Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Η αλεπού


Σήμερα θα γνωρίσουμε την... παμπόνηρη Αλεπού μέσα από το υπέροχο βιβλίο του Ευρυτάνα συγγραφέα Στέφανου Γρανίτσα (1880-1915) με τίτλο: "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου" (Βιβλιοπωλείον της Εστίας).

Απολαύστε το κείμενο:

============

Η ΑΛΕΠΟΥ

Άμα περνά ύποπτα μέρη, μαζεύει τα πόδια της και τα κάνει ένα. Ο λόγος είναι ο εξής: Άμα βαδίζη και με τα τέσσαρα, είναι εκτεθειμένη εις τέσσαρας κινδύ­νους. Κάνει λοιπόν τα τέσσαρα ένα, άρα και τους κινδύνους της τούς περιορίζει εις ένα. Την πονηρία όμως αυτήν την πληρώνει κάποτε πολύ ακριβά. Πέφτει και με τα τέσσαρα στην παγίδα. Εντεύθεν η παροιμία: «Η πονηρή Αλεπού πιάνεται και από τα τέσσαρα».

Οσφραίνεται την παγίδα όσον κανένα άλλο από τ’ αγρίμια. Χώμα νεοσκαμμένο, πατημένο απ’ άνθρωπο, σκεπασμένο από κλαδιά, είναι ύποπτα σημεία. Οι χω­ρικοί γνωρίζουν τόσον πολύ την φιλυποψίαν της, ώστε εξαιρετικώς γι’ αυτήν μεταχειρίζονται παγίδα πάντοτε παλιά, διότι αν είναι καινούργια και από την μυρω­διά του σιδήρου υποπτεύεται.

Οι βοσκοί εκμεταλλεύονται την μεγάλη πονηρία της ως εξής: Στήνουν ένα κομματάκι πανί δίπλα στην καλύβα των αρνιών, και τούτο είναι αρκετό να την κάμη να νοιαστή πως κάτι τής μαγειρεύουν. Παρόμοια σχεδόν φοβίζουν οι γεωργοί την Κίσσα. Δένουν μία κλωστή γύρω στα χωράφια. Το παμπόνηρο πουλί υποπτεύεται παγίδα και δεν ξαναζυγώνει πλέον.

Άμα θέλη να κλέψη κανένα αρνί, παίρνει από κοντά τον τσοπάνη, τον πηγαίνει ως τη στάνη και τον παρα­μονεύει ως που να κοιμηθή. Αν συναντήση κοπάδι αρνιών στο δρόμο, ξεκόβει ενώ προσποιείται πως δεν μπορεί να το πιάση, το κυνηγά απ’ εδώ, το κυνηγά απ’ εκεί, ως που να του δώση δρόμο προς τον λόγγο, οπού πλέον το συγυρίζει εν πάση ανέσει.

Ποτέ δεν κάνει αδικαιολόγητη ζημία. Κάθε κότα που πνίγει την μεταφέρει στη φωλιά της κι έπειτα γυρίζει να πνίξη άλλη. Αν τύχη και την υποπτευθούν, αν μεν έχη καιρό φεύγει, ειδεμή γυρίζει τα μάτια της προς το βάθος του κοτετσιού, διότι γνωρίζει πως η λάμψις των θα την προδώση.

Αν οι κότες είναι σκαρφαλωμένες επάνω σε δέν­δρο, κάθεται από κάτω και τις ρίχνει ματιές. Κοινή ιδέα ότι έχει μαγνήτη στα μάτια της.

Άμα καταδιώκεται από σκυλί, την ουρά της την έχει διπλωμένη. Αν το σκυλί την ζυγώση πολύ, την πετάει δεξιά ή αριστερά. Το σκυλί στρέφει, διότι νο­μίζει ότι επήρε διεύθυνση προς τα εκεί. Αλλ’ η Α­λεπού έχει ήδη κάνει αντίθετη στροφή. Όσο να γυρίση και καλοφτιασθή το σκυλί, αυτή έχει κερδίσει 10-15 βήματα. Κι έχει ο Θεός γι’ αργότερα.

Την παρέστησαν ως άεργη. Σε κάποιο μάλιστα τραγούδι, που αριθμούνται τα μεγάλα παράξενα του κόσμου, υπάρχει και ο εξής στίχος:

 ...Ποιος είδε
και τον λαγό με ταμπουρά
την Αλεπού με ρόκα.

Λέγουν ακόμη - την ιδέαν αυτήν υπεστήριξε ο Henri Coupin - ότι ούτε την φωλιά της δεν φτιάνει μόνη της και ότι άμα ο Ασβός σκάψη την ιδικήν του τού την παίρνει με τον εξής τρόπον. Επειδή γνωρίζει ότι εκείνος είναι το καθαρώτερο αγρίμι, πηγαίνει και λερώνει τη φωλιά του. Ο Ασβός την εγκαταλείπει και εγκαθίσταται αυτή, αφού προηγουμένως την τε­λειοποιήση, ανοίξη τουτέστι πολλάς οπάς· φθάνει έως τας 20 ώστε να μη κινδυνεύη να αποκλεισθή. Κάθε έξοδος απολήγει εις τουφωτά μέρη, ώστε να μη φαί­νεται.

Κανείς όμως δεν της ηρνήθη επιμέλειαν και σοφίαν εις την ανατροφήν των παιδιών της. Είναι ο εισηγητής της υποδειγματικής διδασκαλίας. Πηγαίνει στη φωλιά της ποντίκια ζωντανά, κότες, λαγούς, ακρίδες και εξασκεί τα παιδιά της επί μήνας πώς παραμονεύουν το θήραμα, πώς το σκοτώνουν, πώς το μεταφέρουν κ.λ.π. Άμα τελειώση η σχολική διδασκαλία, αρχίζει την επιτόπιον δι’ εκδρομών στα κοτέτσια, στις στά­νες, στα περιβόλια, όπου δείχνει στ’ Αλεπόπουλα πώς να περνούν τα μονοπάτια, πώς ν’ αποφεύγουν τα ύποπτα μέρη, πώς να πιάνουν τον λαγό, πώς να παρα­μονεύουν τον αμπελουργό, πώς να γελούν τον τσοπάνη.

Πιστοποιητικόν της παιδαγωγικής της ευσυνειδη­σίας είναι και ο εξής μύθος:

Μια Αλεπού κάθονταν μια φορά και ραχάτευε σ’ ένα βουνό:

-Τι κάνομε εδώ, μάνα; την ρωτούσαν τα παιδιά της.

-Ζεσταινόμαστε, παιδιά μου, τους είπε.

-Μα πού είναι η φωτιά;

-Στ’ από πέρα βουνό... δεν την βλέπετε;

Τότε ένα από τα παιδιά της πήδηξε και φώναξε:

-Νερό μάνα, νερό μάνα, νερό μάνα, νερό και μ’ έκαψε μια σπίθα απ’ τη φωτιά!!!

-Α... Μπράβο παιδί μου, εσύ ξεσκόλισες... Άιντε τώρα στη δουλειά σου.

Το καλοκαίρι μωραίνεται σχεδόν εντελώς. Τόσον τα χάνει, ώστε μπαίνει κάποτε άφοβα στα χωριά. Ευτυχώς γι’ αυτήν δεν έχει καμμίαν αξίαν, διότι είναι μαδημένη πλέον.

Το δέρμα της ελληνικής Αλεπούς δεν είναι από τα εκλεκτότερα. Μ' όλα ταύτα έχει τόσον πλήθος η Ελλάς, ώστε μαζί με την Βίδρα της και το Κουνάβι της, το οποίον είναι εις μερικάς επαρχίας πολύ εκλεκτό, υπολογίζεται ότι εις το παγκόσμιον ετήσιον γουναρεμπόριον, το οποίον ανέρχεται εις τριακόσια πεντήκοντα εκατομμύρια φράγκα, αντιπροσωπεύεται με 5-7 εκατομμύρια.

Επιστημονική καλλιέργεια του πλούτου αυτού, με βελτίωση της ράτσας, θα ήτο όχι ευκαταφρόνητον εισόδημα δια τον τόπον μας.

Οι χωρικοί δεν λησμονούν εύκολα την καταστροφή που κάνει στα κοτέτσια τους. Είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι την πιάσουν την τιμωρούν πολύ σκληρά. Την γδέρνουν ζωντανή. Αντέχει στο μαρτύριο αυτό και μάλιστα ζη πολλάς ώρας μετά το γδάρσιμο.

Ο Ελληνικός λαός την θέλει πολύ εύθυμη, ώστε να έχη φκιάσει φαιδρούς μύθους κι απάνω στα βασανιστήριά της.

Μια φορά λέγουν ότι εκεί που έγδερναν μια Αλε­πού ζωντανή, την ρώτησαν:

-Ε! πως τα περνάς;

-Κακά και ψυχρά, αλλά δόξα να ‘χη ο Θεός λι­γώτερο βασανίζομαι από το σώγαμπρο...

Μια φορά πάλι έπεσε στον Ασπροπόταμο. Άμα είδε τους όχτους του που ήταν δεξιά και αριστερά σαν μαχαίρια και ότι συνεπώς ήτο μάταιον να προσ­παθήση να βγη, εστρογγυλοκάθησε και είπε:

-Ξέρω πως στη θάλασσα θα τελειώσω, αλλά βα­ριέμαι τα κλωθογυρίσματα του ποταμού...

Στην Ακαρνανία ευρήκαν την εξής μέθοδο για να την πιάνουν. Κόβουν ένα νεροκολόκυθο επάνω -επάνω τόσον ώστε να μπορή να περάση μέσα στο κεφάλι της. Στο βάθος της νεροκολοκύθας βάζουν λίπος χοίρου. Η Αλεπού το μυρίζεται, βυθίζει τη μούρη της και άμα φθάση στον πυθμένα, τ’ αυτιά της που επιέσθησαν για να χωρέση μέσα ανοίγουν και μένει με το νεροκολόκυθο στο πρόσωπο ωσάν να φορή προσωπίδα.

Παροιμία για την μεγάλη αγάπη που βασιλεύει μεταξύ των συγγάμβρων:

«Μια Αλεπού τρώγει σαράντα μπατζανάκηδες».



Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Οι πρωτεργάτες του αντιστασιακού αγώνα σε Καρπενήσι/Ευρυτανία (ονομαστικά)


Ιχνηλατήσαμε μία σημαντική ιστορική καταγραφή που προέρχεται από τον αείμνηστο Χαρίλαο Μηχιώτη (1914-2012) γραμματέα του ΕΑΜ Ανατ. Τυμφρηστού (από το σύγγραμά του με τίτλο "Τυμφρηστός και Τυμφρήστιοι", εκδ. Κασταλία). Αναφέρεται ονομαστικά στους πρωτεργάτες του αντιστασιακού αγώνα σε Καρπενήσι/Ευρυτανία!

Ιδού: 

=========

Την πρώτη Περιφερειακή Επιτροπή του ΕΑΜ Ευρυτανίας συγκρότησαν οι: Σταύρος Ξανθάκης, απόστρατος ταγματάρχης της χωροφυλακής ως πρόεδρος (με το ψευδώνυμο Γιωργάκης Ολύμπιος), Χρ. Αρχιμανδρίτης, εισαγγελέας πρωτοδικών Ευρυτανίας ως γραμματέας (με το ψευδώνυμο Σκουφάς), Δημήτρης Μπακόλας δημοσιογράφος, τελειόφοιτος της νομικής, ως εκπρόσωπος του Κ.Κ.Ε, Γιώργος Παπαδογούλας, δικηγόρος, εκπρόσωπος του κόμματος "Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας", Σερ. Στρατίκης, δάσκαλος, διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Καρπενησίου και Γιάννης Καρακωστής δικηγόρος.

Στην επιτροπή του ΕΑΜ Καρπενησίου συμμετείχαν οι: Κ. Κοτσώνης και Κ. Κωτσοκάλης, Ειρήνη Στρατίκη, δάσκαλοι, Αργ. Θεοδωρόπουλος, Διον. Κωστομητσόπουλος, Αργ. Καραλής, δικηγόροι, Γ. Κεχριμπάρης, Παπαδόπουλος, οικον. έφορος, Γ. Ελεφάντης, δικαστικός γραμματέας, Ναυσικά Φλέγκα και άλλοι. 

Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε οργανωτικά και αντιστασιακά η νεοϊδρυθείσα Περιφερειακή Επιτροπή Ευρυτανίας του Κ.Κ.Ε με γραμματέα το Δημ. Μπακόλα, μέλη το Σπ. Γκούβα, το Γ. Κεχριμπάρη κ.ά. 

Στη Φουρνά και στους δήμους Κτημενίων και Δολόπων πρωτοστατούν για τη δημιουργία ΕΑΜικών οργανώσεων οι: Γεωργούλας Μπέικος και Δημ. Τραχανής τελειόφοιτοι της νομικής, Στεφ, Θάνος, Γαβρ. Κατσόγιαννος. Κ. Γιανννέλος. Π. Κολόκας, Σερ. Παπαδημητρίου, Γ. Σούφλας δάσκαλοι, Κ. Ράγκος καθηγητής, Απ. Μάλλιος, Β. Μανούκας αγρότης, Γιάν. Κρικέλλης γιατρός, Παύλος Μπέικος σπουδαστής, Λάμπρος Τραχανής φοιτητής, Μήτσος Καρυάς, τριατατικός, Βάιος Μανιός, Φ. Ντεληθέος, αδελφοί Χριστοδουλιά, Τ. Βασιλάκης, Τασ. Καραγκούνης, Οικονόμου, Αν. Μπακόλας, φοιτητής, Κ. Μαργαρίτης και άλλοι.

Παράλληλα δρούσε οργανωτικά και η νεότευκτη οργάνωση του Κ.Κ.Ε. με γραμματέα το Γ. Μπέικο. 


Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

Γεφύρια και Γέφυρες!


Το γεφύρι του Δέντρου - Βραγγιανά Αγράφων

Το γεφύρι της Βίνιανης

Το πετρογέφυρο των Αγράφων

Το ξυλογέφυρο του Μπλο πάνω απ' το Ασπρόρεμα Αγράφων

Το γεφύρι του Μανόλη

Η γέφυρα της Τατάρνας

Η γέφυρα της Επισκοπής

Η γέφυρα της Δάφνης

Η γέφυρα στα Διπόταμα

Σιδερένια γέφυρα τύπου Belley στον Αγραφιώτη ποταμό

Γεφύρια: οι παλιές πέτρινες κατασκευές.
Γέφυρες: οι μεταγενέστερες τσιμεντένιες ή σιδερένιες. 

Με το φακό του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη"

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Η Λαϊκή Παιδεία στα βουνά της ανταρτομάνας Ευρυτανίας - ντοκουμέντο!


Το θρυλικό Αναγνωστικό της Αντίστασης, η Παιδαγωγική Ακαδημία του ΕΑΜ στο Καρπενήσι και η περιπετειώδης πορεία των καθηγητών και σπουδαστών προς το Τροβάτο Αγράφων όταν οι Γερμανοί ναζί εισέβαλαν στην Ευρυτανία! 

 * Με την πένα του ίδιου του αλησμόνητου φωτεινού παιδαγωγού Μιχάλη Παπαμαύρου!

Σημείωση "Ευρυτάνα ιχνηλάτη": Το πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο ιχνηλατήσαμε από το περιοδικό "Επιθεώρηση Τέχνης", τεύχος 87-88, 3-4/1962 (αρχεία ΑΣΚΙ). Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου. 

Ιδού:



==========

" Όταν έφτασα στο χωριό Βίνιανη της Ευρυτανίας, βρήκα εκεί τον κ. Κ. Σωτηρίου, που είχε ξεκινήσει ενωρίτερα για να συμμετάσχει στο Εθνικό Συμβούλιο. Σε λίγες ημέρες έφτασε και η Κα Ρόζα Ιμβριώτη. Έτσι και οι τρεις μαζί επισκεφτήκαμε την άλλη μέρα στη Γραμματεία της Υγιεινής το μακαρίτη Κόκκαλη, που προσωρινά είχε αναλάβει τη διεύθυνση και της Γραμματείας της Παιδείας.

Ύστερα από πλατειά συζήτηση αποφασίσαμε να ετοιμάσουμε μια σειρά αποφάσεις της ΠΕΕΑ, όπως ελέγονταν οι νόμοι της Κυβέρνησης των ελεύθερων βουνών, που να κανονίζουν τα κυριότερα κεφάλαια της Λαϊκής Παιδείας. 

Μαζί με άλλους εκπαιδευτικούς, που υπηρετούσαν στο Εκπαιδευτικό Γραφείο της ΠΕΕΑ, αρχίσαμε αμέσως εργασία. Στην αρχή συζητήσαμε διεξοδικά τα προβλήματα της Οργάνωσης και Διοίκησης της Παιδείας. Έπρεπε όχι μόνο να λογαριάσουμε πως και πριν απ' τον αγώνα, η Παιδεία, τόσο στο οργανωτικό όσο και στο διοικητικό μέρος εχώλαινε στα μέρη εκείνα, αλλά προπάντων έπρεπε να λογαριάσουμε ότι, εμείς έπρεπε να αλλάξουμε την αρχή της εκπαιδευτικής Οργάνωσης και Διοίκησης. Πως εμείς έπρεπε να οργανώσουμε μια νέα λαϊκή-δημοκρατική Παιδεία.

Η δουλειά μας εβάδιζε καλά. Ζητήματα όπως, πόσο πρέπει να είναι το πλάτος κάθε σχολικής επιθεώρησης, πόσοι μαθητές θα φοιτούν σε κάθε τάξη, ποια είναι η σημασία και η θέση του Νηπιαγωγείου σε μια λαϊκή Παιδεία, το πρόβλημα της κατασκευής του Διδακτηρίου και άλλα πραχτικά εκπαιδευτικά δουλεύονταν διεξοδικά σε καθημερινές συζητήσεις. ΄Ετσι είχαμε ετοιμάσει τις εκπαιδευτικές θέσεις, που τις είχαμε υποβάλλει στο Γραμματέα της Παιδείας για να πάρουν το δρόμο τους. 

Η ηγεσία του αγώνα πήρε την απόφαση να μετακινηθούμε από τη Βίνιανη, πηγαίνοντας βορειότερα.

Είχαμε φτάσει στο χωριό Άγραφα. Εκεί σταματήσαμε. Επειδή το χωριό αυτό αποτελείται από πολλούς συνοικισμούς, σκοιρπιστήκαμε κι εμείς σ' αυτούς. Μέσα όμως στη νευρικότητα και την αδιάκοπη μετακίνηση, δε μπορούσε να γίνει σοβαρή δουλειά. Έτσι χάνονταν οι μέρες. Γι' αυτό, σε μια συνεδρίαση, με την προεδρία του Γραμματέα της Παιδείας, είπαμε να ιδρύσουμε μια Παιδαγωγική Ακαδημία και να παρασκευάσουμε από τους επονίτες μας, δασκάλους όπως τους θέλαμε εμείς.

Ιδρύθηκαν 2 Παιδαγωγικά Φροντιστήρια (Ακαδημίες), ένα στο Καρπενήσι και το άλλο στην Τύρνα της Θεσσαλίας. Το πρώτο το αναλάβαμε εγώ και ο κ. Σωτηρίου, το δεύτερο η Κα Ρόζα Ιμβριώτη.



Πήρα αμέσως το διορισμό μου και έφυγα για το Καρπενήσι. Εκεί με τη βοήθεια του ΕΑΜ, συγκεντρώσαμε καμιά ογδονταριά επονίτες και επονίτισσες που στάθηκαν οι πρώτοι σπουδαστές της Ελεύθερης Ελλάδας.

Μια Κυριακή, στη Λέσχη του Καρπενησιού, μιλήσαμε ο κ. Σωτηρίου και εγώ στον κόσμο και αναπτύξαμε τη σημασία της κατάρτισης των δασκάλων όπως τους θέλει η λαϊκή παιδεία. Αμέσως τη Δευτέρα αρχίσαμε δουλειά.

Οι δυο μας, με την βοήθεια μερικών καλών εκπαιδευτικών από διάφορα μέρη της Ελλάδας, που είχαν έρθει στην Εθνική Αντίσταση, αρχίσαμε να διδάσκουμε στο παλιό Διδακτήριο του γυμνασίου. Έπρεπε μέσα σε 2 - 2 1/2 μήνες να περάσουμε όλη την ύλη που διδασκόταν στις δημόσιες Παιδαγ. Ακαδημίες. Μαζί έπρεπε να δώσουμε και στοιχεία φιλοσοφίας, καθώς και να αναλύσουμε πλατειά τις βάσεις της Οργάνωσης της Νεολαίας.

Η δουλειά μας πήγαινε ρολόι. Όλοι οι σπουδαστές μας, άντρες και γυναίκες, οδηγούνταν από τη μανία της μάθησης. Εμείς πάλι, το διδακτικό προσωπικό, σε κοινές συνεδριάσεις, καθορίζαμε ακριβώς τι και πως έπρεπε να διδάξουμε. Τα περισσότερα διδάγματα τα συζητούσαμε με τους σπουδαστές μας. Πολλά όμως, επειδή δεν μας έπαιρνε ο καιρός, τους τα λέγαμε δογματικά, σαν πληροφορίες, και το βράδυ, κάνοντας τον περίπατό μας στην πλατεία του Καρπενησιού, τα αναλύαμε και τα εξηγούσαμε.

Έναν ωραίο χρωματισμό έδιναν στη διδασκαλία μας οι πολλοί ελεύθεροι επισκέφτες, που έρχονταν ν’ ακούσουν τα νέα πράματα, όπως διαδόθηκε στο Καρπενήσι, που διδάσκαμε στην Ακαδημία αυτή. Οι επισκέφτες ήταν προπάντων γυναίκες και από τις διάφορες υπηρεσίες του αγώνα και ντόπιοι κάτοικοι.

Καρπενήσι: Αναμνηστική πλάκα στο χώρο που στέγαζε το περίφημο Παιδαγωγικό Φροντιστήριο των ΕΑΜ-ΠΕΕΑ

Στις 6 Αυγούστου του 1944, το Αντάρτικο της Στερεάς είχε οργανώσει τη γιορτή του στην πλατεία της πόλης. Είμαστε κ’ εμείς καλεσμένοι και προσπαθούσαμε, με χορούς και τραγούδια να λαμπρύνουμε τη γιορτή. Σε μια στιγμή και ενώ από το καμπαναριό της εκκλησίας απαγγελλόταν ο «Οδηγητής» του Βάρναλη, έφτασε η είδηση πως, τη στιγμή εκείνη, μια φάλαγγα Γερμανών ξεκίνησε από τη Λαμία και μια άλλη από το Αγρίνιο, με κατεύθυνση το Καρπενήσι.

Εκείνη τη νύχτα μείναμε άγρυπνοι στο Καρπενήσι. Μόλις ξημέρωσε, ο Διοικητής της Περιοχής Στερεάς μας διάταξε, ο καθένας μας να φορτωθεί από την Αποθήκη με 10 οκάδες φορτίο τροφίμων και όλοι μαζί να ξεκινήσουμε αμέσως πεζοί για το χωριό Κεράσοβο, όπου είχε την έδρα του το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Από κει θα κάναμε ό,τι θα μας επέβαλλε η περίσταση.

Ξεκινήσαμε βαδίζοντας επάνω στο ξηροπόταμο προς τον Άη – Θανάση: Άντρες, γυναίκες, άλογα, γελάδια, κατσίκια, σκύλοι και οι κότες του σπιτιού στέναζαν και αγκομαχούσαν ν’ ανεβούν τον ανήφορο. Όλα αυτά τα ετερόκλιτα όντα αποτελούσαν μια άγρια, μια τραγική, μα στο βάθος μια ωραία εικόνα. Τέτοια άγρια εικόνα είχα αντικρύσει άλλη μια φορά μέσα στον κεντρικό δρόμο της Αδριανούπολης, στο τέλος της μικρασιατικής καταστροφής, όταν ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός του εσωτερικού της Α. Θράκης προσπαθούσε να προφτάσει να καταφύγει στη Δυτική Θράκη.

Εικόνα του Καρπενησίου που πυρπολήθηκε δύο φορές από τους Γερμανούς ναζί - φωτο: Σπύρος Μελετζής

Το βράδυ της πρώτης εκείνης μέρας της φυγής από το Καρπενήσι, φτάσαμε στο γιοφύρι της Μέγδοβας. Επειδή ένας από τους συναδέλφους μας, μόλις ντύθηκε, δεν μπορούσε να δει τίποτα, έπρεπε να μείνουμε εκειδά. Επειδή όμως στο μέρος εκείνο δεν υπάρχει ούτε έως ένα αλώνι ίσο μέρος, για να κοιμηθούμε, αναγκασθήκαμε να κατεβούμε στην κοίτη του ποταμού και ξαπλώσαμε δίπλα στο νερό, απάνω στις κοτρώνες. Είχαμε βάλει σκοπούς, που μας ξύπνησαν μόλις βγήκε το φεγγάρι. Ξεκινήσαμε πάλι. Μόλις περάσαμε τη διασταύρωση των δρόμων, είδαμε τους Γερμανούς σε απόσταση μισής ώρας να έρχουνται κατακεί.

Μα και όταν, ύστερα από είκοσι λεφτά της ώρας φτάσαμε στο Κεράσοβο και βάλαμε το καζάνι για να βράσουμε τα φασόλια, βλέπουμε πάλι τους Γερμανούς σε απόσταση 500 μέτρων να έρχουνται κατά το χωριό. Αφήσαμε τότε τα φασόλια και πεινασμένοι εξακολουθήσαμε το δρόμο μας προς τ' Άγραφα, βαδίζοντας σε απότομες πλαγιές βουνών, σε κατσικόδρομους που έμοιαζαν με μυρμηγκόδρομους.

Λίγο πριν από τα Άγραφα, λοξοδρομήσαμε προς τα αριστερά και φτάσαμε στο χωριό Τροβάτο, υψόμετρο 1.200 μέτρα.

Στο Τροβάτο Αγράφων - μετά την περιπετειώδη πορεία...

Σ’ όλη αυτή την αξέχαστη πορεία, εντύπωση μου έκανε το θάρρος και η επιμονή δυο σπουδαστριών, που σε άλλες περιπτώσεις θα ήταν θαύμα να περάσουν με τα πόδια αυτά τα μέρη: Η μια ήταν ανάπηρη στο ένα πόδι της και περπατούσε με πατερίτσες και σίδερα στο πόδι. Ή άλλη είχε κάμει πριν λίγο καιρό εγχείρηση και της είχαν κόψει τρία δάχτυλα από το ξεπαγιασμένο πόδι της. Πριν ναρθεί στην Ακαδημία ήταν αντάρτισσα.  Και όμως η σπουδάστρια αυτή, η Αστέρω, κάθε βράδυ, κάτω από την καρυδιά στην πλατεία του Τροβάτου, τραγουδούσε και η φωνή της ξαπλωνόταν γύρω και αντιλαλούσε στ’ αντικρινά βουνά.

Μέσα στην εκκλησία του κάτω μαχαλά του Τροβάτου, στεγάστηκε τώρα η Παιδαγωγική Ακαδημία των Βουνών. Είμαστε το κρυφό σχολειό του αγώνα. Τώρα δε φοβούμαστε τους Τούρκους. Φοβούμαστε όμως τους Γερμανούς και τους Έλληνες φασίστες. Μέσα στην εκκλησία αυτή συνεχίσαμε την διδασκαλία μας. Εγώ δίδασκα τη συνηθισμένη ύλη των Ακαδημιών. Ο κ. Σωτηρίου ανάλυε και εξηγούσε τις βάσεις της Οργάνωσης της Νεολαίας. Ο φίλος Μακεδονίτης δίδασκε φιλοσοφία και οι άλλοι φίλοι διάφορα άλλα μαθήματα.

Μέσα στην εκκλησία αυτή, γίνηκαν και με παιδιά του χωριού υποδειγματικές και δοκιμαστικές διδασκαλίες όλων των μαθημάτων. Η διδασκαλία ήταν μυσταγωγία. Όχι μόνο επικρατούσε άκρα σιωπή ανάμεσα στους σπουδαστές, μα και η αθρόα επίσκεψη των κατοίκων του χωριού, έδινε ένα πανηγυρικό τόνο σ’ όλη την εργασία.

Το θρυλικό Αναγνωστικό της Αντίστασης που γράφτηκε στο Τροβάτο της Ευρυτανίας!

Ο παπάς του χωριού, με την αγκλίτσα του καθόταν σ’ ένα στασίδι, δίπλα στο δεσποτικό και αφουγκραζόταν. Ο πρόεδρος του χωριού, ο ευφυέστατος Αλέξης, καθόταν στα σκαλοπάτια του τέμπλου και κάθε τόσο κατέβαζε το κεφάλι, σημείο πως παραδεχόταν ό,τι άκουε.

Και κάθε βράδυ, κάτω από την καρυδιά, μαζεύονταν αρκετοί κάτοικοι του απάνω και του κάτω μαχαλά και εκεί τους εξηγούσαμε και τους αναλύαμε διάφορα ζητήματα του αγώνα.

Απέξω από την ίδια εκκλησία, δώσαμε και τα απολυτήρια των σπουδαστών. Σε μια γενική συγκέντρωση σπουδαστών και λαού, διαβάσαμε ένα γράμμα του προέδρου μακαρίτη ΑΛ. Σβώλου, που μου είχε δώσει επ' ευκαιρία της απόλυσης των σπουδαστών. Και αυτή τη στιγμή θυμούμαι ακόμα την αδελφική συγκίνηση που μας είχε καταλάβει όλους, σπουδαστές και καθηγητές, την τελευταία εκείνη ώρα.

Οι σπουδαστές μας διορίστηκαν όλοι στα δημόσια σχολεία. Πολλοί μάλιστα έμειναν διορισμένοι πολύ καιρό και μετά τη διάλυση του ΕΛΑΣ.

Μετά την απόλυση των σπουδαστών, εγώ έμεινα στο Τροβάτο και έγραψα το Αναγνωστικό βιβλίο της Ε' και ΣΤ' τάξης «Ελεύθερη Ελλάδα».

Μια δασκάλα, που εργαζόταν στην Ακαδημία, έγραψε στο Αναγνωστικό αυτό ένα κεφάλαιο για την «Πολιτοπουλίνα του Αγρινίου» και ο σπουδαστής Μπάμπης έγραψε το κεφάλαιο για το Νικολό που σκότωσε το Γερμανό στο χωριό Χιλιαδού.

Το Αναγνωστικό αυτό τυπώθηκε με πολλά τυπογραφικά λάθη, γιατί παράλειψα να πάω στο χωριό, που είχαμε το πιεστήριό μας και να παρακολουθήσω την εκτύπωσή του. Ωστόσο, μόλις κυκλοφόρησε, μπήκε στα σχολεία της Ελεύθερης Ελλάδας και διαβάστηκες από τα Ελληνόπουλα. Όπως μούλεγε στα Γιούρα ο μακαρίτης Κ. Παπανικολάου των Σερρών, που ήταν Γραμματέας του Εκπαιδευτικού Γραφείου της Γεν. Διοίκησης στη Θεσσαλονίκη, το Αναγνωστικό αυτό τυπώθηκε σε 100 χιλιάδες αντίτυπα και σκορπίστηκε σ' όλες τις ελεύθερες περιοχές της Μακεδονίας. Το ίδιο με διαβεβαίωσε και ο μακαρίτης Ηλίας Αποστολίδης, που ήταν γραμματέας του ΕΑΜ Μακεδονίας.

Ηλιούπολις - Αθηνών, Μάρτιος 1962 "

Ο φωτεινός παιδαγωγός του ΕΑΜ Μιχάλης Παπαμαύρος εκ Χίου (1893-1963),
συν-διευθυντής του Παιδαγωγικού Φροντιστηρίου στο Καρπενήσι

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

Νάμαστε!


"Μπόρες ας έρθουν. Νάμαστε!
Φοβέρα στη φοβέρα.
Νάτο! Το στήθι μας στοιχειό
και πέτρα η καρδιά."

(Στίχοι του Δώρη Άνθη, Ευρυτάνα ποιητή και πρωταντάρτη του Άρη - βλ και εδώ!)


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

Τίνος ίσι ισύ ;;;

για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Αυτό που θα σας διηγηθώ, παιδιά μου, είναι αληθινό περιστατικό που συνέβηκε πριν από πεντέξι χρόνια στα μέρη μας, σε ένα ορεινό χωριουδάκι της Ευρυτανίας, με πρωταγωνιστές έναν Κινεζάκο μικροπωλητή κι ένα δικό μας γεροντάκι. 

Βρέθηκε λοιπόν ο κινεζάκος σε ένα χωριό των Αγράφων. Φορτωμένος ένα μεγάλο σάκο με την πραμάτεια του, φακούς, μπαταρίες, μπρελόκ και πολλά άλλα μπιχλιμπίδια, τράβαγε το ανηφόρι για το παζάρι που θα γινόταν στον επάνω μαχαλά...
Στάθηκε σε μια πέτρινη βρυσούλα για να πιει κρουστάλλινο νερό και να ξαποστάσει από το δρόμο.
Εκεί ήταν κι ένας παππούλης με τη μαγκούρα του που λιάζονταν καθισμένος σε μια κοτρόνα. 
Κοίταζε και ξανακοίταζε αυτή την παράξενη κουρασμένη φατσούλα που δεν είχε ματαδεί στα μέρη του. Κάποια στιγμή γυρνάει και του λέει:

-Καλώς ήλθις πιδί μ'...
-Καλώς σε βρήκα παππού, απαντάει ο κινεζάκος... ελληνικότατα!

-Δε μ' λες, για να 'χουμι καλό ρώτημα, από πούθε κρατάει ισένα η σκούφια σ' ;
-Απ΄ το Πεκίνο είμαι.

Έμεινε για λίγο σκεφτικός ο γεροντάκος και μετά είπε:

-Αααα, απ΄ του Πικίνου! Μέσα ή όξω απ' του Πικίνου ;
-Από μέσα παππού.

-Κι τίνος ίσι ισύ ; 
-Του Τσάνγκ.
-Αααα, του Τσάνγκ! Και τι κάνει ου πατέρας σ' ;
-Καλά είναι, μια χαρά.
-Να τ' δώκ'ς χαιρετίσματα απ΄ του Μήτρου.
-΄Εγινε παππούλη, θα του τα πω όοοοταν τον δω!

Σκούπισε τον ιδρώτα του ο κινεζάκος και ξαναφορτώθηκε τα μπογαλάκια του κινώντας να φύγει...

Ο γέροντας σηκώθηκε αργά-αργά και του λέει:

-Κάτσε παιδάκι μ', μη βιάζισαι, έχ'ς ώρα για του παζάρ'. Έλα πρώτα απ' του σπίτ' να φάμι και να με πεις τα νέα σ' απ΄ τουν τόπου σ' και απ' του γονιό σ'!  Έχου κι ιγώ παιδί στα ξένα! Άϊ κόπιασε, η κυρά μ' έφκιασε φασούλες σίμερις και δεν μ' πάει καρδιά να αφήκω ξένουν άνθρουπου στου δρόμου, νηστ'κό κι κουρασμένου. 

Και πράγματι ο κινεζάκος πήγε μουσαφίρης στο μπάρμπα. Τώρα τι είπανε και τι δεν είπανε, για το Πεκίνο και για τον Τσάνγκ, δεν ξέρω να σας πω γιατί δεν άκουσα, αλλά το σίγουρο είναι ότι στην Ευρυτανία και ειδικά στα φιλόξενα χωριουδάκια της με τους αγνούς ανθρώπους ποτέ δεν θα πεινάσει κανείς, ούτε θα μείνει στο δρόμο αν παραστεί ανάγκη. 

Καλό χινόπωρο παιδιά μου. 



Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Ο αθίγγανος δεξιοτέχνης της Ευρυτανίας γέρο-Θεμιστοκλής και οι τοπικοί οργανοπαίχτες


Ιχνηλατήσαμε το παρακάτω κείμενο-ηθογραφία, από ένα υπέροχο όσο και δυσεύρετο βιβλίο που κοσμεί την προσωπική μας βιβλιοθήκη. Πρόκειται γι' αυτό του αείμνηστου Ευρυτάνα συγγραφέα Δημοσθένη Γ. Γούλα με τίτλο: "Οι χωριανοί μου" (εκδ. Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1978 - ανατύπωση της πρώτης έκδοσης του 1953 - βλ. εδώ και εδώ). Το εν λόγω γραπτό του αναφέρεται στους παλιούς δεξιοτέχνες τσιγγάνους οργανοπαίχτες της Ευρυτανίας με εξέχουσα μορφή αυτή του γερο-Θεμιστοκλή! Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου. 

Απολαύστε το:

==============

Εκεί που κρέμαγε ο βλάχος το τυρί κρεμάει ο γύφτος το βιολί. Του ρουμελιώτη τσοπάνη ή του γεωργού το λαϊκό τραγούδι, που το αισθάνονται σύντροφο της ευτυχίας τους, μα και της δυστυχίας τους. Γι' αυτό έπρεπε να βρει τον ερμηνευτή του, παραπέρα απ΄ τη φλογέρα του βοσκού. Και τον βρήκε στον οργανοπαίχτη ή βιολιτζή. 

Παλιότερα στη Ρούμελη ασκούσαν αυτό το επάγγελμα αποκλειστικά οι ατσίγγανοι. Έχοντας για ορμητήρια το Καρπενήσι και την Ποδολοβίτσα του Ξηρόμερου, που ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι, σκορπούσαν στις πόλεις και στα χωριά της Ρούμελης, στα γλέντια και στα πανηγύρια, κι έδιναν τον χαρούμενο τόνο στις γιορτάσιμες, τις χρονιάρες μέρες. 

Εκτός απ' τα λαϊκά τους όργανα, οι γύφτοι έχουν κύριο επάγγελμά τους τη σιδερική, που την κληρονόμησαν απ΄ τον πατέρα τους. Τα προϊόντα της τέχνης τους κύπρια, κουδούνια, τσαπιά, αλυσσίδες, μύλοι κι άλλα σιδερικά, είναι απαραίτητα στους χωρικούς μας και κάνουν χρυσές δουλειές στα χωριά και στα πανηγύρια που γυρνάνε. Τα άλλα επαγγέλματα, τ' αποφεύγουν, γιατί έχουν βαρειά δουλειά, κι ο γύφτος, πιστός στη μοίρα του, καθόλου δεν τ' αγαπάει.

Τα πρώτα όργανα των γύφτων ήταν η καραμούζα, τα νταούλια και το νάι, και στις μέρες μας το κλαρίνο, το βιολί και το λαούτο.

Η τσιγγάνικη ψυχή τους, που εύκολα συγκλονίζεται απ' τα ερωτικά πάθη, ένοιωσε βαθειά το λαϊκό τραγούδι της Ρούμελης και το ερμήνεψε με τους ήχους του βιολιού, της φλογέρας και της καραμούζας.

Οι γύφτοι οργανοπαίχτες της Ευρυτανίας είχαν παλιότερα τον πατριάρχη τους : Το γέρο Θεμιστοκλή. Ένα γέρο με κάλτσες και φουστανέλλα. Έπαιζε θαυμάσια φλογέρα και καραμούζα. Ήταν περιζήτητος στα πανηγύρια και στα γλέντια. Ο ερχομός του σε πανηγύρι ή σε γάμο, ήταν σίγουρο προμήνυμα πως θα γινότανε γλέντι τρικούβερτο. Η καλύτερη τάξη της Ευρυτανίας τού είχε μια ξεχωριστή εκτίμηση γιατί ήταν τίμιος και "είχε λόγο", καθώς λέμε. 

Το πόσο φημισμένος ήταν ο Θεμιστοκλής για το καλό του παίξιμο, μας το λέει το ανέκδοτο του Στέφανου Γρανίτσα, ο οποίος για να κατακρίνει τους επαρχιώτες που μεγαλοπιάστηκαν στην Αθήνα και ξέχασαν τη μικρή τους πατρίδα, έλεγε σε φίλους του : "Φέρτε μου το Θεμιστοκλή απ΄το Καρπενήσι, να τον βάλω να παίζει με την καραμούζα του, και θα δήτε όλους αυτούς, που κάθονται στου Ζαχαράτου και στου Γιαννάκη, να σηκώνονται και να χορεύουν στο κουτσό". 

Στα μεγάλα πανηγύρια της Ρούμελης - αρχίζουν απ' την άνοιξη και τελειώνουν τ άι Δημητριού- που γίνονται πολλοί χοροί, οι οργανοπαίχτες μοιράζονται σε ζυγιές. Δηλαδή τρία ως τέσσερα όργανα ταιριασμένα αποτελούν την ορχήστρα κάθε χωριού και δίνουν το χαρούμενο γιορτινό τόνο. 

Όταν παίζουν, στέκονται στη μέση του κύκλου των χορευτών με μέτωπο πάντα προς τον πρώτο του χορού. Εδώ όταν προσέξει κανείς, ξεχωρίζει τα επαγγελματικά τους κόλπα, πως διαφέρει το παίξιμό τους από χορευτή σε χορευτή. Για να παίξει καλά ο γύφτος, δύο πράγματα πρέπει να συμβαίνουν : ή νάναι εξαιρετικός ο χορευτής ή να ξέρει πως το συγγενολόι και οι φίλοι του χορευτή θα γεμίσουν το κούτελό του με πολλά λεφτά, πως θα θα κρέμονται μπροστά στα φρύδια πιασμένα απ' τη σκούφια. Τότε ακούς το βιολί να βγάζει τις πιο φίνες μολπές, το κλαρίνο να λαφιάζεται και το ντέφι να παιζοτρέμει με ρυθμό και με κέφι στου γύφτου τα δάχτυλα.

Ν' αρνηθεί όμως κανένας πως δεν έχουν και τις καλλιτεχνικές τους εξάρσεις θα ήταν αδικία. 

Ολοζώντανη πάντα θα μου μένει η εικόνα, με μια φτωχούλα αλλά εξαιρετικά όμορφη χωριατοπούλα, που χόρευε σ' ένα πανηγύρι πρώτη : κανένας γι' αυτή δεν ασήμωσε το κούτελο του γύφτου. 

Μα τι ήταν όμως εκείνο που έγινε; Μισή ώρα βάσταξε ο χορός της. Αγέρινη εκείνη έσερνε αλαφροπατώντας το χορό κι ανέμιζε με χάρη το μαντήλι στο χέρι. Ο γύφτος πέταγε το βιολί και τόπιανε στον αέρα, ο κλαριντζής, με το κεφάλι γυρτό πίσω, ύψωνε το κλαρίνο προς τον ουρανό, σκορπώντας όμορφες και παθιασμένες νότες στον αιθέρα. Χόρευε εκείνη κι ο χορός δεν τέλειωνε. Ο γύφτος, ο τόσο τσιγγούνης στο χρόνο του πανηγυριού, δεν υπελόγιζε για χάρη της τη μέρα που σώνονταν, ούτε το κέρδος που του 'φευγε.

Ο γύφτος, για τους χορευτές, θυμάται τι τραγούδι χορεύει ο καθένας. Είναι αυτό επαγγελματικό του τάκτ, γιατί κολακεύει τον εγωισμό του χορευτή απέναντι στους άλλους. 

Το όργανο όμως που ήταν το σύμβολο και η ψυχή της Ρούμελης, που εναρμόνιζε τους ασημένιους ήχους του με το ειδυλλιακό τοπίο της και το βουκολικό τραγούδι, η φλογέρα, δεν παίζεται πια σήμερα. Έσβυσε ο ήχος της μαζί με την τελευταία πνοή ενός απ' τους καλύτερους εκτελεστές στη χώρα μας, του Θωμά Κασαλού. Όσοι έτυχε ν' ακούσουν απ' τα επιδέξια δάχτυλα την αρμονική και τέλεια εναλλαγή των ήχων στο μοιρολόι της Γκόλφως θα δικαιώσουν την κάπως τολμηρή αυτή κρίση. Το θάνατό του τραγούδησε όπως έπρεπε το "Βελούχι", εφημερίδα της εποχής, που έβγαινε στο Καρπενήσι. 

Οι οργανοπαίχτες, στη σημερινή εποχή, δεν έχουν τις δουλειές που είχαν πριν από χρόνια. Το γραμμόφωνο τούς έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά. Το ραδιόφωνο έγινε αργότερα ακόμη μεγαλύτερος εχθρός τους. Γι' αυτό και οι γύφτοι λιγόστεψαν. Το πλήγμα τόνιωσαν βαρύ οι επαγγελματίες οργανοπαίχτες. Στο Καρπενήσι έμειναν δυο ζυγιές μονάχα.

Ο μακαρίτης Γ. Καφαντάρης, διηγόταν ότι σ' ένα ταξίδι του στο Καρπενήσι παρουσιάστηκε επιτροπή οργανοπαιχτών γύφτων και τον παρακάλεσε να φροντίσει να πάρουν αποζημίωση απ' το Κράτος, όπως έγινε με τους καροτσέρηδες και τ' άλλα επαγγέλματα που τ' αχρήστεψε η μηχανή κι οι άλλες εφευρέσεις. Ίσως και να μην είχαν άδικο!

Έμφυτη όμως όπως είναι στους ρουμελιώτες, η διάθεση για γλέντι, δημιούργησε ντόπιους οργανοπαίχτες. Νέοι μερακλήδες, που έμαθαν το κλαρίνο και περισσότερο το βιολί, ομορφαίνουν με το παίξιμό τους τα πανηγύρια και τις διασκεδάσεις. Σιγά-σιγά κι αυτών η φήμη έφτασε στα γύρω χωριά κι ακούς όσους γυρίζουν απ' τα γλέντια να λένε "είχαμε στο πανηγύρι τα βιολιά του Πέγγα, του Λιάπη, του Παπαντώνη κ.λ.π.

Παλιότερα δεν είχε και τόση υπόληψη ο κόσμος στο επάγγελμα του οργανοπαίχτη παραόξω απ' το χορό τους. Έχω κι ο ίδιος πικρή πείρα από ένα γερό ξύλο που έφαγα μικρός απ' το μακαρίτη πατέρα μου, όταν μια χρονιά τις απόκριες, σ' ένα μαγαζί γιομάτο κόσμο, πήρα το ντέφι απ' τους βιολιτζήδες κι άρχισα να παίζω για να χορεύουν οι μασκαράδες. Το βράδυ στο σπίτι έκαμα μαύρες απόκριες. Ο λατρευτός μου πατέρας φοβήθηκε πως τον πρόσβαλα.

Σήμερα όμως άλλαξαν τα πράματα, πόσοι απ' τους αναγνώστες μου, και εγώ ο ίδιος, δε θα θεωρούσαμε εξαιρετική κατάκτηση στη ζωή να ξέρουμε ένα όργανο;