Σάββατο, 20 Ιουνίου 2020

Οι ληστές και το ζαρκάδι!


(μια αλλιώτικη αληθινή ιστορία...)

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι "εκ φύσεως" ο άνθρωπος είναι θηρίο και ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα αναμόρφωσής του. Κάποιοι άλλοι που αγωνίζονται για ν' αλλάξουν τον κόσμο ώστε να... εξανθρωπιστεί ο άνθρωπος, επιμένουν ότι δεν είναι καθόλου έτσι και ότι ο άνθρωπος διαθέτει πάμπολα χαρίσματα και πως ανάλογα με τις συνθήκες ζωής που βιώνει στο κοινωνικό του περιβάλλον μπορεί να συμπεριφέρεται είτε ως "θηρίο" είτε ως "συνειδητό ον" με ευγενή ψυχική δομή! Ο δραπέτης Β. Παλαιοκώστας ο, κατά τον νόμο, σκληρός, άτεγκτος και θηριώδης παραβατικός της εναρέτου κοινωνίας που ζούμε, εξομολογείται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του μια βιωματική του εμπειρία, όταν κυνηγημένος, αυτός και ένας άλλος σύντροφός του, συναντούν στο βουνό όπου κρύβονται κάποιο ελεύθερο πλάσμα της φύσης, ένα ζαρκάδι! Και τότε... 

Ιδού: 
=========

«(...) Απέναντί μας, πάνω σ' ένα βράχο, έκανε την εμφάνισή του ένα μικρό ζαρκάδι. Έμεινε για ώρα ακίνητο να μας κοιτάζει με τα θλιμμένα του μάτια. Με τους διώκτες στο κατόπι μας λησμονήσαμε ότι βρισκόμασταν σε ένα μοναδικής ομορφιάς οικοσύστημα που κι αυτά τα πλασματάκια διεκδικούσαν το μερίδιο γης που τους ανήκει. Όταν ξαναειδωθήκαμε με τον Κώστα, μας είπε πως κι εκείνος αντάμωσε μια αρκούδα!  Ό,τι κληρώνει στον καθένα... 

Το ζαρκαδάκι εκεί δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Θα 'χε ξαναδεί άραγε από τόσο κοντά άνθρωπο; Τι να σκεφτόταν; Το περίμενε κάποιος; Λες να γνώριζε για τη ληστεία! Ένα ήταν σίγουρο, εκείνη τη στιγμή έπαιζε με την πείνα μας και την τύχη του. Μα πως να σηκώσεις όπλο σ' αυτό το ζωντανό θαύμα της φύσης; Προτιμότερο να λιμοκτονήσουμε. Τόσο ανίκανοι και δειλοί για ένα τόσο εύκολο κι ατιμώρητο έγκλημα.  

Τέτοιες ικανότητες θάρρους επιδεικνύουν μόνο νομοταγείς πολίτες. Με τη βούλα του κράτους φυσικά. Χρειάζονται την άδειά του να τραβήξουν τη σκανδάλη στοχεύοντας την ψυχή των παιδιών τους. Νομοθετικά κατοχυρωμένα εγκλήματα ενάντια στη φύση και τη ζωή. Κάτω από τη σκιά των νόμων αναπαύονται οι αιμοσταγείς δολοφόνοι αυτού του κόσμου, κάνοντας όνειρα στο προσκεφάλι με τα δηλητηριασμένα βέλη τους. Τόσο γενναιόδωρη η απλοχεριά της φύσης κι ο άνθρωπος προβληματικό παιδί με μεγάλα δόντια που αρνείται πεισματικά να αποκολληθεί απ' τους πληγωμένους της μαστούς.

Σαν χόρτασε οπτικά την αφεντιά μας, το ζαρκαδάκι σήκωσε τ' αυτάκια, την ουρίτσα του και, αφού λίκνισε το λυγερό κορμάκι του για να εμπεδώσουν οι κακομούτσουνοι εκπρόσωποι του πλέον γελοίου πλάσματος πάνω στη γη την αληθινή ομορφιά της ζωής, χάθηκε στο δάσος. Ήσυχα με μικρούς πήδους. Σαν να μην ανταμωθήκαμε ποτέ... Με γαληνεμένη μορφή και τσακισμένο κορμί, μας πήρε ο ύπνος. Εκεί στην εσοχή του βράχου.»

(Ιχνηλασία από το βιβλίο με τίτλο: "Μια φυσιολογική ζωή Δράσεις και αποδράσεις ενός επικηρυγμένου", Βασίλης Παλαιοκώστας, οι εκδόσεις των συναδέλφων)

Πρωτο-δημοσιεύθηκε στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΚΑΤΙΟUΣΑ" (30-5-2020)

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020

"Ω ακριβέ της Ρωμιοσύνης"... ΑΘΑΝΑΤΕ ΣΤΑΥΡΑΕΤΕ ΤΟΥ ΒΕΛΟΥΧΙΟΥ!



Τι σταματάς τηρώντας το Βελούχι;
Τόσο λοιπόν τ’ αγάπησες το πέτρινο προσκέφαλο
και τ’ αστροκέντητο σεντόνι;

Κι αν είναι, Καπετάνιο, ένα χαρτί
που σε κρατάει μακριά μας
τι περιμένεις να το σχίσεις;
Σπαθί δεν έχεις να το κομματιάσεις
βαθύ φαράγγι να το ρίξεις;
Ποιοι είναι τούτοι οι νιόφερτοι με τις εγγλέζικες στολές
με τα καλοθρεμένα μάγουλα;
Μοσκοβολάν μυρωδικά και μεις δεν έχομε σαπούνι!
Για ποια πατρίδα μας μιλάν οι ηγέτες τους;
Εμείς μια μόνο ξέρομε, μια μόνο αγαπάμε:
εκείνη την αγέλαστη, τη μαυρομαντηλούσα
που δε φορεί μεταξωτά, φτιασίδια και βραχιόλια
μα είναι πουρνάρι, χώμα, πέτρα
και μια φλογέρα από καλάμι...
Τρία χρόνια ολάκερα στα δάση της μας κρύβει
τρία χρόνια μας θρέφει με τη μισή μπουκιά της
(σίκαλη σε πέτρινο χερόμυλο αλεσμένη
ψωμί ψημένο στη θράκα της καρδιάς της).

[.......]

Κι απόμεινες σταυραϊτός
στης Ρούμελης το σταυροδρόμι
αγρίμι πικρής περήφανης γενιάς
όλος παράπονο και πείσμα,
με τ' όνομα σου γραμμένο σε τόσο χιόνι.
Όχι, δεν μας νικήσαν, Καπετάνιο!
Κι αν λείψαμε δεν μας νικήσαν.

[.......]

Όχι, δεν σε νικήσαν, Καπετάνιο!
Εσύ τ' αγρίμια έχεις συντρόφους
την ερημιά αγαπητικιά
τη φρόνηση όπλο.
Ας σούμεινε ένα βόλι μοναχά
το τελευταίο -
συ το χαϊδεύεις τρυφερά
γιατί το μελετάς για την καρδιά σου.

[.......]

Καπετάνιο,
δεν επροσκύνησες και θα τιμωρηθείς...


(Επιλογή στίχων από ένα σπουδαίο ποίημα με τίτλο: "Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Άρης Βελουχιώτης", που έγραψε η Ρίτα Μπούμη Παπά το Δεκέμβρη του 1946)


ΥΓ: Συμπληρώνονται 75 χρόνια από τότε που ο Άρης Βελουχιώτης, ο Αλύγιστος Πρωτοκαπετάνιος της Αντίστασης, ο Μαχητής-Σύμβολο του Απροσκύνητου Λαού, πέρασε τις πύλες της Αθανασίας, γράφοντας με το ίδιο του το αίμα στο βιβλίο της Ανυπότακτης Ιστορίας μας, πως... "Αντάρτης, Κλέφτης, Παλικάρι, πάντα είν' ο ίδιος ο Λαός"!

Σε θυμόμαστε ΑΘΑΝΑΤΕ ΣΤΑΥΡΑΕΤΕ ΤΟΥ ΒΕΛΟΥΧΙΟΥ,
 τιμούμε την άσβεστη μνήμη σου διδασκόμενοι
ποιος είναι ο δρόμος για τη Χιλιάκριβη τη Λευτεριά!


Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2020

Η Γη είναι μάνα μας!


«Πρέπει να διδάξετε τα παιδιά σας ότι η Γη είναι μάνα μας… 
Αν οι άνθρωποι φτύσουν τη γη, φτύνουν τον εαυτό τους.»

(Ινδιάνικη διδαχή)

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2020

Μια συγκλονιστική μαρτυρία ενός Ευρυτάνα αγωνιστή (για τη μεταβαρκιζιανή φασιστική τρομοκρατία)

Σχέδιο του Γ. Φαρσακίδη

Το  
blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" παρουσιάζει μία συγκλονιστική μαρτυρία του Καλεσμενιώτη Ευρυτάνα αγωνιστή Δημήτρη Ζαρκαλή. Εμπεριέχεται στο δυσεύρετο βιβλίο του ιδίου με τίτλο: "Από το χθες, στο σήμερα" - Πειραιάς 2007 (αποσπάσματα από το 5ο κεφάλαιο: "Ο εμφύλιος πόλεμος"!)

Η μαρτυρία αναφέρεται σε δύο περιστατικά φασιστικής παρα-κρατικής βίας που διαδραματίστηκαν κατά τη μεταβαρκιζιανή περίοδο και συγκεκριμένα το 1946 στα χωριά Καλεσμένο και Λάσπη (σημερινό Άγιο Νικόλαο) Ευρυτανίας, με δράστες τις δολοφονικές φασιστικές συμμορίες και θύματα αντιστασιακoύς αγωνιστές και δημοκρατικούς πολίτες. 

Ιδού:

=================== 

Α). «Ο καπετάν Άρης Βελουχιώτης, μαζί με 35 πρωτοπαλίκαρά του, πονηρεύτηκαν την ψευτοσυμφωνία της Βάρκιζας και έμειναν κρυμμένοι στα βουνά. Οι οπαδοί της Εθνικής Αντίστασης που είχαν παραδώσει τα όπλα, βλέποντας να τους κυνηγούν και να τους βασανίζουν, ξεσηκώθηκαν. Ο κάθε καταδιωκόμενος έπαιρνε ό,τι όπλο είχε στο σπίτι του και ακολουθούσε τον καπετάνιο Άρη, για να σωθεί. 

Η τότε ελληνική κυβέρνηση από την πλευρά της, εξαπόλυσε στρατό, μαζί και τους παρακρατικούς μαυροσκούφηδες, Σουρλέους και γενικά τους δοσίλογους-εκείνους που μέχρι χθες συνεργάζονταν με τους ιταλογερμανούς. Πήραν με τη σειρά τα χωριά και άρχισαν να ρημάζουν τα σπίτια μας, να παίρνουν τα υπάρχοντά μας (ό,τι είχε απομείνει από τους ξένους κατακτητές) και να ξυλοκοπούν μέχρι θανάτου όσους αντιστασιακούς συλλάμβαναν.

Το κάθε χωριό -και το δικό μας φυσικά- είχε ανθρώπους που υποδείκνυαν ποιους να συλλάβουν και να κακοποιήσουν. 'Ενα ωραίο πρωινό του 1946, μας χτύπησαν την πόρτα. Αμέριμνοι εμείς ανοίξαμε και είδαμε τον πρόεδρο του χωριού μαζί με μια διμοιρία παρακρατικούς, συνάμα και στρατιωτικούς, να μας φωνάζουν: "Βγείτε έξω".

Μόλις βγήκαμε στην αυλή μας, άρχισαν να μας χτυπούν με το βούρδουλα και με κλοτσιές και να μας ζητάνε να τους πούμε που είχαμε κρυμμένα τα όπλα. Εμείς βέβαια ήμασταν αρνητικοί, διότι όπλα δεν είχαμε. Τα είχαμε παραδώσει.

Βλέποντας την άρνησή μας ο πρόεδρος, που ονομαζόταν Τσόλκας Aθανάσιος, άρχισε να βγάζει αφρούς από το στόμα του και να τους λέει: "Βαράτε τους βουργάρους. Έχουν όπλα και τα κρύβουν". Η γυναίκα του αδερφού μου, η μάνα μας και οι αδερφές μας φώναζαν, έκλαιγαν και τους παρακαλούσαν να μη μας χτυπήσουν άλλο. Τόσο το περισσότερο χτυπούσαν αυτοί, ώσπου στο στόμα του αδερφού μου εμφανίστηκε αίμα. Δεν μπορούσαμε να σηκωθούμε, να σταθούμε στα πόδια μας, για να μας πάρουν μαζί τους. Φεύγοντας μας είπαν στις δύο η ώρα να πάμε σε κάποιο σπίτι που είχαν εγκατασταθεί. Μέχρι το μεσημέρι βογκούσαμε, ξαπλωμένοι στην αυλή. 

Κάναμε κάποια προσπάθεια με τη βοήθεια των γυναικών να σηκωθούμε. Ο αδερφός μου, μού πρότεινε να την κοπανήσουμε, να φύγουμε, να πάμε να κρυφτούμε. Εγώ δεν το δέχτηκα. Άντεχε το κορμί μου ακόμα. Εκείνος έφυγε. Σκέφτηκα πως... αν φεύγαμε και οι δυο μαζί, θα ήταν χειρότερα. Θα την πλήρωναν οι γυναίκες. Έτσι αποφάσισα στις δύο η ώρα να πάω στο ραντεβού τους.

Το πρώτο πράγμα που με ρώτησαν ήταν: "Που είναι ο αδερφός σου;". Η απάντησή μου ήταν πως, "πονούσε πολύ και τον πήραν στο φορείο, να τον πάνε στο γιατρό". Με κράτησαν εκεί όλο το απόγευμα, χωρίς να με πειράξουν. Μόνο ερωτήσεις μου έκαναν, αν ο αδερφός μου είχε κρυμμένα όπλα και που τα είχε. Τώρα μιλούσαν πάντα με το μαλακό.

Ο ήλιος άρχισε να πέφτει. Έπρεπε να φύγουν για το Καρπενήσι. Ξεκινώντας με πήραν μαζί τους. Σε όλο το δρόμο με φόβιζαν πως αν δεν τους μαρτυρούσα που είχε ο αδερφός μου τα όπλα, θα με εκτελούσαν. Η απάντησή μου... πάντα αρνητική. Όταν βγήκαμε στη ράχη Μπακασάκι μου είπαν: "Εδώ ήρθε το τέλος σου". Με τράβηξαν μέσα στο δάσος δήθεν πως θα με εκτελούσαν, μήπως φοβηθώ και τους πω για τα όπλα που μας ζήταγαν. Τελικά με άφησαν ελεύθερο και γύρισα σπίτι μας [...]

Έργο της Βάσως Κατράκη

Β). « [...] Κλείσαμε μια δουλειά να χτίσουμε ένα σπίτι έξω από το Καρπενήσι, στο χωριό Λάσπη, και ξεκινήσαμε. Τα βράδια μέναμε εκεί, αφού δεν είχαμε μέσο να πηγαινοερχόμαστε στο σπίτι μας.

Ένα ωραίο πρωινό -μήνα Ιούλιο 1946- ξημερωθήκαμε κυκλωμένοι από ομάδες Μαυροσκούφηδων, Σουρλέων, κτλ. Από τα μεσάνυχτα είχαν περικυκλώσει το χωριό και με το φως της μέρας, πριν ακόμα ξυπνήσουμε, μπήκαν μέσα στα σπίτια με τα τουφέκια στα χέρια τους. Με κλοτσιές και χτυπήματα, συγκέντρωναν όλο τον κόσμο στην εκκλησία που την είχαν κάψει οι Γερμανοί. Γινόταν χαλασμός Κυρίου από το τουφεκίδι.

Η εκκλησία μετατράπηκε σε νεκροταφείο. Εδώ παιδιά μου να δείτε βασανιστήρια: να χτυπόυν με παλούκια, με σίδερα και οι άνθρωποι να ουρλιάζουν σαν λιοντάρια.

Τρία άτομα πέθαναν από τα βασανιστήρια και δεν γνωρίζω πόσοι έμειναν ανάπηροι από πόδια, χέρια και μάτια. Παρέλειψα να γράψω πως σε κάποιον από εκείνους που πέθαναν, του έβγαλαν τα δόντια με την πένσα (πριν βέβαια πεθάνει). 

Όσον αφορά εμάς, δεν είχαν στοιχεία, οπότε μας έβαλαν στην άκρη. Στο τέλος αυτού του "θεάματος" ήρθε και η σειρά μας. 

- "Από πού είστε ρε σεις"; μας ρώτησε ο αρχηγός τους.

Του απαντήσαμε σχετικώς.

-"Σας κυνηγούσαν από το χωριό σας και ήρθατε εδώ στη φωλιά των κατσαπλιάδων για να κρυφτείτε;"

Και μας άρχισαν στις σφαλιάρες, όχι όμως στο βαθμό που τα πέρασαν οι άλλοι. 

-"Τσακιστείτε", μας είπαν, "μαζέψτε τα και στο χωριό σας". "Θα έρθουμε εκεί και θα τα πούμε. Ευχόμαστε να μην έχετε την ίδια τύχη που είχαν ετούτοι εδώ". 

Τι να κάναμε; Το σπίτι το είχαμε στα μισά. Τα μαζέψαμε και όπου φύγει-φύγει. Αργότερα επιστρέψαμε και τελειώσαμε το σπίτι.»


ΥΓ (από το blog) : Σύντομα o Δημήτρης Ζαρκαλής θα περάσει από τα μπουντρούμια του Καρπενησιού, τις φυλακές της Λαμίας και τα ξερονήσια-κολαστήρια της Γιούρας και της Μακρονήσου, για 4 σχεδόν χρόνια...