Φαρμάκι
έχει στα χείλη, κομένη την ορμή,
κι
ο πόνος που συντρίβει τ’ αράθυμό του στήθος
θεριεύει
το κορμί.
Πού
πάει συμμαζωμένο, το έλεος να γυρέψει;
Ποιος
άρχοντας θ’ ακούσει, ποια πόρτα θ’ ανοιχτεί;
Με
τ’ άπραγα τα λόγια τί πάει να ζητιανέψει,
να
γείρει να κλαυτεί;
Το
τέρας της ανάγκης που τη ζωή του θλίβει,
νεκρώνει
την αγάπη, μαραίνει τ’ αγαθά,
θα
πάψει να τραντάζει το μαύρο του καλύβι,
το
Χάρο να βοηθά;
Ω
συνοδειά θλιμένη, του δίκιου τον αγώνα
σα
θέλεις να κερδίσεις, μη σκύβεις και δειλιάς.
Και
πως θα διαφεντέψεις με λυγισμένο γόνα
τη
μοίρα της δουλειάς;
Τη
δύναμή σου νιώσε κ’ υψώσου προς τον ήλιο.
Την
πάναγνή σου ράτσα, τη σιδερένια υγειά,
Θεούς
να τα λατρέψεις. Του κόσμου το βασίλειο
ζωντάνεψε,
ραγιά.
Το
πείσμα του δυνάστη, που τη χαρά μολεύει,
τα
λούλουδα σκοτώνει, στερεύει την πηγή,
θα
το συντρίψει, μάθε, το χέρι που δουλεύει
κι
αναμετρά τη γη.
(«ΑΠΕΡΓΙΑ» στίχοι του Ευρυτάνα -στην καταγωγή- ποιητή Ρήγα Γκόλφη, 1886-1958 )
