Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Τα σπιτάκια που περπατάνε!


Μια ματιά στο παρελθόν μέσα από τα μάτια των παιδιών!

<< Για πρώτη φορά ένα παιδί του Κρίκελλου βλέπει το τραίνο στο Λιανοκλάδι. Είναι η ώρα που φεύγει για τη Λάρισα. 

"Κύριε, κύριε", φωνάζει ξαφνικά ο Κώστας: 

-"Κοίταξε σπιτάκια περπατάνε.... Και το πρώτο καπνίζει.... Θα κάνουν το φαΐ τους..."

-"Παιδιά, αυτός είναι ο σιδηρόδρομος", είπε ο δάσκαλος. 

-"Α!.." έκαμαν όλα τα παιδιά και τα παράθυρα γεμίσανε κεφαλάκια...>>


(του αείμνηστου Ευρυτάνα εκπαιδευτικού και συγγραφέα Γιάννη Βράχα (1910-1993) - Παιδικό ανάγνωσμα για τις τάξεις Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ / "Εκδρομές-Υγεία-Χαρά-Μόρφωση" / "Εκδοτικός οίκος ο σοφός κένταυρος", τρίτη έκδοση βελτιωμένη, 1963)  


Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Η νυφίτσα


Ο αλησμόνητος Ευρυτάνας λογοτέχνης Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915) μας συστήνει τη Νυφίτσα, μέσα από το εξαιρετικό βιβλίο του με τίτλο "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου" (βιβλιοπωλείον της Εστίας)

Απολαύστε τη!

======================

Η ΝΥΦΙΤΣΑ

Ιδού και ο τρόμος των κοριτσιών. Περιέρχεται την νύκτα τα σπίτια και κατακόβει τα υφάδια των αργαλειών, χώνεται εις τα φορτσέρια και σχίζει τα φο­ρέματα, αναποδογυρίζει τους γίκους και πριονίζει τα υφάσματα, ημπορεί τέλος εις μίαν νύκτα να κάμη κουρέλια όλην την προίκα ενός κοριτσιού. Ήτο λοι­πόν επόμενον να πλεχθή ολόκληρος ιστορία επάνω εις το ξανθοκόκκινον αυτό τετράποδον -είναι περίπου σαν μεγάλο ποντίκι- το οποίον αφθονεί εις τα σπίτια και τους κήπους των χωρικών.

Κατά την ιστορίαν αυτήν, η Νυφίτσα -η οποία εις πολλά μέρη συγχέεται με την Βερβέραν- ήτο μελλόνυμφος. Όταν ήλθεν η παραμονή του γάμου της, η αδελφή τής έκλεψε την προίκα της και την άφησε δίχως «ράμμα στο βελόνι». Έκτοτε η ατυχής αναζη­τεί μέσα στα σπίτια τα εργόχειρά της και όπου εύρη γίκον νομίζει ότι είναι ιδικός της. Στρώνεται λοιπόν και τον λιανίζει με τα δόντια της, έκτος αν εύρη πα­ρέκει καμμιάν ρόκαν, οπότε κάθεται και γνέθει διά να συμπληρώση την προίκα της.

Διότι, κατά την παράδοσιν, η Νυφίτσα ήτο τόσον εργατική, ώστε δεν άφηνεν ούτε ώραν δίχως να δουλεύη είτε εις τον αργαλειόν της είτε εις την ρόκαν της. Άλλως τε τα κορίτσια φρονούν, ότι η ρόκα, την οποίαν τοποθετούν παρά τον γίκον των, είναι μία ομολογία προς την Νυφίτσαν, ότι η προίκα είναι ιδική της και τοιουτοτρόπως δεν έχει λόγον να θυμώση.

Πολλά βράδια η Νυφίτσα παρουσιάζεται εις τα νυχτέρια των κοριτσιών. Περιφέρεται δίπλα των ως να αναζητή κάτι. Το θάρρος αυτό το έχει πάρει εκ του ότι ποτέ δεν την πειράζουν. Τουναντίον μάλιστα ούτε γυρίζουν μάτια προς αυτήν. Εξακολουθούν την εργασίαν των και, ως να μη αντελήφθησαν τάχα, ομιλούν διά την Νυφίτσαν:

-Καλή και άξια κοπέλλα που ’ναι η Νυφίτσα... Έφκιασε την προίκα της και ακόμη δουλεύει... Είπαν ένα λόγο, πως την επάνω Κυριακήν η Νυφίτσα παν­τρεύεται...

Άμα η Νυφίτσα φύγη, ώστε να μην ακούη, τότε πλέον αρχίζει από τα κορίτσια η διακωμώδησις των γάμων της.

Πέντε πόντικοι
και δεκοχτώ νυφίτσες
γάμον έκαμαν
μ’ ένα κλωνί σιτάρι
και το ήλιαζαν
στης βατσινιάς το φύλλο
το γοργοάλεθαν
στου σφοντυλιού την πλάκα
σκνίπα ζύμωνε
κουνούπι ανεβατίζει
κι ο σκαντζόχοιρος
κοντοσυμπάει το φούρνο·
σπίθα πήδησε
του καίει το ποδαράκι
τρέχει ο μπάκακας
με το νερό στο στόμα,
τρέχει ο ψύλλος
με πάτερο στον ώμο
-Πού να τόνε θάψωμε,
πού να τόνε πάμε; 
-Στην κυρά την Παναγιά
που ΄χει ανώγια και κατώγια,
κι εκατό σανίδια.

Στους υπερλάμπρους στίχους του «Multiple Splendeur» τραγουδεί ο Βεράρεν τους πρωτοπλάστους, που «μη γνωρίζοντες τίποτε, ανεκάλυπταν την οδύνην, το κακόν, την ηδονήν, το καλόν». Τα μάτια των και ο εγκέφαλός των επνίγοντο από νέα δράματα και εντυπώσεις. Ενώ λοιπόν «κατέτρωγαν την χαράν ως μίαν άπειρον λείαν», ήρχιζαν να ονομάζουν τα πράγ­ματα «με προχείρους κραυγάς», αι οποίαι αργότερον έγιναν λέξεις, άλλαι διστακτικαί «βαφόμεναι με χί­λια χρώματα», και άλλαι πίπτουσαι και εγειρόμεναι «σταθεραί και καθαραί» πέριξ της ιδέας, ψάλλουσαι την ειλικρινή και θείαν έκπληξιν των αυτιών, των μα­τιών, των χειρών, των ρωθώνων, εμπρός στους καρ­πούς, στα λουλούδια, στα νερά και στους λόγγους. Έκτοτε, λέγει, επέρασε καιρός επάνω στα πρώτα αυτά ψελλίσματα της ανθρωπίνης ψυχής, βασιλείς και λαοί διεσταυρώθησαν στις θάλασσες, στα βουνά και στους κάμπους, οι οποίοι έρριψαν προς την ηχώ τάς διαφόρους λέξεις των, το πλήθος ολόκληρον ωσαύτως ειργάσθη επάνω εις την γλώσσαν· αλλ’ όμως ζουν ακόμη αι πρώται εντυπώσεις των αφελών ανθρώπων εμπρός εις το πλήθος των φαινομένων της γης και του ουρανού.

Αι πρώται αύται εντυπώσεις νομίζω ότι αποτελούν, κατά το πλείστον, τάς λαϊκάς παραδόσεις. Όσον ευμορφότεραι είναι, τόσον ωραιότερα μας αποκαλύπτεται η ψυχή των ανθρώπων, οι οποίοι μας εγέννησαν.

Οι άνθρωποι δε οι οποίοι αγωνίζονται ηλιθίως ν’ α­νακαλύψουν ποίας αρχαίας δοξασίας λείψανον είναι αυτή η παράδοσις και πόσον η άλλη σχετίζεται με την δείνα σελίδα της αρχαίας Μυθολογίας, αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να μας είναι μισητοί μέχρι θανάτου. Διότι ζητούν να ευρίσκη έλεος υπό τον ήλιον και η ύπαρξίς μας μόνον αν εις τας διηγήσεις του παππού μας και της γιαγιάς μας ζουν αι γνώμαι και τα συναισθήματα του Ξενοφώντος και του Θουκυδίδου.

Εις την παράδοσιν της Νυφίτσας ανακαλύπτω μίαν ψυχήν γεμάτην ευμορφιάν. Ένα μικρόν καταστρεπτικόν ζώον το ετύλιξε με μετάξια και στολίδια. Έβλεπα προχθές εις ένα κήπον πλήθος από μικρές κούκλες επάνω στις ροδακινιές. Τι νομίζετε ότι συμβαίνει; Τις φκιάνουν και τις δένουν εκεί οι χωρικοί δια να γλυτώσουν τα ροδάκινά των από την Νυφίτσαν. Άμα η ροδακινιά δεν έχη κούκλαν, η Νυφίτσα έχει διάθεσιν να ρίψη κάτω όλα τα ροδάκινα. Άμα βλέπη κούκλαν, ίσως διότι της αρέσουν περισσότερον τα κόκκινα κουρέλια, αφήνει εις την ησυχίαν των τα ροδάκινα και επιτίθεται εναντίον της.

Η παράδοσις λέγει, ότι το μίσος αυτό οφείλεται εις το ότι η Νυφίτσα είχε προίκα και ένα κήπον με ροδακινιές, μηλιές, αχλαδιές, και την κούκλαν την παίρνει διά την αδελφήν της, η οποία εσφετερίσθη μαζί με την προίκα της και τον κήπον της.

Βλέπετε ότι ο εξωραϊσμός του μικρού αυτού δαί­μονος επροχώρησε μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε να μην αφήνεται αδικαιολόγητος καμμία κακή διάθεσίς του. Τι θα ωφελούσεν αν παρουσιάζετο ως ένα ον καταστροφής; Τίποτε απολύτως. Τουλάχιστον με την παράδοσιν αυτήν και τα κορίτσια σώζουν την προίκα των -αφού η Νυφίτσα, όπως σας είπα, άμα ευρίσκη ρόκαν δίπλα εις τον γίκον, ασχολείται με αυτήν- και οι κηπουροί τα ροδάκινά των, επί πλέον δε και ημείς γευόμεθα μίαν ωραίαν ιστορίαν, η οποία, όπως όλαι αι ελληνικαί παραδόσεις, αποκαλύπτει μίαν ψυχήν πλημμυρισμένην από συναίσθημα εξαιρετικής ευμορφιάς.

Εις τον κάμπον του Ωρωπού, όπως και εις άλλους πολύ ομαλούς κάμπους, οι Ευρυτάνες ποιμένες, τα πρόβατά των, τα οποία εδώ επάνω είναι γεμάτα κου­δούνια και κύπρια, τα «ξαρματώνουν» εντελώς, διότι ο «κάμπος είναι ζαλερός και τρώει το γλεντερό κο­πάδι.» Υποθέτω ότι, επειδή είναι πολύ επίπεδος ο κάμπος, τα βαριά κουδούνια, κάμπτοντα νυχθημερόν τα κεφάλια των κοπαδιών, επιφέρουν εγκεφαλικήν υπεραιμίαν, πράγμα το οποίον εδώ εις τα ορεινά δεν συμβαίνει λόγω των εδαφικών ανωμαλιών.

Ήθελα να μάθω κατά τι θα ωφελούσε περισσότερον τους πατριώτας μου κτηνοτρόφους η ερμηνεία αυτή, την οποίαν πιθανόν και να μη εδέχοντο. Σώζουν λοι­πόν αυτοί τα πρόβατα των ερμηνεύοντες, όπως σας είπα, το φαινόμενον, εγώ δε εις την διήγησιν της πα­ραδόσεως, όπως και της Νυφίτσας την διήγησιν, γυ­ρίζω χρόνια πίσω και κουβεντιάζω με τον παππού, με τη γιαγιά μου και με τον προσπαππού μου και θερα­πεύομαι από την ευμορφιάν της φαντασίας. Εκτός πλέον αν ο κ. Σκιάς και ο κ. Γαρδίκας επιμένουν ότι συνδιαλέγομαι με τον Αριστογείτονα και με την κυρίαν Πεισιστράτου.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Ένα παραμύθι... με δράκο!


Ένας παλιός μύθος, που διαδόθηκε στόμα με στόμα και από γενιά σε γενιά, συνηγορεί στο ανυπότακτο της Αγραφιώτικης γης.

Διηγούνταν οι γέροντες σαρακατσαναίοι, ότι επάνω ψηλά στη Νιάλα υπήρχε μία απρόσιτη σπηλιά στην οποία κατοικούσε κάποτε ένας δράκος! Τούτος ήταν ο άγρυπνος φρουρός της περιοχής!

Όταν ο δράκος αντιλαμβάνονταν ότι ανηφόριζαν προς τα μέρη του τα εχθρικά αποσπάσματα της εξουσίας, τότες έβγαινε από την σπηλιά του και κυλούσε καταπάνω τους τεράστια βράχια ώστε να τους κόψει το δρόμο και να μην τολμήσουν να πλησιάσουν.

Μόλις επιτύγχανε το σκοπό του αποσύρονταν και πάλι στην κρυψώνα του...

Έτσι αυτός ο τόπος παρέμεινε για πάντα "άγραφος" και ανέγγιχτος! 

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

Αλεξάνδρα Κ. Πάζιου : "Εγώ το θάνατο δεν τον λογαριάζω! Μια φορά πεθαίνει κανείς κι εγώ πέθανα τότε στα Λεπιανά Ευρυτανίας."

Έργο της Β. Κατράκη

Στο τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου 1947 η πρώτη φάση των εαρινών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων ολοκληρώθηκε, χωρίς ωστόσο ο Κυβερνητικός Στρατός να έχει πετύχει τον αντικειμενικό του στόχο, που ήταν ο αφανισμός του Δημοκρατικού Στρατού. Είχαν προηγηθεί σκληρές συγκρούσεις κατά τις οποίες τα φαράγγια του Κόζιακα, της Αργιθέας και των Αγράφων, βάφτηκαν με μπόλικο αίμα. Ο Κυβερνητικός Στρατός, με την υπεροχή που διέθετε σε έμψυχο και άψυχο υλικό, κατόρθωσε να καταλάβει σχεδόν όλα τα στρατηγικά σημεία και τα υποχρεωτικά περάσματα και έστησε εκεί ισχυρά φυλάκια.

Από την πλευρά του ο Δημοκρατικός Στρατός, με αλλεπάλληλους ελιγμούς ανάμεσα από τη διάταξη του αντιπάλου, μπόρεσε να διατηρήσει τη συνοχή του και κάτω από τρομερές δυσκολίες κατάφερε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και να ριχτεί ξανά στη μάχη με δυναμισμό.

Το Μάη και τον Ιούνιο του 1947, οι θύλακες του στρατού και τα οχυρωμένα φυλάκιά του, από το Καρπενήσι έως τον Κόζιακα, δέχτηκαν επιθέσεις αυτοκτονίας από αντάρτικα τμήματα. Πολλοί θύλακες και πολλά φυλάκια έπεσαν, κ έτσι το οπλοστάσιο του Δημοκρατικού Στρατού πλούτισε.

Στην περιοχή Απεραντίων και σε χωριά του τέως δήμου Αγραίων, ένα κυβερνητικό τάγμα με υποστήριξη πολυάριθμων παρακρατικών, κρατούσε γερά την τρίτη σειρά της αμυντικής διάταξης. Ένας λόχος στρατοπέδευε μονίμως στη Βούλπη, και κάποια άλλα τμήματα του Στρατού, στα χωριά Λημέρι, Γρανίτσα, Λιθοχώρι, Ραφτόπουλο και Πρασιά, έτσι ώστε η περιοχή χαρακτηριζόταν απρόσβλητη από αντάρτικη επιδρομή. Με τη σιγουριά αυτή, το είχαν ρίξει στο γλεντοκόπι και σε άλλες ενασχολήσεις, που ντροπιάζουν και αμαυρώνουν την ανθρώπινη ιδιότητα. Επιλεγμένα θύματα, ήταν κορίτσια δροσοστόλιστα, ανέγγιχτες παρθένες - κατά προτίμηση αριστερών οικογενειών - που συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν για "ανάκριση" χωρίς συνοδεία συγγενών τους. Μελίρρυτες νέες, όπως η καλλίγραμμη Αποστόλου και άλλες γνώρισαν για βδομάδες τις ειδικές απάνθρωπες "ανακρίσεις". Την ίδια "ανάκριση" έζησαν και γυναίκες παντρεμένες.

Ένα από τα πολλά θύματα των κτηνάνθρωπων ήταν και η Αλεξάνδρα Κ. Πάζιου από τα Τοπόλιανα, που ήταν το καμάρι του χωριού, καθώς διακρινόταν για την αγγελική σωματική της διάπλαση αλλά και για την επιβλητική της ψυχική συγκρότηση. 

Στα μέσα Μαίου του 1947, μια ομάδα βαριά οπλισμένη, πρωί και πριν χαράξει, χτύπησε παρατεταμένα την πόρτα του σπιτιού της.

Έντρομος ο γέρο-Κώστας, ο πατέρας της, άνοιξε.

-Τι συμβαίνει ρε καλόπαιδα και μου αναστατώνετε τη φαμελιά τέτοια ώρα; ρώτησε.

-Εκτελούμε εντολές, είπε αγριεμένα ένας λοχίας. Θέλουμε την κόρη σου την Αλεξάντρα για ανάκριση.

-Τι ξέρει το κορίτσι μου; Αν θέλετε κάτι να μάθετε, να ΄ρθω εγώ ν΄ ανακριθώ...

-Όχι, όχι... Την Αλεξάνδρα θέλουμε και μάλιστα να ετοιμαστεί και να ντυθεί αμέσως. Σε δέκα λεπτά. Διαφορετικά θα μας ακολουθήσει με το νυχτικό...

Σε λίγο πέρασαν μέσα στο σπίτι, άρπαξαν την Αλεξάνδρα και σηκωτή την κατέβασαν από την εξωτερική σκάλα του σπιτιού.

-Περιμένετε καλοί μου άνθρωποι, να ΄ρθω κι εγώ μαζί σας... Πως μου παίρνετε έτσι το κορίτσι και που το πάτε; Είπε σχεδόν ψιθυριστά ο δύστυχος πατέρας, έτσι που να μην ερεθίζει τους απαγωγείς.

-Αν θέλεις το καλό σου γέροντα, φύγε!... Μην προσπαθήσεις να μας ακολουθήσεις. Έτσι ορίζει η διαταγή.

Μετά από τρίωρη πορεία, η Αλεξάνδρα και οι αρπάχτες της, έφτασαν στα Λεπιανά, όπου της έγινε θερμή φιλική υποδοχή. Την οδήγησαν σε ένα σπίτι που ήταν επιπλωμένο με νοικοκυρεμένη φροντίδα κι εκεί της υπέδειξαν να καθίσει στο κρεβάτι που ήταν στρωμένο με πεντακάθαρα σεντόνια.

-Δεν πειράζει, είπε. Στέκομαι όρθια. Θέλω όμως να μου πείτε γιατί με φέρατε εδώ.

-Εμείς είμαστε παρακατιανοί, της είπαν. Δεν ξέρουμε για ποιους λόγους σε φέρανε. Άλλοι τα ξέρουν αυτά. Πως να στο πούμε; Τα μεγάλα κεφάλια, που θα έλθουν σε λίγο. Τώρα αν θέλεις να ξεκουραστείς, το κρεβάτι είναι στη διάθεση σου.

Ολομόναχη η Αλεξάνδρα στην περίεργη αυτή φυλακή της, ζώθηκε από μαύρα φίδια: "Τι άραγε να θέλουν από μένα;" σκέφτηκε. "Αν ήταν κάτι για καλό, η συμπεριφορά τους στον πατέρα μου θα ήταν διαφορετική. Αν πάλι έχουν κατά νου άλλα πράγματα, δεν τα λογάριασαν καλά, γιατί δεν πρόκειται ποτέ να ενδώσω".

Ο χώρος που ήταν κλεισμένη, επικοινωνούσε εσωτερικά με κάποιο διπλανό δωμάτιο. Απ΄ το δωμάτιο αυτό, άκουσε γρατσουνίσματα στην πόρτα και μια αδύναμη φωνή. Επικέντρωσε εκεί την προσοχή της κι άκουσε φωνή γυναίκας να της λέει: 

-Δεν ξέρω ποια είσαι και από που σε φέρανε, ξέρω όμως τι σε περιμένει. Σ΄ αυτό το δωμάτιο που είσαι, με κράτησαν για 30 μέρες κι έχω μισοχαμένα τα λογικά μου. Αν πρόκειται να γνωρίσεις τον εξευτελισμό που έζησα εγώ, καλύτερα να αυτοκτονήσεις πριν να είναι αργά. Το νου σου, έρχονται!.. Πρόσεξε καλά και μη σου ξεφύγει λέξη. Κουβέντα δεν αλλάξαμε!..

Έργο του Α. Τάσσου

Πράγματι η πόρτα άνοιξε με πάταγο και ο "ανακριτής" σαν πραγματικός τζέντλεμαν, με περισσή ευγένεια και καλοσύνη χαιρέτησε την Αλεξάνδρα.

-Όρθια στέκεσαι Αλεξάνδρα τόση ώρα; Α..., θα σε μαλώσουμε... Κάθησε, σε παρακαλώ! Εδώ πρέπει να αισθάνεσαι σαν στο σπίτι σου.

Τα είπε αυτά ο "ανακριτής" με πλατύ χαμόγελο και κατέβαλε προσπάθεια μεγάλη, για να κρύψει τις άκρες των χειλιών του που έσταζαν δηλητήριο. Η Αλεξάνδρα ενεργοποίησε όσα εφόδια ψυχραιμίας διέθετε και αφού ευχαρίστησε τον εξουσιαστή της για την έγνοια του, ζήτησε να της πει τι ακριβώς γυρεύουν από κείνη. Αυτός, αφού ρούφηξε το τσιμπούκι του, έτσι που ο πυκνός καπνός ανέβηκε ως το ταβάνι, κοίταξε την Αλεξάνδρα κατάματα, έτοιμος να χλιμιντρίσει από τη φλογισμένη και ταπεινή υπερδιέγερση του κορμιού του.

-Πολύ βιάζεσαι... Θα γεράσεις γρήγορα και είναι κρίμα... Ακόμα καλά-καλά δεν ήρθες κι ούτε καν γνωριστήκαμε... Αλλά έτσι είστε σεις οι νέοι, βιαστικοί κι επιπόλαιοι! Δεν μπορείτε να εκτιμήσετε τις ευκαιρίες που σας δίνονται... Αλήθεια πόσο χρονών είσαι;

-Έχω μπει στα δεκαεννιά μου.

-Μπράβο!.. Τόσο σ΄έκανα κι εγώ, είπε ο "ανακριτής". Έγλυψε  επιδειχτικά τα ξεροσκασμένα χείλη του και συνέχισε: Τι να σου πω Αλεξάνδρα... Δεν το κρύβω, είσαι πολύ όμορφη και απ΄ότι μαρτυράει γενικότερα η παρουσία σου, έχεις μυαλό ακονισμένο. Αν το ενεργοποιήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, πολλά έχεις να ωφεληθείς, όχι μόνο εσύ αλλά κι ο αδερφός σου ο Χαρίλαος, κι ο πατέρας σου. Έχω γι΄αυτούς άσχημες και βαριές κατηγορίες, που αν αποδειχτούν, είναι ενδεχόμενο να τους οδηγήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αλλά και για σένα πολλά λέγονται... Για να δω τι γράφουν τα χαρτιά μας... Μάλιστα!.. Ο πατέρας σου κι ο Χαρίλαος είναι αμετανόητοι κομμουνιστές και λίαν επικίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια. Εσύ φέρεσαι ότι ήσουν οργανωμένη στην ΕΠΟΝ και υπάρχει μαρτυρία έγγραφη, ότι χαιρέτησες με ενθουσιασμό τον αρχισυμμορίτη Χρήστο Κορώζη στο καφενείο του χωριού σου. Πες μου λοιπόν, τι έχεις να πεις για όλα αυτά;

-Ο πατέρας μου δεν είχε ανάμιξη σε καμία οργάνωση, ενώ εγώ κι ο αδελφός μου οργανωθήκαμε στην ΕΠΟΝ, όπως όλοι οι νέοι και οι νέες του χωριού. Είναι αλήθεια ότι εργαστήκαμε με ζήλο, γιατί πιστέψαμε ότι κάτι προσφέρουμε κι εμείς στον αντιφασιστικό αγώνα του λαού μας. Όσον αφορά την κατηγορία ότι χαιρέτησα τον Κορώζη με ενθουσιασμό, εκείνοι που τα λένε αυτά, καλό θα ήταν να ελέγξουν τα καντάρια με τα οποία ζύγιζαν τον ενθουσιασμό μου, γιατί δεν είναι ακριβοδίκαια.

-Α!.. Για στάσου Αλεξάντρα. Δε νομίζεις ότι λες πολλά κι επιβαρύνεις τη θέση σου; είπε με προσποιητό ενδιαφέρον ο "ανακριτής". Το γεγονός και μόνο ότι πρόσφερες υπηρεσία σε κομμουνιστική οργάνωση, αρκεί για να σε τυλίξω σε μια κόλα χαρτί και να σε στείλω στρατοδικείο. Όμως δεν θα το κάνω, γιατί πολύ σε συμπάθησα και θέλω οι δυο μας να γίνουμε φίλοι.

Η Αλεξάνδρα έμεινε αμίλητη κι εκείνος άπλωσε το χέρι του για να της χαϊδέψει το μάγουλο. Τον απέτρεψε με μια απότομη κίνηση, ξεκαθαρίζοντάς του ότι σε καμία περίπτωση, δεν θα δεχθεί προσβολή της προσωπικότητάς της. Νευριασμένος τότε ο "ανακριτής", άνοιξε το παράθυρο και φώναξε κοντά του έναν λοχία που καθόταν πάνω σε κάποιο ασπρολίθαρο έχοντας το αυτόματο στα γόνατά του. Με επιτακτική φωνή, τον διέταξε να απομακρύνει αμέσως το κορίτσι που ήταν κλεισμένο στο διπλανό δωμάτιο.

-Κύριε διοικητά, να φύγει για το σπίτι της;

-Να φύγει... Εκτός κι αν τη ζητήσει για ανάκριση κάποια άλλη μονάδα.

Έκλεισε το παράθυρο ο "ανακριτής" και προσπάθησε να γεμίσει το τσιμπούκι του με αρωματικό αμερικάνικο καπνό. Δεν τα κατάφερε όμως, γιατί έτρεμε σύγκορμα. Αναψοκοκκινισμένος, πλησίασε την Αλεξάντρα και τη χτύπησε με μανία στο πρόσωπο έτσι που εκείνη έχασε τις αισθήσεις της και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Ενώ η ομηρία βρισκόταν ακόμα στο πρώτο στάδιο, οι μεγάλες κεφαλές κορφολόγησαν αχόρταγα τη φρεσκάδα της και τρύγησαν λαίμαργα την αγνότητα του κορμιού της. Στη συνέχεια, η Αλεξάνδρα παραδόθηκε σε άλλο "ανακριτικό" λεφούσι , ώσπου μετά από 25 μέρες αφέθηκε ελεύθερη, με κομμένα σύρριζα τα μαλλιά και με σαλεμένα τα λογικά της, σαν ξεφτισμένο άχρωμο κουρέλι.


Οι συγγενείς της και οι χωριανοί, που όλο αυτό το διάστημα δε γνώριζαν απολύτως τίποτα για την τύχη της, μόλις την είδαν να μπαίνει στο χωριό τρεκλίζοντας΄έτρεξαν να τη βοηθήσουν, αλλά εκείνη, με νοήματα τους έγνεψε να μην την αγγίξουν.

Ο μπάρμπα-Κώστας, ο πατέρας της, με τρέμουλο στην ψυχή και την καρδιά, όρμισε να γεμίσει την αγκαλιά του, μα εκείνη τον απέτρεψε:

-Μη πατέρα... Μη με πλησιάζεις. Απ΄όπου κι αν με πιάσεις θα λερωθείς...

Και συμπλήρωσε:

-Τώρα, εγώ δεν έχω θέση ανάμεσά σας. Αν μ΄αγαπάς φρόντισε να μου βρεις τουφέκι, να φύγω για τόπους μακρινούς

Έτσι κι έγινε. Σα λαβωμένα αγρίμια, η Αλεξάνδρα και ο αδερφός της Χαρίλαος, άφησαν νύχτα το χωριό και πέρασαν στο Δημοκρατικό Στρατό.


Αργότερα, βρέθηκα πλάι τους, σε φονικές συγκρούσεις και σε μάχες σκληρές. Διαπίστωσα τότε, πως αυτοί οι άνθρωποι δεν φρόντιζαν να αποφύγουν το θάνατο, αλλά αντίθετα τον αποζητούσαν.

-Εγώ έλεγε η Αλεξάντρα, το θάνατο δεν τον λογαριάζω!Δεν τον φοβάμαι. Μια φορά πεθαίνει κανείς, κι εγώ πέθανα στα Λεπιανά Ευρυτανίας.

Η μοίρα το΄φερε να είμαι κοντά στο άψυχο κορμί της, όταν άφησε την τελευταία της πνοή σε κάποια κακοτράχαλη πλαγιά της Γκιόνας. Η θλίψη που με συγκλόνισε ήταν απέραντη, γιατί δεν μπόρεσα να περάσω τη φωτιά από τις φοβερές εκρήξεις, για να της κλείσω τα μάτια...


Ήταν μία αληθινή ιστορία από τα πέτρινα χρόνια, που ιχνηλατήσαμε από το βιβλίο του παλιού Ευρυτάνα ΕΠΟΝίτη Παναγιώτη Δ. Αρβανίτη με τίτλο "Οδυνηρά σταχυολογήματα", Καρπενήσι Φεβρουάριος 2002

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

΄Ηταν απ΄ τα πιο όμορφα...


Το χωριό μου στ' Άγραφα
ήταν απ' τα πιο όμορφα
είχε δέντρα και νερά
προβατάκια ήμερα.

Το χωριό μου στ' Άγραφα
το 'βλεπα κι αψήλωνα.
Είχε στέγες χαμηλές
και πλακόστρωτες αυλές.

Το χωριό μου στ' Άγραφα
ρήμαξε πια δε βαστώ.
Δως μου χέρι να πιαστώ
μες στην πόλη θα χαθώ.

Το χωριό μου στ' Άγραφα
το 'ζωσεν η ερημιά.
Μήτε γέρος μήτε γριά
δεν απόμεν' εκεί πια. 


(Του μεγάλου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου, 1877-1940)