Το πήραν τα γεράματα
της βρύσης το πλατάνι.
Κι όσο νερό στις ρίζες του
κι αν τρέχει δεν του φτάνει
τη δίψα του να σβύσει.
Διψάνε τα γεράματα
διψάνε για τα νειάτα,
διψάνε τον παληό καιρό,
τα χρόνια τα φευγάτα.
Πως να τα λησμονήσει...
Του τραγουδούνε τα πουλιά
του κελαηδούν τ' αηδόνια.
Τον ξεγελούν καμμιά φορά
και λέει να ζήσει αιώνια.
Σαλεύει τα κλωνάρια...
Τριζοβολούν οι κόμποι του
και μέσα του η κουφάλα
ξεψυχισμένη σέπεται
χωρίς ζωή μια στάλα.
Κι αφήνει τα καμάρια...
Σα νάν παππούς καμώθηκε
και τα παιδιά συνάζει.
Στα χαμηλά κλωνάρια του
επάνω τ' ανεβάζει
στον ίσκιο τ' αραδιάζει.
Με των παιδιών τα στόματα
κι αυτός κουβέντες λέει.
Κι απ' το βουβό παράπονο
καμμιά φορά σαν κλαίει
κάνει πως τον νυστάζει.
(Στίχοι του Δώρη Άνθη - Ευρυτάνα ποιητή και πρωταντάρτη του Άρη Βελουχιώτη- βλ και εδώ!)
