Κυριακή, 8 Μαρτίου 2020

Στη Γυναίκα...


Στη Γυναίκα...
τη σύντροφο, τη μάνα, την κόρη, την αδελφή, τη φίλη
στην πιο γλυκιά χορδή στο τραγούδι της ζωής
που αγαπά
που μοχθεί 
που αγωνίζεται
που ονειρεύεται

Στη Γυναίκα... 
"της αγάπης το λουλούδι 
 του βίου χάδι και τραγούδι"
όπως την ύμνησε και ο δικός μας αλησμόνητος Ευρυτάνας ποιητής Δώρης Άνθης (βλ εδώ!). 

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2020

Ζαχαρίας Παπαντωνίου: 80 χρόνια από την εκδημία ενός λάτρη της Αισθητικής και της Αρμονίας

Ζαχαρίας Παπαντωνίου ( 1877-1940)

Ιδιαίτερες ψηφίδες ιστορίας για τον εμβληματικό Ευρυτάνα διανοητή Ζαχαρία Παπαντωνίου

Μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη  που παραχώρησε στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" 
ο κ. Κυριάκος Χήνας διατελέσας καθηγητής Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Σχολείο της Καρλσρούης στη Γερμανία.

==============

Ένας ενδιαφέρων κλάδος της Ιστορικής Γεωγραφίας ασχολείται με τις συνέπειες που έχει ο τόπος καταγωγής στη διαμόρφωση της σύνολης ηθικής-πολιτισμικής-κοινωνικής σκευής των ανθρώπων. Άλλα στοιχεία π.χ. εμφανίζονται στην εκφορά του λόγου εάν μεγαλώνει κάποιος σε ορεινό μέρος (όπου λόγω του ψυχρού κλίματος συγκόπτονται τα φωνήεντα για να μην παραμένει ανοιχτό το στόμα) ή στην κοινωνικότητα ενός ατόμου που μεγάλωσε σε λιμάνι (όπου οι συχνές επικοινωνίες με ξένους τροφοδότησε συμπεριφορά εξωστρεφούς κοινωνικότητας).

Στον Ζαχαρία Παπαντωνίου, δεν είναι δύσκολο να ανιχνευθούν οι επιδράσεις από το γενέθλιο τόπο, αν και από 13 ετών μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αφού είχε φοιτήσει μέχρι την Τρίτη Δημοτικού στο Καρπενήσι. 

Σαφώς ιχνηλατείται η αγάπη του στη φύση, τόσο από την καταιγιστική επίθεσή του στον "απωλεσθέντα παράδεισο" της Αθήνας με τον περιορισμό του πρασίνου, την αντίθεση στην αρχιτεκτονική αλλαγή και τον τρόμο της αστικοποίησης ("φονεύσασα την εξοχήν, φράσσουσα τον ουρανόν"), όσο και από τα τρυφερά λυρικά ποιήματά του, που υμνούν τις Αξίες της παραδοσιακής φυσικής ζωής.

Στην Αθήνα όμως οικειοποιήθηκε ένα πολυεπίπεδο modus vivendi, το οποίο εμπλουτίστηκε με δυτικο-ευρωπαϊκά στοιχεία από τις μελέτες και τα ταξιδιωτικά βιώματά του. Στην παρούσα μελέτη θα αποφύγουμε τη λογοτεχνική ιχνηλάτηση του έργου του, στοιχείο που έχει μελετηθεί επαρκώς. Θα εστιάσουμε στην ιδεολογική διάσταση της προσωπικότητάς του, η οποία καταδεικνύει πάντοτε τις βαθύτερες εσωτερικές αφετηρίες κάθε προσωπικότητας. Είναι λοιπόν λυσιτελέστερο να παραθέσουμε μεμονωμένες ψηφίδες της δράσης του, που καταδεικνύουν πολλά:

1. Συνήθως, μια δημόσια θεσμική -και μάλιστα υψηλή αλλά και μη αιρετή- θέση δυναμώνει τα συντηρητικά ανακλαστικά του ανθρώπου. Ο Παπαντωνίου διορίστηκε ως Νομάρχης περιοδικά (1912-1916) σε τέσσερις περιοχές, αλλά τα ενδεικτικά ψήγματα των αποφάσεων που είχε πάρει δεν παραπέμπουν σε συντηρητικό συμβιβασμό του: στις Κυκλάδες υπέγραψε εγκύκλιο για τη σύσταση εργατικών σωματείων, στη Λακωνία (στα εφιαλτικά χρόνια του μεγάλου διχασμού) απαγόρευσε το Ανάθεμα των τοπικών ιερωμένων κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου. Μάλιστα γι αυτή την πράξη του δικάστηκε και τελικά αθωώθηκε.

2. Η αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού  το 1938 (την εποχή εκείνη, αυτές οι θέσεις καλύπτονταν από προσωπικότητες κατά πλειοψηφία με συντηρητικό πρόσημο, ιδιαίτερα κατά τη δικτατορία Μεταξά) προφανώς υποδηλώνει ότι δεν χρεωνόταν από το καθεστώς με αριστερά φρονήματα. Όμως η πολύ μικρή θητεία του (πέθανε τον Φεβρουάριο του 1940) δεν επιτρέπει να διαμορφώσουμε αξιόπιστη άποψη για τα πεπραγμένα του στον κορυφαίο αυτό πνευματικό θεσμό.

3. Αξιολόγησε τον βασιλιά Όθωνα με μετριοπαθή αντίληψη: του πίστωνε μεν ότι ήταν εύσπλαχνος και αφιλοχρήματος, αλλά του χρέωνε ότι δεν αντιστάθηκε στην εμμονή της βαυαρικής αυλής να προσδώσει βαυαρικό χαρακτήρα στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά και γενικότερα ήταν αναποφάσιστος σε κρίσιμα θέματα.

4. Ως Διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης (από το 1918) εμπλούτισε τη συλλογή με έργα του Γύζη, του Παρθένη, του Λύτρα, αλλά και του Ελ Γκρέκο. Διαδέχθηκε τον ζωγράφο Γεώργιο Ιακωβίδη (της Σχολής του Μονάχου) μετακυλίοντας το πνεύμα της σύγχρονης δυτικής τέχνης. Εισηγήθηκε και πέτυχε να εκτεθούν έργα του Κων-νου Παρθένη και του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1938 (μάλιστα τότε η ιταλική κυβέρνηση θαύμασε και αγόρασε έναν πίνακα του Παρθένη με θέμα τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου). Καθοριστική ήταν η γνωμάτευσή του να διδάξει ο Παρθένης (πιθανώς ο σπουδαιότερος Έλληνας ζωγράφος του 20ου αιώνα) στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.
       
5. Ο Παπαντωνίου είχε επιπλέον λεπταίσθητη κατάρτιση στην κλασική μουσική. Τραγουδούσε με φωνή τενόρου ολόκληρες άριες από όπερες, ενώ παραδίδεται ότι είχε μάθει σε ένα κοτσύφι ένα μοτίβο από τον Ριγολέττο.Υποστήριζε ότι η Τέχνη δε διδάσκει την Ηθική, συμπίπτει όμως με την Ηθική, γιατί η Ηθική είναι μέσα στην κοινωνία, της οποίας η Τέχνη είναι ένα όργανο.

6. Υπέρμαχος της Δημοτικής, συμμετείχε στο μαχητικό Σύλλογο "Εθνική Γλώσσα" (μαζί με Καρκαβίτσα, Κονδυλάκη κ.α.), ενώ τα "Ψηλά Βουνά" αποδοκιμάστηκαν από τους συντηρητικούς για τη "μαλλιαρή" γλώσσα τους. Πάταγο δημιούργησε η αντιφώνησή του σε άψογη δημοτική, κατά την Είσοδό του στην Ακαδημία Αθηνών.

7. Ιδεολογικά εκφραζόταν από το κόμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, χωρίς να προσχωρήσει σε κομματική ένταξη. Κατά τη σπουδαία μεταρρύθμιση στο Υπουργείο Παιδείας (με ΓΓ τον Δημήτρη Γληνό και συμβούλους τους Αλέξανδρο Δελμούζο και Μανώλη Τριανταφυλλίδη) έγραψε τα "Ψηλά Βουνά", μνημειώδες Αναγνωστικό για την Τρίτη τάξη του Δημοτικού. Μόλις έπεσε ο Βενιζέλος, το βιβλίο αυτό ανακλήθηκε, αφού χαρακτηρίστηκε από μια κριτική επιτροπή ως χυδαίο-εγκληματικό-ανήθικο. Μάλιστα, είναι σαφείς και πειστικές οι μαρτυρίες ότι το 1920 (με κυβέρνηση αντιβενιζελικών) συμπεριλήφθηκε στα βιβλία που κάηκαν δημόσια. Στην πυρά οδηγήθηκε το Αναγνωστικό και τον Αύγουστο του 1936, αμέσως μετά την επιβολή της Δικτατορίας του Μεταξά (η αποτρόπαιη πράξη έγινε στα Προπύλαια). Είναι ακόμη αδιευκρίνιστο για ποιο λόγο τάχθηκε εναντίον του Αναγνωστικού η Γαλάτεια Καζαντζάκη, σύζυγος του μέγιστου συγγραφέα. Συμβολικά-τιμητικά το Αναγνωστικό επανήλθε στα σχολεία δύο φορές με κυβερνήσεις Βενιζέλου, όπως και με τη Μεταπολίτευση του 1974 για μια χρονιά.

8. Αντιμετώπισε την καχυποψία των αριστερών ιδεολόγων, που του χρέωναν απολίτικη στάση. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του ιστορικού Γιάννη Κορδάτου : "ολότελα αδιάφορος και ασυγκίνητος μπροστά στα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας". Αρκετοί ξιφούλκησαν εναντίον του, όταν επισκέφθηκε την Ισπανία (αρχές-φθινόπωρο του 1936, άρα ενώ είχε ξεκινήσει ο μεγάλος Εμφύλιος) αρκούμενος να καταγράψει σε ανταποκρίσεις του ότι "οι επαναστάσεις αντιγράφουν η μία την άλλη. Σφάζοντες και σφαζόμενοι έρχονται στη σκηνή της Ιστορίας με τον ίδιο τρόπο".

9. Η αντίληψή του για  το Σοσιαλισμό εκπορεύτηκε από τη σκοπιά της κεντρώας στάσης: έγραψε για τη ''Διεθνή" στα "Παρισινά Γράμματα" ότι "είναι ύμνος και ως ύμνος περιέχει αγριότητας, επειδή δε ο σοσιαλισμός είναι ζήτημα εξελίξεως και όχι τυφλών ορμών δύναται το άσμα αυτό να παρασύρη και τους αλήτας εις πλιάτσικο". Η φιλελεύθερη αντίληψή του όμως του επέβαλε να χαιρετίσει την εκλογή πέντε σοσιαλιστών στη Βουλή και την ύπαρξη Εταιρείας που διαδίδει τις Κοινωνικές Επιστήμες.

10. Θετική είναι η στάση του απέναντι στο χριστιανισμό, απότοκη ίσως του ένθερμου χριστιανικού κλίματος που επικρατούσε στην οικογένειά του. Μάλιστα ο δάσκαλος πατέρας του είχε πολύ θετικές κρίσεις για τη μονογραφία του "Περί Θειότητος του Χριστιανισμού". Κατά το ταξίδι του στο Άγιον Όρος τίμησε τους ασκητές για την εσωτερικευμένη θρησκευτικότητά τους, αν και ο ίδιος δεν είχε τη νοοτροπία του μοναχισμού. Παράλληλα,τα έργα του με παιδικές προσευχές τονίζουν το θρησκευτικό φορτίο του.

11. Η θητεία του σε εφημερίδες-περιοδικά δεν τον κατατάσσει σε συγκεκριμένη κομματική ομάδα, γιατί εντρύφησε με χρονογραφήματα σε κοινωνικές και όχι πολιτικές τοποθετήσεις. Έγραψε τόσο σε συντηρητικά έντυπα (Σκριπ), όσο και σε προοδευτικά (Νουμάς, Μέλλον), αλλά και στο "Εμπρός" που είχε ποικίλες ιδεολογικές μεταβολές.

12. Για το κοσμοείδωλο του Παπαντωνίου: υπάρχει μια πασιφανώς άδικη κρίση του Χουρμούζιου, που του χρεώνει ότι "στο έργο του έχει μια μοιρολατρική φιλοσοφία, αφού τα πάντα διέπονται από τους ασύλληπτους νόμους του Πεπρωμένου και κινούνται από τα αόρατα νήματα της Τύχης". Το αντίθετο δείχνουν τα έργα του, ειδικά "τα Ψηλά Βουνά" όπου μια ομάδα παιδιών περνά το καλοκαίρι στα βουνά της Ρούμελης: ο ορθός λόγος και η γνώση αποκτώνται μέσα από τη χαρά της φυσικής ζωής ενάντια στις προλήψεις. Λάτρης της αρμονίας και της αισθητικής ομορφιάς, αποθέωνε την ευδαιμονία της ειρηνικής συνύπαρξης ανθρώπων-ζώων-φυτών και χαιρόταν κάθε πτυχή της ζωής.


*** ουσιώδες χαρακτηριστικό του προσανατολισμού στα έργα του ήταν, όπως έγραψε ο Μυριβήλης, ότι "κυριαρχούσε ο εγκέφαλος του διανοητή σε βάρος της συνθετικής ευαισθησίας του καλλιτέχνη". Χωρίς να είναι επιστήμονας κοινωνιολόγος, η εξεταστική ματιά του απέδιδε εγκάρσια την ουσία π.χ. γράφει πολύ εύστοχα για τους Γερμανούς: "όλοι υπάρχουν ο ένας διά μέσου του άλλου. Το ον που πραγματικά ζει σε αυτούς τους δρόμους είναι η Κοινωνία." Υπερασπιζόταν την ισοκρατία και τα προσωπικά ανθρώπινα δικαιώματα, είχε την οξυδέρκεια να αποδίδει την εγκληματικότητα στην ανισότητα που υπάρχει στην κοινωνία και κατακεραύνωνε τα αφεντικά που βιαιοπραγούσαν κατά των υπηρετών.

Τιμή και αιώνια ευγνωμοσύνη στον Ζαχαρία Παπαντωνίου, έναν εκλεκτό λάτρη της αισθητικής αρμονίας, έναν ρέκτη των ελευθερόφρονων δράσεων, έναν φωτισμένο οδοιπόρο των υψηλών οριζόντων.

Άρθρο του καθηγητή Ιστορίας κ. Κυριάκου Χήνα
που προσέφερε στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

Στις παγωμένες κορφές της Νιάλας των Αγράφων - Μια συγκλονιστική αφήγηση για εκείνη τη φοβερή βραδιά του 1947, για το αντάμωμα ανταρτών και φαντάρων στην ίδια σκηνή μέσα στη φονική χιονοθύελλα και (...) !!!


"Τα όπλα συμφώνησαν αυτήν την ώρα κάτω απ' τη βία της φύσης να μη μιλήσουν για το θάνατο."

"Στην υγειά μας συνάδελφοι. Στην υγεία του Δημοκρατικού Στρατού και των δημοκρατικών φαντάρων..." 

"Για μια ιδέα ευγενικιά δίνουμε τη ζωή μας... "

"(....) Ξαφνικά απ' την κορφή της Νιάλας έφτασε ο ήχος ντουφεκιών. Τι είχε συμβεί; 

Ο λόχος του Ερμή βάδιζε στην οπισθοφυλακή της φάλαγγας. Στον αυχένα σκούντησε πάνω σ' ένα παγωμένο. Η φάλαγγα είχε κοπεί. Δρασκέλισε ο Ερμής πάνω απ' το ξεπαγιασμένο πτώμα του συντρόφου και πέρασε στην άλλη πλαγιά, περιμένοντας το λόχο. Ο ένας ύστερα απ' τον άλλο πέρασαν όλοι οι άντρες του και τα 13 στελέχη της Καρδίτσας που είχε μαζί του. Ο Τσιρώνης, η Κουσάντζα, ο Γαλανίτσας κι οι άλλοι. Όμως κατά πού να πάει. Η φάλαγγα ούτε φαίνεται ούτε ακούγεται μέσα σ' εκείνο το κακό. Πήρε το μονοπάτι που διακρινόταν μόλις λίγο και προχώρησε. Πατήματα πουθενά. 

"Σίγουρα χάσαμε το δρόμο" σκέφτηκε.


Και τώρα; Προχώρησαν ακόμα μερικά μέτρα. Και ξαφνικά αντίκρυσαν αντίσκηνα. Εχθρικά αντίσκηνα. Σκορπάνε μέσα σ' αυτά. Τι να δουν; Φαντάροι κουκουλωμένοι με κουβέρτες και χλαίνες, είχαν μόνο τα μάτια ξεσκέπαστα και καρτερούσαν μοιρολατρικά το θάνατο. Ξυλιασμένοι κι εκείνοι, πουντιασμένοι κι οι δικοί μας. 

Ούτε τους μιλάνε ούτε τους πυροβολάνε. Ούτε κι οι δικοί μας ανοίγουν τα όπλα τους. Τα όπλα συμφώνησαν αυτήν την ώρα κάτω απ' τη βία της φύσης να μη μιλήσουν για το θάνατο. Πάγωσαν. Δε λειτουργεί τίποτα.

Βουβή ανακωχή!

Σαστισμένοι οι φαντάροι κοιτάνε τους μαχητές του ΔΣΕ να κατεβάζουν τους γυλιούς τους και ν' αποθέτουν τα όπλα τους σα νάναι παλιοί γνώριμοι ή νοικοκύρηδες στις σκηνές. Παίρνουν κι αυτοί θάρρος. Ξεκουκουλώνονται. 

-Είμαστε αδέρφια λένε, μη μας πειράζετε, ούτε μεις θα σας πειράξουμε.

-Αδέρφια, αδέρφια απαντάνε οι δικοί μας.

-Καθήστε απόψε να περάσει αυτό το κακό και το πρωί σαν καλοσυνέψει ο θεός φύγετε. Κάθησαν, αγκαλιάστηκαν σαν πραγματικά αδέρφια που είχαν χρόνια ν' ανταμωθούν.

Τέτοιo πράγμα δε ματαγνώρισε η ιστορία.

-Αδέρφια, πεινάτε να σας δώσουμε ψωμί και κονσέρβες;

-Όχι, σας ευχαριστούμε παιδιά, δεν πεινάμε. Είμαστε χορτάτοι.

Κι ας τους θέριζε τα σωθικά η πείνα. Δεν καταδέχτηκαν να πάρουν το ψωμί των φαντάρων.

-Όχι, όχι. Μια που είστε φιλοξενούμενοί μας θα πάρετε έστω λίγη σταφίδα και λίγη σοκολάτα και θα πιείτε λίγο κονιάκ.

-Αμερικάνικες; είπε φουρκισμένος ένας μαχητής, με μια κοψιά διαφορετική στο πρόσωπο.

-Όχι αδερφέ! Δικές μας!

Ένας ξερακιανός στρατιώτης με αδύνατα κοκαλιάρικα δάχτυλα μοίραζε σταφίδες και σοκολάτα κι ένας άλλος μ' ένα παγούρι κερνούσε κονιάκ.

Σε μια άκρη του αντίσκηνου κάθονταν πιασμένοι σφιχτά απ' τα χέρια ένας φαντάρος κι ένας μαχητής του στρατού μας. Ξαδέρφια, απ' το ίδιο χωριό αντάμωσαν σε τούτο τον κολασμένο βράχο για να πούνε τους καημούς τους.

-Έχεις καιρό να πας στο χωριό;

-Κάπου ένα μήνα. Είχα πάει με διήμερη άδεια.

-Η μάνα μου τι κάνει;

-Φυλακή είναι.

-Ζει;

-Καλά είναι.

-Κι ο πατέρας;

-Τον έστειλαν στο Μακρονήσι οι μαύροι απ΄το χωριό. Ο Γαλάνης τον έφαγε.

-Δεν πήραν ούτε γράμμα;

-Ούτε είδησή του.

Σιωπούν.

Ένας δικός μας σήκωσε το παγούρι.

-Στην υγειά μας συνάδελφοι. Στην υγεία του Δημοκρατικού Στρατού και των δημοκρατικών φαντάρων είπε. Ας διαρκέσει για πάντοτε η αποψινή μας συναδέρφωση. Να πεθάνουν όλοι οι φασίστες που σας βάζουν και σκοτώνεστε μαζί μας.


-Δε μας βάζει κανένας συνάδελφε, σηκώθηκε ν' απαντήσει πειραγμένος ένας φαντάρος. Υπηρετούμε την πατρίδα μας. Αυτήν υπερασπίζουμε.

-Από ποιόν;

Ο άλλος δεν απάντησε. Έσκυψε το κεφάλι.

-Ε! συνάδερφε, συνέχισε ο μαχητής μας, χτυπώντας τον στην πλάτη. Ποια είναι η πατρίδα; Να εμείς, ο λαός της. Κι όταν εσύ σηκώνεις χέρι και χτυπάς το λαό και ρημάζεις την πατρίδα ποιον υπερασπίζεσαι;

-Χτυπάω το λαό; Τι λες; Από που το συμπεραίνεις αυτό; έκανε ο φαντάρος πειραγμένος. 

-Με πολεμάς εμένα και με σκοτώνεις; Ναι ή όχι; απάντα μου κοφτά.

-Ναι.

-Τι είμαι εγώ; Λαός δεν είμαι; Ή μήπως λαός είναι η συνοικία του Κολωνακιού; Να κοίτα τα χέρια μου. Ροζιασμένα απ΄το τσαπί, το σφυρί και τ' αλέτρι. Κοίτα και τα δικά σου. Τα ίδια είναι. Ποιον χτυπάς λοιπόν;

Ο φαντάρος έξυσε το κούτελό του από αμηχανία.

-Ώστε λοιπόν, συνέχισε, δεν υπηρετάς την πατρίδα αλλά είσαι ενάντια στην πατρίδα και το λαό της.

Οι άλλοι σταμάτησαν τις κουβέντες κι άκουγαν.

-Πέστε μας κι άλλα, πέστε μας αδέρφια, είπε ένας γεροδεμένος άντρας.

Ήθελαν πολλά να τους πουν. Όμως έπαιρνε να ξημερώσει.

Ως πότε θα κρατούσε αυτή η βουβή ανακωχή; 


* * *

Σ' ένα εχθρικό αντίσκηνο, βρίσκονται ξαπλωμένοι έντεκα άνθρωποι. Ξεπαγιασμένοι, δεν νιώθουν, ούτε καταλαβαίνουν τίποτα. Δεν ακούνε τις φωνές των ανταρτών και του Ερμή.

-Όλοι οι αντάρτες να βγούνε έξω από τα αντίσκηνα! Φεύγουμε για τον προορισμό μας.

Και που βρέθηκε να περάσουν κι οι έντεκα στο ξεκομμένο απ' τ' άλλα αντίσκηνα και να μην τους δει κανείς; Είχε βγει ο ήλιος όταν άρχισαν να συνέρχονται. Και συνήρθαν απ' τις κλωτσιές και τις βρισιές των φαντάρων που ήρθαν να πάρουν τους δικούς τους κρυοπαγημένους την άλλη μέρα το πρωί.

Η ανακωχή είχε λήξει. 

Οι αγωνιστές συνήρθαν. Ξύπνησαν απ' το λήθαργο που τους είχε ρίξει η παγωνιά και το κρύο και στηλώθηκαν αντίκρυ στους δημίους τους.


Τους έδεσαν και τους έσυραν μισολιπόθυμους, απ΄τα βασανιστήρια αυτή τη φορά, στα κρατητήρια της Λαμίας. Για να γράψουν εκεί με το αίμα τους μια λαμπρή αγωνιστική σελίδα στην ιστορία του αδούλωτου λαού μας.

Μερόνυχτα μείνανε στα μπουντρούμια δεμένοι με τα σίδερα. Από την ώρα της καταδίκης τους ως τη μέρα που εκτελέστηκαν.

Στις 4 το πρωί της 9 του Μάη 1947 τους βάλανε στο αυτοκίνητο για τον τόπο της εκτέλεσης. Απ΄ το στόμα των παλικαριών ξεχύθηκε ένα αυτοσχέδιο τραγούδι:

Είναι σκληρός ο θάνατος
Γι' αυτούς που μένουν πίσω
.............................................
Μα δω δεν είναι θάνατος,
θάνατος απ' αρρώστια.
Είναι της δόξας τα παιδιά
δαφνοστεφανωμένα.

Θάνατο εμείς δε βρίσκουμε
και λησμονιά η γενιά μας...
Για μια ιδέα ευγενικιά
δίνουμε τη ζωή μας... 

Στον τόπο της εκτέλεσης, η Βαγγελίτσα Κουσάντζα, η απλή δασκάλα του λαού βροντοφώναξε στους τυράννους: "Λίγος ακόμα είναι ο καιρός σας στην εξουσία. Τέτιο είναι το κράτος σας. Ικανό να εκτελεί γυναίκες και πατριώτες. Τη θέση που δίνετε σε μας σήμερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, πολύ σύντομα θα την πάρετε εσείς, όχι οι παρασυρμένοι, μα οι πραγματικοί εγκληματίες. Ο λαός μας δε θα μας λησμονήσει. Ζήτω το ΚΚΕ!".



Και στήσανε το χορό, Το χορό της λεβεντιάς και της αθανασίας: το χορό του Ζαλόγγου. Η δασκάλα η Βαγγελιώ πρώτη τραγούδησε το "Εχετε γεια βρυσούλες".

Μπροστά στο απίστευτο θέαμα, το εκτελεστικό απόσπασμα που ήταν από φαντάρους του 106 Τάγματος, δεν πυροβόλησε. 

Κι αναγκάστηκαν να κουβαλήσουν δήμιους -μαυροσκούφηδες και χωροφύλακες- για να εκτελέσουν τη δολοφονία.

Τελευταία έπεσε η Βαγγελιώ Κουσάντζα. Με τρυπημένο το κορμί στεκότανε ορθή και ζητωκραύγαζε για το κόμμα. Την αποτέλειωσαν με τη χαριστική βολή.

Λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες το παρακάτω γράμμα του ήρωα φοιτητή Βασίλη Τσιρώνη:

"ΛΑΜΙΑ, (θάλαμος μελλοθανάτων): Στους φίλους της Καρδίτσας-Θεσσαλίας.
Σας αφήνω γειά. Αυτός είναι ο δρόμος της τιμής και του καθήκοντος. Φεύγω περήφανος και ικανοποιημένος γιατί πιστεύω ότι θα συμπληρώσετε ό,τι εγώ αφήνω μισό. 
Ψηλά τη σημαία του ΚΚΕ
Ζήτω η Ανεξαρτησία!
Ζήτω η Δημοκρατία!

Σας φιλώ όλους 
9/5/47 Βασίλης Τσιρώνης"

................................................................................................................................................

Ένα θαλασσοδαρμένο καράβι αρματωμένο με την πίστη των ναυτών του που υποδέχονται όρθιοι την τρικυμία, αρματωμένο με του λαού το δίκιο διέσχισε τον ανταριασμένο πορθμό της Νιάλας ύστερα από μια αληθινή τιτανομαχία κι άνοιξε πλώρη για τ' ανοιχτά φουρτουνιασμένα πέλαγα. Άνοιξε πλώρη για την ακτή πούναι αλυσωμένη η λευτεριά.
Οι ναύτες στο κατάστρωμα χαιρετούν κι αναφέρουν.
-Το πλήρωμα ακλόνητο στις θέσεις του.
Ο καπετάνιος ατάραχος στο τιμόνι.
-Βίρα! Όλοι αγρυπνούν.
Και το καράβι σκίζει με ορμή τ' αφρισμένα κύματα και τραβάει για την ηλιόλουστη αχτή του...
21 Γενάρη 1950 "

[ Ιχνηλασία από το εξαιρετικό βιβλίο του Μενέλαου Μούστου (Δάφνης) που κοσμεί τη βιβλιοθήκη μας και φέρει τίτλο : "Αφηγήσεις για το Δημοκρατικό Στρατό", πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις 1954, ανατύπωση "Σύγχρονη Εποχή" ]



ΥΓ1. Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν στη Νιάλα των Ευρυτανικών Αγράφων, στις 11-13 Απρίλη 1947. Εκεί που σήμερα οι ανιστόρητοι και οι κερδοσκόποι επιδιώκουν να στηθούν ανεμογεννήτριες. Ναι εκεί, πλησίον του ιστορικού αιματοβαμμένου τόπου της θυσίας...!

ΥΓ2. Για τα συμβάντα της Νιάλας μπορείτε να διαβάσετε το πλήρες αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη", καθώς και να δείτε κι ένα σχετικό σπουδαίο ντοκιμαντέρ!



Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Στων Αγράφων τις ελεύθερες ράχες

Με αφορμή μια εικόνα


Εκεί που δεν υπάρχουν φράχτες...

εκεί που όλα υμνούν την αρμονία, το κάλλος, τη χάρη...

εκεί που η ψυχή ανασαίνει βαθιά
και το θρόισμα από την περπατησιά της ελευθερίας
ωσάν πανάρχαια επίκληση
αφουγκράζεται το καθήκον...

...για να παραμείνουν Α Γ Ρ Α Φ Α !!!




Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

Η Σαρμανίτσα : το λίκνο της δικής μας ζωής!

φωτο: Σαρμανίτσα Ανδρέα Ζαχαρόπουλου

Ένα απ’ τα ….πανηγύρια της μνήμης μου

*Από το φίλο συμπατριώτη Ευθύμιο Ξ. Φλώρο
για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" 


Βλέποντας σήμερα κάποιος την πληθώρα των σχετικών με τα μωρά επίπλων, αν είναι της  δικής μου ηλικίας, σίγουρα το μυαλό του θα ταξιδέψει 60 χρόνια νωρίτερα στα «έπιπλα» που στιγμάτισαν τη δική του γέννηση μέχρι να αρχίσει να μπουσουλάει.

Η αναδρομή γίνεται ακόμα εναργέστερη εάν είχες μικρότερα αδέρφια. Τότε είναι καθαρές οι εικόνες από την ώρα της γέννησής τους έως ότου περπατήσουν και σκαρίσουν στα σοκάκια και τις ατραπούς, στα χωράφια και τις λάκκες. 

Δεν αργούσαμε τότε να πατήσουμε γερά στα πόδια μας, γιατί έπρεπε να συμμετέχουμε γρήγορα στις δουλειές του σπιτικού μας. Κι αυτό δεν το λέω με καθόλου παράπονο! Νοιώθω πολύ τυχερός που γεννήθηκα στο χωριό και άρχισα τη ζωή μου από τη σαρμανίτσα! 

Κι είμασταν τότε όλοι μαζί. Τρείς γενιές κι όχι μιάμιση  που είναι σήμερα! Οι παππούδες πάντα παρόντες τότε, έως ότου φύγουν για πάντα στο χώμα που γεννήθηκαν. Καμιά φορά τότε ήταν στο ίδιο σπίτι και τέσσερις γενιές, αν ένας γέροντας είχε ακόμα καλύτερα γονίδια και πέρναγε τα 100 χρόνια, ζώντας μαζί με τα δισέγγονά του, τα εγγόνια του και τα παιδιά του!

Έτσι, είτε επειδή πίναμε πολύ γάλα, κι απ’ τη μάνα μας αλλά κι απ’ τα ζωντανά μας, είτε επειδή πολύ γρήγορα οι γονείς μας, έχοντας πολλά στο μυαλό τους, έπρεπε να μας αφήσουν λεύτερους να αυτονομηθούμε αλλά και να βοηθήσουμε, ίσως για όλα αυτά μαζί πολύ γρήγορα μάθαμε να τρέχουμε σαν αστραπή ανάμεσα στις πέτρες και τις αγκαθιές. Έπρεπε, βλέπεις, να φυλάξουμε τις γίδες και τις γελάδες της οικογένειας, βοηθώντας τη γιαγιά που πάντα ήταν μαζί με τα εγγόνια και δε μπορούσε να τρέξει, εκείνη όμως πλήρης εμπειρίας κι εμείς στην αρχή του μαθήματος της ζωής! 

Δεν αργούσαμε τότε να πιάσουμε δουλειά, όποια δουλειά μπορούσαν τα παιδικά χεράκια κι όποια άντεχαν τα ισχνά και κοκκαλιάρικα αλλά δυνατά μας πόδια, πριν ακόμα πάμε στο δημοτικό σχολείο.

 Έπρεπε εγώ να πάω στα έξι μου χρόνια τη φοράδα μας φορτωμένη με 12 δεμάτια τριφύλλι από το χωράφι στο σπίτι, να την ξεφορτώσω και μετά περιχαρής να μπω καβάλα και να ξαναπάω στο χωράφι για μια ακόμα στράτα. Αξέχαστες θα μου μείνουν αυτές οι μεταφορές που σαν κύριο στόχο είχαν για μένα την επιστροφή καβάλα στο άλογό μας μόνος μου εγώ κι εκείνο σε αγαστή συνεργασία, αφού είναι γνωστό ότι τα μικρά παιδιά αγαπούν κι αγαπιούνται από όλα τα ζώα!

Ζαλίγκα φορτωμένη το παιδί της η Μάνα η Ελληνίδα
που κράτησε και κρατάει ίσως ακόμα όρθια αυτή τη χώρα,
σε μια φωτογραφία του αείμνηστου Τάκη Τλούπα

Η σαρμανίτσα ωστόσο ήταν η αρχή, το Άλφα της ζωής μας. Ήταν αυτή το μοναδικό έπιπλο που αφορούσε το νεογέννητο παιδάκι. Κι όπως πάντα ο γονιός αγαπάει πολύ τη συνέχειά του και θέλει όσο μπορεί να βολέψει άνετα και σίγουρα τα μικρά του. Το καλύτερο ξύλο θα βρει, θα το μπλανίσει να γίνει λείο να μην έχει αγκίδες και καρφώσουν το μαλακό κορμάκι του μωρού του. Θα κάνει τα πόδια της σαρμανίτσας του κυρτά ώστε να μπορεί κάποιος εύκολα να την κουνάει πέρα-δώθε για να κοιμίσει γλυκά το βλαστάρι του. Θα βάλει πάνω του βέργα ξύλινη πάλι να μην πέσει η μικρή κουβέρτα πάνω στο παιδί και το σκάσει. Και η κούνια είναι έτοιμη και μυρίζει ρετσίνι απ’ το ελατίσιο ξύλο και ακόμα καλύτερα μυρίζει και κέδρο αν έχει την τύχη και βρει χοντρό κέδρο. Τέλος θα φτιάξει και τις γωνίες να τελειώνουν γλυκά και κυκλικά όσο μπορεί με το ξυλοφάϊ του, ώστε να είναι έτοιμο το μοναδικό ίσως δώρο στα παιδιά του. Γιατί συνήθως ο κάθε γονιός έφτιαχνε μία σαρμανίτσα και από εκείνη πέρναγαν όλα τα παιδιά του. Πρόβλημα θα είχε μόνο αν έκανε δίδυμα οπότε εύκολα θα έβρισκε μία ακόμα σε διπλανό σπίτι. 

Είναι γνωστό ότι ο Ντελακρουά προσωποποίησε και ζωγράφισε εξαιρετικά ως γυναίκα γυμνόστηθη την ελευθερία! Δεν ξέρω κάποιον όμως να έχει κάνει το ίδιο για μια άλλη μεγάλη «γυναίκα» την αλληλεγγύη! Τότε ζούσε έντονα και ήταν καθημερινή εικόνα η αλληλεγγύη, δεν είχε πεθάνει ακόμα, όπως συμβαίνει σήμερα ειδικά στις μεγαλουπόλεις που ο γείτονας ούτε καν γνωρίζει το γείτονά του! Αλλά και στα χωριά μας έπαψε σήμερα  η αλληλοβοήθεια και η ομαδική δουλειά που είχε ως αποτέλεσμα, χωρίς τη ...συμμετοχή της πολεοδομίας, χωρίς πτυχιούχους μηχανικούς, να χτίζουν οι άνθρωποι τα εξαιρετικά τους σπίτια σε 2-3 μήνες!! Χωρίς δάνεια από την τράπεζα, χωρίς κανένα ιδιαίτερο κομπόδεμα στην άκρη, αλλά με τη βοήθεια των συγγενών και φίλων, όπως επίσης και της μάνας φύσης που έδινε πέτρες και ξύλα και χώμα για λάσπη και μεράκι στην καρδιά τους κατόρθωναν σε ελάχιστο χρόνο να φτιάξουν τις πανέμορφες φωλιές τους.

Ναι η σαρμανίτσα τότε ήταν αρκετή να βγάλουμε ρίζα και φτερά όλα τα παιδάκια μέχρι να περπατήσουμε. Εκείνη φορτωνότανε η μάνα μου και μαζί της εμένα που δεν θυμάμαι αλλά μετά 6 χρόνια την αδερφή μου, που θυμάμαι πολύ καλά, και πηγαίναμε στα χωράφια στο Κρίκελλο της Ευρυτανίας.

Λείποντας ο πατέρας μου στις δουλειές η απίθανη, η πραγματικά γενναία Ευρυτάνισσα Μάνα έκανε τα πάντα. Μαζί μας με τη φορτωμένη τη σαρμανίτσα μάνα μου, είχαμε τη φοράδα μας τη Ντοριά, τη γίδα μας την Τσίκα και την σημαντική τροφό της οικογένειας τη γελάδα μας τη Μόρφω. Κι όλα αυτά τα ζωντανά έρχονταν κοντά της ή δίπλα της χωρίς να τα έχουμε δεμένα με τριχιές!! Όλα την αγαπούσαν γιατί ήξεραν ότι κι εκείνη τ’ αγαπούσε. Κάποτε κίνησε μαζί μας και το γουρούνι μας που όμως έπρεπε να μείνει στο δικό του κουμάσι.

Στο χωράφι η σαρμανίτσα έμπαινε κάτω από δέντρο με καλό ίσκιο, αλλά πολλές φορές η μάνα φοβούμενη τα φίδια που αγαπούν πολύ, ως γνωστόν, το γάλα και εύκολα θα έβρισκαν το μωρό της, έφτιαχνε πολύ γρήγορα με μια κανναβιά ή με τη δική της πλεχτή μάλλινη τριχιά, μεταξύ δύο κορμών δέντρων που απείχαν 3-4 μέτρα, μια αυτοσχέδια πρόχειρη κούνια, μια αιώρα, στην οποία εγώ μπορούσα να κουνάω το μωρό να κοιμηθεί, ενώ εκείνη έσκαβε, σκάλιζε, πότιζε ή έκοβε με την κοσιά τριφύλλι.

Μαζί μας πάντα έφερνε η μάνα μου μια γυάλινη μπουκάλα μισή οκά γάλα, από τη γίδα μας συνήθως αλλά και από τη γελάδα μας, βρασμένο και έτοιμο να το πιώ εγώ ως μεγαλύτερος έως νάρθει η ώρα του φτωχικού μας φαγητού. Του φαγητού που είχε η ίδια φτιάξει την προηγούμενη μέρα που συνήθως θα ήταν μια πίτα ή πατάτες τηγανιτές ή σκέτο ψωμοτύρι. Φαγητά καθαρά και δικής μας παραγωγής. Εκτός από το αλάτι και το λάδι που αγοράζαμε τα υπόλοιπα ήταν όλα του σπιτιού μας. Φασόλια, καλαμπόκια, πατάτες και φυσικά μπόλικο ψωμί, που πάλι ζύμωναν όλες οι γυναίκες του χωριού στο σπίτι τους, ήταν οι βασικές μας τροφές μαζί βέβαια με το γάλα και το τυρί από τα ζωντανά μας. 

Η σαρμανίτσα όμως ήταν βαριά και όταν το παιδάκι μεγάλωνε λίγο, η μεταφορά στο χωράφι γινότανε ζαλίγκα, δηλαδή φορτωμένο στην πλάτη της μάνας και δεμένο σε δύο σημεία, κάτω στα πόδια και περίπου στη μέση του. Αυτή η λύση ήταν εφικτή όταν το μωρό μπορούσε πλέον να στεριώσει καλά το λαιμό του ώστε να κρατήσει όρθιο το κεφάλι του.

Η μεταφορά του παιδιού στο χωράφι, χωρίς σαρμανίτσα είχε ως αποτέλεσμα και τη διαφορετική επιλογή «κρεβατιού» για τον ύπνο του. Η λύση τότε ήταν ή η κατασκευή, όπως είπαμε παραπάνω, της αιώρας ανάμεσα από δύο δέντρα ή μέσα στο ανάποδα γυρισμένο σαμάρι της φοράδας μας!  Και εκεί ήθελε μεγάλη προσοχή να μην βρέξει το σαμάρι το μωρό γιατί θα κάνει ζημιά στο σώμα του αλόγου στη συνέχεια! 

Το σαμάρι ανάποδα ήταν ιδανικό για κρεβάτι μωρού τότε που όλοι ήταν μέσα στη φύση.
Κι αυτή η φωτο είναι του αείμνηστου φωτογράφου Τάκη Τλούπα
που "έβλεπε πράγματα που δεν τα έβλεπαν οι άλλοι" και κράτησε ζωντανές τέτοιες εικόνες

Κι έτρεχε η Μάνα 2-3 φορές ώσπου να γυρίσουμε σπίτι, όταν το μωρό έκλαιγε και το βύζαινε με το μοναδικό γάλα της μάνας που πύτιαζε το παιδί όπως και το αρνί απ’ τη δική του μάνα! Και βύζαινε το παιδί της όσο είχε γάλα. Δεν σκέπτονταν τότε οι μανάδες την τάχα «ζημιά»  στο στήθος τους από το τάϊσμα του παιδιού τους. Φυσικά υπήρχαν και οι περιπτώσεις που το γάλα μιας μάνας δεν έφτανε να χορτάσει το παιδί της και ειδικά όταν είχε δίδυμα. Και τότε η αλληλεγγύη ήταν παρούσα και η δική μου μάνα πήγαινε στη διπλανή και βύζαινε και το δικό της παιδί. Κι είμαστε σήμερα εν ζωή κι εγώ και ο Δημήτρης που συμπλήρωνε το γάλα της μάνας του με εκείνο της δικής μου μάνας και μεγάλωσε κι αυτός μια χαρά.

Κανένας δε μπορεί να θυμάται πώς ένοιωθε μέσα στη δική του σαρμανίτσα, όμως βλέποντάς την γίνεται πάλι παιδάκι και θυμάται την πάλη της μάνας του αλλά και του πατέρα του στη μικρή, φτωχική  αλλά πολύ ευτυχέστερη κοινωνία του χωριού μας. 

Γι αυτό ίσως και όλοι σαν μεγαλώσουμε λιγάκι αποζητάμε την επιστροφή εκεί στη ρίζα που μας γέννησε, στο σπίτι που είναι χτισμένο με τίμιο ιδρώτα, πέτρα, χώμα και μαδέρια ελάτινα, εκεί που ο κέδρος στα ταλάρια μας μοσχομυρίζει ακόμα, εκεί που οι βρύσες του βουνού μας ξεδιψάνε με νεράκι καθάριο, εκεί που λίγοι μείνανε να φυλάνε Θερμοπύλες.

Εκεί που η ανεμελιά, ταυτόσημη με την ζωή την πραγματική, σε οδηγεί να χορέψεις στα τρία όπως λένε το ρυθμό, όποια στιγμή κι αν είναι αυτή, το γνωστό δημοτικό τραγούδι  που ξαναφέρνει στη ζωή του μεγάλου την αρχή της ζωής του….

«Θέλεις στην κούνια Χάϊδω μ’ βάλε με, θέλεις στη σαρμανίτσα,
και με τα πόδια Χάϊδω μ’ κούνα με και με τα χέρια γνέσε
Και με το στόμα το γλυκό πές μας καλό τραγούδι»

Κρίκελλο Ευρυτανίας