Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Σιωπή λαλέουσα


 

μας ταξιδεύει στα παλιά μέσα από μια φωτογραφία-κειμήλιο...


(για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")


*****

Σε μια γκρεμισμένη γωνιά του πετροπελεκημένου σπιτιού έχασκε ένα σαρακοφαγωμένο σεντούκι. Στην αγκαλιά του αναπαυόταν μια νυφιάτικη απλάδα και μια φωτογραφία σκεπασμένη απ’ της αράχνης το προικιό. Στο κάτω μέρος η ημερομηνία γέννησής της:

«ΚΡΙΚΕΛΛΟΝ-1914»

Τότε που το Κρίκελλο «ήτο χωρίον δυσχείμερον», πρωτεύουσα του Δήμου Ευρυτάνων με 3.000 νοματαίους. Μελισσολόϊ εργατιάς. Με μποστάνια σε όλα τα σπίτια, με κλήματα καρπερά στα Παλιάμπελα, τη Μεσαμπελιά, στα Πέρα Αμπέλια…..

Πηγαινοέρχονταν στους λασπωμένους δρόμους καποράφτες, φραγκοράφτες, μελισσοκόμοι, σηροτρόφοι, τσαρουχάδες, σαμαράδες, αϋφαντήδες, τσοκανιστές, τελάληδες, παντοπώλες, δερματέμποροι, τσελιγκάδες, λαναράδες, εξορκιστές….

Μια συντροφεμένη συντυχιά κάποια μέρα γιορτινή, ποζάρει σε φακό πρωτοείδωτο πλανόδιου φωτογράφου. Όλοι τους καμαρωτοί μέσα στη φροντισμένη τους αφροντισιά. Κοστουμιά καλοραμμένη, άσπρο πουκάμισο κολλαριστό με της αλισίβας το νερό, γιλέκο φινετσάτης αντρειοσύνης, καπέλο με μαύρη κορδέλα οι καμπίσιοι, με το φεσάκι τους οι ντόπιοι, με τη βακτηρία τους οι κανοναρχούντες τη βολή τους, με την γκλίτσα να φωλιάζει στην αργασμένη παλάμη του τσέλιγκα. Όλοι τους μυστακοφόροι μιας λεβεντοσύνης ορεσίβιας. 

Το θυμόσοφο πειραχτήρι της παρέας στρογγυλοκαθισμένο σε αναποδογυρισμένο σκαμνί, με το κρασοπότηρο στο δεξί τους χέρι, στέλνει χαιρετίσματα στον περατάρη του Άδη πως δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη γλύκα των εγκοσμίων. 

Δεξιά, στη δεύτερη σειρά, αχνοφαίνεται ένας άντρας, σα να μη θέλει να φυλακιστεί στην παγωμάρα του «κλικ», σαν να συλλογιέται το ματαιόδοξο της αυτοπροβολής. 

Σε τούτο το ετερόκλητο συναπάντημα όλοι σερνικά!!! Κι ανάμεσό τους μια γυναίκα, ζωσμένη με ανομολόγητα «γιατί» σε ξεθωριασμένα νιτερέσια, ξεχωρίζει. Στητή μέσα στα γιορτινά της. Για λίγες ώρες άφησε τα σωκήπια, τα γιδοπρόβατα, τα κοττερά, το μπάλωμα, τα σκατοσφουγγίσματα… Ξεπόρτισε απ’ της ανάγκης τον λαβύρινθο κι ανηφόρισε για το λεύτερο βήμα της Αγοράς, αναζητώντας το μερτικό της στου Δίκιου τις περγαμηνές, τις στρουγκιασμένες στον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία μιας κλειστής κοινωνίας.

Μια γυναίκα χωρίς προσώπου χαρακτηριστικά! Κάποιος τα γραντζούνισε με μανία. Θεριό αντρίκιο που δεν γούσταρε να μαγαρίζει τη σερνικοσύναξη θηλυκό ανταριασμένο; Κάποιος προδομένος εραστής; Κάποια γυναίκα αντίζηλος; Κάποιος που δεν ανεχόταν την ανταρτοσύνη ψυχής ανυπόταχτης; Της χαράκωσε την ομορφιά!! Της έσβησε το βλέμμα. Της κλειδοστόμιασε το χαμόγελο. Την παράτησε στον μισεμό του Χρόνου να διαλαλεί τον εγωκεντρισμό του Πατέρα Αφέντη-Δράκου. 

Πήρε το αεράκι όλη τούτη την αντρίλα και τη σεργιάνισε στην πλατεία. Τι, άραγε, να τσαλάριζαν; Ποια πάθη πρωτόγνωρα, ποιες φωτοσκιάσεις σε ξενοτόπια μακρινά, ποια προξενιά ναυαγισμένα, ποιες προίκες που λιγουρεύονταν καιροσκόποι πολιτικάντηδες για να τις ξοδέψουν σε βαφτίσια και ψηφοκλεψιές χρηματιζούμενες;

Σα να κρατούσα εγκόλπιο ιερό περιέφερα τον «θησαυρό» μου στους λιγοστούς γερόντους του Κρίκελλου, ελπίζοντας να ψαρέψω μια φωτοβολίδα στο θαμπό πέλαγος της μνήμης τους. 

- «Άργησες, κόρη μου» ψιθύρισε ο μπαρμπα-Γιάννης.

- «Άγνωστοι όλοι τους. Ήμουν αγέννητος το 1914», μουρμούρισε ο μπαρμπα-Θανάσης.

Μάζεψα την αποκαή μου σ’ ένα δάκρυ που κύλησε στο εκατόχρονο χαρτί και σ’ ένα σιχτίρισμα για τη γενιά μου που άφησαν τους προγόνους να ποδοπατηθούν στα ασφοδέλια της Λήθης και να χάσουν το ύστατο δικαίωμα να λένε: «Υπήρξα κι εγώ σε τούτη τη γωνιά, άφησα το γέλιο μου στου γλεντιού το ξεφάντωμα, στράγγισα τον πόνο μου στης ανημπόριας τον χερόμυλο, απίθωσα του έρωτά μου το βαλάντωμα στα παραθύρια ομορφακάμωτης κοπελιάς, ξόδεψα τη νιότη μου σε συγκρούσεις που άλλοι υπόγραψαν για μένα, έραψα στο γείσο του καπέλου μου τον τίτλο του πολυφαμελίτη….

Σε τούτη την αναζήτησή μου στάθηκα τυχερή στο ταπεινό καλύβι της κυρά-Ζωγούλας, 103 χρόνων, τυφλής απ’ το ένα μάτι κι ονομαστής για την ικανότητά της να παντρολογάει. Σίμωσε τη φωτογραφία στο γερό μάτι της, το μισομάζωξε κι έβαλε το δάχτυλό της στα δεξιά της παρέας σ’ έναν όμορφο άντρα. 

- «Ο Κώστας ο Πολονύφης! Λεβέντης απ’ τα γεννοφάσκια του! Τον θυμάμαι που μου ‘λεγε πώς γλύτωσε απ’ τους Τσέτες στη Μικρά Ασία το 1922. Τραυματισμένος με πόδια σαρανταπληγιασμένα έφτασε στο Κρίκελλο αγνώριστος. Ο πόλεμος είχε σφραγιδοχαράξει πάνω του όλα του τα τερτίπια: Σκελετωμένο σώμα, σκοτεινά μάτια χωμένα στου χάρου το αίμα, ψείρες δεύτερο πανωφόρι, ρούχα σκιάχτρου ξεσκλίδια. Στο ξωκκλήσι του Άη-Γιάννη σωριάστηκε στον ίσκιο της λεύκας που τον νανούριζε σαν ήταν βυζασταρούδι στο στήθος της μάνας του. Μια γυναίκα μαυροντυμένη στάθηκε μπροστά του. Στα μάτια του φάνταξε σαν Αγία που κατέβηκε απ’ την αγιογραφία της εκκλησιάς και τον φίλεψε «αντίδωρο ζωής». Του ‘δειξε  πώς να πάει στο σπιτικό της να ξαποστάσει τους παιδεμούς του. Δεν τον γνώρισε!!! Ήταν η μάνα του!!! Της είχαν πει ότι σκοτώθηκε ο γιός της. Κι αυτή ορκίστηκε στη μνήμη του να περιμαζεύει κάθε καταλαχάρη και να του συμπαραστέκεται. Την άρπαξε ο Κώστας στην αγκαλιά του. Η λεύκα για ώρα πολλή τραγούδαγε τα σκοτωμένα τους όνειρα. Και τούτη τη φωτογραφία, παιδάκι μου, την είχε πάντα μαζί του. Στα αναχώματα, στα φυλάκια, στις σκοπιές, στη Μακρόνησο. Στα 80 του την έδωσε στον Κώστα Συγγούνη του Νικολάου  με την παράκληση να τη δείχνει στους νεώτερους για να μην λησμονάνε αυτούς που απόμειναν απ’ την ισπανική γρίππη στα 1918, αυτούς που γύρισαν απ’ το Μέτωπο, αυτούς που μάτωσαν την αδερφοσύνη στον Εμφύλιο…. Σ’ όλη του τη ζωή, ο Πολονύφης δήλωνε «κομμουνιστής», κι ονειρευόταν μια πολιτεία μπολιασμένη σε υψηλά ιδανικά. 

Άχ! κόρη μου, πόσες χαρμολύπες μού ξέθαψες μ’ αυτή τη φωτογραφία!»

Χάϊδεψε η Ζωγούλα ένα-ένα τα πρόσωπα μοιρολογώντας:

«Βλέπεις εκείνο το βουνό το κουρφανταριασμένο

πόχει αντάρα στην κουρφή και κατιχνιά στη ρίζα;

Λεβέντης εροβόλαγιε από ψηλή ραχούλα

Και τραγουδούσι κι έλιγι κι τραγουδάει κι λέει:

- Καλότυχος το που είμι νιός, το πού είμι παλληκάρι.

Ποτέ Χάρο δεν καρτερώ, Χάρο δεν περιμένω…»


Ήταν ένα διαλεχτό κείμενο μνήμης από την Κρικελιώτισσα "Ακευσώ"

(δημοσίευση στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Στη μνήμη του Διονύση Χαριτόπουλου


"Το Καρπενήσι ήταν η καρδιά της Αντίστασης.

Στην περιοχή του βρισκόταν το πανελλήνιο κέντρο του εαμικού πολιτικού και ένοπλου αγώνα. Εκεί ήταν η έδρα του Γενικού Αρχηγείου του ΕΛΑΣ, της ΠΕΕΑ (Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης), της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ και του ΚΚΕ και της ΕΛΔ.

Η ορεινή πρωτεύουσα της Ευρυτανίας είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη. Χτισμένη στις υπώρειες του Βελουχιού, σε υψόμετρο σχεδόν 1000 μέτρα, με υπέροχα πέτρινα κτίσματα και λιθόστρωτα καλντερίμια, ήταν τυλιγμένη στην αχλή του μύθου. Από παλιά ήταν ζόρικη αυτή η πόλη των Αγράφων, δεν ήταν εύκολα προσπελάσιμη για ξένους και εχθρούς, εξού και το κλέφτικο:

Κίνησα, ο μαύρος, κίνησα

να πάω στο Καρπενήσι...

Απο τις αρχές του αγώνα όλη η περιοχή των Αγράφων ήταν ελεύθερη εκτός από το Καρπενήσι. Την Κυριακή των Βαΐων, την ώρα που η κεντρική πλατεία της πόλης έσφυζε από κόσμο, οι αντάρτες είχαν κατορθώσει να ρίξουν μια ομάδα Ιταλών αιχμαλώτων αποψιλωμένων από όπλα και στολές, μόνο με τα εσώρουχα.

Αυτός ο δημόσιος εξευτελισμός συνήργησε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της ιταλικής διοίκησης και ανήμερα το Πάσχα, στις 28 Απριλίου 1943, οι κατακτητές εγκαταλείπουν την πόλη.

Η «πρωτεύουσα των βουνών» είναι ελεύθερη.

Σε λίγες μέρες οι Καρπενησιώτες έχουν γεμίσει την πλατεία με τα βλέμματα στραμμένα στον δρόμο που έρχεται από το χωριό Λάσπη (Άγιος Νικόλαος). Απο εκεί θα μπει στην πόλη αυτός που επί έναν χρόνο τον ακούνε στα γύρω βουνά και το όνομά του έχει γίνει παρηγοριά και περηφάνια τους.

Το Καρπενήσι ζει μεγάλες ώρες.

Ειναι η πρώτη ελεύθερη πόλη όπου μπαίνει ο Άρης και η υποδοχή του είναι αποθεωτική.

Νωρίς το πρωί οι πρώτες φωνές ειδοποιούν:

«Έρχεται! Έρχεται!»

«Πως είν' ωρέ;»

«Θεόρατος!»

Ίσως πουθενά αλλού δεν λατρεύτηκε ο Άρης όσο εδώ.

Η Λαμία τον διεκδικεί ως γενέτειρα, αλλά η Ευρυτανία τον πίστεψε και τον ακολούθησε, μαζί με την ορεινή Φθιώτιδα είναι το κύριο θέατρο της δράσης του. Εδώ η μνήμη του συντηρείται ακόμη ολοζώντανη και, παρά τα χρόνια και τσ γεγονότα που μεσολάβησαν, μιλάνε για τον Άρη όπως για κάποιον πολύ οικείο τους, που δεν έφυγε ποτέ από κοντά τους.

Ο έλεγχος των Γερμανών έφτανε ως τη Μακρακώμη.

Αποκεί και πάνω άρχιζε η «Ελεύθερη Ελλάδα» με επίκεντρο το Καρπενήσι, σημείο αναφοράς κι απαντοχής για όλους τους Ρουμελιώτες."

*****

(Το παραπάνω απόσπασμα επιλέξαμε ως τον δικό μας αποχαιρετισμό στον ευρυτάνα Μικροχωρίτη συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλο που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Προέρχεται από το κεφάλαιο "το μυθικό Καρπενήσι" μέσα από το βιβλίο του ΟΙ ΑΤΑΚΤΟΙ, εκδόσεις Τόπος)


«Θα είμαι πάντα με τους ξυπόλυτους...» 

Αντίο Διονύση...

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Το δικό μας αρκτικόλεξο!


Εύμορφη

Υψιπετής

Ρωμαλέα 

Υδροχαρής

Τρισευλογημένη 

Ανταρτογέννα

Νοσταλγική 

Ιστορική 

Ανυπότακτη 


ΥΓ1: η συνοδευτική φωτογραφία μας απεικονίζει το αετόμορφο Βελούχι!

ΥΓ2 : μπορείτε (στα σχόλια) να προσθέσετε και τους δικούς σας ορισμούς. Δεκτοί!


"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Η ευρυτάνισσα γιαγιά και τα... εγκς!


Η  γιαγιά Μαρία ήταν μια σπουδαία αγωνίστρια της ζωής, από εκείνες τις παλιές καλοσυνάτες μα και σκληραγωγημένες ευρυτάνισσες γυναίκες της ασύγκριτης "δρακογενιάς", που αν και έμεινε πολύ νέα χήρα, τότε στα πέτρινα χρόνια, εντούτοις ανάστησε με αληθινή παλικαριά τα παιδιά της μοχθώντας στη γη με ίδρω, τιμιότητα και αξιοπρέπεια.

Όταν πέρασαν τα χρόνια, μεγάλη πια σε ηλικία, μπήκε και σ' αεροπλάνο για να πάει για κάμποσο καιρό στους γιούς της που ήταν μετανάστες στην Αμερική και την περίμεναν με λαχτάρα μιάς και την υπεραγαπούσαν. 

Πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, παιδιά, νύφες και εγγόνια, την είχαν στα ώπα-ώπα. 

-Μάνα να μην χολοσκάς για τίποτα, να κάθεσαι και να ξεκουράζεσαι και ότι θες από μας θα το 'χεις, της έλεγαν.

Η ευρυτάνισσα γιαγιά, όμως, δεν το πολυήθελε το καθησιό. Μαθημένη μια ζωή στη δουλειά που να βρει ησυχία.

Ο ένας της γιος είχε γιάρδα στο σπίτι του. Η γιαγιά Μαρία βρήκε εκεί αυτό που ζητούσε. Άρπαξε αμέσως το τσαπί και σε σύντομο χρονικό διάστημα μετέτρεψε το γκαζόν σε... κήπο!

Και τι κήπο! Απ' όλα τα καλούδια είχε ο μπαξές της: ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκυθάκια, πιπεριές, μαρούλια, κρεμμυδάκια, φασόλια, πλούσια η σοδειά!

Οι αμερικανοί γείτονες αγαπούσαν πολύ τη γιαγιά : θαύμαζαν τα έργα και την ενέργειά της, ενώ τους έκανε και μεγάλη εντύπωση που ήταν πάντα ντυμένη στα μαύρα με τη μαντίλα και... τη μακριά πλεχτή κοτσίδα της. Που να 'ξεραν οι άνθρωποι...

Η γιαγιά πάλι, ανοιχτόκαρδη και πρόσχαρη, γέμιζε τα καλάθια και μοίραζε από τα καλούδια της στους γειτόνους.

Μια μέρα η νύφη της που τη λάτρευε, της λέει:

-Μάνα επειδή δεν προλαβαίνω, μπορείς σε παρακαλώ να πεταχτείς εδώ λίγο παρακάτω στο μπακάλικο να μου πάρεις μερικά αυγά;

Άλλο που δεν ήθελε η γιαγιά που της άρεσαν όσο δε λέγεται οι περίπατοι και οι βόλτες. 

Όμως ...

-Να πάω παιδάκι μου, της είπε, αλλά δεν ξέρω αμερικάνικα, πως θα τα ζητήσω τα αυγά;

-Α, δεν είναι τίποτα μάνα, μια λέξη μόνο θα πεις: "έγκς", και θα σου δείξουν.

Ξεκινάει η γιαγιά και στο δρόμο κάθε τόσο έλεγε από μέσα της : "εγκς, εγκς, εγκς...".

Όταν όμως έφτασε στο μαγαζάκι... το ξέχασε!

Μπαίνει μέσα, τους χαμογελάει, της χαμογελάνε, αλλά από κει και πέρα... τσιμουδιά.

Τι να κάνει, κι η δόλια η γιαγιά, αρχίζει να κοιτάζει από δω, να κοιτάζει από κει, να ψάχνει στα ράφια, να σουλατσάρει τριγύρω, αλλά πουθενά να δει αυγά.

Ο μαγαζάτορας και η γυναίκα του αλλά και δύο γείτονες που έτυχε να είναι εκεί, άνθρωποι εξυπηρετικοί, προθυμοποιήθηκαν αμέσως να βοηθήσουν τη γιαγιά.

Τη ρώταγαν στα αμερικάνικα τι θα ήθελε...

-Τ' αστόχησα παιδιά μ', έλεγε η γιαγιά σε... άψογα ευρυτανικά!

Εδώ που τα λέμε που να συνεννοηθούν!

Μάταια προσπαθούσαν οι άνθρωποι ξανά και ξανά να βγάλουν άκρη.

Η γιαγιά αρχίζει τότε να τους κάνει νοήματα δείχνοντας με τα χέρια της το μακρουλό σχήμα του αυγού.

Που να πάρουν όμως χαμπάρι κι οι άλλοι τι να ήταν αυτό που γύρευε εκείνη η παράξενη ελληνίδα γιαγιά μέσα σε τόσα εμπορεύματα.

Στο πόδι όλοι, έψαχναν αντάμα, αλλά τζίφος!

Τότε λοιπόν η Ευρυτάνισσα γιαγιά σκαρφίστηκε κάτι άλλο...

Και ξαφνικά αρχίζει μέσα στο μαγαζί :

-«Κο κο κο κο - κο κο κο κοκοοοοο....»

Κοίταζαν περίεργα οι αμερικανοί τη γιαγιά που... κακάριζε ασταμάτητα, μέχρι που τελικά μπήκαν στο νόημα.

Τότε τα γέλια και της γιαγιάς και των αλλονών βούιξαν σε ολόκληρο το τετράγωνο.

Σε λίγο η γιαγιά έφτανε στο σπίτι με τα αυγά.

-Όλα καλά μάνα; τη ρωτάει η νύφη της.

-Δόξα τω Θεώ κόρη μου, τα αμερικάνικα τα κουτσοκαταφέρνω!!!


(αληθινή ιστορία με πρωταγωνίστρια την αλησμόνητη γιαγιά μου που μας μεγάλωσε με αγάπη και που πιστεύω ότι από τους αιώνιους παραδεισένιους κήπους θα μας χαμογελά και θα μας στέλνει ευχές...)


"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

4 εκατομμύρια...


Ξεπέρασε τα 4 εκατομμύρια επισκέψεις  ο "Ευρυτάνας ιχνηλάτης", σύμφωνα με την αυτόματη ροή των στατιστικών στοιχείων της πλατφόρμας blogger της google που αφορούν τις προβολές στις σελίδες του δικού μας ιστολογίου.

Είναι κι αυτή μία ακόμη ιδιαίτερη στιγμή στο διανυόμενο χρόνο, που έρχεται να πιστοποιήσει ότι αυτή η ανιδιοτελής προσπάθεια παραμένει ζωντανή, αγκαλιάζεται από τόσους ανθρώπους, συμπατριώτες μας και μη, ενώ παράλληλα εξακολουθεί και να εμπλουτίζεται, επάνω βέβαια στο πνεύμα και στις αρχές που χαράξαμε κάποτε.

Σας ευχαριστούμε για τις επισκέψεις σας στο σπιτικό μας, σάς ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον και τη στήριξη.

Συνεχίζουμε να βαδίζουμε, με όλους εσάς συνοδοιπόρους, στα μονοπάτια της πρωτόπλαστης φύσης και της ανυπότακτης ιστορίας της αγαπημένης μας Ευρυτανίας.

"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Εις των Αγράφων τις ψηλές ραχούλες...


"Σ’ αφήνω γεια, μανούλα μου γλυκιά 

και σας αγαπημένες αδελφούλες,

πάω μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά 

εις των Αγράφων τις ψηλές ραχούλες. 


Την τυραννία δεν αντέχω πια 

το βούρδουλα και την τρομοκρατία, 

στο φασισμό δε θέλω πια να ζω

που σήμα έχει την αιμοβορία." 


(Σπάνιο αντάρτικο τραγούδι, με αναφορά στα αδούλωτα Άγραφα. Το 'λεγαν οι καταδιωγμένοι αγωνιστές από τη φασιστική κρατική και παρακρατική τρομοκρατία. Αφιερώνεται στη μνήμη του θείου μου Κ.Σ. που βγήκε κάποτε κι εκείνος πιτσιρίκος στα βουνά της Ευρυτανίας για το λόγο που περιγράφεται στους παραπάνω στίχους)

"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Δεν καταδέχεται να φυτρώσει στα χαμηλά...


«Ποιος τους είχε πει πως ο έλατος μοιάζει με τον πολυέλαιο της εκκλησίας; Κοιτάζουν και βλέπουν αλήθεια στα καμαρωτά κλαδιά του κάτι σαν άσπρες λαμπάδες. Είναι ο καρπός του· από ‘κεί μαζεύουν την ελατόπισσα.

Όλα τα δέντρα της γης έχουν ανώμαλο σχήμα. Μα το κυπαρίσσι στους κάμπους κι ο έλατος στο βουνό στέκουν ολόισια. Γίνονται κατάρτια στα καράβια. 

Εδώ στα βουνά ο έλατος περιφρονεί τον χειμώνα. Κρατάει  χιόνι πολύ. Λυγίζει, που νομίζεις πως θα σπάσει, μα μένει πάντα ίσιος και θυμώνει τον άνεμο που τον μάχεται.

Δεν καταδέχεται να φυτρώσει στα χαμηλά. Πρέπει ν’ ανεβούμε ψηλά για να τον απαντήσουμε. 

Τα παιδιά, κοιτάζοντας απάνω στο βουνό, είδαν ολόκληρο  δάσος από έλατα ίσια. 

Δεν ξέρουμε γιατί τούτος ο γερο-έλατος ήρθε και ζει εδώ μοναχός του.»

("Στον έλατο", απόσπασμα από το εμβληματικό βιβλίο "Τα ψηλά βουνά" - του Ευρυτάνα συγγραφέα Ζαχαρία Παπαντωνίου) 

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"