Πριν από αρκετά χρόνια, τρία
παιδιά σαρακατσανόπουλα κατεβήκανε από το ξακουστό και χιλιοτραγουδισμένο
Βελούχι στην πόλη, το Καρπενήσι. Αφού περπατήσανε με το πάσο τους όλα τα
σοκάκια, στη συνέχεια επισκέφτηκαν τα μαγαζιά απ' όπου αγοράσανε κουδούνια για
τα πρόβατά τους, κύπρους για τα άλογά τους και άλλα απαραίτητα.
Στο τέλος καταλήξανε
στην κεντρική πλατεία του Μάρκου Μπότσαρη με τα πανύψηλα βαθύσκιωτα πλατάνια που χρονολογούνται εκατοντάδες χρόνια και τις πέτρινες βρύσες με τα
παγωμένα νερά. Πιάσανε τραπεζάκι και καρέκλες και αρχίσανε τ’ αστεία και τα
γέλια. Ακριβώς δίπλα τους καθότανε μια παρέα και πίνανε ΦΡΑΠΕ! Τα παιδιά στύλωσαν παραξενεμένα τα μάτια τους στα ποτήρια με το μαύρο υγρό και τα καλαμάκια!
-«Τι ‘να ναι αυτούνου
ορέ Μήτρου;» ρωτάει το ένα σαρακατσανόπουλο το φίλο του.
-«Ξέρω ‘γω μωρέ
Χαράλαμπε; Μαυροζούμ’ δεν γλέπ’ς;»
-«Ξέρ’ς εσύ Γληγόρ’;»
επιμένει το παιδί ρωτώντας και τον τρίτο της παρέας.
-«Που να ξέρου, δεν
ματάειδα» απαντάει κι ο Γρηγόρης.
Εκείνη την ώρα
εμφανίζεται και το γκαρσόν για την παραγγελία.
-«Τι θα πάρετε
παρακαλώ;»
-«Τι παρακαλάς ορέ!
Τσάκο τρία απ’ αυτούνα π’ πίνε κι’ οι άλλοι παραδίπλα» λέει πρώτος ο Μήτρος. «Κι
περιποιημένα, μη τα τσγκουνευτείς»!
Σε λίγο έρχεται ο
σερβιτόρος με τους τρεις φραπέδες, φουλ περιποιημένους και με τα καλαμάκια τους
βεβαίως-βεβαίως.
Κοιτάνε καλά-καλά τα
σαρακατσανόπουλα με περιέργεια τα ποτήρια και πρώτος ο Χαράλαμπος λέει:
-«Αϊ ορέ, τι τ’ θέλουμι
τ’ φλογέρα πάν’ στου πουτήρ’! Δεν έμαθα ιγώ έτσ’ να πίνου» και πετάει πέρα το
καλαμάκι! «Άϊντε εβίβα»!!!
-«Άσπρο πάτο» λένε μ’
ένα στόμα και τ’ άλλα δυο σαρακατσανόπουλα και με μια κίνηση αδειάζουν τα
ποτήρια!
-«Ορέ είν’ καλό! Παιδί,
πιάσε άλλα τρία απ’ τα ίδια!», φωνάζει ο Μήτρος.
Ξαναπαραγγέλνουν λοιπόν
και επόμενη… παρτίδα! Τσουγκρίζουν με κέφι τα ποτήρια τους:
-«Αϊ στη υγειά μας παλικάρια»
και… δώστου άσπρο πάτο!
«Η σειρά μ’ είν’ τώρα» προλαβαίνει ο Γληγόρης,
«κερασμένα τούτα από μένα» και.... άϊντα και τρίτη παραγγελία!
-«Ορέ ευφράνθκε η
καρδιά μας!» λένε και ετοιμάζονται και για… νέο γύρο!
Τότε τους πλησιάζει ο σερβιτόρος και τους λέει γελώντας:
-«Παιδιά δεν είναι
πιοτό. Εγώ να πουλήσω θέλω αλλά δεν κάνει έτσι, δεν είναι… ξυνόγαλο τούτο. Με
το ρέγουλο γιατί θα σας πειράξει»!
-Κι αν δεν είν’ πιουτό,
τότες τι είναι;» ρωτάνε με απορία τα σαρακατσανόπουλα.
-‘Ενας καινούργιος
καφές. ΦΡΑΠΕ τον λένε!» τους απαντά το γκαρσόν.
Τέζα και οι διπλανοί
απ΄ τα γέλια!
Ε, για πότε ανεβήκανε τροχάδην
τα σαρακατσανόπουλα στο Βελούχι δε λέγεται!
Ούτε… τελεφερίκ να ήτανε!
