Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Μυλωνάδες


Με ιδιαίτερη χαρά λάβαμε ένα εξαιρετικό βιβλίο από τον αξιαγάπητο συμπατριώτη μας και εκλεκτό φίλο Θόδωρο Μαργαρίτη εκ Κρικέλλου ΕυρυτανίαςΛάτρης του τόπου μας, εκπαιδευτικός, ξυλογλύπτης, κοινωνικός αγωνιστής με πολύχρονη συνδικαλιστική δράση, μα και από τους πρωτεργάτες της αναστήλωσης του Ιστορικού "Καλυβιού" του Άρη Βελουχιώτη στο Κρίκελλο - ο Θόδωρος Μαργαρίτης μάς παρουσίασε ένα πολύ ενδιαφέρον σύγγραμμα που κυριολεκτικά μάς καθήλωσε διαβάζοντάς το καθώς μέσα από την ελκυστική παραστατική γραφή του μάς ταξίδεψε στη φύση, τους ανθρώπους, τη λαογραφία και τη γενικότερη ιστορία του πανέμορφου Κρίκελλου!

Το βιβλίο φέρει τίτλο : «Κρίκελλο Ευρυτανίας Ένας τόπος μικρός, μα και μέγας» (εκδ. Μοτίβο)

Όπως διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου : "Η νοερή περιήγηση και περιδιάβαση στο Κρίκελλο, μέσα από τις σελίδες του παρόντος βιβλίου, αγγίζει διάφορες πτυχές ενδιαφερόντων των αναγνωστών του: Ο θρησκευόμενος θα σταθεί ως ταπεινός προσκυνητής θωρώντας την επιβλητικότητα του Άϊ-Νικόλα, θα γονατίσει μπροστά στις εικόνες του Άι-Δημήτρη, θα ατενίσει με φόβο Θεού τα πάμπολλα ξωκλήσια και τα εικονίσματα. Ο φυσιολάτρης θα εντυπωσιαστεί κινούμενος από τη Ράχη ως το Κρίκελλο, θα γοητευτεί αγναντεύοντας την κοίτη του Κρικελλοπόταμου και το φαράγγι του «Πανταβρέχει», την Οξυά, τη Σαράνταινα, τα μονοπάτια, τα δάση και την πλατεία. Θα μαγευτεί από την ποικιλία της πανίδας, από τους λαγούς, τα ζαρκάδια, τα αγριογούρουνα, τα κοτσύφια, τις κυριαρίνες, τις μπεκάτσες και τις φάσες που θα συναντήσει στο διάβα του. Ο εραστής και μύστης της ιστορίας θα συγκινηθεί διαβάζοντας ή ακούγοντας για τον βασιλιά Εύρυτο, για τα «Κοκκάλια» της συντριβής των Γαλατών, για τις στράτες του Ίσκου, του Καραϊσκάκη, για το καπετανάτο των Γιολδασαίων, τα μονοπάτια και τις «λούφες» του Άρη."

*Από αυτό το υπέροχο βιβλίο επιλέξαμε ένα κεφάλαιο τους "Μυλωνάδες" που σας παρουσιάζουμε σήμερα μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη".

Απολαύστε το:

*****

ΜΥΛΩΝΑΔΕΣ

Οι νερόμυλοι, μια ανακάλυψη που αποδίδεται στον Ήρωνα του 1ου π.Χ. αιώνα, τον οποίο, για το λόγο αυτό ο ιστορικός Στράβων αποκαλεί «υδραλέτη», κατασκευάζονταν κοντά σε ρέματα και ποτάμια.

Με την πάροδο του χρόνου, οι μυλωνάδες, ιδιοκτήτες τους, αξιοποιώντας τη δύναμη του μυαλού τους, καθώς και εκείνη του νερού, κατέστησαν τους μύλους τους μικρές βιοτεχνίες, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.

Στον μύλο άλεθαν οι άνθρωποι όλα τα δημητριακά τους προϊόντα, μα και το καλαμπόκι, που έπαιρναν -οι περισσότεροι- από την καλλιέργεια των κτημάτων τους. 

Στις νεροτριβές και στα μαντάνια των μύλων έπλεναν τα σκεπάσματά τους, ήτοι τις μαντανίες, τις βελέντζες, τις φλοκάτες και τα στρωσίδια τους, αλλά και τα δίμιτα υφάσματα, που προορίζονταν για την κατασκευή ρούχων, έτσι ώστε να γίνουν πιο κρουστά. 

Οι μύλοι είχαν τη δική τους ξεχωριστή αρχιτεκτονική. Ο μύλος ήταν ένα οίκημα κοντά σε ποτάμι, που είχε νερό όλες τις εποχές, τους μήνες και τις μέρες του χρόνου. Οι μυλωνάδες έφτιαχναν ένα αυλάκι, παράλληλο με την κοίτη του ποταμού, μέσα από το οποίο το ποταμίσιο νερό, κυλώντας, έφτανε ως τη στέγη του μύλου. Φτάνοντας εκεί, διοχετευόταν μέσα σε μια ξύλινη κατασκευή, όμοια με βαρέλι πλατύ στην κορυφή του και στενό στη βάση του, η οποία κατέληγε στην επιφάνεια της μυλόπετρας. Περνώντας το νερό ορμητικά μέσα από το ξύλινο εκείνο βαρέλι, τη φτερωτή, με τη δύναμή του, περιέστρεφε τη μυλόπετρα, η οποία, γυρίζοντας, συνέθλιβε, πολτοποιούσε, άλεθε τα προϊόντα που είχε τοποθετήσει ο μυλωνάς στην επιφάνειά της. Κάθε μύλος διέθετε αποθηκευτικό χώρο, καθώς και δωμάτιο, στο οποίο ξεκουραζόταν ο μυλωνάς.

Γεωργική σκηνή - ξυλόγλυπτο του Θόδωρου Μαργαρίτη 

Κάθε μύλος ήταν και ένας μικρόκοσμος, μια μικρή κοινωνία. Εκεί μάθαιναν οι άνθρωποι τα νέα της περιοχής, από εκεί προέρχονταν τα νέα της χώρας μα και του κόσμου όλου. Στους μύλους γίνονταν πολλά από τα προξενιά, εκεί και τα περισσότερα από τα κουτσομπολιά. Εκεί άκουγες και τις περίεργες ιστορίες και τα μολογήματα (άσχημες εμπειρίες, παθήματα).

Συνήθως το άλεσμα συνοδευόταν από κεράσματα κρασιού και τσίπουρου, ποτά που έλυναν γλώσσες και άνοιγαν καρδιές. Αρκετά συχνά, μάλιστα, η κατανάλωσή τους συνέβαλε στην κορύφωση του κεφιού και προέκυπταν απρογραμμάτιστα γλέντια και πανηγύρια, με τραγούδια με το στόμα και αυτοσχέδιους χορούς.

Η αράδα, η σειρά δηλαδή με την οποία θα άλεθε ο καθένας το άλεσμά του, ήταν ιερή και απαραβίαστη. Το παραράδιασμα (η υπέρβαση της αράδας) επιτρεπόταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Το άλεσμα για τον γάμο για παράδειγμα είχε προτεραιότητα. Ο μυλωνάς πληρωνόταν σε είδος, με το «ξάι». Συχνά έκλεβε από τα αλέσματα, για τούτο έχει επικρατήσει και η ρήση: «θεωρία επισκόπου και καρδιά μυλωνά».

Στον μύλο σύχναζαν πιο πολύ οι γυναίκες. Ήταν ήταν ένα από τα λίγα μέρη στα οποία είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν με εκείνον τον οποίο ποθούσαν. Έτσι, οι μύλοι κατέστησαν οι τόποι των «τυχαίων» συναντήσεων. Αρκετές φορές, μάλιστα, ο μυλωνάς, για τη διασφάλιση της εχεμύθειας, είχε και τα τυχερά του.

Αναφορικά με το Κρίκελλο, λειτουργούσαν χάρη στα νερά του Κρικελλοπόταμου, ο μύλος του Χωριού, ο μύλος του Κατσιάρη και ο μύλος του Τσίρου. Υπήρχε κι ένας μικρός μύλος μέσα στο χωριό, το «Κουτσομύλι», που δούλευε με το νερό των βροχών και το νερό από τα «Σωληνάρια», από το φθινόπωρο ως και την άνοιξη, εποχές που αυτό δεν ήταν αναγκαίο για το πότισμα των κήπων των κατοίκων της κοινότητας. Το «Κουτσομύλι» εξυπηρετούσε μικρά αλέσματα. Τον μύλο αυτόν από το 1970 (ίσως και λίγο νωρίτερα) μέχρι περίπου το 1980 τον δούλευε ο μπάρμπα-Βαγγέλης ο Τραής.  

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

"Κλέφτες, κι' Αντάρτες κι' Ασκητές πατέρες Ρουμελιώτες"


Εδώρθαν οι πατέρες μας και στήσανε λημέρια.

Από τα σπλάχνα, οι ρίζες μας, των κλεφταρματωλών.

Εδώρθαν. Μάζωξαν τη γη, με πόδια και με χέρια 

και τα καλύβια στέριωσαν, στα ύψη των γκρεμών.


Με γκλίτσα και με πέλεκα φωλιάσανε στα δάση,

με την αξίνα τη βαριά, στις σάρες γεωργοί.

Ρίγανη καίγαν στους βωμούς, ξύγκι στο εικονοστάσι 

κι είχαν τη Λευτεριά Θεά, στην πέτρινή τους γη.


Δρολάπια τους εβάρεσαν, ανεμικές και χιόνια.

Γιατρό το λύκο κάλεσαν να γλείψει την πληγή τους.

Από Βοριάδες και Νοτιές, γέμισαν τα πλεμόνια,

τον ήλιο από τα μαλλιά, κατέβασαν στη γη τους.


Βελούχια, Γκιώνες, Άγραφα, βαθιά ασπροποτάμια

τους είδαν, στα μουλάρια τους, μέσ' τις ανηφοριές,.

το καλαμπόκι φέρνοντας, στην πείνα τους τη λάμια,

ή απ' τα καραούλια τους, να ρίχνουν μπαταριές.


Σκάλισαν ίσιο το κορμί, σαν τα βουνά τους όμοιο 

και την αγριάδα τρύγησαν απ' τους ζοφούς γκρεμούς.

Και φκιάσανε και την ψυχή, στη λεβεντιά εγκώμιο

να θρέψεται μ' αντίλογους και με βαριούς θυμούς.


Σ' όλους τους δίσεχτους καιρούς, με τ' όπλο, στα τσοκάρια

και τη μπομπότα στον τροβά, με τις βαριές καπότες

του δίκιου, εσείς σταθήκατε τ' αλύγιστα δοκάρια,

Κλέφτες, κι' Αντάρτες κι' Ασκητές πατέρες Ρουμελιώτες.


(Ποίημα με τίτλο "Ρουμελιώτες πατέρες" του Βασίλη Αποστολόπουλου, από ένα παλιό "Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο" του 1966 - ετήσια φιλολογική, ιστορική και λαογραφική έκδοση που διήθυνε ο Ευρυτάνας λόγιος Δημήτρης Σταμέλος).

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Α Θ Α Ν Α Τ Ο Ι


 «Σε μάς ταμπούρια τα έργα μας, σε σάς τα κούφια λόγια.

Μείς το κλαδί της λευτεριάς, σείς το σκοινί του μπόγια.

Για σάς μια οργή αντριεύει μας, για μάς σάς τρώει μια φρίκη.

Γραφτό σας τύφλα και χαμός, γραφτό μας φως και νίκη!»

(....)

«Μα κ' εγώ πολεμιστής, αγωνιστής, κριτής και παλληκάρι 

μέσα μου κλείνω ένα Λαό - και υψώνω το κοντάρι»


(επιλεγμένοι στίχοι από ποίημα του Ευρυτάνα στην καταγωγή Ρήγα Γκόλφη, 1886-1958)


*****

Στη συνέχεια παραθέτουμε ένα ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ για τους 200 ΑΘΑΝΑΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ!

Η μουσική σύνθεση του τραγουδιού είναι από τον συμπατριώτη μας Λαστοβίτη γιατρό, λογοτέχνη και συνθέτη Γιάννη Τσιαντή

(με το παρακάτω συνοδευτικό σημείωμα του ιδίου):

«Σας παρουσιάζουμε με σεβασμό και χρέος ένα νέο τραγούδι που εξυμνεί εκείνο το ελεύθερο και αλύγιστο βλέμμα που προτάσσει ανάστημα, ήθος, αλήθεια και μεγαλείο ψυχής απέναντι σε κάθε βέβηλο και νοσηρό. 

Τίτλος τραγουδιού : “Η Φωτογραφία”

Ερμηνεία: Βασίλης Προδρόμου 

Μουσική: Γιάννης Τσιαντής

Στίχοι: Γιώργος Μιχελάκος 

Εμπνευσμένο από τις παραμερισμένες και καταχωνιασμένες ιστορικές φωτογραφίες που είδαν προσφάτως το φως της δημοσιότητας με τους διακόσιους Κομμουνιστές αγωνιστές που εκτελέστηκαν στον τοίχο του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής. Μια συγκλονιστική και σπαραχτική πράξη ηρωισμού υπέρ της Ελευθερίας, που χαράζει στη μνήμη μας όχι μόνο δέος και δάκρυα περηφάνιας αλλά και το πανανθρώπινο χρέος ενός ομορφότερου και δικαιότερου κόσμου. 

“Το να ξεθάβεις τη ζωή δεν είναι μάταιο. Σαλπάρει με το κύμα και τον αγέρα. Όπως εκείνα τα ποιήματα του Ρίτσου που ήταν θαμμένα σε μπουκάλια στους λόφους της Μακρονήσου και μακρό ταξίδεψαν στα πελάγη και στα όρη. Όπως εκείνα τα ψιθυριστά τραγούδια, τα απαγορευμένα ρεμπέτικα και τα θεατρικά που παίχτηκαν σε εκείνα τα απόκρημνα όπου δεν ριζώνει ανθρώπινη ζωή παρά μονάχα ο Αγριανθός του Βράχου.

Μην φοβάσαι σιγή! Δεν σε ξεχνάμε. Δεν είσαι μόνη!

Τα ακούμε, τα τραγουδάμε και σήμερα σε όλα εκείνα τα στέκια που δεν λογούν στις κοσμικές λίστες της ματαιοδοξίας παρά στα υπόγεια ταβερνεία της «Σαββατόβραδου» ζωής μας.”

Κιθάρα: Βασίλης Προδρόμου

Μπουζούκι: Θοδωρής Πετρόπουλος

Μπαγλαμά: Γιάννης Τσιαντής

Τρομπέτα: Γιάννης Παναγιώτου

Ακορντεόν: Δημήτρης Γκίνης

Μπάσο: Μιχάλης Δάρμας

Τύμπανα: Κώστας Σπυράτος

Ηχογράφηση, Μίξη, Master: Θανάσης Γκίκας, Studio Mythos

Έκδοση: Περιοδικό & εκδόσεις Μετρονόμος

Υποκλίνομαι και ευχαριστώ από καρδιάς αυτή την τρομερή ομάδα μουσικών και συντελεστών.

Γιάννης Τσιαντής


ΥΓ (από "Ευρυτάνα ιχνηλάτη") : Δείτε παράλληλα και το ΑΦΙΕΡΩΜΑ μας για τον δικό μας αλησμόνητο Ευρυτάνα λαϊκό αγωνιστή Παναγιώτη Μουκανάκη που εκτελέστηκε στην Καισαριανή λίγες μόλις μέρες μετά τους 200, κρατώντας μία ανεπανάληπτη ηρωική στάση ενώπιον των δημίων του.

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Τα Σελλά Ευρυτανίας (ματιές στο παρελθόν του χωριού)

Άποψη των Σελλών


"Η Μηλιά, με έδρα της Κοινότητας τα Σελλά. Παλαιότερα τα Σελλά είχαν περίπου τις 150 οικογένειες, ενώ η Μηλιά έφτανε τις 400 οικογένειες (....)"


Σελλά Ευρυτανίας

Η ιστορία του χωριού

Οι πρώτοι κάτοικοι

Το όνομα των πρώτων κατοίκων του χωριού ήταν «Χαϊδεμένος». Με το πέρασμα του χρόνου και ύστερα από πολλά περιστατικά ξεχώρισαν τέσσερες μεγάλες «φάρες», επεκράτησαν τέσσερα ονόματα ήτοι: Λαΐνης, Κοντογεώργος, Βλάχος και Μπάρλας. 

Το όνομα Λαΐνης επεκράτησε κυρίως από το μελαμψό χρώμα των μελών της οικογενείας, ή επειδή έφτιαχναν «λάϊνες» στάμνες. 

Το όνομα Κοντογεώργος δόθηκε γιατί κάποιος από τα αδέρφια της πρώτης οικογένειας που τον έλεγαν Γιώργο ήταν κοντός.

Το Βλάχος παρέμεινεν γιατί τα πρώτα μέλη της οικογένειας είχαν για κύρια ασχολία την κτηνοτροφία.

Το Μπάρλας πιθανόν να δόθηκε γιατί έλεγαν πολλά λόγια, ή γιατί κάποιος από την οικογένεια τους ήταν βραδύγλωσσος.

Επίσης κυριάρχησαν και μερικά άλλα ονόματα σε μικρότερη κλίμακα, όπως το όνομα Πεταρούδης. Το πρώτο τους όνομα ήταν Υφαντής, αλλά επειδή σε μια μέρα κάποιος από την οικογένεια πήγε από το χωρίο στο Μεσολόγγι με τα πόδια, σαν να επέταξε.

Επίσης το όνομα Μαργιώτης έμεινε από κάποιον που πήγε σώγαμπρος σε μια Μαριώ και τον φωνάζανε συνεχώς «ο άντρας της Μαργιώς» ενώ το αρχικό του όνομα ήταν Φλώρος. 

Το επώνυμο Τάσιος προήλθεν από κάποιον που τον έλεγαν στο μικρό του όνομα Τάσο.


Το χωριό στην Τουρκοκρατία:

Ο πρώτος από τους «Χαϊδεμένους», που ζούσε στην εποχή της Τουρκοκρατίας, είχε πάρα πολλά πρόβατα και επλήρωνε σαν χαράτσι στον Τούρκο πασά της περιοχής που τον έλεγαν Παλιομπούρσα, κάθε χρόνο ορισμένα πρόβατα.

Κάποτε λοιπόν ο Χαϊδεμένος χώρισε από το κοπάδι κάμποσα αρνιά-μανάρια, και είπε στα παιδιά που βοσκούσαν τα πρόβατα, να πουν στον πασά να μην πάρει από τα μανάρια που ξεχώρισε. Σε περίπτωση όμως που θα πάρει, να τον ρωτήσουν πότε θα ξανάρθει.

Ήρθε λοιπόν ο πασάς και χωρίς να ρωτήσει τους βοσκούς, πήρε από τα μανάρια. 

Την άλλη φορά, και πριν ακόμα πλησιάσει ο πασάς στο κοπάδι ο Χαϊδεμένος παραφύλαξε κάπου και με το καριοφίλι του τον σκότωσε, και από τότε το μέρος εκείνο που σκοτώθηκε ο πασάς ονομάστηκε «Παλιομπούρσα». 

Όταν όμως οι Τούρκοι στρατιώτες του πασά έμαθαν το συμβάν ξεκίνησαν για να κάψουν το χωριό αλλά μια γριά από τους Μπαρλαίους που τους είχε δει από μακριά να έρχονται, άρχισε και χόρευε. Και τραγουδούσε το παρακάτω συνθηματικό τραγούδι:

Κοπέλες και νυφάδες παρήτε τα μουλάρια 

και βγάτε στα Καμάρια 

(μία τοποθεσία έξω απ' το χωριό)

Οι Τούρκοι κατάλαβαν το σύνθημα της και φτάνοντας την έκαψαν ζωντανή μέσα στην πλατεία του χωριού. 

Μετά την απελευθέρωση, οι Τούρκοι φεύγοντας άφησαν συμφωνητικά «ταπιά» και κληροδοτούσαν την περιφέρεια του χωριού «τσιφλίκι» σε πολλούς και το μεγαλύτερο μέρος σε κάποιον Χατζόπουλο από το Καρπενήσι. 

Τελικά το 1920 το «τσιφλίκι» αυτό περιήλθε στην κυριότητα των κατοίκων κατόπιν αγοράς και σήμερα αποτελεί κτήμα τους.



Τα σπίτια 

Τα σπίτια ήσαν μονόπατα συνήθως και λίγα δίπατα και είχαν το τζάκι στη μέση για να πυρώνη παντού η φωτιά και πολλές φορές εχρησίμευε και για φωτισμό του σπιτιού.

Σ' αυτήν την γωνιά έψηναν το ψωμί και μαγείρευαν. Και καμιά φορά το έστρωναν και στο χορό γύρω από τη φωτιά.

Καίγανε συνήθως ξύλα κέδρινα για περισσότερο φως και για οικονομικότερα.


Έπιπλα, αντικείμενα κ.ά

Σκαμνί (ξύλινο χαμηλό κάθισμα), σεντούκι (ξύλινο καλοφτιαγμένο κιβώτιο για ρούχα), τσουκάλα (κανάτα χαλκοματένια), γαβάθα (πιάτο βαθύ πήλινο), κούτλας (καραβάνα χαλκοματένια με ουρά), τάσι (σουπιέρα χαλκοματένια), σαγάνι (πιάτο χαλκοματένιο), κακάβι με αρβάλι (κατσαρόλα με χερούλι συνήθως το κρεμούσαν από το πάτερο ξύλινο δοκάρι) σε μια κλειδέρα (κάτι σαν μπαστούνι ανάποδα τοποθετημένο), νταβάς (μικρό ταψάκι χαλκοματένιο), τέτζερης (κατσαρόλα χαλκοματένια), χλιάρια (κουτάλια), βαρέλα (μικρό βαρελάκι για νερό), τσίτσα (μικρή βαρέλα για κρασί), αμπάρι (κασόνι ξύλινο για όσπρια και σιτηρά), παγούρι (δοχείο μολυβένιο για ρακή), ταγάρι ντρουβάς (σακκούλι με φούντες), σοφράς (χαμηλό τραπέζι στρογγυλό), πλαστήρ (στρόγγυλο ξύλο επίπεδο για άνοιγμα φύλλων), κορίτα (σκάφη πλυσίματος φτιαγμένη από χοντρό ξύλο σκαμμένο), σκαφίδι (σκάφη για πλύσιμο), πριόβολος (τσακμάκι με στουρνάρι), πλακίδι (θηλυκό κοτόπουλο), καλαθίσματα (χαιρετισμός δια χειραψίας).


Τροφή 

Συνηθισμένη τροφή ήταν το χοιρινό κρέας (καπνισμένο), τσιγαρίθρες, λουκάνικα, όσπρια, μπομπότα, κοσμάρι, κουρκούτι, κατσαμάκι, τραχανάς, κότες, κατσίκια, αρνιά, γάλα τριψάνα, τυρί, βούτυρο, γιαούρτι, κλουτσοτύρι, μυζήθρα, ξυνόγαλα, μπερμπελόνια, χόρτα (λάχανα) του αγρού.


(Αποσπάσματα από άρθρο που γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του '60 από τον τότε Δάσκαλο του χωριού Σελλών Ευρυτανίας κ. Μπαρτζώκα Γεώργιο - βασίστηκε δε σε μαρτυρίες κατοίκων.)


ΥΓ. Δείτε και το αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" για τη γειτονική Μηλιά και τον παλιό θρύλο της ( ΕΔΩ!)


blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"



Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Μην είναι αυτού η πατρίδα μου;


Έλατα γιγαντόκορμα που χαίρεστε τα ουράνια,

απ' τη στιγμή που του ίσκιου σας με δέχτηκεν η αγάπη,

το βλέμα μου αναγάλιασε και γιόρτασε η καρδιά μου,

τι βρήκα ανάμεσα σε σας μια γνώριμην αγκάλια.

Κάτι κρυφό και γκαρδιακό μας δένει εμάς - το νιώθω.

Όπου βρεθώ κι όπου σταθώ, λαχτάρα μου είναι πάντα 

στους τόπους σας τους αψηλούς ο νους μου να πλανιέται.

Μην είναι αυτού η πατρίδα μου; Μην είστε μου οι παπούδες;


{Ποίημα με τίτλο "Έλατα" του διαπρεπή λόγιου Ρήγα Γκόλφη (1886-1958) φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Δημητριάδη ο οποίος κατάγονταν, εκ του πατρός του, από το Καρπενήσι το οποίο λάτρευε και το ανέδειξε στο ποιητικό του έργο πολλές φορές}

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Τα σοφά... πιώματα!



Εθνική ομοψυχία 

«Ζήτω η εθνική ομοψυχία» κραύγαζε παλιά ένας μαυρογιαλούρος κομματάρχης σε κάποιο χωριό της Ευρυτανίας, ανεβασμένος σ' ένα προεκλογικό μπαλκόνι δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα.

Από κάτω ένας κουτσός μεγαλέμπορας της περιοχής, ντυμένος στην πένα με κασμιρένιο κοστούμι και χρυσό ρολόγι στο γιλέκο, χειροκροτούσε αφηνιασμένος.

Τότες βγαίνει παραπατώντας κι ο Θύμιος από τον μπακαλοκαφενέ με τα γουρνοτσάρουχα και τη μπουκάλα με το τσίπουρο αγκαλιά....

Η αλήθεια είναι ότι δεν έβλεπε την τύφλα του από το πιοτί.

Ρίχνει όμως μια θολή ματιά τριγύρω στη φτωχολογιά στην πλατεία, μισοκοιτάζει μετά και τον μεγαλέμπορα...

και λέει τραυλίζοντας :

-Μωρέ, κουτσοί... στραβοί... όλοι μαζί στον Άγιο Παντελεήμονα!

***** 


Να το πιώ ή να το μυρστώ;;;

Η γριά Σταύραινα στον κάτω μαχαλά ήταν για τα δεδομένα εκείνης της παλιάς εποχής των αυστηρών ηθών αρκετά... προωθημένη!

Γούσταρε τις μικροαπολαύσεις κι ας μην επιτρεπόταν στις γυναίκες. Έλα όμως που ήταν θεριακλού!

Έτσι ψιλόκοβε τον καπνό τον τύλιγε στο καλαμποκόφυλλο και ζγουλωμένη μέσα στο αμπάρι με το καλαμπόκι φουμάριζε του καλού καιρού.

Οι πιτσιρικάδες είχαν ανοίξει μια τρύπα και παρακολουθούσαν το θέαμα κάνοντας γούστο.

Η Σταύραινα εκτός το τσιγαρολόι έκανε κέφι και το τσίπουρο. Πάντα στη ζούλα, λοιπόν, έζαφτε όσο μπόραγε.

Μία φορά ήταν όλοι μαζεμένοι δίπλα από το τζάκι. Ο γιος της, ο Γιώργης, ένα προοδευτικό μυαλό, που την αγαπούσε πολύ και ήξερε τις συνήθειές της, αλλά δεν ήθελε κιόλας να την κάμει να αισθανθεί άσχημα, άνοιξε το μπουκάλι με το τσίπουρο και λέει στην παρέα :

-Πρωτοστάλαμα παιδιά, ελάτε να σας βάλω.

-Βάλε ωρέ Γιώργη.

Τα ποτήρια έφερναν και ξανάφερναν βόλτα και όλη η παρέα συννενοημένη :

-Αχ ωρέ Γιώργη, βάλσαμο είναι το άτιμο, τέτοιο τσίπρο δεν ματάπιαμε.

Μαραζωμένη η Σταύραινα...

Λέει κι ο Γιώργης :

-Μωρέ παιδιά εμένα κάτι δεν μ' αρέσει. Ωρέ μάνα μήπως να το μυρίσεις λιγάκι να μας πεις κι εσύ;;

Παίρνει η Σταύραινα το ποτήρι κι αφού το 'φερε κοντά στη μύτη λέει...

-Να το μυρστώ ή να το πιώ;;;

-Πιες το γιαγιά να μας πεις στα σίγουρα.

Άσπρο πάτο η Σταύραινα!

-Δεν κατάλαβα τίποτα μωρέ παιδιά μ'.

-Βάλε άλλο ένα στη γιαγιά, είπαν τα πειραχτήρια.

-Να το πιώ ή να το μυρστώ;;; ρωτάει η Σταύραινα.

Και πριν πάρει απάντηση, γκαπ και κάτω.

Και ξανά και ξανά, έγινε η γιαγιά... ηφαίστειο!

Κι ύστερα έπιασε και το τραγούδι... «μπαίνω μέσ' τ' αμπέλι...», «σταφύλι, μοσχοστάφυλο...» και.. δεν συμμαζεύεται!

Άναψε και μια τσιγάρα για να μυρίσει αν είναι καλός κι ο καπνός..!!

Και αντιλάλησαν ως τη ρεματιά τα γέλια.


"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"