Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Και το κορμί λεβέντικο και την ψυχή λεβέντρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Και το κορμί λεβέντικο και την ψυχή λεβέντρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Και το κορμί λεβέντικο και την ψυχή λεβέντρα!


Η ανυπότακτη ψυχή του διαπρεπούς λόγιου Ρήγα Γκόλφη (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Δημητριάδη με καταγωγή από το Καρπενήσι, 1886-1958) φτερούγιζε περήφανα στις αετόμορφες κορφές του Βελουχιού το οποίο και ύμνησε με θαυμαστό τρόπο στο παρακάτω σπάνιο και δυσεύρετο ποίημά του που σaς παρουσιάζουμε σήμερα με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. 

Ιδού:

===================

ΒΕΛΟΥΧΙ

Κορφή πως ελαχτάρησα τ' αμέτρητό σου ψήλος!
Πουλί κι αν είμαι αδύναμο δίχως πλατιά φτερούγια,
Με συνεπήρε ο πόθος μου για να με πάει σε σένα.
Και μ΄ είδαν οι βουνοπλαγιές το κάθε μερονύχτι,
Που πάσχιζα ν' αντρειευτώ τα βράχια αδρασκελώντας,
Και μ΄είδανε τα διάσελα διαβάτη πλανεμένο,
Κ' οι λαγκαδιές μ΄αγκάλιασαν με μιαν αγάπη εγκάρδια
Ψηλόθε ότα ροβόλαγαν τα βουερά δρολάπια.
Χίλιες βολές αντίσκουζε το βήμα μου στις ράχες
Κι απολπισμένος στάθηκα μπρος σ' έρμα γκρεμοτόπια
Χίλιες φορές ξεσύρθηκε το κλάμα μου απ΄τα στήθη
Και τ' αντιλάλησαν βαριά τα σπήλια και τα δάσα.
Μα η λαύρα που με κένταγε για τ΄ αψηλό τ΄ανέβα
Τα σωτικά κι α μούτρωγε μού ξάναβε λαχτάρες.
Και πέρνα πέρνα τα γκρεμά, τις άκρες και τα βράχια,
Και διάβα τα βουνόκαμπα και τα πυκνά ρουμάνια.
Έσωσε η μέρα κ' η στιγμή και βρέθηκα στο ψήλος,
Το ψήλος που λαχτάρησα, κορφή, τ' αμέτρητό σου.
Ποια λάμψη με πλημμύρισε και μούκλεισε τα μάτια
Τρανή, γλυκειά, πρωτόφαντη, σαν άστραμα πνεμάτου;
Ποιο φως εχύθη μέσα μου και μούδειξε τα βάθη,
Κι εγνώρισά σε, ανέγνωρη ψυχή, που κλείνω εντός μου;

Τότες από το πλαϊ μου, ένας αητός σηκώθη,
Ζυγιάστηκε ψηλά ψηλά και θάμπωσε τα ουράνια.
Εγύρισα τα μάτια μου κι ανάβλεψα τρογύρου..
Κορφή, της μάνας Ρούμελης ακριβοθυγατέρα,
Πόσα βουνά σε προσκυνάν και τα κεφάλια γέρνουν
Και πόσοι κάμποι αλαργινοί βασίλισσά τους σ' έχουν !
Ο ποταμός που σέρνεται στα χαμηλά λαγγάδια
Νοιώθει για σένα μέσα του τρελλό μεθύσι αγάπης,
Κι η θάλασσα η περήφανη απ' τα θαμπά τα μάκρη
Μ' αγέρηδες σε χαιρετάει, με κύματα σου γνέφει.
Τη μέρα, κόσμο αγγελικό μοιάζεις εμπρός στον ήλιο
Και ρηγαδεύει απάνω του μια θεϊκή γαλήνη.
Τη νύχτα με τα χιόνια σου 'πο μια μεριά ίσαμ' άλλη,
Απλώνεσαι σε μια αγκαλιά για να δεχτεί όλα τ' άστρα...

..Εδώ κ' οι πόνοι πνίγονται, σκορπίζονται κ' οι θλίψες,
Πλανεύονται τα λογικά μεσ' τις χαρές της πλάσης,
Και ξεπηδά η τρανή Ζωή από τα χίλια μέρη.
Εδώ, στα στήθια μου βαθιά νοιώθω καθάριο αγέρα,
Και δε φωλιάζουν στην καρδιά θανατερά μαράζια,
Μι' αγάπη τριγυρίζει με και δίνει μου το είναι.
Αργοπεθαίνει μέσα μου και ξεψυχάει το δάκρυ.
Κορφή, που σε προσκύνησα με συντριβή και σέβας.
Κλείσε με μέσα στ' άφταστο το ψήλος το δικό σου,
Τη λευτεριά δό μου αδερφή, παιδί μου το τραγούδι,
Και συντροφιά το σταυραητό. Αχ! έλα να μου πλάσεις
Και το κορμί λεβέντικο, και την ψυχή λεβέντρα...

(Το παραπάνω ποίημα του Ρήγα Γκόλφη γράφτηκε πριν από 111 χρόνια και δημοσιεύθηκε στην πολιτική- κοινωνική - φιλολογική εφημερίδα "Ο Νουμάς", φ.191, Κυριακή 26 Μάρτη 1906.)