Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

Στις παγωμένες κορφές της Νιάλας των Αγράφων - Μια συγκλονιστική αφήγηση για εκείνη τη φοβερή βραδιά του 1947, για το αντάμωμα ανταρτών και φαντάρων στην ίδια σκηνή μέσα στη φονική χιονοθύελλα και (...) !!!


"Τα όπλα συμφώνησαν αυτήν την ώρα κάτω απ' τη βία της φύσης να μη μιλήσουν για το θάνατο."

"Στην υγειά μας συνάδελφοι. Στην υγεία του Δημοκρατικού Στρατού και των δημοκρατικών φαντάρων..." 

"Για μια ιδέα ευγενικιά δίνουμε τη ζωή μας... "

"(....) Ξαφνικά απ' την κορφή της Νιάλας έφτασε ο ήχος ντουφεκιών. Τι είχε συμβεί; 

Ο λόχος του Ερμή βάδιζε στην οπισθοφυλακή της φάλαγγας. Στον αυχένα σκούντησε πάνω σ' ένα παγωμένο. Η φάλαγγα είχε κοπεί. Δρασκέλισε ο Ερμής πάνω απ' το ξεπαγιασμένο πτώμα του συντρόφου και πέρασε στην άλλη πλαγιά, περιμένοντας το λόχο. Ο ένας ύστερα απ' τον άλλο πέρασαν όλοι οι άντρες του και τα 13 στελέχη της Καρδίτσας που είχε μαζί του. Ο Τσιρώνης, η Κουσάντζα, ο Γαλανίτσας κι οι άλλοι. Όμως κατά πού να πάει. Η φάλαγγα ούτε φαίνεται ούτε ακούγεται μέσα σ' εκείνο το κακό. Πήρε το μονοπάτι που διακρινόταν μόλις λίγο και προχώρησε. Πατήματα πουθενά. 

"Σίγουρα χάσαμε το δρόμο" σκέφτηκε.


Και τώρα; Προχώρησαν ακόμα μερικά μέτρα. Και ξαφνικά αντίκρυσαν αντίσκηνα. Εχθρικά αντίσκηνα. Σκορπάνε μέσα σ' αυτά. Τι να δουν; Φαντάροι κουκουλωμένοι με κουβέρτες και χλαίνες, είχαν μόνο τα μάτια ξεσκέπαστα και καρτερούσαν μοιρολατρικά το θάνατο. Ξυλιασμένοι κι εκείνοι, πουντιασμένοι κι οι δικοί μας. 

Ούτε τους μιλάνε ούτε τους πυροβολάνε. Ούτε κι οι δικοί μας ανοίγουν τα όπλα τους. Τα όπλα συμφώνησαν αυτήν την ώρα κάτω απ' τη βία της φύσης να μη μιλήσουν για το θάνατο. Πάγωσαν. Δε λειτουργεί τίποτα.

Βουβή ανακωχή!

Σαστισμένοι οι φαντάροι κοιτάνε τους μαχητές του ΔΣΕ να κατεβάζουν τους γυλιούς τους και ν' αποθέτουν τα όπλα τους σα νάναι παλιοί γνώριμοι ή νοικοκύρηδες στις σκηνές. Παίρνουν κι αυτοί θάρρος. Ξεκουκουλώνονται. 

-Είμαστε αδέρφια λένε, μη μας πειράζετε, ούτε μεις θα σας πειράξουμε.

-Αδέρφια, αδέρφια απαντάνε οι δικοί μας.

-Καθήστε απόψε να περάσει αυτό το κακό και το πρωί σαν καλοσυνέψει ο θεός φύγετε. Κάθησαν, αγκαλιάστηκαν σαν πραγματικά αδέρφια που είχαν χρόνια ν' ανταμωθούν.

Τέτοιo πράγμα δε ματαγνώρισε η ιστορία.

-Αδέρφια, πεινάτε να σας δώσουμε ψωμί και κονσέρβες;

-Όχι, σας ευχαριστούμε παιδιά, δεν πεινάμε. Είμαστε χορτάτοι.

Κι ας τους θέριζε τα σωθικά η πείνα. Δεν καταδέχτηκαν να πάρουν το ψωμί των φαντάρων.

-Όχι, όχι. Μια που είστε φιλοξενούμενοί μας θα πάρετε έστω λίγη σταφίδα και λίγη σοκολάτα και θα πιείτε λίγο κονιάκ.

-Αμερικάνικες; είπε φουρκισμένος ένας μαχητής, με μια κοψιά διαφορετική στο πρόσωπο.

-Όχι αδερφέ! Δικές μας!

Ένας ξερακιανός στρατιώτης με αδύνατα κοκαλιάρικα δάχτυλα μοίραζε σταφίδες και σοκολάτα κι ένας άλλος μ' ένα παγούρι κερνούσε κονιάκ.

Σε μια άκρη του αντίσκηνου κάθονταν πιασμένοι σφιχτά απ' τα χέρια ένας φαντάρος κι ένας μαχητής του στρατού μας. Ξαδέρφια, απ' το ίδιο χωριό αντάμωσαν σε τούτο τον κολασμένο βράχο για να πούνε τους καημούς τους.

-Έχεις καιρό να πας στο χωριό;

-Κάπου ένα μήνα. Είχα πάει με διήμερη άδεια.

-Η μάνα μου τι κάνει;

-Φυλακή είναι.

-Ζει;

-Καλά είναι.

-Κι ο πατέρας;

-Τον έστειλαν στο Μακρονήσι οι μαύροι απ΄το χωριό. Ο Γαλάνης τον έφαγε.

-Δεν πήραν ούτε γράμμα;

-Ούτε είδησή του.

Σιωπούν.

Ένας δικός μας σήκωσε το παγούρι.

-Στην υγειά μας συνάδελφοι. Στην υγεία του Δημοκρατικού Στρατού και των δημοκρατικών φαντάρων είπε. Ας διαρκέσει για πάντοτε η αποψινή μας συναδέρφωση. Να πεθάνουν όλοι οι φασίστες που σας βάζουν και σκοτώνεστε μαζί μας.


-Δε μας βάζει κανένας συνάδελφε, σηκώθηκε ν' απαντήσει πειραγμένος ένας φαντάρος. Υπηρετούμε την πατρίδα μας. Αυτήν υπερασπίζουμε.

-Από ποιόν;

Ο άλλος δεν απάντησε. Έσκυψε το κεφάλι.

-Ε! συνάδερφε, συνέχισε ο μαχητής μας, χτυπώντας τον στην πλάτη. Ποια είναι η πατρίδα; Να εμείς, ο λαός της. Κι όταν εσύ σηκώνεις χέρι και χτυπάς το λαό και ρημάζεις την πατρίδα ποιον υπερασπίζεσαι;

-Χτυπάω το λαό; Τι λες; Από που το συμπεραίνεις αυτό; έκανε ο φαντάρος πειραγμένος. 

-Με πολεμάς εμένα και με σκοτώνεις; Ναι ή όχι; απάντα μου κοφτά.

-Ναι.

-Τι είμαι εγώ; Λαός δεν είμαι; Ή μήπως λαός είναι η συνοικία του Κολωνακιού; Να κοίτα τα χέρια μου. Ροζιασμένα απ΄το τσαπί, το σφυρί και τ' αλέτρι. Κοίτα και τα δικά σου. Τα ίδια είναι. Ποιον χτυπάς λοιπόν;

Ο φαντάρος έξυσε το κούτελό του από αμηχανία.

-Ώστε λοιπόν, συνέχισε, δεν υπηρετάς την πατρίδα αλλά είσαι ενάντια στην πατρίδα και το λαό της.

Οι άλλοι σταμάτησαν τις κουβέντες κι άκουγαν.

-Πέστε μας κι άλλα, πέστε μας αδέρφια, είπε ένας γεροδεμένος άντρας.

Ήθελαν πολλά να τους πουν. Όμως έπαιρνε να ξημερώσει.

Ως πότε θα κρατούσε αυτή η βουβή ανακωχή; 


* * *

Σ' ένα εχθρικό αντίσκηνο, βρίσκονται ξαπλωμένοι έντεκα άνθρωποι. Ξεπαγιασμένοι, δεν νιώθουν, ούτε καταλαβαίνουν τίποτα. Δεν ακούνε τις φωνές των ανταρτών και του Ερμή.

-Όλοι οι αντάρτες να βγούνε έξω από τα αντίσκηνα! Φεύγουμε για τον προορισμό μας.

Και που βρέθηκε να περάσουν κι οι έντεκα στο ξεκομμένο απ' τ' άλλα αντίσκηνα και να μην τους δει κανείς; Είχε βγει ο ήλιος όταν άρχισαν να συνέρχονται. Και συνήρθαν απ' τις κλωτσιές και τις βρισιές των φαντάρων που ήρθαν να πάρουν τους δικούς τους κρυοπαγημένους την άλλη μέρα το πρωί.

Η ανακωχή είχε λήξει. 

Οι αγωνιστές συνήρθαν. Ξύπνησαν απ' το λήθαργο που τους είχε ρίξει η παγωνιά και το κρύο και στηλώθηκαν αντίκρυ στους δημίους τους.


Τους έδεσαν και τους έσυραν μισολιπόθυμους, απ΄τα βασανιστήρια αυτή τη φορά, στα κρατητήρια της Λαμίας. Για να γράψουν εκεί με το αίμα τους μια λαμπρή αγωνιστική σελίδα στην ιστορία του αδούλωτου λαού μας.

Μερόνυχτα μείνανε στα μπουντρούμια δεμένοι με τα σίδερα. Από την ώρα της καταδίκης τους ως τη μέρα που εκτελέστηκαν.

Στις 4 το πρωί της 9 του Μάη 1947 τους βάλανε στο αυτοκίνητο για τον τόπο της εκτέλεσης. Απ΄ το στόμα των παλικαριών ξεχύθηκε ένα αυτοσχέδιο τραγούδι:

Είναι σκληρός ο θάνατος
Γι' αυτούς που μένουν πίσω
.............................................
Μα δω δεν είναι θάνατος,
θάνατος απ' αρρώστια.
Είναι της δόξας τα παιδιά
δαφνοστεφανωμένα.

Θάνατο εμείς δε βρίσκουμε
και λησμονιά η γενιά μας...
Για μια ιδέα ευγενικιά
δίνουμε τη ζωή μας... 

Στον τόπο της εκτέλεσης, η Βαγγελίτσα Κουσάντζα, η απλή δασκάλα του λαού βροντοφώναξε στους τυράννους: "Λίγος ακόμα είναι ο καιρός σας στην εξουσία. Τέτιο είναι το κράτος σας. Ικανό να εκτελεί γυναίκες και πατριώτες. Τη θέση που δίνετε σε μας σήμερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, πολύ σύντομα θα την πάρετε εσείς, όχι οι παρασυρμένοι, μα οι πραγματικοί εγκληματίες. Ο λαός μας δε θα μας λησμονήσει. Ζήτω το ΚΚΕ!".



Και στήσανε το χορό, Το χορό της λεβεντιάς και της αθανασίας: το χορό του Ζαλόγγου. Η δασκάλα η Βαγγελιώ πρώτη τραγούδησε το "Εχετε γεια βρυσούλες".

Μπροστά στο απίστευτο θέαμα, το εκτελεστικό απόσπασμα που ήταν από φαντάρους του 106 Τάγματος, δεν πυροβόλησε. 

Κι αναγκάστηκαν να κουβαλήσουν δήμιους -μαυροσκούφηδες και χωροφύλακες- για να εκτελέσουν τη δολοφονία.

Τελευταία έπεσε η Βαγγελιώ Κουσάντζα. Με τρυπημένο το κορμί στεκότανε ορθή και ζητωκραύγαζε για το κόμμα. Την αποτέλειωσαν με τη χαριστική βολή.

Λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες το παρακάτω γράμμα του ήρωα φοιτητή Βασίλη Τσιρώνη:

"ΛΑΜΙΑ, (θάλαμος μελλοθανάτων): Στους φίλους της Καρδίτσας-Θεσσαλίας.
Σας αφήνω γειά. Αυτός είναι ο δρόμος της τιμής και του καθήκοντος. Φεύγω περήφανος και ικανοποιημένος γιατί πιστεύω ότι θα συμπληρώσετε ό,τι εγώ αφήνω μισό. 
Ψηλά τη σημαία του ΚΚΕ
Ζήτω η Ανεξαρτησία!
Ζήτω η Δημοκρατία!

Σας φιλώ όλους 
9/5/47 Βασίλης Τσιρώνης"

................................................................................................................................................

Ένα θαλασσοδαρμένο καράβι αρματωμένο με την πίστη των ναυτών του που υποδέχονται όρθιοι την τρικυμία, αρματωμένο με του λαού το δίκιο διέσχισε τον ανταριασμένο πορθμό της Νιάλας ύστερα από μια αληθινή τιτανομαχία κι άνοιξε πλώρη για τ' ανοιχτά φουρτουνιασμένα πέλαγα. Άνοιξε πλώρη για την ακτή πούναι αλυσωμένη η λευτεριά.
Οι ναύτες στο κατάστρωμα χαιρετούν κι αναφέρουν.
-Το πλήρωμα ακλόνητο στις θέσεις του.
Ο καπετάνιος ατάραχος στο τιμόνι.
-Βίρα! Όλοι αγρυπνούν.
Και το καράβι σκίζει με ορμή τ' αφρισμένα κύματα και τραβάει για την ηλιόλουστη αχτή του...
21 Γενάρη 1950 "

[ Ιχνηλασία από το εξαιρετικό βιβλίο του Μενέλαου Μούστου (Δάφνης) που κοσμεί τη βιβλιοθήκη μας και φέρει τίτλο : "Αφηγήσεις για το Δημοκρατικό Στρατό", πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις 1954, ανατύπωση "Σύγχρονη Εποχή" ]



ΥΓ1. Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν στη Νιάλα των Ευρυτανικών Αγράφων, στις 11-13 Απρίλη 1947. Εκεί που σήμερα οι ανιστόρητοι και οι κερδοσκόποι επιδιώκουν να στηθούν ανεμογεννήτριες. Ναι εκεί, πλησίον του ιστορικού αιματοβαμμένου τόπου της θυσίας...!

ΥΓ2. Για τα συμβάντα της Νιάλας μπορείτε να διαβάσετε το πλήρες αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη", καθώς και να δείτε κι ένα σχετικό σπουδαίο ντοκιμαντέρ!



Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Στων Αγράφων τις ελεύθερες ράχες

Με αφορμή μια εικόνα


Εκεί που δεν υπάρχουν φράχτες...

εκεί που όλα υμνούν την αρμονία, το κάλλος, τη χάρη...

εκεί που η ψυχή ανασαίνει βαθιά
και το θρόισμα από την περπατησιά της ελευθερίας
ωσάν πανάρχαια επίκληση
αφουγκράζεται το καθήκον...

...για να παραμείνουν Α Γ Ρ Α Φ Α !!!




Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

Η Σαρμανίτσα : το λίκνο της δικής μας ζωής!

φωτο: Σαρμανίτσα Ανδρέα Ζαχαρόπουλου

Ένα απ’ τα ….πανηγύρια της μνήμης μου

*Από το φίλο συμπατριώτη Ευθύμιο Ξ. Φλώρο
για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" 


Βλέποντας σήμερα κάποιος την πληθώρα των σχετικών με τα μωρά επίπλων, αν είναι της  δικής μου ηλικίας, σίγουρα το μυαλό του θα ταξιδέψει 60 χρόνια νωρίτερα στα «έπιπλα» που στιγμάτισαν τη δική του γέννηση μέχρι να αρχίσει να μπουσουλάει.

Η αναδρομή γίνεται ακόμα εναργέστερη εάν είχες μικρότερα αδέρφια. Τότε είναι καθαρές οι εικόνες από την ώρα της γέννησής τους έως ότου περπατήσουν και σκαρίσουν στα σοκάκια και τις ατραπούς, στα χωράφια και τις λάκκες. 

Δεν αργούσαμε τότε να πατήσουμε γερά στα πόδια μας, γιατί έπρεπε να συμμετέχουμε γρήγορα στις δουλειές του σπιτικού μας. Κι αυτό δεν το λέω με καθόλου παράπονο! Νοιώθω πολύ τυχερός που γεννήθηκα στο χωριό και άρχισα τη ζωή μου από τη σαρμανίτσα! 

Κι είμασταν τότε όλοι μαζί. Τρείς γενιές κι όχι μιάμιση  που είναι σήμερα! Οι παππούδες πάντα παρόντες τότε, έως ότου φύγουν για πάντα στο χώμα που γεννήθηκαν. Καμιά φορά τότε ήταν στο ίδιο σπίτι και τέσσερις γενιές, αν ένας γέροντας είχε ακόμα καλύτερα γονίδια και πέρναγε τα 100 χρόνια, ζώντας μαζί με τα δισέγγονά του, τα εγγόνια του και τα παιδιά του!

Έτσι, είτε επειδή πίναμε πολύ γάλα, κι απ’ τη μάνα μας αλλά κι απ’ τα ζωντανά μας, είτε επειδή πολύ γρήγορα οι γονείς μας, έχοντας πολλά στο μυαλό τους, έπρεπε να μας αφήσουν λεύτερους να αυτονομηθούμε αλλά και να βοηθήσουμε, ίσως για όλα αυτά μαζί πολύ γρήγορα μάθαμε να τρέχουμε σαν αστραπή ανάμεσα στις πέτρες και τις αγκαθιές. Έπρεπε, βλέπεις, να φυλάξουμε τις γίδες και τις γελάδες της οικογένειας, βοηθώντας τη γιαγιά που πάντα ήταν μαζί με τα εγγόνια και δε μπορούσε να τρέξει, εκείνη όμως πλήρης εμπειρίας κι εμείς στην αρχή του μαθήματος της ζωής! 

Δεν αργούσαμε τότε να πιάσουμε δουλειά, όποια δουλειά μπορούσαν τα παιδικά χεράκια κι όποια άντεχαν τα ισχνά και κοκκαλιάρικα αλλά δυνατά μας πόδια, πριν ακόμα πάμε στο δημοτικό σχολείο.

 Έπρεπε εγώ να πάω στα έξι μου χρόνια τη φοράδα μας φορτωμένη με 12 δεμάτια τριφύλλι από το χωράφι στο σπίτι, να την ξεφορτώσω και μετά περιχαρής να μπω καβάλα και να ξαναπάω στο χωράφι για μια ακόμα στράτα. Αξέχαστες θα μου μείνουν αυτές οι μεταφορές που σαν κύριο στόχο είχαν για μένα την επιστροφή καβάλα στο άλογό μας μόνος μου εγώ κι εκείνο σε αγαστή συνεργασία, αφού είναι γνωστό ότι τα μικρά παιδιά αγαπούν κι αγαπιούνται από όλα τα ζώα!

Ζαλίγκα φορτωμένη το παιδί της η Μάνα η Ελληνίδα
που κράτησε και κρατάει ίσως ακόμα όρθια αυτή τη χώρα,
σε μια φωτογραφία του αείμνηστου Τάκη Τλούπα

Η σαρμανίτσα ωστόσο ήταν η αρχή, το Άλφα της ζωής μας. Ήταν αυτή το μοναδικό έπιπλο που αφορούσε το νεογέννητο παιδάκι. Κι όπως πάντα ο γονιός αγαπάει πολύ τη συνέχειά του και θέλει όσο μπορεί να βολέψει άνετα και σίγουρα τα μικρά του. Το καλύτερο ξύλο θα βρει, θα το μπλανίσει να γίνει λείο να μην έχει αγκίδες και καρφώσουν το μαλακό κορμάκι του μωρού του. Θα κάνει τα πόδια της σαρμανίτσας του κυρτά ώστε να μπορεί κάποιος εύκολα να την κουνάει πέρα-δώθε για να κοιμίσει γλυκά το βλαστάρι του. Θα βάλει πάνω του βέργα ξύλινη πάλι να μην πέσει η μικρή κουβέρτα πάνω στο παιδί και το σκάσει. Και η κούνια είναι έτοιμη και μυρίζει ρετσίνι απ’ το ελατίσιο ξύλο και ακόμα καλύτερα μυρίζει και κέδρο αν έχει την τύχη και βρει χοντρό κέδρο. Τέλος θα φτιάξει και τις γωνίες να τελειώνουν γλυκά και κυκλικά όσο μπορεί με το ξυλοφάϊ του, ώστε να είναι έτοιμο το μοναδικό ίσως δώρο στα παιδιά του. Γιατί συνήθως ο κάθε γονιός έφτιαχνε μία σαρμανίτσα και από εκείνη πέρναγαν όλα τα παιδιά του. Πρόβλημα θα είχε μόνο αν έκανε δίδυμα οπότε εύκολα θα έβρισκε μία ακόμα σε διπλανό σπίτι. 

Είναι γνωστό ότι ο Ντελακρουά προσωποποίησε και ζωγράφισε εξαιρετικά ως γυναίκα γυμνόστηθη την ελευθερία! Δεν ξέρω κάποιον όμως να έχει κάνει το ίδιο για μια άλλη μεγάλη «γυναίκα» την αλληλεγγύη! Τότε ζούσε έντονα και ήταν καθημερινή εικόνα η αλληλεγγύη, δεν είχε πεθάνει ακόμα, όπως συμβαίνει σήμερα ειδικά στις μεγαλουπόλεις που ο γείτονας ούτε καν γνωρίζει το γείτονά του! Αλλά και στα χωριά μας έπαψε σήμερα  η αλληλοβοήθεια και η ομαδική δουλειά που είχε ως αποτέλεσμα, χωρίς τη ...συμμετοχή της πολεοδομίας, χωρίς πτυχιούχους μηχανικούς, να χτίζουν οι άνθρωποι τα εξαιρετικά τους σπίτια σε 2-3 μήνες!! Χωρίς δάνεια από την τράπεζα, χωρίς κανένα ιδιαίτερο κομπόδεμα στην άκρη, αλλά με τη βοήθεια των συγγενών και φίλων, όπως επίσης και της μάνας φύσης που έδινε πέτρες και ξύλα και χώμα για λάσπη και μεράκι στην καρδιά τους κατόρθωναν σε ελάχιστο χρόνο να φτιάξουν τις πανέμορφες φωλιές τους.

Ναι η σαρμανίτσα τότε ήταν αρκετή να βγάλουμε ρίζα και φτερά όλα τα παιδάκια μέχρι να περπατήσουμε. Εκείνη φορτωνότανε η μάνα μου και μαζί της εμένα που δεν θυμάμαι αλλά μετά 6 χρόνια την αδερφή μου, που θυμάμαι πολύ καλά, και πηγαίναμε στα χωράφια στο Κρίκελλο της Ευρυτανίας.

Λείποντας ο πατέρας μου στις δουλειές η απίθανη, η πραγματικά γενναία Ευρυτάνισσα Μάνα έκανε τα πάντα. Μαζί μας με τη φορτωμένη τη σαρμανίτσα μάνα μου, είχαμε τη φοράδα μας τη Ντοριά, τη γίδα μας την Τσίκα και την σημαντική τροφό της οικογένειας τη γελάδα μας τη Μόρφω. Κι όλα αυτά τα ζωντανά έρχονταν κοντά της ή δίπλα της χωρίς να τα έχουμε δεμένα με τριχιές!! Όλα την αγαπούσαν γιατί ήξεραν ότι κι εκείνη τ’ αγαπούσε. Κάποτε κίνησε μαζί μας και το γουρούνι μας που όμως έπρεπε να μείνει στο δικό του κουμάσι.

Στο χωράφι η σαρμανίτσα έμπαινε κάτω από δέντρο με καλό ίσκιο, αλλά πολλές φορές η μάνα φοβούμενη τα φίδια που αγαπούν πολύ, ως γνωστόν, το γάλα και εύκολα θα έβρισκαν το μωρό της, έφτιαχνε πολύ γρήγορα με μια κανναβιά ή με τη δική της πλεχτή μάλλινη τριχιά, μεταξύ δύο κορμών δέντρων που απείχαν 3-4 μέτρα, μια αυτοσχέδια πρόχειρη κούνια, μια αιώρα, στην οποία εγώ μπορούσα να κουνάω το μωρό να κοιμηθεί, ενώ εκείνη έσκαβε, σκάλιζε, πότιζε ή έκοβε με την κοσιά τριφύλλι.

Μαζί μας πάντα έφερνε η μάνα μου μια γυάλινη μπουκάλα μισή οκά γάλα, από τη γίδα μας συνήθως αλλά και από τη γελάδα μας, βρασμένο και έτοιμο να το πιώ εγώ ως μεγαλύτερος έως νάρθει η ώρα του φτωχικού μας φαγητού. Του φαγητού που είχε η ίδια φτιάξει την προηγούμενη μέρα που συνήθως θα ήταν μια πίτα ή πατάτες τηγανιτές ή σκέτο ψωμοτύρι. Φαγητά καθαρά και δικής μας παραγωγής. Εκτός από το αλάτι και το λάδι που αγοράζαμε τα υπόλοιπα ήταν όλα του σπιτιού μας. Φασόλια, καλαμπόκια, πατάτες και φυσικά μπόλικο ψωμί, που πάλι ζύμωναν όλες οι γυναίκες του χωριού στο σπίτι τους, ήταν οι βασικές μας τροφές μαζί βέβαια με το γάλα και το τυρί από τα ζωντανά μας. 

Η σαρμανίτσα όμως ήταν βαριά και όταν το παιδάκι μεγάλωνε λίγο, η μεταφορά στο χωράφι γινότανε ζαλίγκα, δηλαδή φορτωμένο στην πλάτη της μάνας και δεμένο σε δύο σημεία, κάτω στα πόδια και περίπου στη μέση του. Αυτή η λύση ήταν εφικτή όταν το μωρό μπορούσε πλέον να στεριώσει καλά το λαιμό του ώστε να κρατήσει όρθιο το κεφάλι του.

Η μεταφορά του παιδιού στο χωράφι, χωρίς σαρμανίτσα είχε ως αποτέλεσμα και τη διαφορετική επιλογή «κρεβατιού» για τον ύπνο του. Η λύση τότε ήταν ή η κατασκευή, όπως είπαμε παραπάνω, της αιώρας ανάμεσα από δύο δέντρα ή μέσα στο ανάποδα γυρισμένο σαμάρι της φοράδας μας!  Και εκεί ήθελε μεγάλη προσοχή να μην βρέξει το σαμάρι το μωρό γιατί θα κάνει ζημιά στο σώμα του αλόγου στη συνέχεια! 

Το σαμάρι ανάποδα ήταν ιδανικό για κρεβάτι μωρού τότε που όλοι ήταν μέσα στη φύση.
Κι αυτή η φωτο είναι του αείμνηστου φωτογράφου Τάκη Τλούπα
που "έβλεπε πράγματα που δεν τα έβλεπαν οι άλλοι" και κράτησε ζωντανές τέτοιες εικόνες

Κι έτρεχε η Μάνα 2-3 φορές ώσπου να γυρίσουμε σπίτι, όταν το μωρό έκλαιγε και το βύζαινε με το μοναδικό γάλα της μάνας που πύτιαζε το παιδί όπως και το αρνί απ’ τη δική του μάνα! Και βύζαινε το παιδί της όσο είχε γάλα. Δεν σκέπτονταν τότε οι μανάδες την τάχα «ζημιά»  στο στήθος τους από το τάϊσμα του παιδιού τους. Φυσικά υπήρχαν και οι περιπτώσεις που το γάλα μιας μάνας δεν έφτανε να χορτάσει το παιδί της και ειδικά όταν είχε δίδυμα. Και τότε η αλληλεγγύη ήταν παρούσα και η δική μου μάνα πήγαινε στη διπλανή και βύζαινε και το δικό της παιδί. Κι είμαστε σήμερα εν ζωή κι εγώ και ο Δημήτρης που συμπλήρωνε το γάλα της μάνας του με εκείνο της δικής μου μάνας και μεγάλωσε κι αυτός μια χαρά.

Κανένας δε μπορεί να θυμάται πώς ένοιωθε μέσα στη δική του σαρμανίτσα, όμως βλέποντάς την γίνεται πάλι παιδάκι και θυμάται την πάλη της μάνας του αλλά και του πατέρα του στη μικρή, φτωχική  αλλά πολύ ευτυχέστερη κοινωνία του χωριού μας. 

Γι αυτό ίσως και όλοι σαν μεγαλώσουμε λιγάκι αποζητάμε την επιστροφή εκεί στη ρίζα που μας γέννησε, στο σπίτι που είναι χτισμένο με τίμιο ιδρώτα, πέτρα, χώμα και μαδέρια ελάτινα, εκεί που ο κέδρος στα ταλάρια μας μοσχομυρίζει ακόμα, εκεί που οι βρύσες του βουνού μας ξεδιψάνε με νεράκι καθάριο, εκεί που λίγοι μείνανε να φυλάνε Θερμοπύλες.

Εκεί που η ανεμελιά, ταυτόσημη με την ζωή την πραγματική, σε οδηγεί να χορέψεις στα τρία όπως λένε το ρυθμό, όποια στιγμή κι αν είναι αυτή, το γνωστό δημοτικό τραγούδι  που ξαναφέρνει στη ζωή του μεγάλου την αρχή της ζωής του….

«Θέλεις στην κούνια Χάϊδω μ’ βάλε με, θέλεις στη σαρμανίτσα,
και με τα πόδια Χάϊδω μ’ κούνα με και με τα χέρια γνέσε
Και με το στόμα το γλυκό πές μας καλό τραγούδι»

Κρίκελλο Ευρυτανίας

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

"Και λέει η ιστορία για ένα λαό, απ' ουρανό πλασμένο και φωτιά..."


Ο αντιστασιακός αγωνιστής, εκπαιδευτικός και πολυγραφότατος συγγραφέας Χάρης Σακελλαρίου (1923-2007) υπήρξε σπουδαστής στο θρυλικό Παιδαγωγικό Φροντιστήριο του ΕΑΜ στο λεύτερο Καρπενήσι της Ανταρτοσύνης! Εκεί αναδείχτηκε σε πολύτιμο συνεργάτη των φωτισμένων παιδαγωγών Μιχάλη Παπαμαύρου, Κώστα Σωτηρίου και Γιώργη Μυρισιώτη, συμβάλλοντας μάλιστα και στη συγγραφή του περίφημου αναγνωστικού “Ελεύθερη Ελλάδα” της ΠΕΕΑ/”Κυβέρνησης του Βουνού” που προορίζονταν για την ε’ και στ’ τάξη του δημοτικού σχολείου (έκδοση 1944).

Ο "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" ανακάλυψε και παρουσιάζει ένα μεταγενέστερο ποίημά του, μισού και πλέον αιώνα, με τίτλο “Εφηβικό”, όπου ο Χάρης Σακελλαρίου ποιεί τη μεγαλοσύνη του αγωνιζόμενου λαού μέσα από τα μάτια ενός νέου παιδιού που διαβάζει ιστορία κάτω από το τρεμάμενο φως ενός λυχναριού. Όταν το παιδί αποκοιμιέται μπροστά στο βιβλίο του, τότε ξεπροβάλλει μπροστά του…


Χάρης Σακελλαρίου (1923-2007)


Εφηβικό

Διαβάζει ο νιός αργά τη νύχτα
κάτω απ' του λυχναριού την έγνοια την τρεμάμενη
διαβάζει κάποιαν ιστορία παλιά
κάποια ιστορία που μοιάζει παραμύθι....

Και λέει η ιστορία για ένα λαό
απ' ουρανό πλασμένο και φωτιά
που ένα μονάχα δε μπορεί : να σκύβει.
Και λέει για το λαό τον ανυπόταχτο
και ροβολούσε απ' τις κορφές και τα ρουμάνια
-θολό ποτάμι, σταυραϊτός κι αστροπελέκι
χτυπώντας των τυράννων τα φουσάτα.
Και λέει για το λαό, που είν' όλος άνοιξη
παιδί, πουλί κι αυγή τ' Απρίλη
που πολεμώντας ονειρεύεται
και πέφτει τραγουδώντας το "Καλλίτερα μιάς ώρας..."

Κι είναι η ιστορία παλιά σαν παραμύθι
και τη διαβάζει ο νιός, "να πάρει το βαθμό".
Κι είναι τραγούδι κι όνειρο η παλιά ιστορία
κι η νύχτα είναι βαθιά, μολύβι η νύστα
και γέρνει ο νιός απάνω στ' ανοιχτό βιβλίο
κι αποκοιμιέται.

Και βλέπει στ' όνειρό του - ω μάγεμα!
λεβέντες διαλεχτούς κι αντρειωμένους
να λάμπουν όλοι μέσα στ' άρματα
και τα χρυσά φλουριά και τα τσαπράζια
ένας τον ήλιο να κρατεί κι άλλος τ' αστροπελέκι
κι άλλος να γλυκοτραγουδεί της λευτεριάς τραγούδια.
Και βλέπει ο νιός - πήρε φτερά και πάει
κι έφτασε κι είν' ανάμεσά τους
κορφή κι αυτός μες στις ψηλοκορφές
μέσα στους ήλιους ήλιος.

Και την αυγή ως ξυπνάει- ω ξάφνιασμα!
-λαμπάδα στο βουνό κι ανηφορίζει
μ' ένα σακούλι ονείρατα
με μια καρδιά - φουρτουνιασμένο πέλαγο
να ζωντανέψει τ' όνειρο της νύχτας.

Και μένει το βιβλίο στο τραπέζι εκεί ανοιχτό
το βιβλίο με την ιστορία την παλιά
την ιστορία που μοιάζει παραμύθι...

*Πρωτοδημοσιεύθηκε στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΚΑΤΙΟUΣΑ" (4-2-2020) 

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2020

Ο Ρήγας Γκόλφης για τη λατρεμένη του Ευρυτανία...!



Το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" παρουσιάζει ένα εξαιρετικό όσο και δυσεύρετο ποίημα του -εκ Καρπενησίου καταγόμενου- Ρήγα Γκόλφη (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Δημητριάδη) με τίτλο "Αυτοβιογραφία". Δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 1946 στο περιοδικό "Νέα Εστία" και μέσα από τους στίχους του αναδεικνύεται και η παθιασμένη αγάπη τού Ρήγα για την πατρογονική του εστία στην Ευρυτανία, σε αντίθεση με τη θλίψη που υποβόσκει μέσα του για την, μάλλον αναγκαστική, διαμονή του στο μόνιμο τόπο κατοικίας του στο Μεσολόγγι! Αυτός ο πρωτοποριακός λόγιος του προηγούμενου αιώνα (βλ. σχετικά) ποιεί την ψυχή του που ποθεί έναν αδέσμευτο βίο στην ανόθευτη και ελεύθερη φύση της Ευρυτανίας μακριά από το αστικό περιβάλλον που αποπνέει το μαράζι και τη μελαγχολία μιας συμβατικής ζωής με τους πειθαναγκασμούς της κατεστημένης τάξης πραγμάτων της εποχής...  

Ιδού: 

Μου πρέπει να γεννήθηκα ένα βράδι γενναριάτικο
μες σε καλύβι φτωχικό, χωριάτικο,
πέρα, σε μια πλαγιά βουνού δυσκολοπάτητου,
που αγέρηδες φυσομανούν στην πλάτη του,
στα Καρπενήσια, πιο ψηλά, στα κορφοκέφαλα
που αγγίζουνε τον ουρανό τα μαύρα νέφαλα.
Γύρω ρουμάνια αράθυμα το χιόνι νότιζε,
πλήθιο φεγγάρι λαγαρό τα πάντα φώτιζε.
Και μες στην σκάφη βρέφος καθώς μ’ είχανε
κι Μοίρες να περνούν εκείθε τύχανε
και κάθε μια ξεχωριστά με μοίρανε.
Λίγα μου δώσαν και πολλά μου πήρανε…
Α, να μεγάλωνα στον τόπο μου το ρουμελιώτικο
κι απ’ όλα τ’ άλλα τα παιδιά νάμουν αγόρι αλλιώτικο…
Μούπρεπε ένα γερό κορμί και μια ψυχή λεβέντισσα
και να μην άφηνα γυμνή χαρά κι αποθυμιά που να μην έντυσα.

Κι όμως, αλλιώς τάφερε, ω αλήθεια, η τύχη.
Να γεννηθώ στης λιμνοθάλασσας τα ρήχη
σε τόπο χαμηλό, βαρύ, παθητικό
και μέσα σε τετράγωνο ένα αρχοντικό,
στο Μεσολόγγι,
και ν’ αγναντεύω από μακριά μου εσάς βουνά, κορφές και λόγγοι,
τα χρόνια να μου γίνονται φτερά για νας σας φτάσω,
να σας σιμώσω, να χαρώ και να γιορτάσω….
Όμως με πήρε ο δάσκαλος και μου έστριψε τη γνώμη,
της κοινωνίας με πάτησαν οι μαύροι άδικοι νόμοι,
κι ένας καλόγερος στεγνός, ψαλτήρι και λιβάνι,
τα νιάτα της ψυχής μου εμέ πάσχιζε να μαράνει.

Πού γύρω μου να στηλωθώ με το φλογάτο μου αίμα;
Η φρόνηση παρηγοριά στο θρονιασμένο ψέμα.
Κανένας πλάι μου αδερφός, και μόνο
με τη δική μου μαχαιριά, καρδιά, να σε πληγώνω.
Μα τα παλιά, τ’ αχάριστα και τα παραδομένα,
εγώ τ’ αντιμαχόμουνα ολοένα,
κι έβλεπα και ξετύλιγα πως κάτου από την τάξη
ο κήρυκας ξεφύτρωνε, ω ζωή, να σε διδάξει
το σεβασμό της πρόληψης, της χαύνωσης τ’ αφιόνι,
το σβήσιμο της νέας ψυχής που αντάρα τη φτερώνει.
Η υποταγή στο δυνατό να κρύβει την κακία,
για να του σταίνει δόκανο κρυφό, την κολακεία.

Ω απλή ζωή, μου ξέφυγαν τα χρόνια σου απ’ τα χέρια
κι ενώ τριγύρω ορθώνονται στιλέτα και μαχαίρια
της κοινωνίας, της αρετής, της ηθικής, του επαίνου
και του κακού που δείχνεται και του αγαθού κρυμένου,
η μοναξιά μου απλώνεται και με τυλίγει
και ξημερώνοντας η αυγή μου φτάνει λίγη
κ’ είναι η χαρά δίχως χυμό κι η ελπίδα χωρίς αύρα
να μου λυτρώσουν την πυρή μου φλόγα και τη λαύρα
και φεύγει η μέρα ανάδροση στον ήλιο και στο δρόμο
κι έρχεται η νύχτα για του νου τον τρόμο
μες στα όνειρα και τα στοιχιά, που τάπλασα και τα είδα
με την ψυχή μου, ξωτική τους προσωπίδα.

Της φαντασίας το πέλαγο με το πανί δε σχίζω,
μα τη νοερή μου δύναμη ολοένα φυλακίζω
χρόνια φευγάτα μου πικρά –
μες σε φτασίματα μικρά
που αρχίζουν από ξεκινήματα μεγάλα.
Κλωνάρι απόμεινα άνανθο μέσα στα τόσα τ’ άλλα…
Και σκλάβος της ανημποριάς μαζί και θύμα,
φταίστης εγώ στο κρίμα,
γραφιάς και δούλος της ψευτιάς συναλλαγής,
δίχως ελπίδα ανάσας ή αλλαγής,
στεριώνω γύρω μου άχαρα της ζήσης μου τα ορόσημα
σκυμένος στα κιτρινισμένα ατέλειωτα χαρτόσημα.

Για τον σπουδαίο Ρήγα Γκόλφη, μπορείτε να δείτε και εδώ!