Το απόγεμα ήρθε ο δασοφύλακας.
Η πρώτη του δουλειά ήταν να κατεβεί στο µέρος που του έδειξε ο Μπαρμπακώστας. Εκεί τον ακολούθησαν τα παιδιά. Για πρώτη φορά είδαν πληγωμένα πεύκα.
Μια τσεκουριά κατέβαινε απὸ πάνω απὸ τη µέση τους, κι έφτανε ως τη ρίζα. Ήταν μια πληγή ανοιχτή, η µεγαλύτερη πληγή που µπορούσε να δει κανένας δε θα έκλεινε ποτέ. Και αν ήθελε να κλείσει, άλλες τσεκουριές την κρατούσαν ανοιχτή.
Μερικά πεύκα σχεδόν τα είχαν γδύσει. Δεν είχαν αφήσει στο κορμί παρά λίγη φλούδα. Φαίνονταν σαν το κρεμασμένο σφαχτό. Απ’ αυτές τις πληγές έτρεχε άσπρο ρετσίνι. Το ρετσίνι ακολουθούσε την τσεκουριά και στάλαζε κάτω σε µια λακκούβα, που την είχαν ανοίξει προς τη ρίζα των πεύκων, επίτηδες γι’ αυτό.
Όλη αυτή η σφαγή ήταν για το ρετσίνι· γιὰ λίγες δραχμές που θα έβαζαν οι Πουρναρίτες στο σελάχι τους, αν το πουλούσαν.
Τα πληγωμένα πεύκα θα πεθάνουν σε λίγον καιρό. Θα πέσουν απὸ τον πρώτο δυνατό αέρα ή θα ξεραθούν, γιατί δε θα έχουν πια χυμό.
Το τέλος τους το έχουν νιώσει, και όμως τραγουδούν· σαλεύουν και φυσούν όπως τ’ άλλα, τα γερά πεύκα.
Με το κομμάτι κορμό που τους έμεινε πίνουν απὸ τη γη όσο χυμό µπορούν ακόμηˑ πρασινίζουν, έχουν ίσκιο.
Έτσι σακατεμένα µπορούν και δροσίζουν τους ανθρώπους. Το φυσικό τους είναι να κάνουν το καλό, δεν αλλάζει.
Δέντρα, περήφανα δέντρα!..
(απόσπασμα από το εμβληματικό αναγνωστικό «Τα ψηλά βουνά» του σπουδαίου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ήταν το πρώτο αναγνωστικό που γράφηκε στη δημοτική γλώσσα εν έτει 1918)
