Εγέρασες βλέπω και συ, καημένη Καλλιακούδα,
τα χιόνια κι' οι νεροποντές σού φάγαν τα ψαχνά σου
βαθειές χαράδρες άνοιξαν βουνό μου στα πλευρά σου
ορθή τσουκάρα απόμεινες, βράχοι που δεν πατιώνται
σε σκιάζονται τα πρόβατα, τα γίδια σε γλεντάνε
αετοί φωλιάζουν στις ρωγμές, όρνια σε τριγυρνάνε
με χιόνι φκιασιδώνεσαι χειμώνας σα θα πιάση
και τι δε βάνεις απάνω σου άνοιξη, καλοκαίρι.
Σκεπάζεις την αγριάδα σου, κρύβεις τις ασχημιές σου,
κι' όλο νιά, όλ' όμορφη σε βλέπουν οι διαβάτες
τους ξεγελάς, τους σταματάς, τους πιάνεις όλους φίλους.
{Ένα παλιό σπάνιο ποίημα του σπουδαίου Ευρυτάνα εκπαιδευτικού και συγγραφέα Γιάννη Βράχα (1910-1993), αφιερωμένο σε ένα από τα πιο αετόμορφα και επιβλητικά βουνά του τόπου μας, την Καλλιακούδα, υψόμετρο: 2101 μ.}
