Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2021

Στα παγγύρια


Ο Νίκος Κοντός, γέρος πια, μπροστάρης στα πανηγύρια στο Κρίκελλο


Ένα διαλεχτό αφιέρωμα στα ευρυτανικά πανηγύρια

από την  Κρικελιώτισσα "Ακευσώ"

για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


«Έρμο βιολί π’ αράχνιασες

στον τοίχο κρεμασμένο

κι οι χορδές σου έχουν σπάσει


Γι’ αναθυμήσου έναν καιρό

παληό κι ονειρεμένο

μπροστά στο χοροστάσι


Λεβέντες αναφτέρωνες

σ’ ανάερους χορούς

με το γλυκό σκοπό….»


(Στέφανος Γρανίτσας)


Χειμώνιασε στα μαλλιά του Βιολιστή της Ευρυτανίας, που μέτρησε τα βήματά του στις ρούγες των χωριών, στα διάσελα των τσελιγκάτων, στα ξωκκλήσια τα χιλιοδαρμένα απ’ τον χιονιά και την αντηλιά. Όπου γάμος και παγγύρι, πρώτος και καλύτερος ο Γιώργος ο Μητρούκας, να στάζει βάλσαμο στα ντέρτια με τις δοξαριές του. Στύλωνε, γέρος πια, τη ματιά στ’  αγαπημένο του βιολί, στραφτάλιζε τις θύμησες στο ποτήρι με το τσίπουρο κι έπαιζε με τα τέλια της καρδιάς του σκοπούς του τόπου του.

Κάθε που λιόγερνε ο Ιούνης, στις 29 και στις 30, κατέβαιναν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, στους Αγίους Αποστόλους, στο Κρίκελλο. Ευλογούσαν τους πανηγυριώτες, μέχρι το 1963, που γιόρτασαν για τελευταία φορά, κι έκλεισαν τις μνήμες τους σε φυλλοκάρδι εφτασφράγιστο.

Για δυό μέρες έκαναν σύναξη γιορτοντυμένοι συντοπίτες και «σιακατινοί» Τσελιγκάδες, που ευχαριστούσαν τους Αγίους, αφού τους αξίωσαν ν’ ανέβουν απ’  τα χειμαδιά στ’  αγαπημένα τους βουνά, με χιλιάδες γιδοπρόβατα, ν’  ανασάνουν καθάριο αέρα, να μην τους φάει ο κάμπος ο «ζαλερός». Αντιλαλούσαν τα τόπια από βελάσματα, μουγκανίσματα, κυπροκούδουνα, κελαηδισμούς ανείπωτους. Οι μπιστικοί, όταν κάποια γίδα ζουναγκιάζονταν σε μέρος δύσβατο, κακοτράχαλο, και με την ψυχή στο στόμα κρεμασμένοι με σκοινί την έσωζαν,  την έταζαν στη χάρη Τους.

Οι φιλέορτες Ευρυτάνες γλένταγαν τη ζωή. Έβρισκαν την ευκαιρία σ’ αυτό το κλίμα της ανάτασης και της ευφορίας, οι προξενήτρες να στολίζουν τα χείλη με παινέματα, για την υποψήφια νύφη: - Είνι ν’κουκυρά, τα χέρια τ’ς γράφ’νι! Ούλα τα χουσμέτια τα φκιάν’! Δεν κουρκουσουρέβ’ !...
Κι από κοντά έριχναν τις κατάλληλες σαϊτιές στο κορίτσι: - Χρ’σουχέρ’ς, τσιλιπής, γαλαντόμους! Καλότυχ’ π’ θα τουν πάρ’ ς τον λιβέντ’….
Μήνες οι ανύπαντρες ετοίμαζαν τις φορεσιές τους για τα πανηγύρια. Δαχτυλοπέρναγαν στη βελόνα τα όνειρά τους, για όμορφους νέους. Στητές, ξετύλιγαν την αρχοντιά τους σε περπατησιά δωρική, περήφανη, ξελογιάστρα. Τα παλληκάρια τις καμάρωναν και ξέχναγαν μονομιάς τη συμβουλή της μανιάς; - «Γυναίκα στο χορό και φοράδα το Μάη μη διαλέξεις γιόκα μ’ !»  Έφερναν «γυρβουλιές» τα διψασμένα τους μάτια και ζωγράφιζαν χορευτικά σε μετερίζια ερωτικά: 
«Για ιδέστε το μαργιόλικο τ’ αναθεματισμένο….» 

Χορός στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής
στην πλατεία Κρικέλλου 26-7-1959


Στο βασίλεμα του Ιούλη, στις 26 και στις 27, όλοι τιμούσαν την Αγία Παρασκευή. Πρωί ανηφόριζαν στο βασίλειο της Σιωπής, άναβαν μελισσοκέρι στην Προστάτιδα του χωριού, έκαναν τρισάγιο στους ανθρώπους τους, και ύστερις «οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς». 
Ξεφάντωμα στην πλατεία! Κορυφαίος του χορού ο Νίκος Κοντός! «Φλοερούλα» τον φώναζαν, γιατί γκόλφι στο μέρος της καρδιάς είχε τη φλογέρα του. Πέταγε την ατλαζένια σκούφια του για τσαλίμια και σκέρτσα λεβέντικα. Περήφανος μέσα στον ντουλαμά του, έστελνε την ψυχή του στην ουρανόπορτα του ήλιου: 
« Ήλιε, που βγαίνεις το πρωί και τον ντουνιά ζεσταίνεις,
μένα γιατί μ’  αρνήθηκες….» 

Σε τούτο το παγγύρι σβήναν όλα. Καημοί, κούραση, έγνοιες, τσακωμοί, χρέη, φτώχεια, αναπαραδιά… Τα σκέπαζαν με καραμελωτές κουβέρτες υφασμένες από κουτσοκέφαλα, γέλια, χαρές, νοτισμένα με μπόλικο κρασί. 

Οικογένεια Καζαντζή μετά τη λειτουργία
για την αρχή του πανηγυριού της Παναγιάς στο Κρίκελλο


Στο μήνα πάνω, στις 23 Αυγούστου, γινόταν το μεγάλο αντάμωμα στην Παναγιά τους. Ήταν περισσότερο θρησκευτική μάζωξη. Είχε κάτι από αρχαϊκή μεγαλοπρέπεια, διανθισμένη με χριστιανική σεμνότητα και εσωτερική γαλήνη. 

«Μυρμηγκιά» ανθρώπινη απ’ τα Κουμπάνια ως το Τρανό το Ίσιωμα, απλωνόταν στον χώρο της Προσευχής. Αχάραγα, κινούσαν με τα πόδια για τον αγαπημένο τους λόφο. Άπλωναν τα πολύχρωμα χεράμια κάτω απ’  το δικό τους δέντρο, το ονοματισμένο απ’ τον προπάππο για την κάθε φαμελιά. Σελιώτες, Συγκρελιώτες, Ανιαδιώτες, Κρικελλιώτες, έκλειναν το γόνυ στο πανάρχαιο τέμπλο. Ψαλμωδίες και λιβανωτό υψώνονταν, δέηση σεμνή στην Πλατυτέρα.
Σαν έπαιρναν τ’ αντίδωρο, παραδίνονταν σε καταρράχτες ευχών, στίχων, ρυθμών και παραδόσεων. Οι νέοι κανταριάζονταν στο μονοπάτι προς τ’ Ανήλια να φέρουν στις ξύλινες βαρέλες τους το μοναδικό στην περιοχή πόσιμο, τ’ Αθάνατο νερό.  
Κάτω απ’ τις ευσκιόφυλλες βελανιδιές, τα αιωνόβια πουρνάρια, περίμεναν τον παπά, να ευλογήσει τα φαγητά τους, τα ψητά στις σούβλες και τ’ αγγειά με το γλυκόπιοτο κρασί. Ζυγιές τα όργανα ετοίμαζαν ακούσματα διονυσιακά. Κι άρχιζε ένα γαϊτανάκι στα τραγούδια της τάβλας. 
Το ‘πιαναν οι Σελιώτες πρώτοι, ξακουστοί διασκεδαστές: 
«Για την καλή, ντιλμπεράκι, αμάν
Για την καλή μας συντροφιά, ντιλμπέρι,  ντιλμπεράκι,
θα ειπώ ένα τραγουδάκι …..» 
Τους αντιγύριζαν οι Κρικελλιώτες: 
«Σ’ αυτήν την τάβλα που ‘μαστε, σε τούτο το τραπέζι
τον Άγγελο φιλεύουμε και τον Χριστό κερνάμε
και την Παρθένα Δέσποινα κι Αυτή Την προσκυνάμε…»
Το σουρούπωμα συνέχιζαν το γιορτάσι στην πλατεία, στο Κρίκελλο. Οι γλεντοκόποι ποδοβροντούσαν αστραπόφτερα τα πόδια στη γη και συναγωνίζονταν στις φιγούρες της αντρειοσύνης. 

Οικογένειες Κακαββά Δ. και Μπαλαούρα Π. στην Παναγιά


Ο Γιώργος ο Βλάχος, μερακλής, τελοιόφοιτος Σχολαρχείου, άριστος ομιλητής της γλώσσας των διαβασμένων, λάτρης του Ωραίου, πετάριζε στους αχούς του ζουρνά και του ξεροντάουλου. «Βελημπέο» τον θυμούνται όλοι. Άκουγε στο παρωνύμι του παππούλη του, ξακουστού για τη φτεροσύνη στα πόδια. Πέταγε ως τη Ράχη Τυμφρηστού και καραούλιαζε, αν ερχόταν ο Αγάς του Καρπενησίου για να εισπράξει το χαράτσι. Έσωσε πολλούς στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ειδοποιώντας τους έγκαιρα: - Τρέξτε! Κρύψτε τ’  αγόρια σας, τα γεννήματα! Έρχεται ο Βελήμπεης! 
Κι ο μπαρμπα-Γιώργης, που πέντε χρόνια πολέμαγε στη Μικρά Ασία, δίπλα στον  Μαύρο Καβαλάρη, φορούσε τη φουστανέλα του και ξόρκιζε τον Χάρο, χορεύοντας:
«Χελιδονάκι θα γενώ στην Αραπιά θα πάω,
κι εκεί θα πάω να παντρευτώ
Θα πάρω έναν Αράπη να κάθομαι να τον ρωτώ
πώς πιάνεται η Αγάπη…» 
Τούτο το Πανηγύρι του Χωριού, χάνεται στους αιώνες.
Για 90 χρόνια, όμως, σταμάτησε να γίνεται στο χώρο της Παναγιάς.

Στις 23 Αυγούστου του 1840, μαζεύτηκαν απ’  όλη την Ευρυτανία να γιορτάσουν τη Λευτεριά και να οργανώσουν τον ξεσηκωμό στην υπόλοιπη σκλαβωμένη Ελλάδα. Πήραν φωτιά τα όργανα…. Το κρασί έρρεε… Το μυαλό ξεστράτιζε… Δυό νταήδες άρχισαν να λογοφέρνουν. Πρώτος ο Νίκος απ’  την Ανιάδα, άρπαξε μια ελατίσια σούβλα κι όρμηξε στον Παναγή απ’ το Κρίκελλο, που κλωτσοπήδαγε ν’ αποφύγει το ξεκοίλιασμα. Στα δύσκολα έπιασε ένα γιαταγάνι, λάφυρο απ’  τη μάχη στην Καλιακούδα, κι έκοβε λίγο-λίγο το ξύλινο όπλο του αντιπάλου. Κάποιος φώναξε: - Βαράτε, ορέ, να χορέψουμε! Για δυό ζουρλούς θα χαλάσει ο Στέγκος; 
Του κάκου! Το πάλεμα συνεχίστηκε μέχρι που ο Ανιαδιώτης σωριάστηκε στη γη. 
Άμπλας το αίμα….
Πάψανε οι μουσικάντηδες…
Κόπηκαν τα γέλια μαχαίρι…
Μαυροντύθηκαν οι ψυχές…
Κι από τότε ο τόπος στοίχειωσε…
Κανένας δεν πήγαινε να οργώσει το χωράφι του εκεί….

Οικογένειες Πανάρα στην Παναγιά μετά τη λειτουργία


Μέχρι που στα 1930 πίστεψαν πως η Παναγιά τούς έστειλε σημάδι πως πρέπει να συνεχίσουν να Την τιμούν!
Τούτο το Πανηγύρι, καλεί έκτοτε και περιμένει να το κρατήσουν οι νέοι ζωντανό. Σε μια κοινωνία που λιποψυχά, παραστρατίζει, κυνηγά τους ιούς, το «πανηγύρι το πανεύοσμο»  καρτεράει να δώσει λάμψη αρχέγονη στα έθιμα που χάνονται. 

Πάμε παγγύρι!, λένε τα Κρικελλιωτόπουλα, και δίνουν ραντεβού κάτω απ’ τα πλατάνια στον Άη-Νικόλα.

Κι όσο «ο Αύγουστος θα λούζεται στην αστροφεγγιά κι απ’ τα γένια του θα στάζουν άστρα και γιασεμιά» (Οδυσσέα Ελύτη), οι Ευρυτάνες θα ορκίζονται πως στις 23 του μήνα θα ‘ναι στα χωριά τους, ν’ αναβιώνουν την Παράδοση και να τους βρίσκει η ροδοδάχτυλη Αυγή, φωτεινούς, μετέωρους, ένθεους, στο Χοροστάσι της Ζωής.

Λεξιλόγιο ντοπιολαλιάς: 
Ζουναγκιάζομαι = Παγιδεύομαι σε βράχο
Ζαλερός = Αυτός που φέρνει ζάλη
Χουσμέτια = Δουλειές
Τσιλιπής = Αυτός που ντύνεται καλά
Κουρκουσουρεύω = Βάζω λόγια, ανακατεύω
Χεράμια =Στρωσίδια
Ντιλμπέρι (Τούρκικη λέξη Dilber) = Καλλονή
Στέγκος =  Χορός Αμπλιανίτικος
Άμπλας = πηγή νερού


Ήταν ένα υπέροχο κείμενο από την "Ακευσώ" του Κρίκελλου
για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

Ευρυτανικές παραδοσιακές ενδυμασίες


Ένα βράδυ καθώς έψαχνα το αρχείο μου, έπεσα επάνω σε ένα παλιό κιτρινισμένο φωτοτυπημένο φυλλάδιο που βρισκόταν ανάμεσα στα ενθύμια του αείμνηστου πατέρα μου. Ξεφυλλίζοντάς το, ανακάλυψα ένα... μικρό λαογραφικό θησαυρό! Το φυλλάδιο αυτό αναφέρονταν στα... "Βαλκανοχώρια" της Ευρυτανίας και ειδικότερα στη Μηλιά και τα Σελλά. Καθώς σημειώνεται στον πρόλογο γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του '60 από τον τότε Δάσκαλο του χωριού Σελλών κ. Μπαρτζώκα Γεώργιο και αποτελεί μια σύντομη ιστορική αναδρομή των δύο προαναφερόμενων χωριών της Ευρυτανίας.

Εμείς ξεχωρίσαμε ένα κεφάλαιο που αναφέρεται στις Ευρυτανικές παραδοσιακές ενδυμασίες. Σας το παραθέτουμε, διατηρώντας την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Ιδού:

--------------------------

"Και για τους άντρες και για τις γυναίκες, η ενδυμασία, η κόμμωσις και ο καλωπισμός γενικά, αποτελούσαν το κύριον μέλημά τους. 
Η χωρίστρα για τα κοντά μαλλιά των αντρών, και οι κοτσίδες για τα μακριά μαλλιά των γυναικών, δεμένες με ένα κόκκινο σκοινάκι σταυρωτά πάνω από το μέτωπο ήταν το συνηθέστερο στην εποχή τους.
Σκούφια μαύρη φορούσαν οι άντρες, οι δε γυναίκες φορούσαν καφέ μαντήλι εκτός από τις χήρες που φορούσαν μαύρο. Οι άντρες έφεραν και μουστάκι μεγάλο περιποιημένο.
  

Ενδύματα που φορούσαν οι άντρες ήταν:

Κάλτσες μακρυές άσπρες μέχρι πάνω από τα γόνατα, συγκρατούμενες από της ζώνης που υπήρχε εσωτερικώς του υποκαμίσου.
Υποκάμισο μακρύ μέχρι πάνω από τα γόνατα, με μακριά μανίκια, συνήθως άσπρο. Μέσα από τα μανίκια φορούσαν μάλλινα στενά μανίκια με ξόπλια (κεντημένα).
Πάνω από το υποκάμισο φορούσαν γιλέκι, μαύρο συνήθως και με ωραία κεντημένα κουμπιά, πάνω δε από αυτό φορούσαν άλλο γιλέκο με μανίκια (μόνον για φιγούρα) τα λεγόμενα τσιπούνια.
Ένα ρολόι με καδένα κρεμασμένη υπήρχε στο τσεπάκι τού μέσα γιλέκου που συμπλήρωνε την όμορφη εμφάνιση.
Στη μέση εφέρετο το ζωστάρι και πάνω από αυτό το σελάχι που το φορούσαν μόνον με φουστανέλλα και όχι με σχέτο υποκάμισο. Στο σελάχι υπήρχαν: μαντήλι, μαχαίρι, φλογέρα, λεπτά, καπνός, πίπα και πριόβολος για τη φωτιά. 
Τον χειμώνα φορούσαν πατατούκα (σακκάκι χοντρό) και κοντόκαπα φτειαγμένη από τράγιο μαλλί.
Στα πόδια έφεραν μάλλινες κάλτσες (τσουράπια) μέσα από τις καλές που ήσαν βαμβακερές και τεντώνονταν καλά πιασμένες από τις στάφες (λουράκι κάτω από το πέλμα) και από την ζώνη. 
Κάτω από τα γόνατα στερεώνονταν οι καλτσοδέτες που λέγονταν και βοδέτες και είχαν χρώμα μαύρο και με μια φουντίτσα που τακτοποιούνταν έτσι που να κρέμεται από το έξω μέρος της γάμπας.
Τσαρούχια συνήθως κόκκινα προκιαστά με φούντα πλούσια.  

Γυνακεία ενδύματα ήσαν:

Υποκάμισο άσπρο μακρύ μέχρι τους αστράγαλους και με μανίκια φαρδιά κεντημένα χαμηλά και στο στήθος (τραχλιά). 
Εσωτερικώς του υποκαμίσου εφέρετο μάλλινη φανέλλα, κεντημένη στα μανίκια. 
Κάλτσες κοντές κάτω από τα γόνατα παρδαλές με κεντήματα (ξόπλια). 
Τσαρούχια κόκκινα με φούντες. 
Καθημερινώς δε φορούσαν μάλλινες μακριές και πάνω από τα υποκάμισα, που έφερναν κόκκινα γαϊτανάκια και δεν είχαν μανίκια. 
Από πάνω έριχναν την κοντόκαπα με τα μανίκια όπως τα τσιπούνια. 
Η ποδιά ή κόκκινη ή μαύρη, εσυμπλήρωνε την όλη εμφάνιση, που ήταν κεντημένη με γαϊτανάκια, χωρίς βέβαια να παραλείπονται τα ασημικά τα φλουριά, τα σκουλαρίκια και οι μαντήλες με τα φλουριά."

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

Είμαστε ο αιώνιος λαός που μάχεται για...


Οι γιγάντιοι έλικες από τα σιδερένια σκιάχτρα της αποκαλούμενης "πράσινης" μα επί του πρακτέου μαύρης "ανάπτυξης", αδυνατούν να περιστραφούν με σεβασμό και ηρεμία γύρω από τη Φύση και την Ιστορία, παρά μόνο γύρω από τον αδηφάγο άξονα των Κερδών. Αυτή η πραγματικότητα ορίζει άλλωστε και την "κανιβαλιστική φύση" τους, οδηγώντας σε μία βάνδαλη εισβολή που απειλεί την αρμονία και το κάλλος των θεόμορφων βουνών μας. 

Οι εύθραυστες ισορροπίες στο ευαίσθητο οικοσύστημα των Αγράφων, σε τούτη την "αρχέγονη στέγη" του δικού μας αγνού κόσμου, δεν θα διαρραγούν. 

Δεν θα το επιτρέψουν αυτοί που εξακολουθούν να ανασαίνουν Ελευθερία, να υποκλίνονται στην Ιστορία, να εμβαπτίζονται στην Ομορφιά. 

Οι φορείς της προστασίας είμαστε εμείς οι ίδιοι και "όπλο" μας είναι οι πολύμορφοι δίκαιοι αγώνες μας για να μην πατήσει η μπότα της βαρβαρότητας στο κατώφλι μας. 

Γιατί ξέρουμε ότι ο σωστός ο δρόμος είναι εκείνος που ορίζει η ψυχή. Κι αυτόν τον δρόμο δεν θα μπορέσει να τον φράξει καμία εξουσία ούτε να τον εμποδίσει η κρατική καταστολή. 

Η πολυθρύλητη γη μας δεν παραχωρείται, δεν αντισταθμίζεται, δεν ξεπουλιέται.

Τα βουνά των Κατσαντωναίων και των Ανταρτών δεν θα γίνουν τσιφλίκι των καπιταληστών.

Είμαστε πιο δυνατοί γιατί το δίκιο πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις μας.

Είμαστε ο αιώνιος Λαός που μάχεται για τη Γη και την Ελευθερία του!  

   blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2021

Τα πάντα για τη λευτεριά


Το λίκνο του αντάρτικου, το θρυλικό Καρπενήσι, μετατράπηκε τον Αύγουστο του 1944 σε ερείπειο από τους ούννους και τους γερμανοτσολιάδες του Ράλλη. - Φωτογραφία και υπότιτλος από το Λεύκωμα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας  του ΕΛΑΣ

Απ' το ΕΛΑΣίτικο "Λεύκωμα από τα αρχεία της ΧΙΙΙ μεραρχίας Ρούμελης" (ανατύπωση της έκδοσης του 1944 σε επιμέλεια του σπουδαίου Ευρυτάνα αντιστασιακού αγωνιστή Γεωργούλα Μπέικου, βλ. εδώ, και πρόλογο του Μίκη Θεοδωράκη - Διεθνείς σχέσεις πολιτισμού), το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" σάς παρουσιάζει ένα ακόμη σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο που αναφέρεται στις θηριωδίες των γερμανών ναζί και των ντόπιων δωσίλογων συνεργατών τους κατά του ηρωϊκού λαού της Ρούμελης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο πολύπαθο Καρπενήσι, "το λίκνο του αντάρτικου" όπως χαρακτηρίζεται, που πλήρωσε σκληρό τίμημα για την αντιστασιακή του δράση κατά του φασίστα κατακτητή.

Ιδού το εν λόγω ιστορικό κείμενο με τίτλο "Τα πάντα για τη λευτεριά"! Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

-----------------------------------------------------

"Οι φασίστες κατακτητές από κοινού με τους ντόπιους προδότες, εκδικήθηκαν τη Ρούμελη με τη φωτιά και το σίδερο. Πάνω από 150 είναι τα καμμένα χωριά στην Ευρυτανία, τη Δ. Φθιώτιδα, την Τριχωνία, τη Μακρυνεία και τη Ναυπακτία. Κι ανάμεσα σ' αυτά το θρυλικό, το ηρωϊκό, το περήφανο Καρπενήσι. 

Πάνω από 125 χιλιάδες λογαριάζονται οι άστεγοι. Οι Ούννοι λεηλάτησαν, κατασπίλωσαν, ανατίναξαν κι έκαψαν τις εκκλησιές. Έσφαξαν, ατίμασαν, βασάνισαν, έκαψαν ζωντανούς χιλιάδες κατοίκους, γυναίκες, γέρους και παιδιά. 

Μόνο στην Ευρυτανία κάψανε ζωντανούς 23 γέρους από 80 -102 χρονών κατά την επιδρομή του Αυγούστου 1944.

Οι καταχτητές δεν χωνεύανε τη Ρούμελη, το λίκνο αυτό του αντάρτικου. Μισούσανε τον περήφανο λαό της, που ορθώθηκε μπροστά στην εθνική συμφορά, σαν ένας άνθρωπος και με τ' όπλο στο χέρι κράτησε ψηλά την εθνική αξιοπρέπεια. Νομίζανε, ότι καίοντας τα χωριά της κι' εξοντώνοντας το πληθυσμό της, απονεκρώνοντας τις περιοχές της, στερώντας τους πληθυσμούς από τα στοιχειώδη μέσα ζωής, θα φέρνανε σε δύσκολη θέση τον θανάσιμο γι' αυτούς εχθρό τον απελευθερωτή ΕΛΑΣ.

Και μαζύ με τους καταχτητές, βοηθοί και συνεπίκουροι σ' όλη αυτή την απονέκρωση, τη δήωση και την καταστροφή, ακολουθούσανε τα ντόπια τσακάλια, οι ντόπιοι προδότες των ταγμάτων ασφαλείας, τα καθάρματα της ΕΑΣΑΔ, των ΕΕΕ κλπ πράχτορες του εχθρού.

Κανένα μέσο όμως δεν στάθηκε ικανό να σταματήσει την ηρωϊκή πάλη του Ρουμελιώτικου λαού. Ο φόρος του αίματος, της καταστροφής και της δήωσης είτανε μεγάλος, δυσβάστακτος για τη Ρούμελη. Μα η φλόγα της λευτεριάς, που άναβε στα στήθια της Ρούμελης, το μίσος ενάντια στους καταχτητές και τους προδότες, ο πόθος για τη λευτεριά και ανεξαρτησία της πατρίδας μας είτανε μεγαλύτερα.

Και κάθε επιδρομή των καταχτητών και των προδοτών έφερε τα αντίθετα γι' αυτούς αποτελέσματα. Με σφιγμένα τα δόντια ύστερα από κάθε δήωση και καταστροφή, ο λαός της Ρούμελης εξορμούσε με μεγαλύτερο φανατισμό και πίστη για να δυναμώσει ακόμα πιο πολύ το αντάρτικο κίνημα.

Με αγάπη και στοργή, με αυτοθυσία και αφοσίωση στο εθνικό κίνημα της αντίστασης, η Ρούμελη φρόντιζε για τα μαχόμενα παιδιά της. Μόνο το χειμώνα του 1943-44 η Ρούμελη έδωσε στη ΧΙΙΙ Μεραρχία 26.600 τεμάχια μάλλινα είδη. Με εράνους, με ενισχύσεις και προσφορές σε τρόφιμα, σε μάλλινα, σε ρουχισμό, σε χρήμα και σε σκεπάσματα, ο λαός της Ρούμελης χορηγούσε ανεξάντλητα ότι χρειάζονταν στον ΕΛΑΣ για να συνεχίσει τον εθνικο-απελευθερωτικό του αγώνα.

Όλα, ο βιός, η ζωή, η τιμή και το αίμα της Ρούμελης, προσφέρθηκαν στο βωμό της Λευτεριάς."

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"