Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

Να μην νικηθούν τα ύψη!



Των μηχανών τα νεύρα δίχως τύψη

τα νεύρα θα διευθύνουν των θνητών,

τα κάτω θα νικήσουνε τα ύψη.


Η παγερή αδιαφορία θα καλύψη

τα έργα των φιλοσόφων και ποιητών,

η παγερή αδιαφορία του μπετόν.


Ανέκδοτοι στίχοι (του Στάθη Ζαρκιά;) με τίτλο "Ρομπότ" - ιχνηλασία από ένα παλιό "Ρουμελιώτικο ημερολόγιο" ηλικίας 61 ετών με ιδιοκτήτη/διευθυντή τον σπουδαίο Ευρυτάνα λόγιο Δημήτρη Σταμέλο.

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2021

Η Τέχνη στον Αντιστασιακό Αγώνα! - Ο Σπύρος Μελετζής συζητά με τον Γιάννη Ζέβγο στη Βίνιανη της Ευρυτανίας...

Η ιστορική φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή :  ο Γιάννης Ζέβγος μιλάει στο Εθνικό Συμβούλιο στις Κορυσχάδες της Ευρυτανίας

Ο αλησμόνητος Σπύρος Μελετζής ο θρυλικός φωτογράφος της Αντιστασιακής εποποιίας, σε μία μοναδική εξομολόγηση από μία συζήτησή του - "κατάθεση ψυχής" με τον εμβληματικό Γιάννη Ζέβγο, ανώτατο στέλεχος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, με αντικείμενο την Τέχνη στον Αγώνα και τα καθήκοντα που επωμίζονταν οι αντιστασιακοί!

Η συζήτηση διεξήχθη το 1944 στη Βίνιανη της ανταρτομάνας Ευρυτανίας, όπου έδρευε η ΠΕΕΑ. Εκεί είχε και το φωτογραφικό του εργαστήριο ο Σπ. Μελετζής. Αφορμή για τη συζήτηση μεταξύ των δύο συναγωνιστών, του καλλιτέχνη και του πολιτικού, ήταν μια "ολοζώντανη" φωτογραφία που είχε τραβήξει ο Μελετζής στις Κορυσχάδες της Ευρυτανίας στο Εθνοσυμβούλιο της Αντίστασης και που απεικόνιζε τον Γιάννη Ζέβγο να μιλάει με την ένταση και την αγωνία, αποτυπωμένη στο πρόσωπό του και στην κίνηση των χεριών του!

Παρενθεσιακά και για την Ιστορία να σημειώσουμε ότι ο σπουδαίος λαϊκός αγωνιστής Γιάννης Ζέβγος (πραγματικό όνομα Γιάννης Ταλαγάνης) δολοφονήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1947, στη Θεσσαλονίκη μέρα μεσημέρι, μετά από μία καταγγελία που είχε συντάξει και που θα απευθύνονταν στη Διεθνή Ερευνητική Επιτροπή του ΟΗΕ σχετικά με τις διώξεις και την τρομοκρατία που είχε εξαπολύσει το μοναρχοφασιστικό καθεστώς εναντίον των αντιστασιακών και δημοκρατικών πολιτών.

Το σημερινό μας θέμα το ιχνηλατήσαμε από το βιβλίο/φωτογραφικό λεύκωμα του ίδιου του Μελετζή που κοσμεί και την προσωπική μας βιβλιοθήκη και φέρει τον τίτλο : "Αντάρτες στα βουνά"! Σας το παρουσιάζουμε μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Κατά τη μεταφορά διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Ιδού:

------------------------------------------------------

Φωτογράφισα την τελετή του αγιασμού, την ορκωμοσία, τους ομιλητές έναν έναν, καθώς και ομαδικά και γενικά όλη την εργασία του Εθνικού Συμβουλίου. Έτσι γνωρίστηκα με όλους σχεδόν τους ανθρώπους απ' όλη την Ελλάδα που εκείνη την εποχή έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο στην κινητοποίηση του Ελληνικού λαού για το ξεσκλάβωμά του.

Όταν γύρισα στη Βίνιανη και εμφάνισα τα φιλμς και είδα πως είχα γενικά επιτυχίες, η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη που συγχώρεσα και τον Βρετάκο και γίναμε φίλοι γιατί κατάλαβε το λάθος του.

Μια μέρα ήρθε ο Γιάννης Ζεύγος, μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε, στο εργαστήρι μου για να δη τι έβγαλα απ' το Εθνοσυμβούλιο. Έμεινε αρκετή ώρα και μιλήσαμε για ποίηση, για τέχνη και λίγο για πολιτική. 

Τότε μου είπε ο Ζεύγος:

-"Μελετζή, άσε την ποίηση και την πολιτική. Εσύ είσαι καλλιτέχνης, κοίταξε να αξιοποιήσης το ταλέντο σου μόνο στην τέχνη. Η αντίσταση έχει ανάγκη από τους καλλιτέχνες. Αυτοί με την τέχνη τους αύριο, όχι μόνο θ' αποθανατίσουν τον αγώνα που κάνει σήμερα ο λαός μας για το ξεσκλάβωμά του, αλλά και σήμερα με την τέχνη τους ενθουσιάζουν και συμβάλλουν στο καθημερινό ανέβασμα της πάλης. Η τέχνη, συναγωνιστή Μελετζή, έχει υψηλή αποστολή. Εσύ σαν συνειδητός καλλιτέχνης προσπάθησε να την υπηρετήσης πιστά. Η αντίσταση περιμένει πολλά από σένα, προσπάθησε να φανείς αντάξιος".

Στα λόγια αυτά του συναγωνιστή Ζεύγου ενοιωθα πως το πάτωμα άρχισε να βουλιάζη κάτω από τα πόδια μου. Το μυαλό μου για μια στιγμή, σαν νάχε πάρει μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο χίλιες στροφές, ζαλίστηκε και σταμάτησε. Ευθύνες, καθήκοντα, υποχρεώσεις πρόβαλαν μπροστά μου σαν θεόρατα βουνά και μου φώναζαν: "Αμ τι νόμισες λοιπόν, πως ο αγώνας είναι παιγνίδι; Χρειάζεται δουλειά, πολλή δουλειά και κόπος και θυσίες και στερήσεις". Ένοιωσα για μια στιγμή να λούζη κρύος ιδρώτας όλο μου το σώμα. Τα λόγια του Ζεύγου τάνοιωσα σαν πυρακτωμένη λάβα μέσα στην καρδιά και το νου μου, σαν δύναμη καταλύτρα που μέσα σ' ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού μ' εξουθένωσαν και με παρέλυσαν τελείως. Μα την ίδια στιγμή με ξανάπλασαν και μ' έκαναν ένα καινούργιο άνθρωπο. Τότε κι εγώ, σαν την Σαμαρείτιδα όταν βρέθηκε μπροστά στο Χριστό και κατάλαβε πως έχει κοντά της ένα πολύ μεγάλο προφήτη, τού ζήτησε να της δώση να πιή από το δικό του νερό της ζωής, έτσι κι' εγώ ένοιωσα πως είχα κοντά μου ένα πνευματικό άνθρωπο βαθυστόχαστο και θέλησα να ωφεληθώ από την πείρα και τις γνώσεις που είχε.

Αρχίσαμε λοιπόν μια συζήτηση πάνω στην τέχνη. Ο Ζεύγος τότε, με όλη εκείνη την Χριστιανική του καλωσύνη και πραότητα που τον διέκρινε και τον έκανε να ξεχωρίζη ανάμεσα σ' όλους τους ανθρώπους που γνώρισα στην Ελεύθερη Ελλάδα, μου είπε:

-"Ο αγώνας, συναγωνιστή Σπύρο, για έναν τίμιο αγωνιστή, για έναν λαϊκό ηγέτη είναι μια ανάγκη, μια υποχρέωση, ένα καθήκον, ένας σκοπός που βάζει στη ζωή του. Είναι αυτό το ίδιο το νόημα της ζωής γι' αυτόν. Δεν μπορεί να λες πως είσαι ηγέτης, πως εκφράζεις και αντιπροσωπεύεις τις λαχτάρες και τους πόθους μιας μερίδας λαού και να μη μπαίνης μπροστά εσύ, ο ηγέτης και να παλεύης μαζί τους για τη λύση των προβλημάτων τους. Ένας λαϊκός αγωνιστής είναι πρωτοπόρος, αυτός μπαίνει μπροστά κι' ανοίγει τον δρόμο κι' αυτός ο δρόμος είναι παντού και πάντα δύσκολος. Πολλές φορές είναι αυτό που είπε ο μεγάλος της αγάπης Θεός, ο Χριστός, ότι "Ο καλός τσοπάνος θυσιάζει και τη ζωή του για να σώση τα πρόβατά του". Η δουλειά λοιπόν του ηγέτη, αγαπητέ Σπύρο, είναι γεμάτη ευθύνες γιατί δεν παλεύει για το άτομό του αλλά για τις μάζες που αντιπροσωπεύει. Κι' αλλοίμονο αν τις προδόση, αλλοίμονο αν τις ξεγελάση με κούφια λόγια και ψευτιές όπως κάνουν οι αστοί ηγέτες. Τότε καλλίτερα ν' ανοίξη η γης και να τον καταπιή παρά να παρασύρη τόσο κόσμο και να τον προδώση".


Ο Άρης με αντάρτες στη Βίνιανη της Ευρυτανίας


"Μα ας έρθουμε στο κύριο θέμα μας την τέχνη. Όπως λοιπόν ο λαϊκός αγωνιστής, ο πρωτοπόρος, αρχίζει και οργανώνει τον αγώνα με λίγα στην αρχή άτομα και σιγά σιγά μέσα στην πορεία της πάλης όλο και συγκεντρώνει πιο πολλά για να φθάση ως το παλλαϊκό ξεσήκωμα που είναι ο αντικειμενικός σκοπός του, το ίδιο πρέπει να κάνη και η τέχνη. Ο καλλιτέχνης αρχίζοντας από τα απλά και μεμονωμένα πορτραίτα των αγωνιστών, πρέπει να προσπαθήση να φθάση ως τη μαζική σύνθεση. Μέσα σ' αυτή τη σύνθεση πρέπει ν' αντιπροσωπεύεται και να εκφράζεται όλος ο αγώνας που κάνει σήμερα ο Ελληνικός λαός για το ξεσκλάβωμά του."

Και επειδή τα κατάλαβα και δεν τα κατάλαβα καλά καλά όσα μου έλεγε τον παρεκάλεσα να τα απλουστεύσουμε όλα αυτά πιο πολύ.

Πήραμε λοιπόν και κριτικάραμε την φωτογραφία που μιλά στο Εθνοσυμβούλιο, την παραθέτω μέσα στο λεύκωμά μου.

-"Κοίταξε, Σπύρο", μου είπε. "Εδώ έπιασες αυτά που λέμε τώρα και μάλιστα κάτι παραπάνω. Η όλη στάση δείχνει μια κίνηση και μια προσπάθεια για βάδισμα προς τα μπρος. Στις συσπάσεις του προσώπου μου, βλέπεις, είναι αποτυπωμένες οι αγωνίες όχι μονάχα οι δικές μου αλλά του λαού που εκφράζω. Μα η πιο μεγάλη αξία σ' αυτή τη φωτογραφία είναι η κίνηση και η έκφραση του χεριού μου. Αυτή η κίνηση που έχουν τα δάχτυλα μου ξεχωριστά το καθένα αποτελούν ένα σύνολο δυνάμεων που συνδιασμένα και πειθαρχημένα όλα σε μια γενική δυναμική τοποθέτηση είναι έτοιμα για δράση. Έπιασες σε έκφραση και σε κίνηση, ας πούμε, έναν λαϊκό αγωνιστή. Μέσα στο κίνημά μας όμως σήμερα έχουμε χιλιάδες αγωνιστές. Προσπάθησε λοιπόν να συνειδητοποιήσης αυτό το μεγάλο νόημα που κλείνει ο αγώνας μας σήμερα και σαν καλλιτέχνης να το δώσης με την φωτογραφική σου τέχνη."

Ο Σπύρος Μελετζής στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας

Η συζήτησή μας κράτησε πάνω από δυό ώρες και έγινε αφορμή να συνδεθούμε πολύ ψυχικά και πνευματικά. Όταν μ' αποχαιρέτησε και έφυγε αντί να νοιώθω ένα ξαλάφρωμα μέσα μου, άρχισαν να με βασανίζουν χίλιες σκέψεις. Μα ήταν δυνατόν ποτέ εγώ, ένας φωτογράφος, να μπορέσω να πραγματοποιήσω τέτοια έργα όπως τα οραματίζονταν ο συναγωνιστής Ζεύγος; Μπορούσα ποτέ εγώ να συνθέσω αντάρτες και λαό σ' έναν πίνακα, όχι βέβαια ζωγραφικό, αλλά φωτογραφικό και να δώσω κίνηση και έκφραση στα πρόσωπα όπως τα έβλεπε ο Ζεύγος; Ή ήταν δυνατόν με μια συζήτηση που κάναμε, όσο και να ήταν γόνιμη, να αποχτήσω τόσες γνώσεις που θα μου έδιναν κάποια δυνατότητα για ένα τόσο σοβαρό και υπεύθυνο έργο;

Σήμερα, αν βρισκόμουνα κάτω από παρόμοιες συνθήκες, ίσως θα μπορούσα να πραγματοποιήσω κάτι παραπάνω και σε σύνθεση και σε κίνηση, αλλά τότε νομίζω πως δεν θα το μπορούσα. Σ' όλο αυτό το μακρόχρονο διάστημα, δηλαδή από την απελευθέρωση ως σήμερα, δεν σταμάτησα τις μελέτες μου πάνω στην τέχνη και ιδίως στην αρχαία ελληνική γλυπτική, κίνηση, έκφραση, αρμονία, σύνθεση, γραμμή και σαν φωτογράφος που είμαι μελέτησα και φωτισμό. Αλλά τότε δεν είχα ιδέα από τίποτε. Έτσι άφησα να μ' οδηγή μόνο το αίσθημα στην κάθε φωτογραφία που τραβούσα και να προσπαθώ όσο μπορούσα ν' αποτυπώνω αυτό το ηρωικό μεγαλείο που κυριαρχούσε και λαμποκοπούσε στα μάτια των αγωνιστών.

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2021

Τ' ΑΗΔΟΝΙ

 

"Κλαίει ή τραγουδεί τ’ αηδόνι;

Αρκετοί κλασικοπαθείς νατουραλισταί, ακούοντες το λάλημά του με τα αυτιά των στουμπωμένα από την θλιβεράν εκείνην διήγησιν της μυθολογίας των αρχαίων, επιμένουν, ότι «εις το άσμα του προδίδεται μελαγχολική τις ανησυχία, ζηλοτυπία, κατήφεια και ρεμβασμός». Η σύγχρονος όμως λαϊκή μυθολογία μας πληροφορεί, ότι τ’ Αηδόνι τραγουδεί από την εξής αφορμήν:

Ένα βράδυ του Απριλίου επήγε αποσταμένο να κοιμηθή επάνω σε μία φράχτη. Άμα το πήρε ο ύπνος, πήδησαν τα βάτα, οι αγράμπελες και τ’ αγιόκλημα, το τύλιξαν με τα βλαστάρια τους από εδώ, το τύλι­ξαν από κεί όσο που σφιχτόδεσαν φτερά του και πόδια του κατά τρόπον, ώστε ν’ αγωνισθή μερόνυχτα για να ελευθερωθή. Εκεί λοιπόν που προσπαθούσε να ξεδεθή ωρκίσθη:

«Να ξετυλιχθώ αυτή τη φορά, μωρέ Απρίλη, κι αν σε ξαναπιστέψω για φίλο και κλείσω μάτι σε νύχτα δική σου, να μην είμαι αηδόνι!!!...»

Έχετε ακούσει «πρωτοξύπνημα» αηδονιού; Δεν ηξεύρω αν εκεί είναι ο κόμπος, τουτέστι ο «μέγας αριθμός των ήχων», όπου ναυαγούν αι προσπάθειαι της απομιμήσεως του αηδονιού, του οποίου, μολονότι επήραν όλες τις νότες, την σειράν των, την έντασίν των, όμως ακόμη δεν κατώρθωσαν σχεδόν τίποτε όπως λέγουν οι συνθέται. Αλλ’ αν προσέξετε το «πρωτοξύπνημα» θα δεχθήτε πως εις ένα τέτοιο άκουσμα, η λαϊκή φαντασία, γόνιμος σαν την άνοιξι, έκαμε αυτήν την εικόνα του σπάργους του Απριλιού, ο οποίος εντός ολίγων ωρών εχύμησεν από το φράχτη και έδεσε με τα βλαστάρια του τις φτερούγες του κοιμωμένου αηδονιού. Έχει τόση χαρούμενη ταραχή εκείνο το σαν φως γρήγορο λάλημά του, ώστε νομίζετε, ότι από κάποιο κίνδυνο πηδά αυτή η λαλιά του ξαφνίσματος, η οποία σιγά- σιγά γίνεται φωνή νίκης, θριάμβου, χαράς, ευτυχίας.

Δεν είναι όμως περίεργον πράγμα, ότι το λάλημα ένας και του αυτού πουλιού για τούτον μεν τον λαόν είναι ελεγείον, για τον άλλον δε τραγούδι; Εδώ εμπνέει ένα τραγικόν μύθον κι εκεί μίαν υπέρχαρον διήγησιν; Αν οι άνθρωποι παθαίνουν μίαν τόσην ακουστικήν παρανόησιν, ασφαλώς έπρεπε προ πολλού να έχουν κόψει τ’ αυτιά των. Αλλ’ οι νατουραλισταί επε­νέβησαν ενωρίς και μας επληροφόρησαν τα εξής πράγ­ματα, σώζοντα οπωσδήποτε την αξιοπρέπειαν των αυτιών μας.

Πρώτον ότι τ’ αηδόνια, όπως και πολλά άλλα πουλιά, έχουν διαλέκτους και ιδιώματα όσα η γη χώ­ματα. Αν συμβαίνη και δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους μερικών πουλιών τα τραγούδια, τούτο γίνεται, διότι όταν αποδημούν, συγχρωτίζονται, είτε ως συνταξιδιώται είτε ως προσωρινοί γείτονες, οπότε και αλληλοκλέβονται αγρίως εις τας συνθέσεις των. Και άλλα μεν κρατούν το κομμάτι που τους φαίνεται καλύτερο, άλλα διορθώνουν το ιδικόν των όσον που το χαλούν ως το φόντο, και μερικά κάνουν συλλογήν κομματιών, ως ο σπίνος π.χ., του οποίου εμέτρησαν δε­καεννέα τραγούδια.

Άλλοι ρωμαντικώτεροι νατουραλισταί βεβαιούν, ότι το τραγούδι πολλών πουλιών δεν διαφέρει μόνον κατά τόπους, αλλά και κατά εποχάς, ή μάλλον κατά την ψυχολογικήν των κατάστασιν. Αλλοιώς, κατ’ αυτούς, τραγουδούν τ’ αηδόνια άμα πρωτοαγαπιώνται, αλλοιώς όταν αρχίζη η εργασία της επωάσεως, οπότε πλέον καλμάρουν τα πρώτα αισθήματα, αλλ’ αλλοιώς όταν γίνωνται γονείς κι έχουν πλέον την φροντίδα της συν­τηρήσεως του σπιτιού, οπότε πλέον η φωνή των παίρνει όλην την μητρικήν τρυφερότητα.

Άμα τα μικρά των φτερουγιάσουν, τότε τ’ Αηδόνια κάνουν για κάμποσον καιρόν όλον τον μουσικόν τους κύκλον από το άλφα. Είναι τόση, λέγουν, η ευσυνει­δησία την οποίαν δείχνουν εις την ωδικήν εκπαίδευσιν των παιδιών των, ώστε επί ημέρας τα κρατούν γύρω τους, τους λαλούν, τα βάζουν να λαλήσουν κι εκείνα, τους φορμάρουν τις φωνές, διορθώνουν τα λάθη των κλπ.

Ίσως εις αυτούς πρέπει να αποδοθή και η αρκετά διαδεδομένη παράδοσις, ότι τ’ Αηδόνι τραγουδεί για να παρηγορή την σύντροφόν του όταν εκείνη επωάζη. Ευρίσκεται και σ’ αρκετά μέρη της Ελλάδος η παράδοσις αυτή μαζί με πλήθος συναφών διηγήσεων, μία των οποίων είναι, ότι αν σκοτώσετε αρσενικό αηδόνι τον Απρίλη, θ’ ακούσητε άλλο παράμερα από την φωληά του σκο­τωμένου να παρηγορή την επωάζουσαν σύζυγον. Αλλά τότε τι θα μείνη ως ανακάλυψις ημών των ανθρώπων, αν στ’ αηδόνια οφείλεται το έθιμον να παρηγορούν οι φίλοι τας απαραμυθήτους χήρας; Αλλ’ επί τέλους, το να παρηγορή εν αηδόνι την χήραν ενός άλλου αηδονιού, έρχεται κάπως φυσικόν.

Οι άνθρωποι όμως δεν εστάθησαν εδώ. Εζήτησαν την επέμβασιν του αηδονιού και εις τους ιδικούς των έρωτας. Στα δημοτικά τραγούδια θα το απαντήσητε συχνά να μεταβιβάζη μηνύματα ερωτευμένων, και πολλάκις μάλιστα καλούμενον να προσφέρη πολύ δυ­σκόλους υπηρεσίας!

Δεν λαλείς καημένο αηδόνι

την αυγούλα με δροσιά

να ξυπνήσης τον αφέντη

να φιλήση την κυρά...

Ορθόν όμως είναι να σημειωθή, ότι υπάρχουν και Αηδόνια τα οποία δεν λαλούν καθόλου, τα λεγόμενα μπουφαηδόνια, τα οποία μάλιστα στην Κέρκυραν τα κάνουν πιλάφι, και ότι συνεπώς έργον φρονήσεως θα είναι να μην εμπιστεύωνται απολύτως στ’ Αηδόνια οι ενδιαφερόμενοι ως ανωτέρω, αλλά να έχουν και στο σπίτι κανένα ξυπνητήρι.

Εν κοντολογία, τ’ Αηδόνι είναι ένα ευτυχισμένο πουλί, εις το οποίον ο ελληνικός λαός έδωσε προνομιούχον θέσιν εις τον έρωτα. Κοινή γνώμη, ότι μόνον με καρδιές τρέφεται, ωσαύτως με καρδιές αηδονιών δυνάμωναν την ψυχή τους τα βασιλόπουλα, που έπαιρ­ναν τον δρόμο για το παλάτι της Πεντάμορφης κλπ. Διότι έχει εξαιρετικό λαρύγγι, έχει, βλέπετε, και εξαιρετικήν ψυχήν. Έχετε όμως ακούσει ποτέ αν ένα αηδόνι σκοτώνεται για λόγους ερωτικούς; Κανείς λαός δεν έφθασε μέχρι τοιαύτης υπερβολής χάριν του αηδονιού.

Ο λαγός μ' όλα ταύτα, εκείνο δηλαδή το πλάσμα στο οποίον ο Θεός έδωκε μόνον δειλίαν, αν ακούση ερωτικό κράξιμο κλείνει τα μάτια του και δεν χαμπερίζει κανένα κίνδυνον. Οι κυνηγοί, οι οποίοι εκμεταλλεύονται αυτήν την ερωτοπάθειάν του διά της γνωστής μεθόδου της καβουρομάνας, βεβαιούν, ότι πολλάκις ούτε με την πρώτη ούτε με την δεύτερη τουφεκιά υποχωρεί εφ’ όσον ακούει το τεχνητό κράξιμο. Και όμως ο ηρωισμός του αυτός εις την κατ’ εξοχήν χώραν της ερωτοπαθείας δεν του εξασφαλίζει ούτε ένα αίσθημα επιεικείας, τουλάχιστον κατά τους μήνας του έρωτός του. Ίσα ίσα τότε τον συγυρίζουν καλύτερα με φρέσκα κρεμμυδάκια και με καινούργια δαφνόφυλλα. Το έχει, φαίνεται, η μοίρα του έρωτος, άμα πέφτη στα χέρια των ανθρώπων να γίνεται σοννέτο ή εξαίρετο στυφάδο."


(Από το εξαιρετικό βιβλίο του αείμνηστου Ευρυτάνα συγγραφέα Στέφανου Γρανίτσα (1880-1915) με τίτλο "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου")


blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2020

Ο φυλακισμένος γιος στα κάτεργα της εθνικοφροσύνης και το σπαρακτικό Χριστουγεννιάτικο γράμμα της μάνας...


Εικόνα : "Pieta 1945", έργο του Γ. Κεφαλληνού

"Αυτή, λοιπόν, τη μοίρα επιφύλαξε ο αγγλοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός κι ο δοσιλογισμός στις Μάνες της Εθνικής μας Αντίστασης...."

Ο αείμνηστος Ευρυτάνας Γεωργούλας Μπέικος (Κλειτσός Ευρυτανίας 1919 - Μόσχα 1975), ένας σπουδαίος λαϊκός αγωνιστής και πρωτοεμπνευστής/συντάκτης του περίφημου "Κώδικα Ποσειδώνα" αυτής της εμβληματικής χάρτας της Λαϊκής Εξουσίας (βλ. εδώ και εδώ), σε μια προσωπική εξομολόγηση τότε στα "πέτρινα χρόνια" μέσα από το θάλαμο μελλοθανάτων του μοναρχοφασιστικού καθεστώτος.  

Εκεί όπου, το 1949, βιώνει αρχικά την ξαφνική είδηση του θανάτου του πατέρα του, που έφυγε με το παράπονο της ήττας, και μεταγενέστερα (1953) το επισκεπτήριο-εξομολόγηση της μάνας του για τα απίστευτα δεινά και τους ηθικούς εξευτελισμούς που υπέστη η οικογένεια, σε συνάρτηση και με ένα σπαρακτικό γράμμα που του στέλνει λίγο αργότερα, τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς, με το βαθύ πόνο μα και την αδιόρατη ελπίδα της μάνας που προσμένει..

Αυτοί οι λαϊκοί αγωνιστές που ήταν... τίποτα γι' αυτούς και όλα για τους άλλους, πλήρωσαν με βαρύ τίμημα την επιλογή να παλεύουν για τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου!

Γεωργούλας Μπέικος

Το εξαιρετικό κείμενο εμπεριέχεται στο δίτομο έργο του ίδιου του Γεωργούλα Μπέικου, που κοσμεί και την προσωπική μας βιβλιοθήκη και φέρει τον τίτλο : "Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα" (εκδ. Θεμέλιο 1979).

Ιδού το σχετικό απόσπασμα:


======================

"Ο γέρος μας πέθανε, ξεσπιτωμένος και φαρμακωμένος για την ήττα μας, το 1949 στη Λάρισα. Ήμουνα στο θάλαμο μελλοθανάτων τότε στη Λαμία. Τρεις μήνες πεθαμένος ο πατέρας, δε μου το γράψανε, δεν το ΄ξερα, έγραφα εγώ στον πεθαμένο!  

Και μια μέρα ήρθε στην απομόνωση ο Γιωργαλής ο Κουτσοπάνος. 

Και πάνω στην κουβέντα απ' το παραθυράκι του υπόγειου μού λέει:

"Μωρέ σκατοτύχη, τώρα να πάει κι ο γέρος που ΄χε τόσες γνωριμιές!" - εννοούσε πολιτικά μέσα για να μην μ΄ εκτελέσουνε.

Σύξυλος εγώ.

-"Τ' είπες, βρε Γιωργαλή; Πέθανε ο πατέρας μου;"

Σύξυλος κι ο συγχωριανός μου, που δε φανταζότανε να μην το ξέρω, τρεις μήνες τώρα! Ας είναι!...

Ούτε να τον κλάψω δε γινότανε εκεί στο θάλαμο μελλοθανάτων...

Τόνε θάψανε στο νεκροταφείο της Λάρισας κι η μάνα μου πλήρωσε να φυλάνε τον τάφο. Τον Ιούνη του 1953 περνώντας μεταγωγή για τις φυλακές στα Τρίκαλα βρέθηκα στο Τμήμα Μεταγωγών στη Λάρισα, όταν, κατά σύμπτωση είχε έρθει κι η μάνα μου σ' αυτή την πόλη με σκοπό να ξεθάψει το γέρο και να πάρει τα κόκαλά του στο χωριό να τ' αποθέσει στο Κοιμητήρι. Έμαθε το πέρασμά μου, ήρθε στο τμήμα. 

Φωτο: "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" - `Μουσείο Κορυσχάδων


Οχτώ χρόνια είχα να την ιδώ.

-Δεν τον βρήκα τον πατέρα σου, μου είπε κλαίγοντας. Τον ξέχωσαν, τον πέταξαν! Άλλον, φρεσκοθαμμένο, βρήκαμε στον τόπο του. Ούτε τα κόκαλά του, παιδάκι μου, ν' αξιωθούν να γυρίσουν στο χωριό! Τέτοια μαγκούφα τύχη, δεν του άξιζε του μακαρίτη. Τον πέταξαν! Μούιτε παπάς του νεκροταφείου, μούιτε νεκροθάφτες ξέρουν να σου δώκουν απόκριση. Τι να κάμω κι εγώ δεν ξέρω. Έφυγε ζωντανός απ΄ το χωριό, να γυρνούσε, ας ήταν και μια κάσα κόκαλα! Ούτ' αυτό!...

Σκούπισε τα μάτια της. Εμένα μ΄  έπνιγε κόμπος, δεν μπορούσα να βγάλω λέξη. Τελικά την παρηγόρησα:

-"Υπομονή, μάνα! Εσύ να ΄σαι γερή. Αυτός πάει πια, ο Θεός ας τον σχωρέσει. Κακό, που δεν τον βρήκες, μα τίποτα δε διορθώνεται, μη χολοσκάς!"

-Θυμάσαι τι σου 'λεγα; Ένα κέδρινο παλούκι! Κι όχι μαρμαρένια πλάκα, που μου 'ταζες. Ένα κέδρινο παλούκι, να τον έβρισκα.... Ένα κέδρινο παλούκι. Κι είχε τέσσερα παιδιά, ο μακαρίτης! Και βιό που βόγγαε και την υπόληψή του. Και πάει πλανταγμένος. Ναι, ναι, πλανταγμένος, δε σου το 'πα. Δεν πέθανε έσκασε! Έσκασε απ' το κακό του.

-"Μυαλό, μωρέ, ήταν αυτό που το φόραγαν αυτά τα παιδιά;"- το 'λεγε και το ξανάλεγε μέρα νύχτα, Και τραντάζονταν από τα νεύρα του, δυό δε δύνονταν να τον κρατήσουν στο κρεβάτι, ήθελε να σκοτωθεί.

-"Να ξαρματωθούν, έλεγε, στα καλά καθούμενα, να τους πάρουν και το σουγιά οι κατσ' κοκλέφτες μια ζωή! Και να κάτσουν, μωρέ, να τους πιάσουν στο γιατάκι και να τους βάνουν στο σημαδόβολο (σκοποβολή, εδώ εννοούσε τις εκτελέσεις) οι Σαμαροκώτσηδες κι οι πάσα κερατάδες, ε, δεν το 'λεγα, δεν το 'βαζε ο νους!"

Κι έσκασε! Ήταν νοικοκύρης, να πάει σαν τουρκόγυφτος; Τι να πω τώρα στο χωριό; Δε θέλω να βάλουν οι π'τάνες άσπρη βαμπακέλα (μαντήλα σ΄  ένδειξη χαράς). Θα πω ότι τον βρήκα κι έβαλα τα κόκαλα στο Κοιμητήρι στη Λάρισα, έτσι θα πω. Καλύτερα έτσι να πω. Τον πόνο σου, παιδάκι μου, μην τον βγάζεις στο παζάρι, στον περιγελάν.  

Τα 'λεγε αυτά η γριά και ποτάμι το κλάμα. Κι εγώ δεν είχα λόγια να της απαντήσω. Αισθανόμουνα ένοχος, βαριά ένοχος που δε δώσαμε σ' αυτούς τους γέρους τη χαρά της νίκης, που την περιμένανε, τήνε πιστέψανε, τη λαχταρούσανε, προσφέρανε ότι δυνότανε γι' αυτή...

Κι η μάνα μου συνέχισε:

-Κι εγώ τώρα στο χωριό σα δαυλί καμένο μοναχή... Θα πεθάνω και θα με φαν οι γάτες... Όσου να βρωμίσω να πάρουν είδηση οι γειτόνοι... Και μοιρολογάω κλαψοπούλι της νύχτας. Κάθουμαι κουκουβάγια κι αφουγκραίνουμαι τους αέρηδες να σκούζουν στα παραθυρόφυλλα... Που... τους διάλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας σου.

...................................................................

Αντώνης Καραγιάννης - Η μάνα του κρατούμενου, χαρακτικό

Τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς πήρα ένα γράμμα της, τ' αντιγράφω:

"Μ΄  έφαγε η μοναξιά. Δεν την νταγιαντάω άλλο. Έλεγα θα 'ρχόσουν αυτά τα Χριστούγεννα. Δε βαστιέται η ερημιά. Δεν είμαι αυτή που ήξερες. Τι να σου γράψω που ρωτάς; Ότι δε θα προκάνεις; Ολούθε πονίδια έχω, Κι αδυνάτισα, πολύ αχάμνηνα! Δε βλέπω. Με πατερίτσες πάω, όπου πάω. Και ποιος να μου βάλει έναν κέδρο στον κεφάλι να βρεις το κιβούρι μου, σα γυρίσεις; Να μην πάω σαν τον πατέρα σου... Αγριεύει το μυαλό μου τη νύχτα. Κι ο ύπνος δε με πιάνει. Ανάβω ένα κερί στη μέση στην κάμαρη, το κολλάω στο πάτωμα. Για τους πεθαμένους μας. Και τους μοιρολογάω. 

Τη μέρα πάω κούτσα-κούτσα στα χωράφια, για να ξεσκάω. Κι εκεί ξεραίνω τα έλατα και τα κλαριά με τα τραγούδια μου. Λέω τραγούδια για τους σκοτωμένους και μοιρολόγια για τους φυλακωμένους.

-"Μάνα, με τους πολλούς σου υγιούς, μην πολυκαμαρώνεις! Ο ένας θα πάει αρματωλός, ο άλλος θα γίνει κλέφτης. Τον τρίτο τον καλύτερο θα τόνε παρ' ο Χάρος..."

Θα κλείσω τα μάτια και θα πάω με την καρδιά καμένη... Δε μου το χρωστάει ο Θεός ούτε να σε ιδώ, ούτε να με ιδείς. Τι του καμα;  

...Κι έλεγα πως θα 'ρχόσουν φέτο τα Χριστούγεννα... Δόλια μάνα βλέπεις..." 

Η μάνα μου δεν ξέρει γράμματα. Υπαγορεύει. Κι ύστερα απαιτεί να της διαβάσεις τι έγραψες. Δε δέχεται να της αλλάξεις μήτε λέξη, δεν αντέχει τις ελληνικούρες.

Αυτή, λοιπόν, τη μοίρα επιφύλαξε ο αγγλοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός κι ο δοσιλογισμός στις Μάνες της Εθνικής μας Αντίστασης. Τα εγγόνια τους χρωστούνε τον ό ρ κ ο της Εκδίκησης. Το ηφαίστειο του μίσους ας μη σιγήσει στις καρδιές τους. Η Νέμεση είναι θεά ελληνική. Κι αδερφή της Θέμιδας...."


Πρωτοδημοσιεύθηκε στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΚΑΤΙΟUΣΑ" (13-12-2020)

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2020

Να ζεις στην Ευρυτανία το Σωτήριον Έτος 2020


Για την Πανδημία στην Ευρυτανία

Άρθρο - παρέμβαση του Γιώργου Μ. - Καρπενήσι

στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Πόσο αξίζει η ανθρώπινη ζωή;

Η απάντηση που θα έδινε κάθε λογικός άνθρωπος θα έπρεπε να είναι: η αξία κάθε ανθρώπινης ζωής είναι ανεκτίμητη. 

Αν όμως απευθυνόσουν σε ένα αστό οικονομολόγο πχ από αυτούς που συνέταξαν την έκθεση Πισσαρίδη, και ΑΝ ήταν ειλικρινής, θα σου απαντούσε τελείως διαφορετικά: η ανθρώπινη ζωή κοστίζει, όσο μπορεί να πληρώσει αυτός που την έχει για να τη διατηρήσει.

Αυτή είναι η κυρίαρχη ιδεολογία (αυτός είναι ο καπιταλισμός, θα έλεγε κάποιος άλλος) και με αυτή οδηγό ασκείται η πολιτική στο χώρο της υγείας. Είτε στο Μπουένος Άιρες, είτε στο Μπέργκαμο, είτε στη Μπουρκίνα Φάσο είτε στο Καρπενήσι η ζωή σου αξίζει αν έχεις να πληρώσεις γι’ αυτή.

Αυτή η βασική αρχή, η μετατροπή της υγείας και της ζωής σε εμπόρευμα, εξηγεί πολλά από τα «ακαταλαβίστικα», πολλά από τα «λάθη» και τις «παραλείψεις» της κυβέρνησης την περίοδο της πανδημίας. Πολύ απλά γιατί δεν είναι ούτε «λάθη» ούτε «παραλείψεις» ούτε τόσο «ακαταλαβίστικα». Συνειδητά, για να κερδοφορήσουν οι καπιταλιστικοί όμιλοι, γέμισαν 100% αεροπλάνα και βαπόρια το καλοκαίρι, συνειδητά αύξησαν τα νοσήλεια στις ιδιωτικές κλινικές, συνειδητά δεν προμηθεύουν μοριακούς αναλυτές στα νοσοκομεία για να δουλεύει ο ιδιωτικός τομέας κ.ο.κ

Έτσι, λοιπόν και στην Ευρυτανία, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα: είναι απλά λάθος και σφάλμα το ότι ο πληθυσμός της υπαίθρου έχει αφεθεί στο έλεος; Και συμβαίνει μόνο τώρα αυτό; και οι προηγούμενοι τι έκαναν; πριν την πανδημία δεν πεθαίναμε εγκαταλειμμένοι; Θυμάστε το περιστατικό πέρυσι στο Λιθοχώρι; Πέντε ώρες έκανε να πάει το ΕΚΑΒ κι ο άνθρωπος πέθανε… Πόσα τέτοια ξέρουμε; Πόσες τέτοιες τραγικές ιστορίες κουβαλάει τούτος ο τόπος;


Η πανδημία στην Ευρυτανία

Για αρκετούς μήνες η Ευρυτανία ήταν συνώνυμο της κατά Μητσοτάκη-Τσιόδρα και Σία επιτυχημένης διαχείρισης της πανδημίας. Ντόπιοι άρχοντες (sic) επιδαψίλευαν δάφνες στους εαυτούς τους και καμάρωναν για την covid free Ευρυτανία. Ο καθένας είχε την δική του ερμηνεία: άλλος έλεγε για την Προυσσιώτισσα, άλλος για το τσίπουρο, άλλος για το ευρυτανικό DNA…

Εκείνη την πρώτη περίοδο, που όλοι ήταν μέσα στα μέλια, όσοι υποδείκνυαν τα στραβά, ήταν εκτός κλίματος, ξινοί που στενοχωριούνται για τις επιτυχίες της σοφής μας κυβέρνησης. Και ξινότεροι όλων οι κουκουέδες που ζητούσαν μέτρα για τη θωράκιση των δομών υγείας και πρόνοιας του Νομού. Παρ’ όλα αυτά, τις ανησυχίες μας τις συμμερίζονταν αρκετοί, αρκετοί άκουγαν προσεκτικά. Άλλωστε ήταν και αρκετοί που είχαν αρχίσει να βιώνουν τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης.

Οι συμβολικές κινητοποιήσεις την ημέρα δράσης για την υγεία και στην πρωτομαγιά αν και είχαν μια απήχηση δεν μπορούσαν αντικειμενικά να διαταράξουν το κλίμα ευδαιμονίας των ντόπιων εκπροσώπων της κυρίαρχης πολιτικής. Δεν ίδρωνε το αυτί τους για τίποτα. Κουβέντα για το Νοσοκομείο, τσιμουδιά για το Θεραπευτήριο, άκρα του τάφου σιωπή για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Κι ας μην υπήρχε γάντι, μάσκα, στολή προστασίας ούτε για δείγμα.

Το καλοκαίρι όλοι ήταν ανακουφισμένοι και οι κάτοικοι του Καρπενησίου και των χωριών προσπαθούσαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους. Όλοι οι μεροκαματιάρηδες του Νομού προσπαθούσαν να σώσουν ό,τι σώζεται. Να επιβιώσουν για να γυρίσουν σε μια «κανονικότητα». Όχι «κανονικότητα» σαν αυτή που έταζε ο Μητσοτάκης με φόντο το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης. Κανονικότητα οι άνθρωποι εννοούν μεροκάματο, ψωμί στο τραπέζι, να μπορούν να σπουδάσουν παιδιά, να στείλουν λεφτά στο φαντάρο, να μην χρωστάνε τα φάρμακα του γέροντα.

Πάλι σφαλιάρες: τα παιδιά που θα έφευγαν για σεζόν στα νησιά να βιώνουν τον εκβιασμό του ξενοδόχου, οι κτηνοτρόφοι να βιώνουν τον εκβιασμό του έμπορα και τις επιπτώσεις του καταρροϊκού πυρετού, οι επαγγελματίες την αναδουλειά.

Όλο αυτό το διάστημα φυσικά τίποτε δεν έγινε για να πούμε ότι έχουμε νοσοκομείο για να νοσηλευτούμε αν κολλήσουμε. Μοναδική διαφορά η πρόσληψη μερικών επικουρικών νοσοκόμων και μια καλύτερη διευθέτηση. Για να βγουν οι εφημερίες επιστρατεύονταν το φιλότιμο των ελάχιστων ειδικών γιατρών και οι αγροτικοί γιατροί.

Το να φτιαχτεί και να επανδρωθεί μονάδα ΜΕΘ στο Καρπενήσι θεωρούνταν (και θεωρείται) «πεταμένα λεφτά». Ο Πέτσας απλώς, με τον κυνισμό που τον διακρίνει, ομολόγησε αυτά που οι υπόλοιποι ντρεπόντουσαν να ξεστομίσουν.

Γιατροί για να μας γιατρέψουν; Δύο ειδικοί παθολόγοι, όλοι κι όλοι και ένας πνευμονολόγος που όταν ήρθε, στήθηκαν πανηγύρια. Πανηγύρια στον 21 ο αιώνα για τα αυτονόητα, αυτά που θα έπρεπε να είναι λυμένα εδώ και δεκαετίες. Όταν όμως η κυρίαρχη αντίληψη θέλει το νοσοκομείο μιας πρωτεύουσας νομού απλό πολυϊατρείο που θα έχει ένα γιατρό από κάθε ειδικότητα, ε τότε ναι ο δεύτερος γιατρός περισσεύει…

Τι κι αν φωνάζαμε; Οι «αρμόδιοι» κάνανε βαρκάδες στη Λίμνη, αγκαζέ νεοδημοκράτες και συριζαίοι.

Η προσδοκία να ανοίξουν τα σχολεία με όρους ασφάλειας γρήγορα αντικαταστάθηκε με την ανησυχία γονέων, μαθητών, εκπαιδευτικών. Σε μια περιοδεία στα σχολεία με τον δημοτικό σύμβουλο της Λαϊκής Συσπείρωσης, διαπιστώσαμε ότι σε όλες τις βαθμίδες υπήρχαν τμήματα ακόμα και με 25 ή 27 μαθητές, ελλείψεις εκπαιδευτικών, ελλείψεις σε καθαρίστριες. Ήταν φανερό ότι τα σχολεία σε ενδεχόμενο ξέσπασμα επιδημίας εύκολα θα μετατρέπονταν σε εστία υπερμετάδοσης. Κι αυτό όταν ήδη τα κρούσματα πανελλαδικά είχαν πάρει την ανηφόρα και φαινόταν ότι ήταν θέμα χρόνου να χαθεί ο έλεγχος.

Στις 15 Οκτώβρη, με την επίμονη δουλειά των κομμουνιστών, αλλά και άλλων αγωνιστών εργαζομένων, πέντε εργατικά σωματεία και ο Αγροτοκτηνοτροφικός Σύλλογος Αγράφων οργάνωσαν συγκέντρωση για την υγεία όπου μπήκε συγκεκριμένο πλαίσιο πάλης. Στο κοινό ψήφισμα που υιοθετήθηκε αναφέρονταν:

«… τα «ήξεις αφίξεις» της κυβέρνησης όσον αφορά τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, τα ελλιπή μέτρα και πρωτόκολλα στα σχολεία, και οι τεράστιες ελλείψεις στο Σύστημα Υγείας εντείνουν την ανησυχία για τις εξελίξεις του επόμενου διαστήματος».

Αυτή η κινητοποίηση -που ενόχλησε πολύ- μπορεί και πρέπει να αποτελέσει καμπή για το εργατικό κίνημα στο Καρπενήσι. Γιατί πέρα από τη μαζικότητα ήταν η πρώτη φορά μετά από δεκαετίες που έγινε κατορθωτή μια συσπείρωση σωματείων σε ταξική βάση και σε αντιπαράθεση με την κυβερνητική πολιτική.

Εν τω μεταξύ την 28 η Οκτωβρίου το Καρπενήσι πλημμύρισε τουρίστες από Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Ήταν πια θέμα χρόνου να επέλθει το ξέσπασμα.

Τα πρώτα κρούσματα συνέπεσαν με τα λοκ ντάουν. Επισήμαινε τότε η Κομ. Οργάνωση Ευρυτανίας του ΚΚΕ: «… Δεν θα χρειαζόταν λοκντάουν αν υπήρχαν σοβαρά πρωτόκολλα στα σχολεία, στα Μέσα Μεταφοράς, αν δεν παιζόταν «η κολοκυθιά» με τις μάσκες… Άλλες θα ήταν οι δυνατότητες προστασίας της υγείας του λαού αν είχαν φτιαχτεί οι 3500 ΜΕΘ, αν είχε προσληφθεί το απαραίτητο αναγκαίο προσωπικό που έχει ανάγκη η χώρα βάσει της έκθεσης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας…».

Γρήγορα, η κατάσταση πήρε τη μορφή χιονοστιβάδας. Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του, όμως τα κρούσματα συνέχισαν να πληθαίνουν. Μπορεί οι μοριακοί έλεγχοι που γίνονταν να ήταν κάμποσοι, όμως δεν γίνονταν δειγματοληπτικά και σταθμισμένα στον πληθυσμό, αλλά όπου εμφανιζόταν κάποιο κρούσμα…... Το χειρότερο όμως ήταν ότι τα αποτελέσματα των ελέγχων πολλές φορές καθυστερούσαν να βγουν με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σαφής και έγκαιρη επιδημιολογική εικόνα, ενώ και η ιχνηλάτηση παρουσίαζε αδυναμίες, όπως και ο έλεγχος της καραντίνας όσων ήταν θετικοί και των στενών τους επαφών.

Την ίδια στιγμή, οι διάφοροι μηχανισμοί κατέγραφαν λαμπρές επιδόσεις σε πολλά σπορ: στην στοχοποίηση («αυτός μας έφερε τον ιό, έχει παιδί στη Θεσσαλονίκη), στην καταστολή μέσω προστίμων, στις «πατρικές» νουθεσίες («να φυλάγεστε») στον καταλογισμό όλων των ευθυνών στους κατοίκους («τι θέλετε; καμιά δεκαριά χιλιάδες ΜΕΘ;» ή «όποιος κολλήσει θα φταίει ο ίδιος» κ.α). Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, η επίθεση στις «ψεκασμένες αντιλήψεις» και στους «αρνητές του ιού», ξεχνώντας όμως ότι αυτές τις αντιλήψεις οι ίδιοι τις καλλιέργησαν με την αλλοπρόσαλλη πολιτική τους, ενώ ανοιχτά και οι ίδιοι φλέρταραν με τους φορείς αυτών των αντιλήψεων όταν ήμασταν …covid free. Τώρα οι «ψεκασμένοι» είναι ο βολικός εχθρός για να κρύψουν τις ευθύνες τους για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Πραγματικά, η υποκρισία τους σπάει κόκκαλα. Αυτοί που καταλογίζουν δεξιά και αριστερά ατομικές ευθύνες, ποτέ δεν διανοήθηκαν να αναλάβουν τις δικές τους ατομικές και συλλογικές ευθύνες για το πώς φτάσαμε ως εδώ.

Τώρα πια, η εικόνα είναι πολύ δύσκολη. Υπάρχει μεγάλη διασπορά του ιού που απ’ ότι φαίνεται μετατοπίζεται προς την Δυτ. Ευρυτανία, η οποία σε ένα βαθμό σώζεται επειδή είναι αραιοκατοικημένη. Το παράδειγμα του Ραπτόπουλου είναι χαρακτηριστικό: ενώ υπάρχουν διασωληνωμένοι από την προηγούμενη εβδομάδα, οι μοριακοί έλεγχοι δεν έγιναν κατευθείαν, αλλά με καθυστέρηση. Άλλωστε, όταν υπάρχει μόνο ένα συνεργείο του ΕΟΔΥ που να πρωτοπάει; Φυσικά δεν υπήρξε καθυστέρηση στη… συκοφαντία αφού οι ασθενείς κατηγορήθηκαν ότι γλεντούσαν σε κάποια γιορτή (αλήθεια, ποιος άγιος γιόρταζε;). Και μπορεί η κατηγορία να διαψεύστηκε, ωστόσο η ρετσινιά έμεινε.

Σήμερα, μετράμε τρεις νεκρούς, έξι διασωληνωμένους και πολλές δεκάδες ενεργά κρούσματα. Στην κλινική covid του νοσοκομείου νοσηλεύονται περίπου 15 ασθενείς, ενώ ο πνευμονολόγος και ο ένας ειδικός παθολόγος είναι εκτός επειδή νόσησαν. Μένει ένας (!) παθολόγος να τα βγάλει πέρα με 10-12 μέρες συνεχή εφημερία, ενώ ταυτόχρονα το νοσηλευτικό προσωπικό παλεύει για να μην νοσήσει γιατί τότε θα κλείσει το νοσοκομείο. Οι εργαζόμενοι έχουν φτάσει στα όρια της κατάρρευσης ενώ κλήθηκε γιατρός που νοσούσε από covid να διασωληνώσει 32χρονο ασθενή! Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ καβγαδίζουν για το ποιος από τους δυο βούλιαξε περισσότερο το νοσοκομείο!

Μάλιστα ο βουλευτής της ΝΔ το πάει ένα βήμα παραπέρα: μαλώνει όποιον κάνει κριτική ότι δήθεν επιδιώκει «μικροπολιτικά οφέλη». Πόσο θράσος χρειάζεται για να το εκστομίζει αυτό ειδικά ο συγκεκριμένος άνθρωπος;

Σήμερα, 12 Δεκέμβρη, η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου είναι κλεισμένη μέσα.

Βασιλεύει ο φόβος και η οργή.

ΤΩΡΑ όμως, κι όχι μετά, ΤΩΡΑ είναι η ώρα ο καθένας να βγάλει τα συμπεράσματα του και να αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει. Κανένας δεν θα μας σώσει, μόνοι μας έχουμε το χρέος να σηκωθούμε από τον λάκκο που μας έχουν ρίξει.

Και σίγουρα δεν θα μας σώσουν όλοι εκείνοι που τόσα χρόνια μας παράτησαν στην τύχη μας, εκμαύλισαν συνειδήσεις, εξανδραπόδισαν τους κτηνοτρόφους, έκλεισαν τα εργοστάσια, λεηλάτησαν τον πλούτο του τόπο μας, περιθωριοποίησαν τους «ενοχλητικούς».

Η πανδημία κάποια στιγμή θα τελειώσει, όμως τα βάσανα που περνάμε τώρα δεν πρέπει να ξεχαστούν. Αν μη τι άλλο, αυτή την περίοδο φάνηκε τι αξία έχει ο καθένας:

Ποια αξία έχει ο γιατρός κι ο νοσοκόμος, ποια αξία έχει ο δάσκαλος, ποια αξία έχει ο εργάτης καθαριότητας, ο υπάλληλος στο σούπερ μάρκετ, ο ντελιβεράς, ο κτηνοτρόφος και τόσοι άλλοι.«Είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί, είναι οι ξωμάχοι κι οι προλετάριοι…» που λέει κι ο ποιητής. Χωρίς αυτούς, χωρίς τον εργαζόμενο λαό δεν επιβιώνουμε ούτε μια μέρα.

Χωρίς τους άλλους, μεγαλοσχήμονες που καταβροχθίζουν εκατομμύρια θα περνούσαμε μια χαρά!

Μπορούμε λοιπόν!. Έχουμε τη δύναμη να βαδίσουμε μαζί, να ζητήσουμε ζωή κι όχι απλά επιβίωση. Έχουμε το δικαίωμα να ζήσουμε με αξιοπρέπεια στα αγαπημένα μας βουνά και όχι μια χαμοζωή γεμάτη βάσανα και αγωνία!

Άρθρο - παρέμβαση του Γιώργου Μ. - Καρπενήσι

στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2020

"Σαν να το ζώνη τρανή λύπη..."


 

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ


Ω! νάτο!νάτο, ξεπροβάλλει

με τα λευκά του τα σπιτάκια

που τα στολίζουν μύρια κάλλη

και μοιάζουνε με παλατάκια.


Δροσόλουστο κι ανθολουσμένο

σκορπάει γλυκειά μοσχοβολιά

Ω! το χωριό μ' τ' αγαπημένο!

σαν ανθισμένη μυγδαλιά.


Ω! νάτο! νάτο το αυλάκι

με το τρεχούμενο νερό

Ω! νάτο! νάτο το ρεματάκι

που παίζαμε ένα καιρό. 


Ω! νάτο!.. ίδια όλα μένουν

η ΚαμαρόΡουσ' η Ξυνή

το λαγκαδάκι που λευκαίνουν

και μια εκκλησούλα μακρυνή.


Ω! να το σπίτι μου Ω! νάτο!

που μέσα είμαι γεννημένος

στέκει ολόλευκο χιονάτο

το σπίτι πουμ' αναθρεμμένος.


Το ίδιο είναι ούτε τρίχα

δεν μεταβάλθηκε σ' αυτό

ό,τι μικρό παιδάκι είχα

το βρίσκω πάλι το κρατώ.


Το ίδιο μα κάτι του λείπει

και μένει αμίλητο κρυφό

σαν να το ζώνη τρανή λύπη

κι έχει παράπονο κρυφό.


Το σπίτι που αχολογούσε 

χίλιες φωνές δαιμονικά

και από κλάματ αντηχούσε

και από γέλια παιδικά.


Βουβάθηκε!.. μικρούς μεγάλους

τους πήραν δυο τρανά θεριά

του χάρου το δρεπάνι άλλους,

κι άλλους η μαύρη ξενητιά.


Κάτι με σέρνει στο χωριό μου

κάτι μακριά του μ' απωθεί

το βλέπω πάντα στ' όνειρό μου

πάντα η ψυχή μου το ποθεί.


ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 

(ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ) 1905


ΥΓ. "Συναντήσαμε" το... θέμα στην πετρόχτιστη βρύση της Ανατολικής Φραγκίστας, γενέτειρα του Ευρυτάνα λογοτέχνη Δημήτρη Παπαδόπουλου - "Τυμφρηστού" (1870-1930) και συγγραφέα, μεταξύ άλλων, και του εμβληματικού έργου "Η Ωραία του Πέραν"!