Στη σιγαλιά του σούρουπου, την ώρα που ο ήλιος ρίχνει το στερνό του φως, τούτη η εικόνα φαντάζει ακόμη πιο μοναχική.
Έφυγαν οι άνθρωποι, μίσεψαν οι δουλευτάδες και μήτε οι σκιές δεν περπατάνε πια εδώ. Μονάχα το τραγούδι του νερού απ' το διπλανό ρυάκι και τ' αερικά του βουνού που μπαινοβγαίνουν απ' τα μισάνοιχτα παράθυρα, συντροφεύουν τη μοναξιά του.
Πέρασαν τα χρόνια και η ελπίδα της επιστροφής ξεθώριασε...
Σκόρπισαν κι οι μνήμες και τα σημεία αναφοράς πιότερο πονάνε παρά προσκαλούν...
Αντίο πέτρινε φίλε, ας είναι επιεικείς μαζί σου οι έσχατοι καιροί...
