρες που πιάσαν μετερίζι πίσω από τα μπηχτά τσουγκάρια και τα χοντρόκορμα έλατα για το δίκιο και τη λευτεριά, παλικάρια που τα κουβάλησαν στην γαλήνη της θάλασσας, τα κατεβασμένα ποτάμια μας, όλα μπροστά μου πετιούνται και μου φωνάζουν: ΠΑΡΕ ΕΝΑ ΣΒΩΛΟ ΜΗΤΡΟ ΚΑΙ ΔΙΩΞΕ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΧΑΛΑΝ ΤΟ ΦΥΤΡΟ!

Όρθιοι πατριώτες μου συναγωνιστές. Έτσι κι αλλιώς εμείς στο τέλος θα νικήσουμε!


Ήταν μία κατάθεση ψυχής από τον συμπατριώτη μας Δημήτρη Γκορόγια

(δημοσίευση στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Ύβρις προς τους νεκρούς

Έργο του μεγάλου χαράκτη Τάσσου Αλεβίζου 


Για τους δολοφονημένους Ευρυτάνες από τους Γερμανούς ναζί και τους προδότες 

και ένα Μνημείο Θυμάτων που δεν έγινε ποτέ!

                                

*Από την Ευρυτάνισσα κυρά Λένη


Απευθύνομαι βεβαίως προς τους τοπικούς "άρχοντες" της πόλης του Καρπενησίου. 

Και απορώ...

Όλοι ψηφίσατε με συγκίνηση, όπως λέγατε, μία ομόφωνη απόφαση να γίνει ένα Μνημείο στην κεντρική πλατεία για να τιμηθούν οι νεκροί από τις 2 πυρπολήσεις του Καρπενησίου και των χωριών.

Και μετά... το παγώσατε!

Πέρασαν 2,5 χρόνια από τότε και Μνημείο δεν είδαμε. Και ρωτώ... ήταν μία ειλικρινή απόφαση ή υποκρισία;

Τόσοι αξιόλογοι άνθρωποι σας κρούουν τον κώδωνα. Ο κύριος Δημήτρης Γκορόγιας τόσες φορές και άλλοι πολλοί.

Τόσο ακριβό είναι να στήσετε ένα Μνημείο για τις αδικοχαμένες ψυχές ; Κοστίζει πολύ για τον προϋπολογισμό σας ένα κομμάτι μάρμαρο με τα ονόματα των αθώων συμπατριωτών μας ;

Ονόματα που ξέρουμε πολλοί από μας τους παλιότερους και που τα έχει αναφέρει σε μεγάλη έρευνα που έκανε ο Ευρυτάνας ιχνηλάτης.

Έχω και εγώ τις δικές μου πικρές μνήμες...

Και το δικό μου πατρικό σπίτι σε ένα ταπεινό χωριουδάκι κοντά στο Καρπενήσι το έκαψαν  τον Αύγουστο του 1944 όταν ανέβηκαν στην Ευρυτανία, που ήτανε η πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας, 8.000 χιτλερικοί και 2.000 γερμανοντυμένοι δωσίλογοι προδότες. Ένα όμορφο δίπατο σπίτι που έγινε με τον κόπο και το αίμα των γονιών μου και που δεν απόμεινε ούτε λιθαράκι. Τα ερείπια του σπιτιού μου και τόσων ακόμη σπιτιών σε όλη την Ευρυτανία μαρτυρούσαν πολλά για τη θηριωδία των κακούργων.

Και τα σπίτια ήταν το λιγότερο. Σκότωσαν τόσους αθώους ανθρώπους, ηλικιωμένους, γυναίκες και παιδιά.

Για παράδειγμα η οικογένεια Ψιλόπουλου, που ήτανε και συγγενείς μου, και τους έκαψαν ζωντανούς μέσα στο σπίτι τους στο Καρπενήσι. Τον πατέρα Γιάννη, τη μητέρα Αγγελική και την κορούλα τους Κωνσταντίνα 11 χρόνων παιδάκι. Γλίτωσαν μόνο τα δύο αδέρφια, ο Σπύρος και ο Αγγελής, που έτυχε και ήτανε αλλού, παιδιά και αυτά στην εφηβεία. Στα νιάτα μας κάναμε και παρέα και είχανε πάντα το παράπονο ότι δεν είδαν τα ονόματα των γονιών και της αδερφής τους σε ένα μνημείο στην πλατεία. Και έφυγαν από τη ζωή και δεν τα είδανε ποτέ!

Ο δήμος Καρπενησίου δεν μπορεί να φτιάξει το Μνημείο των θυμάτων στην πλατεία που είναι το σημείο αναφοράς της πόλης ;

Εδώ τόσα χωριουδάκια έχουν μια αναμνηστική πλάκα που τιμούν τους ανθρώπους τους, όπως στο Μικρό Χωριό και αλλού.

Εσείς δεν μπορείτε να κάνετε ούτε αυτό που οι ίδιοι ψηφίσατε ;

Θέλω να έρθω να βάλω ένα λουλουδάκι σαν φόρο τιμής στους συγγενείς μου και δεν μπορώ!

Γιατί; Το Καρπενήσι δεν είναι μαρτυρική πόλη, όπως το Δίστομο και τα Καλάβρυτα ;

Έλληνες είμαστε τελικά ή φιλογερμανοί;

Κάντε επιτέλους το χρέος σας πριν φύγουν και οι τελευταίοι απόγονοι...



(δημοσίευση στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" )