Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

ΑΓΡΑΦΑ: με μια χούφτα στίχους*

“Κι οι βράχοι είναι τα κάστρα μου, τα ελάτια ειν᾿ ο στρατός μου,/ καὶ τα πουλιά μου ειν᾿ ὁ λαός, κ’ οι αϊτοί μου οι πολεμάρχοι.” (Κωστής Παλαμάς)

Η φωτο-ανάρτηση αφιερώνεται στους συναγωνιστές, από το κίνημα κατά των αιολικών ανεμοτεράτων, που απειλούνται με διώξεις. ΟΧΙ στην τρομοκρατία και την ποινικοποίηση των αγώνων. Κι αν, ανέκαθεν, η κρατική εξουσία πήγαινε χέρι-χέρι με το κεφάλαιο, το ίδιο έπραττε, κατ’ αντιστοιχία, και ο αγώνας με την αλληλεγγύη! ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ συλλογικά στην επιχειρούμενη λεηλασία της φύσης και του λαού από τη βάρβαρη επέλαση των κερδών. Αγώνας για Ζωή, Γη και Ελευθερία. Να ανακηρυχθούν τα Άγραφα Εθνικός Δρυμός!

*****


"Το πεντακάθαρο νερό που κυλά στα ποτάμια  μεταφέρει στο διάβα του και το αίμα των προγόνων μας. Το μουρμουρητό του είναι η φωνή τους." (Ινδιάνος Αρχηγός Seattle)

“Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;/ Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές;/ Τ’ ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.” (Οδυσσέας Ολύτης)

“Για μένα ούτε συστήματα, κούφιες ιδέες και νόμοι./ Πολλοί οι θεοί, τον άνθρωπο τον ένα πως να τον κάμω…” (Θανάσης Κυριαζής)

“Αχ! πότε η καταχνιά σου αυτὴ κ’ η τόση σου θολούρα,/ που τώρα στο ατέλειωτο σάβανο σε τυλίγει,/ πότε να γίνει θα την δω καπνούρα απὸ ντουφέκια!” (Κώστας Κρυστάλλης)

“Θέλω να μιλήσω για σένα/ αδερφέ μου/ μα το μολύβι μου σκοντάφτει/ στη σκληρή σου απόφαση/ και στη σκληρή σου ζωή” (Μιχάλης Σταφυλάς)

“Και δίνεις στις ζωὲς ζωή, φέρνεις στις χάρες χάρι/ περήφανο και σπλαχνικὸ βουνό, βουνών καμάρι!” (Γιώργος Δροσίνης)

“Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε./ Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα ψηλαλώνια. O αγέρας είναι/ αψύς κει πάνου…” (Γιάννης Ρίτσος)

“Και λέει η ιστορία για ένα λαό/ απ’ ουρανό πλασμένο και φωτιά…” (Χάρης Σακελαρίου)

“Ψυχή βαθιά! Κανείς δεν πάει χαμένος!/ Ψυχή βαθιά! Μυριάδες ακλουθάνε!” (Αιμίλιος Βεάκης)

“Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά/ που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα…” (Γιώργος Σεφέρης)

“Δίχως αγγίγματα, δίχως περιπτύξεις/ συναντιόμαστε με τη μνήμη” (Τίτος Πατρίκιος)

“Βουνά δικές μας καλλονές και βάσανα δικά μας…” (Δώρης Άνθης)

“Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα,/ ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα!” (Νίκος Καζαντζάκης)

“Είμαι η λόγχη που κοκκίνισε στὸ αίμα της δύσης/ και φρουρεί το Αόρατο/ απ᾿ την άρνηση καὶ την ειρωνεία” (Ζαχαρίας Παπαντωνίου)

“Ένα εμπόρευμα δεν έχει άλλην αξία/ παρά της κατανάλωσης./ Γι’ αυτή και μόνο ενδιαφέρεται το εργαλείο.” (Θοδωρής Σκουρλής)

*****

ΥΓ. Η τελευταία φωτογραφία ΔΕΝ είναι -ευτυχώς- από τα Άγραφα και οπωσδήποτε δεν συνάδει και αισθητικά με τις προηγούμενες! Λειτουργεί απλά σαν μία ακόμη υπενθύμιση ότι χιλιάδες άνθρωποι συνεχίζουν να παλεύουν, αν και με σφεντόνες κόντρα σε πυρηνικά, για να μην υπάρξουν τέτοιες αποκρουστικές εικόνες και στην καλλίμορφη κι ανέγγιχτη γη των Αγράφων (βλ. εδώ),  να “μην μολέψει η πατούσα του τυράννου τον τόπο που έμειν’ Άγραφος για πάντα…” όπως έλεγε κάποτε και ο δικός μας αξέχαστος Ευρυτάνας ποιητής Μιχάλης Σταφυλάς (βλ. εδώ). “Για να σταθείς στα πόδια σου και ν΄ αντικρίζεις τον ήλιο, για να κρατήσεις το ταμπούρι σου, για να κρατήσεις την Ιστορία σου, για να κρατήσεις…”!  Τίποτε περισσότερο μα ιδίως τίποτε λιγότερο.



* Πρωτοδημοσιεύθηκε στην ΚΑΤΙΟUΣΑ (3-12-2019)



ΥΓ (πρόσφατο): Επιπλέον, και με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βουνού και την Συγκέντρωση-Πορεία που έχει εξαγγελθεί για την ίδια μέρα 11 Δεκεμβρίου στην Αθήνα, κοινοποιούμε προς ενημέρωσή σας και τις αφίσες-καλέσματα των Συλλογικών Φορέων.
Ιδού:














Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2019

"Έρχεται ο καλαντζής..."!


Ένα εξαιρετικό άρθρο μνήμης και τιμής, από τη μοναδική πένα του φίλου και συμπατριώτη μας Σεραφείμ Τσιουγκρή 
χαρισμένο ειδικά στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Ο μπάρμπα-Μάρκος ο καλαντζής

Αργούσε να ξημερώσει μα ο μπαρμπα-Μάρκος "ο καλαντζής'' ήταν έτοιμος ώρα τώρα για να ξεκινήσει άλλη μια μακρινή πορεία σε κάποιο από τα χωριά της Ευρυτανίας.

Είχε ετοιμάσει αποβραδίς τα εργαλεία της δουλειάς του, βάζοντας τα σ' ένα τσουβάλι φτιαγμένο από σπάρτα (φυτό που φύεται άφθονο στην περιοχή με δυνατή μυρουδιά και κίτρινα φύλλα). Κασσίτερος, καλάι, σπίρτο (οξύ) και φύλλα χαλκού ήταν τα υλικά που χρησιμοποιούσε για να κάνει έργο την τέχνη που έμαθε από μικρό παιδί. Με καταγωγή από ένα μικρό χωριό της Θεσπρωτίας στα σύνορα με την Αλβανία, την Πόβλα, και κατοπινά παντρεμένος στην Ευρυτανία, έμαθε την τέχνη του ''καλαντζή'', ή του "γανωματή" όπως αλλιώς λεγόταν τότε, από ανθρώπους που την διδάχτηκαν από γενιά σε γενιά. Η Ήπειρος πέρα από τους μάστορες που σμίλευαν την πέτρα φτιάχνοντας μοναδικής ομορφιάς κτήρια φημίζονταν επίσης για τους καλαντζήδες. Μια τέχνη που στις μέρες μας τείνει να εκλείψει αν δεν έχει εκλείψει ήδη...

Την δεκαετία του '50-'60, μα και πολύ αργότερα, όλα τα μαγειρικά σκεύη ήταν φτιαγμένα απο χαλκό. Κατσαρόλες, ταψιά, καζάνια, ακόμη και ρακοκάζανα! Με αυτά ασχολούνταν μια ζωή ο μπάρμπα Μάρκος (ο οποίος, εδώ πρέπει  να το αναφέρω, ήταν παππούς μου από το σόι της μητέρας μου, που ήταν βέρα Ευρυτάνισσα). 

Φορτώθηκε λοιπόν το σπαρτίσιο τσουβάλι, αφού πρώτα τελείωσε το τρίτο φλιτζάνι καφέ ελληνικό κάνοντας και σχεδόν μισό πακέτο τσιγάρα σέρτικα, και κίνησε αργά-αργά. Περπατούσε ώρες, ατέλειωτες και μοναχικές, μέσα από βουνά και λαγκάδια για να φτάσει στο χωριό που για δυό βδομάδες θα τον φιλοξενούσε. Μεγάλο χωριό, πολλά τα "κακκάβια" (σκεύη). 

Τα πιτσιρίκια που έτυχε να παίζουν εκείνη την ώρα στην είσοδο του χωριού άρχισαν να φωνάζουν: ''έρχεται ο καλαντζής, έρχεται ο καλαντζής'', δίνοντας έτσι πρώτη ενημέρωση στους μεγαλύτερους για την άφιξή του. Κατευθύνθηκε σε μια γωνιά του κεντρικού δρόμου όπου υπήρχε ένα μικρό οίκημα που το χρησιμοποιούσε ως εργαστήρι όπως επίσης και για να κοιμάται τα βράδια έχοντας στην διάθεση του ένα μικρό κρεβάτι που φάνταζε βασιλικό μετά από τόσες ώρες σκληρής δουλειάς. Στο "εργαστήρι" υπήρχε ένα μικρό αμόνι-φυσερό, διάφορα άδεια ξύλινα ράφια, καθώς και τσουβάλια με κάρβουνα.

Ακούμπησε σε μια άκρη το τσουβάλι με τα υλικά και τα εργαλεία, έκανε ένα τσιγάρο και ξεκίνησε για το μοναδικό καφενείο του χωριού. Μπήκε μέσα... Όλοι τον καλοδέχτηκαν, τόσα χρόνια άλλωστε που δούλευε σ' όλα τα χωριά της Ευρυτανίας γνώριζε κόσμο και κοσμάκη! .Μάλιστα δυό τρείς από τους θαμώνες σηκώθηκαν από τα τραπέζια τους και πήγαν στο δικό του. Η βραδιά προβλέπονταν ενδιαφέρουσα με καλό μεζέ και άφθονο αλκοόλ. Λάτρης του ο μπάρμπα-Μάρκος του 'δινε και καταλάβαινε όποτε είχε χρόνο, κι αν υπήρχε και παρέα όπως καλή ώρα, ήτανε σίγουρο πως θα 'ριχνε και τις στροφές του χορεύοντας μοναδικό ζειμπέκικο, βαρύ κι αντρίκειο.

Με το ξημέρωμα, άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού φέρνοντας ο καθένας κάποιο κατσαρολικό για "γάνωμα''. Το γάνωμα ήταν η κύρια ασχολία του μπάρμα-Μάρκου, αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχαν χρήματα ώστε να φτιάξουν οι φτωχοί  καινούργια σκεύη. Προσπαθούσαν κατ' αυτό τον τρόπο να τα κρατήσουν όσο πιο πολύ γινόταν. Θυμάμαι που μου έλεγε ο παππούς μου ότι πολλές φορές δεν του έδιναν χρήματα αλλά διάφορα τρόφιμα που τα έπαιρνε ευχαρίστως για να ταϊσει κι εκείνος τη δική του οικογένεια. Τυριά, κρέας και  κάποιες φορές λίγο λάδι.

Άναβε τότες το φυσερό βάζοντας άφθονα κάρβουνα και μ' αυτά τροφοδοτούσε με αέρα το μικρό λάκκο ανεβάζοντας τη θερμοκρασία στα επιθυμητά ύψη. Στη συνέχεια, έπαιρνε το σκεύος, το έπλενε αρκετή ώρα με το οξύ (το σπίρτο που προανέφερα) καθαρίζοντάς το με μια τσιμπίδα και ένα είδος βαμβακιού. Τη μυρωδιά του τη θυμήθηκα πολλά χρόνια αργότερα σε... μια πορεία διαμαρτυρίας όπου μας τιμήσανε με κάμποσα δακρυγόνα οι φρουροί της έννομης τάξης! Πόσο βλαβερό ήταν για την υγεία αυτό το πράγμα! Τώρα καταλαβαίνω γιατί με έβγαζε έξω ο παππούς μου όταν έκανε αυτές τις πλύσεις. Συνέχιζε αφήνοντας το σκεύος πάνω στην φωτιά μέχρι που ο χαλκός κοκκίνιζε από τη θερμότητα. Εκείνη την στιγμή έβαζε το καλάι μέσα και με κυκλικές κινήσεις έδινε ένα ομοιόμορφο χρώμα λευκό που κόλαγε επάνω και μετά από ώρα κρύωνε και έτσι ήταν έτοιμο για χρήση ύστερα βέβαια από ένα καλό πλύσιμο.

Όσο για τη διαδικασία δημιουργίας ενός καινούργιου σκεύους, αυτή ήταν αφάνταστα δύσκολη. Τα φύλλα του χαλκού όπως και όλα τα απαραίτητα υλικά τα προμηθευόταν από κάποιο μαγαζί της Θεσσαλονίκης πηγαίνοντας ο ίδιος ως εκεί για να τα πάρει, με ότι σήμαινε την εποχή εκείνη ένα τέτοιο μακρύ ταξίδι. Έχοντας τότε στη διάθεσή του το χαλκό, τον έκοβε μ' ένα τεράστιο ψαλίδι στο σχέδιο που ήθελε. Τα καρφιά που χρησιμοποιούσε, για να δένει το ένα φύλλο με το άλλο, ήταν κι αυτά από χαλκό και τα 'φτιαχνε ό ίδιος! Όλο το κατασκεύασμα ήταν εξ' ολοκλήρου χειροποίητο! Με τον κασσίτερο και το καλάι ταίριαζε τα κομμάτια μεταξύ τους, τα κολλούσε και έφτιαχνε ότι σχέδιο ήθελε ο πελάτης. Και πιστέψτε με, δημιουργούσε σχέδια απαράμιλλης ομορφιάς, σωστά κομψοτεχνήματα που κάμποσα απ' αυτά στολίζουν μέχρι και σήμερα ακόμη, κάμποσα χωριατόσπιτα, φέρνοντας στο νου αλλοτινούς καιρούς που η δουλειά κι ο μόχθος ήταν και τέχνη. Να τονίσω εδώ ότι μεγάλη πέραση είχαν τα ρακοκάζανα, που έβγαζαν το τσίπουρο στα χωριά. Τα φαγητά, το τσίπουρο, όλα ήταν απίστευτα νόστιμα όταν χρησιμοποιούνταν αυτά τα σκεύη. Κάποιοι αναγνώστες που δοκίμασαν καταλαβαίνουν τι εννοώ.

Διαβάζοντας κανείς τούτο το κείμενο ίσως να νομίζει ότι αυτή η δουλειά ήταν απλή, κάθε άλλο όμως... Τα ροζιασμένα χέρια του μπάρμπα-Μάρκου ήταν μαύρα από τις καρβούνες και τη χρήση όλων αυτών των χημικών, άσε δε που παντού είχε καψίματα. Θυμάμαι ακόμη μέχρι και το κάψιμο που είχε ο παππούς μου μόνιμα στο χείλος του, αυτό όμως ήτανε από τα σκέτα τα τσιγάρα που κάπνιζε! Του άφηναν σημάδι μόλις η κάφτρα έφθανε στο τέλος της, αφού συνήθως έτσι, με το τσιγάρο στο στόμα, τον έπαιρνε ο ύπνος  από τη βαριά κούραση...

Ο μπάρμπα-Μάρκος ο καλαντζής έζησε μια ολόκληρη ζωή γυρνώντας τα ευρυτανικά χωριά και δουλεύοντας με το χαλκό. Το παραπάνω κείμενο είναι ένα μικρό αφιέρωμα στην μνήμη του καθώς και στην τέχνη του καλαντζή που χάθηκε οριστικά χάριν... της τεχνολογίας της χύτρας! Φαγητό σε χάλκινη κατσαρόλα που βράζει πάνω σε πυροστιά με ξύλα δίνει τέτοιο γευστικό αποτέλεσμα που ούτε οι καλύτεροι σεφ δεν το καταφέρνουν.

Ήταν μια νοσταλγική διήγηση από τον Σεραφείμ Τσιουγκρή 

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2019

Ψηφίδες νοσταλγίας...

Μια παλιά συνοδευτική εικόνα : το υπαίθριο κουζινάκι κάποιας άλλης γιαγιάς που πλέον δεν υπάρχει...

«Γιόκα μου τι είναι αυτά που λες; καλώδια κι φώτα;
Εγώ θέλω τη λάμπα μου, σαν ήτανε και πρώτα.
Νυχτούλια να σηκώνουμαι, το τζάκι μου ν' ανάβω,
και σύμπα - σύμπα τη φωτιά τη ρόκα μου να πιάνω.
Νύχτα να πάω για πότισμα, νύχτα για να κλαρίσω
και πριν να σβήσ' ο αυγερινός τα γίδια να σκαρίσω.»


(στίχοι του Ευρυτάνα Μένιου Σ. Κουτσούκη - από ένα παλιό "Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο"  του 1967)



Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Ο τελευταίος προστάτης του Λαού *

Ο αλησμόνητος  Παύλος Μπέικος από τον Κλειτσό Ευρυτανίας

Λίγα κόκκινα γαρύφαλλα μνήμης 
για τον ηρωϊκό Ευρυτάνα Αντάρτη του ΔΣΕ Παύλο Μπέικο

«Ο Παύλος Μπέικος εκλέχτηκε Γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ Ευρυτανίας μετά την απελευθέρωση, ύστερα τοποθετήθηκε δεύτερος της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ Εύβοιας, έβγαλε την πρώτη σειρά της Κομματικής Σχολής Δ. Γληνού και το 1948, την άνοιξη, στάλθηκε στα βουνά της Ρούμελης για την οργάνωση τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού, στον οποίο αναδείχτηκε Πολιτικός Επίτροπος Ταξιαρχίας (...)

(...) Με την ήττα του ΔΣΕ το 1949, στον Παύλο Μπέικο δόθηκε εντολή του Π.Γ. του ΚΚΕ να παραμείνει επικεφαλής άλλων διακοσίων αγωνιστών, στο εσωτερικό της χώρας για τη... "δημοκρατικοποίηση", δηλαδή την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, ως την άνοιξη του 1950, που, σύμφωνα με "το όπλο παρά πόδας", θα ξαναγυρνούσε ο ΔΣΕ...

Και να πως μου αφηγήθηκε το χαλασμό και το χαμό τους ένας από τους 180 περίπου άντρες που είχσνε μείνει με τον Παύλο, ο διοικητής, Λόχου -ή Τάγματος- Παναγιώτης Καρανικόλας: 

-"Μας μάζεψε ο Παύλος σ' ένα ξωκκλήσι, θα 'μασταν εκατόν ογδόντα νομάτοι. Από ταγματάρχη κι απάνω. Ο άλλος κόσμος φεύγαν, φεύγαν! Για την Αλβανία; Φεύγαν! Που να το φανταστείς τέτοιο τέλος!... 

Τ' αυτόματα ριγμένα σωρός μέσα στο ξωκκλήσι. 

-"'Εχουμ' εντολή απ' το Κόμμα -άρχισε να μάς λέει ο Παύλος αργά αργά και βαριά- να μείνουμ' εδώ, στο εσωτερικό. Να προστατέψουμε το λαό απ' την τρομοκρατία, που θα εξαπολυθεί ύστερ' απ' την υποχώρησή μας. Κανένας δεν μας εγγυάται, ότι δε θα πεθάνουμε. Το πιο βέβαιο είναι αυτό, να χαθούμε ως τον ένα. Όποιος θέλει να μείνει μαζί μου να εκπληρώσουμε την εντολή του Κόμματος, να σηκωθεί, ας πάρει ένα αυτόματο κι ας περάσει απ΄ εδώ".

Κανένας μας δε σάλεψε απ' τη θέση του. Σκύψαμε όλοι τα κεφάλια, νιώθαμε ντροπή. Και ποιοι, να πεις; Εμείς! Ναι, εμείς, που το κορμί μας ήταν κόσκινο απ' τις σφαίρες! Οι άλλοι, όμως, έλα που φεύγαν, φεύγαν...

Ο Παύλος άρχισε να μας καρφώνει έναν-έναν με βαριά ματιά. Κατακόκκινα ήταν τα μάτια του απ' την ξαγρύπνια μερόνυχτα και μερόνυχτα! Μπορεί κι απ' την αγωνία, που μας βασάνιζε όλους, έσκαζες απ' το κακό σου! Εμείς ξακολουθούσαμε να κρατάμε χαμηλωμένο το κεφάλι. Και μούιδε μιλιά, κιχ!

Ο Παύλος έφτυσε τ' αποτσίγαρο που συχνά το κρατούσε ζούφιο στα χείλια, προχώρησε κατά το σωρό τ' αυτόματα, σήκωσε ένα, το πέρασε με αργή κίνηση στον ώμο του, μας ξανακοίταξε -το μάτι του, τον έβλεπα, ήταν, μα το Θεό, υγρό...

-"Άϊντε, καλά! Άϊντε στο καλό σας, κανένας δεν μπορεί να σας κατηγορήσει γι' αυτό. Και με το ζόρι κανένα δεν κρατώ, τι να τον κάμω; Ώρα σας καλή, εγώ όμως θα μείνω. Μόνος, αλλά θα μείνω. Θα μείνω να πεθάνω και να με φάνε τα τσακάλια, αλλά την εντολή του Κόμματος δε θα την παραβώ".

Και τράβηξε να βγει...

Δεν βαστάχτηκα, δεν το βάσταξα! Πετάχτηκαν τα κλάματ' απ' τα μάτια μου, πως αφήνω το σύντροφό μου. Πως να τον αφήσω το σύντροφό μου, που τόσα χρόνια πολεμάμε μαζί, πλάι-πλάι στο μετερίτζι;

-"Θα μείνω κι εγώ μαζί σου", φώναξα, πήρα ένα αυτόματο και τον ακολούθησα.

-"Κι εγώ... κι εγώ... κι εγώ...." - ακούστηκαν κι άλλες, πολλές μαζί φωνές.

Να μη στα πολυλογώ, μείναμε όλοι, ως τον ένα! Ούτε ένας κιοτής τελικά. 

Κι αν ρωτάς τώρα και τι απογίναμε; Οι πλειότεροι σκοτώθηκαν. Οι άλλοι πιαστήκαμε, όπως κι εγώ. Στο τέλος ο Παύλος έμεινε με δυό, όπως έμαθα. Πέσαν οι τρεις στο θεσσαλικό κάμπο, για μια φέτα ψωμί... Και πάει, χάθηκε κι ο Παύλος!

Θε μου, τι κόσμο, πόσον κόσμο χάσαμε... "


Αυτά μου ιστόρησε στη φυλακή στη Γιούρα ο Παναγιώτης Καρανικόλας. Κι απ' άλλο συγκρατούμενο, ακριβέστερα από τη μάνα του, που τον επισκέφτηκε στις φυλακές του Βόλου, που κρατούμασταν ένα φεγγάρι, έμαθα για τον αδερφό μου πως χαλάστηκε.

Στις δυό, λέει, του Μάη του 1950, πρωί-πρωί ο Παύλος κι οι δυό σύντροφοί του, που του είχανε απομείνει από το τμήμα των 180, βρεθήκανε περικυκλωμένοι από στρατό και ΜΑΥδες έξω απ' το χωριό Ζαρχανάδες, κοντά στην Καρδίτσα. Είχανε κατεβεί στο καμποχώρι για λίγο ψωμί, τους είχε κόψει η πείνα όλο το χειμώνα. Το πιθανότερο είναι ότι προδοθήκανε. 

Στην προσπάθειά τους να ξεφύγουνε από τον κλοιό, ο Παύλος δέχτηκε τη φονική σφαίρα του ΜΑΥ από τους Ζαρχανάδες Κώστα Σμυρνιώτη. Στην κοιλιά, κοιλιακό τραύμα, ίσον θανάσιμο! Ο Παύλος, έχοντας ασφαλώς επίγνωση, προφανώς δεν ήθελε να πέσει ζωντανός στα χέρια των αντιπάλων του, είπε στους συντρόφους του ν' απομακρυνθούνε κι ο ίδιος σύρθηκε μέσα σε μια γράνα του σταροχώραφου, όπου είχανε περικυκλωθεί, τράβηξε τον κρίκο της τελευταίας του χειροβομβίδας μιλς, την έσφιξε πάνω στο στήθος του...

Ό,τι απόμεινε από εκείνο τον άντρα των δυο περίπου μέτρων και "που 'ταν σαν δυο βουνά οι πλάτες του, σαν κάστρο η κεφαλή του", το περιμάζεψε, αργότερα, μια γερόντισσα του χωριού, χαροκαμένη μάνα σκοτωμένου αντάρτη του ΔΣΕ, και το 'θαψε στον περίβολο της εκκλησίας.

Κι ο Σμυρνιώτης εισέπραξε τα είκοσι εκατομμύρια τοτινών δραχμών, ποσό με το οποίο ήτανε επικυρηγμένος σαν "ληστής" ο υποδειγματικός εκείνος κομμουνιστής...»


(Αποσπάσματα από μαρτυρία του αδερφού τού Παύλου - Ευρυτάνα αγωνιστή Γεωργούλα Μπέικου εμπνευστή του περίφημου "Κώδικα Ποσειδώνα" (βλ. αφιέρωμα "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" ) - που ιχνηλατήσαμε από το εμβληματικό βιβλίο του με τίτλο : " Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα" - εκδ. Θεμέλιο, 1979)



* Πρωτοδημοσιεύθηκε στην ΚΑΤΙΟUΣΑ (19-11-2019)

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2019

Αύριο θα παλιώσει...


Ο νους μου πάντα στα παληά τα χρόνια τριγυρίζει
και μου τα λέει για πειό καλά και μου τα μακαρίζει.
Κι εγώ του λέω: «βρε νου τρελλέ, για βάλε λίγη γνώση,
λαμπρό είναι και το σήμερα, που αύριο θα παληώσει....»

(στίχοι του εκ Προυσού Ευρυτανίας καταγομένου ποιητή Θανάση Κυριαζή, 1887-1950 - βλ. και εδώ!)


ΥΓ. Η συνοδευτική φωτογραφία μας είναι από τη Μαύρη Σπηλιά στον Προυσό. 


Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

Όταν και η ίδια η φύση αποτίει φόρο τιμής!


Ιδού η κορφή "Τσεκούρας" πάνω από το Μνημείο στη Νιάλα των Αγράφων!

Την ιστορεί με ανείπωτη συγκίνηση και μοναδική περιγραφικότητα στο βιβλίο του "Πληγές του Εμφυλίου" (βλ. εδώ!) ο παλιός μαχητής του ΔΣΕ Βασίλης Φυτσιλής που βίωσε ο ίδιος τα γεγονότα του 1947.

Παρατηρείστε προσεκτικά το προφίλ, την πλάγια όψη, του βουνού! Δείτε πόσο μοιάζουν με ανθρώπινη μορφή οι ανάγλυφες πτυχώσεις του θεόρατου βράχου! 
Σαν τον "Παγωμένο Αντάρτη" της τραγωδίας που έμεινε για πάντα αειθαλή πετρωμένη μνήμη στα αγραφιώτικα βουνά της θυσίας...  

Θαρρεί κανείς ότι και η ίδια η Νιάλα αποτίει αιώνιο φόρο τιμής! 

ΥΓ1. Κάντε δεξί "κλικ" επάνω στην εικόνα και κατόπιν "άνοιγμα συνδέσμου σε νέα καρτέλα" ώστε να δείτε σε μεγάλο πλάνο τη φωτο. 

ΥΓ2. Επ' ευκαιρία, διαβάστε το αφιέρωμά μας για τα γεγονότα της Νιάλας (εδώ!) και δείτε και ένα σχετικό ντοκιμαντέρ (εδώ!)


ΥΓ3. (πρόσφατο). Αναρτήσαμε, σε αυτό το θέμα, και την αφίσα-κάλεσμα της "Επιτροπής Αγώνα Αγραφιωτών" αναφορικά με τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας (Καρδίτσα 27-11-2019) ενάντια στην επιχειρούμενη ποινικοποίηση του αγώνα.