Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024

«Στείλε όταν φτάσεις...»



Μάθαμε να γυμνώνουμε τις ψυχές μας

μέσα στη δικαιοσύνη και την αλήθεια

κι έτσι όπως οι σύντροφοι του «Διγενή» σου

ερχόμαστε να παλέψουμε για τη λευτεριά 

κι ορθό να σηκώσουμε τ' αμάξι 

το που «βαθειά εχώθηκε στη λάσπη και το αίμα»! 


{απόσπασμα στίχων του αείμνηστου Ευρυτάνα διανοούμενου Δημήτρη Σταμέλου (1931-2005)}

*****

ΥΓ1. Η εικόνα είναι από την επιτυχή συγκέντρωση των σωματείων και της νεολαίας (ακολούθησε και μαζική-μαχητική πορεία) στο Καρπενήσι την Τετάρτη 28/2/2024, Ημέρα Απεργίας αλλά και ταυτόχρονα Ημέρα Αντίστασης και Πάλης κόντρα στη Λήθη για το Κρατικό Έγκλημα των Τεμπών.

ΥΓ2. «Στείλε όταν φτάσεις, δεν έφτασε ποτέ, εκδίκηση θα πάρουμε για εσένανε μικρέ»!

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

Δύο συνηθισμένα βράδια, μια φούχτα ανάκατες μνήμες κι ένα χρωστούμενο δάκρυ



Από τον συμπατριώτη μας Δημήτρη Α. Γκορόγια

για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


«…Μα για μένα, απ΄ όλα το πιο αβάσταχτο, το πιο πικρό, δεν θα ΄ναι που θα χάσω τον κόσμο, ούτε που θα χάσω το φτωχό μου φωτοστέφανο.

Για μένα το πιο πικρό θα΄ναι που δεν θα μπορέσω να σηκωθώ στα πόδια για να σκαρφαλώσω στη μικρή μας κληματαριά και να κόψω το άστρο που σου 'ταξα!»

(Μενέλαος Λουντέμης)

Είναι τέλος του μήνα Τρυγητή, ίσως και αρχές του Αγιοδημήτρη, μα το σκηνικό του καιρού θυμίζει πιότερο την καρδιά του καλοκαιριού παρά τα μέσα του χινόπωρου. Η ώρα περασμένες έντεκα με τον ουρανό καταξάστερο, γαλατένιο, γεμάτο από τα  εκατομμύρια των αστεριών του που τρεμοπαίζουν σαν φαναράκια κρεμασμένα με αόρατη κλωστή, από το ταβάνι μιας απέραντης μαγικής φάτνης. Ανισόφωτα, παιχνιδιάρικα, πολλά ξιπασμένα στην ομορφιά τους κι άλλα ντροπαλά και  χαμηλόβλεπα, κάποια απρόσμενοι ταξιδευτές που εμφανίζονται ξαφνικά κι απ΄το πουθενά, διαγράφουν μια σύντομη χρυσή τροχιά και σβήνουν για πάντα στο αχανές του σύμπαντος. Ευλογημένες ώρες σιγαλιάς, ο αχός του ανθρώπινου μόχθου έχει κοπάσει, τώρα ξαγρυπνούν μονάχα τα  πλάσματα της νυχτιάς, αυτά κυρίως, τα πιότερα σχεδόν αόρατα και μυστηριώδη. Κάποια αθόρυβα σαν τις ειδικές δυνάμεις του στρατού κι άλλα χαμηλόφωνα, με ήχους απόκοσμους, θλιμμένους ή ολότελα λυπητερούς. Μα όπως προείπαμε όχι μόνο αυτά. Πέρα από τη λίμνη, προς τη μεριά των Κοψέϊκων ένας σκύλος δηλώνει, με την ένταση του νεοσύλλεκτου φαντάρου που αναφέρεται, την επαγρύπνησή του στο χώρο της νυχτερινής εποπτείας του. Το κάνει με ρυθμικά διακοπτόμενα διαστήματα γαυγισμάτων και παύσεων αφήνοντας έτσι τον απαραίτητο χρόνο για τις  αντίστοιχες αντιδηλώσεις παρουσίας κοντινών ή και πιο απόμακρων συγγενών του. 

Από πέρα βαθιά, την κοιλάδα της Κοφτερίδας, φτάνουν ως εδώ κομματιασμένες μελωδίες, ιδίως  εκείνα τα εμφαντικά ξεσπάσματα του Καζαντζίδη, του Στέλιου των πέντε ηπείρων και των επτά θαλασσών... Κάποιοι μερακλωμένοι γλεντάνε στο τσαρδί του Αριστείδη του μυλωνά στις Αμπάρες, αναθεματίζουν τη μοίρα τους, φιλιώνουν με τα πάθη τους, γελάνε και κλαίνε με τη χαμένη ζωή τους, όλα σε μια παρτίδα:

« όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα μια πνοή/σαν λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή…»

Κι απότομα πάλι ο ρυθμός αλλάζει, ο θρήνος γίνεται δήλωση αξιοπρέπειας και κραυγή παράτολμης αντοχής συνάμα:

« ..Μα εγώ δε ζω γονατιστός, είμαι της γερακίνας γιός./ Τι κι αν μ΄ανοίγουνε πληγές, εγώ αντέχω τις φωτιές./ Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαίς…»

Αχ μωρέ έρμη πατριδούλα κι εσείς πληγωμένοι του μόχθου και της ανέχειας  καταδικοί μου άνθρωποι, τι όμορφος που είναι ακόμα κι ο θρήνος σας για τα χαμένα όνειρα και τις αδικαίωτες ελπίδες σας. Να ξέρατε πόσο δύσκολο μου είναι να εξηγήσω σε μένα τον ίδιο, γιατί τόσων  χιλιάδων χρόνων καυμοί και παράπονα, δοξαστικά και παρακλήσεις, οιμωγές κι αναθέματα δεν έφτασαν ακόμα, ψηλά ως τους επτά ουρανούς. Έως το ους του Αθώρητου, Πανάγαθου, και  Δικαίου Δημιουργού. Πού πήγε η περί των απάντων και προ πάντων των αιώνων Θεία Γνώση; Πού χάθηκε η Υπέρτατη Βούληση;

«Κλίνον Κύριε το ους Σου και επάκουσόν μου, ότι πτωχός και πένης ειμί εγώ.»

………………………………………………………………………………………………………………………

Ποιος θα μου δώσει δύναμη,  τον κόσμο αυτό ν΄ αλλάξω, να φτιάξω όμορφες καρδιές, μεγάλες και πονετικές, τις σκάρτες να πετάξω….

Μέσα από τη χαράδρα του Τσιαντή και τη Λογκούλα φτάνει ως την αυλή μας το απαλό σούρσιμο των απομειωμένων από την πολύμηνη αναβροχιά νερών του Αγραφιώτη. Κάποτε, όταν ήμουν παιδί, το ποτάμι ακόμα και το καλοκαίρι κατέβαινε πιο βουερό, αράθυμο, ανυπότακτο κι ελεύθερο ανάμεσα στις πολυπλόκαμες ρίζες θεόρατων πλατανιών, στριφτερό, και πεντακάθαρο. Τη μια ξεδίψαγε και απομεθούσε τις κατάφυτες με σχοίνα, ρίκια και καναπίτσες όχθες της Τσούκας προς τα δυτικά, την άλλη έστριβε παιχνιδιάρικα πάνω στην πλατιά ζάλη, ερχόταν ανατολικά προς τα Χατζήδια. Φιλούσε με πάθος τα χνουδάτα ακρόχειλα της Κοτσέϊκης λογκάς κι έπιανε ένα διάστημα κατηφορίζοντας να χαϊδεύει το καμπυλωτό Ρίζωμα ως κάτω στα ψωμοχώραφα και τις τριφυλλιές του Κοντοχρήστου. Είχε μεγάλες κλίσεις τότε η κοίτη, ύστερα στήθηκε το φράγμα στα Κρεμαστά, οι ορμές και τα πάθη του Αγραφογέννητου φυλακώθηκαν, μπαζώθηκαν, κατασίγασαν. Οι καταρράχτες του, έγιναν όλοι ίσιωμα σαν τις ανθρώπινες συμπεριφορές του καιρού μας. Κόπασε κι η βουή, τώρα πια όλα στην πορεία του νερού είναι προβλέψιμα, ήπια, βαρετά κι αδιάφορα. 

Πόσα πράγματα δεν συνέβαιναν, ιδίως τους εκτός χειμώνα μήνες, σε τούτο το αλησμόνητο για μένα ποτάμι… Όποιος δεν έχει ακούσει, για παράδειγμα, νυχτερινή συναυλία νεροχέλωνας και βατράχων δύσκολα θα καταλάβει για τι πράγμα του μιλάω. Όλα ξεκινούσαν με μικρές, ντροπαλές και διάσπαρτες απόπειρες μεμονωμένων μελωδών, στη συνέχεια ακούγεται μια ολιγοπρόσωπη κακοσυντονισμένη πολυφωνία που κι αυτή σταματούσε απότομα. Πιο μετά ερχόταν τα δοκιμαστικά των βαρύτονων πρωτολαλητάδων με μια διπλή πρόσκληση στο άκουσμά τους:  παιδιά, πάμε σας παρακαλώ όλοι μαζί και δυνατά, απόψε να τα δώσουμε όλα!  Τέτοιο μαζικό παραλήρημα σαν κι ετούτο, μόνο με εκείνο των αηδονιών του Απρίλη μπορεί να συγκριθεί. Μεγάλα διαστήματα γενικού ξεσηκωμού, παύση μετά, στη διάρκεια της οποίας ακούς καθαρά το χαρούμενο γλυκολάλημα της νεροχέλωνας κι έπειτα νέος γύρος. Κι άλλος κι άλλος, ώρες ατελείωτες ετούτα τα μηδαμινά πλασματάκια υμνούν την ομορφιά της ζωής, τον έρωτα και τη φύση που τους προσφέρεται. Κάποιοι λένε ότι τα πιο πρωτοπόρα των αηδονιών, μια ορισμένη από τη μοίρα τους νύχτα, κελαηδούν για στερνή φορά τόσο πολύ και χωρίς ανάσα που στο τέλος σκάνε και πέφτουν νεκρά. Κάποια βατράχια, υδρόβιοι τραγουδιστές της βραδιάς, την άλλη κιόλας μέρα θα γίνουν λιώμα κάτω από τα νύχια των δαμαλιών που μέσα στην ίδια γούρνα θα αψιμαχούν το απομεσήμερο για τα όμορφα μάτια κάποιας  οιστροφορεμένης μοσχίδας. Έτσι είναι η ζωή… ή μήπως ο έρωτας ή και ο θάνατος; 

Ένα είναι το σίγουρο κι απαράλλαχτο στο πέρασμα των αιώνων: πως για το κάθε τι σπουδαίο, σημαντικό και  αξιομνημόνευτο, χρειάζονται οι πρωτοπόροι στο είδος, τολμηροί, αμετάκλητοι, αναγνωρίσιμοι και πειστικοί με το προσωπικό τους παράδειγμα. Πρωτολαλητάδες θέλουν όλες οι «μπάντες», όλων των πλασμάτων του πλανήτη. Κι όταν δεν βρίσκονται έτοιμοι, που συνήθως δεν βρίσκονται, τους γεννάει  από μονάχη της η ανάγκη.    

Σαν το αποψινό φθινοπωριάτικο βράδυ θυμάμαι κι ένα παλιότερο. Χρόνια πολλά πριν από τώρα, τότε που το σπιτάκι μας είχε μόνιμο προσωπικό και ξεχορταριασμένη αυλή. Τότε που ζούσαν, διαφέντευαν και δημιουργούσαν οι γονείς μου. Τότε που όλα ένα γύρω μου χαμογελούσαν και μου υποσχόταν πως έτσι θα μείνουν για πάντα. Τη θυμάμαι καλά εκείνη την άλλη φθινοπωρινή βραδιά που οι γονείς μου κουβέντιαζαν, εδώ στην ίδια αυλή, καθισμένοι στις ίδιες καρέκλες, ακουμπώντας τους αγκώνες τους στο ίδιο τραπέζι, την ώρα που εγώ σκάλωνα για ύπνο στα πάνω δωμάτια. Ετοίμαζα το κρεβατάκι μου κι, άκουγα τη χαμηλόφωνη στο ξεκίνημά της, συζήτηση αλατισμένη όμως κι από μια πρέζα συγκρατημένης έντασης. Στο εισαγωγικό του πόνημα ο πατέρας μου, αγωνιζόταν φιλότιμα να πείσει τη μάνα μου για το σύνηθες των συμβάντων της νυχτερινής μας εξόδου. Δεν ξέρω αν από σκοπού του θα ξεκινούσε μια τέτοια κουβέντα περασμένα μεσάνυχτα, η αλήθεια είναι πως είχε προηγηθεί μια διερευνητικού χαρακτήρα, συνάμα και ερεθιστικού ύφους  ατάκα της μάνας μου περί του καφενείου και της αποψινής συμπεριφοράς μας σε αυτό:

- Ωρε νοικοκύρη το Κυπριακό λύνατε απόψε στα Ζαχογιαννέικα, γιατί αν δεν κατάλαβες μάθε το από μένα, πως ότι λέγατε το άκουγε κι ο μπαρμπα Νίκος στο Σταυρό κι η θειά σου η Αντιγόνη στο Κάστρο της Τσιούκας….. Ειδικά αυτόν τον λιγομίλητο τον κληρονόμο σου, είπα να μην τον σταφνίσω απόψε… αύριο θα τον περιλάβω κανονικά…

-Να με σταφνίσεις μωρέ μάνα, πετάχτηκα, γιατί όχι, σάμπως πρόκειται να κοιμηθώ μέσα σ΄ αυτή τη χουναβιά; Απάνω η στέγη καίει σα γάστρα και στη βεράντα κάνουν περιπολίες κάτι σερσέγκια ίσαμε την παλάμη μου. Είναι λιάρδα στο μεθύσι από τα μαυρούδια που ρημάζουν στις κρεβατίνες και στουκάρουν με πλήρη ισχύ πάνω στα τζάμια. Πού να ανασάνω την πόρτα;  Μέσα τώρα δα ψήνει ο διάολος τα καρβέλια του. Έρχομαι έξω, μην το αποσύρεις το τσίπουρο κατεβαίνω να τα πούμε τώρα, επιτόπου κυρία μου! Εδώ είναι που θα πεις καρντάσι μου το «αγάπησε η Μάρω το χορό και βρήκε άντρα χορευτή». Άλλο που δεν ήθελα εννοείς; Εντάξει έτσι είναι, καλά το σκέφτηκες. Με εξιτάριζε πάντα η φάση να μάχονται οι γονείς μου επί κοινωνικοπολιτικής βάσης κι εγώ να παριστάνω τον καθοδηγητή. Ήταν συνεπίκουρα της διάθεσης για κουβέντα τα προηγηθέντα τσιπουράκια. Μιας κι ο πατέρας μου δεν έπινε ποτέ, έπινα εγώ και τα δικά του για το καλό!  Ήταν γενικότερα θετικός προς τούτοις κι όλος ο χαβάς της βραδιάς…

-Μωρέ και το Κυπριακό και το Ανατολικό ζήτημα και το Βιετναμέζικο μαζί! Της Κορέας έγινε άμα θες να ξέρεις! Αρμάθιασε επίτηδες ο πατέρας μου ένα σωρό μεγάλα θέματα του καιρού, έτσι για να τσιτώσει πιότερο τη μάνα μου. Μόλις που είχε ξεσηκωθεί για να πάει στο γιατάκι του, μα τώρα που με άκουγε να κατεβαίνω αεράτος από τη σκάλα πισωγύρισε ήρθε στο τραπεζάκι της αυλής και κοκόνιασε στην προτεραία θέση του, χαμογελώντας πονηρά κάτω από τα μουστάκια του. Αν ήταν δυνατόν να ξεφύγει από την Αργύραινα μια τέτοια πλημμελώς καλυμμένη απρέπεια, στο δευτερόλεπτο τσακμάκισε ο πριόβολος στη στουρναρόπετρα:   

Που το βρίσκεις το αστείο, πες το αφέντη με το σοφό κεφάλι, πες το και σε μένα τη χαζούλα μπας και το καταλάβω.

-Αν ήμουνα σοφός κι ανοιχτομάτης, Γιωργίτσα απ΄ το Κουτσπερό, εσένα μωρέ μπούφε θα παντρευόμουνα, τι λες τώρα….. τι ξενοκρένεις;

Είναι ακριβώς το σημείο που εξαντλείται κάθε φορά το έσχατο όριο αντοχής της αψίκορης μανούλας μου, μετά από αυτό όλα είναι πιθανά! Μα η Γιωργίτσα απ΄το Κουτσπερό δεν ακολούθησε απόψε τη συνηθισμένη τραχιά λεκτική διαδρομή. Έχει άλλη σοβαρότερη έγνοια στο κεφάλι της και δεν μπορεί να συνδαυλίσει περισσότερο την περιπαιχτική διάθεση του πατέρα. Στέκεται στην πορτούλα της κουζίνας ζωσμένη τη φραμπαλάτη ποδιά της, με τα χέρια στη μέση, κόβει με άγριο βλέμμα κατάματα το νοικοκύρη της και ξεσπάει.

-Αν νομίζεις πως ξενύχτησα για να ακούω τις ρομπόλες σου εδώ στη λάκα της Σιακούφως, τότε τρελός παπάς σε βάφτισε κρούνι μου. Αποκρίσου μόνο σ΄εκείνο που σε ρώτησα και κόψε με το μαχαίρι τα παραπανίσια!

Ο γέρος μου πάλι, δεν ήταν από εκείνους που στρουγκιάζονται εύκολα στις οδηγίες, άμα πεισμάτωνε ούτε ο διάολος δεν του έβαζε γούλι. Όμως η μάνα μου είχε βρει το κουμπί του από μιας εξαρχής. Σαν τον κοίταζε ακίνητη, ίσα στα μάτια πάθαινε ήττα συντριπτική. Ναι ο διάολος, αλλά κι η μάνα μου όμως………

-Ρώτα να στα πει ο κληρονόμος, αυτός τα θυμάται καλύτερα, αντέτεινε μονάχα  κι άναψε ένα ακόμα βαρύ τσιγάρο.

Γέμισα το ποτηράκι μου άγιο απόσταγμα, ρούφηξα τα τρία τέταρτα του όλου, συμπλήρωσα πάλι το κενό με το αντίστοιχο «δικαίωμα» του πατέρα μου και ξεκίνησα την αφήγηση. 

Για το χθεσινό τσακωμό μου με τον Στραβόγιαννο (είχε κάνει στο Γράμμο, με τον εθνικό στρατό σαν κληρωτός) και τον ισχυρισμό του ότι στο Πολυτεχνείο το ΄73 δεν υπήρξαν νεκροί, ότι στον ύπνο μου είδα τις οδομαχίες εκείνης της Παρασκευής, τα πολυβόλα και τους ξεκοιλιασμένους. Της εξήγησα πως με διαολίζουν οι ισχυρισμοί του αφού κι ίδιος το ξέρει ότι ήμουν μέσα στην εξέγερση εκείνη. Πως είχα πειρατικό σταθμό στη Νέα Φιλοθέη και πως αναμετέδιδα το Πολυτεχνείο. Πως πιάστηκα, κλωτσοπατήθηκα αρκούντως,  οδηγήθηκα με άλλους πολλούς στον Ιππόδρομο για δυο μέρες. Πως από κει με άρπαξε με βύσμα το αφεντικό μου, βιομήχανος μα και ιδιοκτήτης διάσημων κομμωτηρίων του Κολωνακίου… Με πελάτισσα και τη Δέσποινα του «αυτόματου διαζυγίου» παρακαλώ. Άλλη φορά, εγώ ο ίδιος του είχα διηγηθεί τα κατορθώματά μου, τώρα το παλαβό παράσταινε; 

Της έδωσα να καταλάβει ότι ο χθεσινός συνομιλητής μου ήθελε και συνέχεια στο αποψινό βράδυ και λόγο στο λόγο τα πήγαμε ως τα εικοστέσσερα. Καμώθηκε τον ήρωα  λοχία που του χρωστάμε, γιατί με τους ομοίους του έσωσε την πατρίδα από τους «ξεβράκωτους» κατσαπλιάδες και τον κομμουνισμό. Και ΄γω με τη σειρά μου τον ονομάτισα πλύστρα των αφεντάδων που δεν είχε τότε, ούτε και τώρα έχει ιδέα, για το τι και ποιους αντιμάχονταν. Τι ήθελαν εκείνοι οι ψειριασμένοι αξούριστοι, για τι πράγμα βρισκόταν εκεί πάνω στα χιονισμένα βουνά, μισόγυμνοι, ξυπόλητοι, νηστικοί και καταδικασμένοι. Ξέρεις λοιπόν τι έκανες εσύ μπαρμπα Γιάννη με τις σαρδέλες σου στο Γράμμο; Κατούρησες πολύ όρθια και γύρισε η βροχούλα στο κεφάλι σου. Αυτό έπαθες πολεμώντας εκείνους που ήθελαν να σε βγάλουν από τη σκλαβιά, την αδικία, την εκμετάλλευση και τη φτώχια. Κοίτα τα καζάντια σου λοιπόν από τότε κι ως τα σήμερα, λοχίας, κολλήγος, σέμπρος, μπαξεβάνης, δραγάτης, οικοδόμος, ξυλεργάτης, μετανάστης… κι ότι άλλο κάνω πως ξεχνάω από αυτά που υπήρξες! Τι είναι τα μπερεκέτια σου γρίβα μου; Θα παραδεχτείς επιτέλους πως πέρασες τη ζωή σου ξοδεύοντας ψυχή, αίμα κι ιδρώτα για ξένα διάφορα;

- Μάνα καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να ακούω προστυχιές και να σωπαίνω. Όταν ξεστόμισε την αιωρούμενη απειλή πως έχει ράμματα για τη γούνα μου, τότε ανάλαβε ο  πατέρας, κι αν θυμάμαι καλά μεταξύ των άλλων «ορεκτικών» που τον τράταρε, του έδειξε δια της δεξιάς χειρός κι ένα μέρος που γράφει τις απειλές του. Ό γέγονε, γέγονε! μάνα και παράτα το, μη σκαλίζεις όπως η κότα τις μαγαρισιές.

Κιχ δεν έβγαλε η μάνα μου όση ώρα της εξιστορούσα τα καθέκαστα. Ούτε λέξη πέραν της παρατήρησης ότι ξυπνήσαμε και τους τεθνεώτες του Αγιοκωσταντίνου τους οποίους συμπεριέλαβε στο ακροατήριό μας, μετά των ζώντων προηγούμενης αναφοράς της…  Κιχ, μονάχα την ώρα που ήμουνα στο σημείο της απειλής για… τα ράμματα στη γούνα μου, είδα τις παλάμες της να σφίγγονται σε τσιμεντένιες γροθιές και μια σταγόνα ιδρώτας, μόνο μία, να σκαλώνει πάνω στο δεξί της κατάμαυρο φρύδι. Φύγαμε από τα γεγονότα αυτά και η  κουβέντα μου, με την ευκαιρία της στιγμής, πήγε σε Ευρυτάνες, ανταρτόπουλα που είχαν ονοματεπώνυμο, μάνα και πατέρα και  χάθηκαν για την υπόθεση της λευτεριάς και της κοινωνικής δικαιοσύνης, παραμένοντες αδικαίωτοι ως τις μέρες μας. Και για τους άλλους, τους «απέναντι» μίλησα κι ανάφερα γνωστά, θλιβερά κι ατιμώρητα εγκλήματα. Οι δράστες τους είχαν επίσης ονοματεπώνυμο, μάνα και πατέρα. Κάπου -κάπου πρόσθετε κι ο Αργυράκος ένα όνομα, έναν τόπο, μια πληροφορία για μιάσματα που πήραν χρήσιμο κοσμάκη στο λαιμό τους. 

Μη φαντασθεί κανείς πως ο πατέρας μου δεν φοβόταν κι αυτός τα μπλεξίματα και τις φασαρίες μου με τα πολιτικά. Φοβόταν και πολύ μάλιστα!  Ήταν όμως τόση η σιχασιά του για το σύστημα που κάποιες φορές έσπαγαν με πάταγο τα συντηρητικά του αναχώματα κι έμπαζε στην ψυχή του μονομιάς βουνήσιος φρέσκος αέρας των Αγράφων, της Νιάλας, και των Τζουμέρκων. Δεν θυμάμαι πόσο κράτησε αυτή η κατάθεσή μου στην ανακρίτρια μάνα μου, λίγο πάντως δεν μπορείς να το πεις…

Όταν ξανάκουσα την επιτακτική φωνή της  ήμουν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου και ήξερα πως το ίδιο είχε κάνει κι ο πατέρας μου. Τώρα, με το ρόλο του δημόσιου κατήγορου η πρώην ανακρίτρια, στεκόταν στην πόρτα της ισόγειας κάμαρας με μέτωπο προς το συζυγικό της κρεβάτι. Το καταλάβαινα γιατί οι φωνές ερχόταν σε μένα μέσα από τις φερνάδες του σανιδένιου πατώματος. Ήμουν ακριβώς πάνω από την κρεβατοκάμαρα των γονιών μου.

-Αργυράκη θα σου πω μια κουβέντα για τελευταία φορά και θέλω να έχεις ξεβούλωτα τ΄αφτιά σου. Πρόσεξε, μην τον θαρρεύεις, κι άλλες φορές σου το ξανάπα και δεν το λογάριασες μια πεντάρα. Μην τον ξεσηκώνεις!

-Βρε σατανά, δεν τον ξεσηκώνω και το ξέρεις. Αλλά γιατί μου λες να μην τον θαρρεύω, σε ρωτάω γιατί;

-Γιατί μια μέρα, του παλληκαρά η μάνα  είναι αυτή που κλαίει. Αργυράκη, γέρασες μαύρε μου και δεν το κατάλαβες ακόμα;

Ακολούθησε μια μικρή σιωπή, τόση που νόμισα πως ο διάλογος είχε κλείσει σε αυτό το σημείο. Τέλος άκουσα δυνατά τον πατέρα μου να συντρίβει στα τάρταρα το φιλοσοφημένο σκεπτικό της μανούλας μου:

Μπουμπουνισμένο κεφαλάκι,  γράφτο αυτό που θα σου πω, μάθημα από τον Αργύρη της Βασιλικούλας. Ναι! του παλληκαρά η μάνα ενδέχεται να κλάψει μια μέρα!  Του κιοτή όμως κλαίει κρυφά κάθε μέρα, για τον άχρηστο που θήλασε στο βυζί της! Κατάλαβες; Καληνύχτα!


Λατρεμένε μου πατέρα, όσο χρόνο έζησε η μάνα μετά από σένα τέτοιο κλάμα δεν της προξένησα. Εσύ όμως γιατί της είπες να  γράψει την κουβέντα σου αφού ήξερες πως ήταν αγράμματη;

Θα σε θυμάμαι παντοτινά!

Αυτός που δεν ξέρει την αλήθεια είναι απλά άσχετος. Αυτός που ξέρει την αλήθεια και την διαψεύδει είναι κάθαρμα! (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Ο πατέρας μου Αργύρης επέστρεψε στη μάνα γη στις 29 Μαρτίου του έτους 2006. Δεν ήταν πλήρης ημερών, όμως υπερχείλιζε από σοφία, αθόρυβη αγωνιστικότητα και αίσθημα ικανοποίησης για τον τρόπο που ολοκλήρωσε την αποστολή του. Παντού γύρω μου μυρίζω ακόμα την μοσχοβολιά της ψυχής του!


Ήταν ένα επίλεκτο κείμενο

από τον συμπατριώτη Δημήτρη Α. Γκορόγια

(στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")



Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Έρμα χωριά…


Ένα σπαρακτικό οδοιπορικό 

στα πληγωμένα χωριά μας.

Από την Κρικελιώτισσα "Ακευσώ"

για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"


Κούτσα-κούτσα, ο Φλεβάρης σκαρφαλώνει στον θρόνο του Δωδεκάμηνου. 

Τ’ αδέρφια του κοιτάζουν αφ’ υψηλού. Ύστερα από 4 χρόνια υφαρπαγής ωρών από τον «Κούντουρο», τον «Σημαδεμένο», ξεθηλυκώνουν τη φιλευσπλαχνία τους και του ρίχνουν  στον κορβανά 8,640 δευτερόλεπτα!! Μια ολόκληρη μέρα, την 29η, εστεμμένος δραγάτης, βροχάρης, χιονιστής, κλαδευτής.

Κι αυτός «βαθύτατα υπόχρεως!!!» σταυροστραβοποδιάζεται σ’ έναν χορό αλλόκοτο, ξεχνώντας ν’ ανοίξει τις φλέβες του, να τρέξουν λεύτερα τα υπόγεια νερά του, να πλημμυρίσουν ζωή τα στήθια της Γης. 

Ο Ήλιος, απόλυτος μονάρχης στις αλάνες τ’ ουρανού, φωτοστεφανώνει τις παγερές μέρες…

Μάταια, η Βασίλισσα του Χιονιά, προσπαθεί να ξυπνήσει τις νιφαδοθυγατέρες της ν’ αρματώσουν τη νυφιάτικη πομπή για να θαμάξει ο κόσμος τα πάλλευκα προικιά, να δει μια άσπρη μέρα… 

«-Παράτα μας! της αντιμιλάει μια επαναστατημένη νιφαδούλα. Πού να πέσουμε; Στη χώρα του αγαπημένου μας Εύρυτου, έχει στήσει ο Χάροντας χορό. Τα χωριά ερήμωσαν. Όλοι πήραν των ομματιών τους, κυνηγώντας ο καθένας τη δική του χίμαιρα. Παιδιά δεν υπάρχουν. Παράτησαν το κρυφτό στις φυσικές κρυψώνες και ξεγελάστηκαν στη γλύκα του κυνηγητού σε λάγνες πολιτείες, σε ψηφιακές ηδονές. Με ποιόν θα παίξουμε χιονοπόλεμο; Με ποιόν θα φτιάξουμε της καρδιάς μας τον χιονάνθρωπο; Σε ποιόν θα γίνουμε στρωσίδι γλιστερό για να κυλήσει τις στεναχώριες του; Ποιός χωραφιάρης θα μας παρακαλέσει να χιονοστολίσουμε μέρες πολλές τα χωράφια για να ‘χει το καλοκαίρι χρυσή σοδειά;»

Πάγωσαν τα λόγια της στον αέρα. Και ξεπάγωσαν μέσα μου την κατεψυγμένη μου πεθυμιά, να πάρω τη «δανεική» μέρα του Κούτσαβλου και να την περπατήσω στα λόγγια και στα βουνά. 

Ασυννέφιαστος ο ουρανός. 

Στο Κρίκελλο, καμμιά δεκαπενταριά τζάκια καπνίζουν τη μοναξιά τους, στρίβοντας τον καπνό τους σε μηνύματα s.o.s., που μέχρι να φτάσουν ψηλά, έχουν χαθεί.

Άδειοι οι δρόμοι….

Οι μόνιμοι κάτοικοι πενήντα όλοι κι όλοι, διαβάτες των –ήντα, κλεισμένοι στα σπίτια τους, παίζουν δηλωτή με τη μοναξιά τους. 

Τρεις-τέσσερις γάτες γλιστράνε στους πάγους, νιαουρίζοντας να ζευγαρώσουν την εφταψυχιά τους. 

Νεκρική σιγή και στη Δομνίστα. Δυό μικρά παντοπωλεία ανοιχτά, υπέργηρα κι αυτά, καρτεράνε τους 20 πελάτες τους να εξαργυρώσουν της ερμιάς τους το τίμημα. 

Και μετά… χωριά-φαντάσματα… Σκοπιά… Άγιος Χαράλαμπος… Καστανούλα... Ροσκά... 

Ανοίγω ορθάνοιχτα τα μάτια να υποδεχτώ την ομορφάδα της φύσης, τη ζεστασιά της ντομπροσύνης των κατοίκων. Μα τα σπίτια στέκουν βουβά. Διπλές οι αμπάρες στα ξωπόρτια. Σκουριασμένες σιδεριές στα παράθυρα. Άσπαρτοι κήποι. Χορταριασμένες αυλές. 

Χτυπάω, φωνάζω: 

-Είναι κανείς εδώ; 

Άκρα του τάφου σιωπή… Βρόγχος πνιγηρός στη σκέψη. Κανείς δεν ξεπροβάλλει να μας καλημερίσει, να μας βρέξει τα σωθικά με του τσίπουρου την αγιοσύνη, να μας φιλέψει απ’ τα ολόδικά του καλούδια, να μας ξαλέσει χωρατά και κουτσοκέφαλα, να μας ζωντανέψει ζωές αλλοτινές, παγωμένες σε ξεθωριασμένες φωτογραφίες του τοίχου.

Οι παιδικές χαρές ορφανεμένες. Οι κούνιες πάνε πέρα-δώθε απ’ το σπρωξίδι του αέρα. 

-Κούνα μας! Πιο ψηλά πήγαινέ μας! Τον παρακαλάνε. Να μην πεθάνουμε στης ακινησιάς τα πλοκάμια, μέχρι τον Ιούνιο, που θα ‘ρθουν οι φίλοι μας να μας ζεστάνουν με τα γέλια τους και τα ξαφνιάσματά τους. 

Άφωνη, αργοσέρνω το βλέμμα σε γκρεμισμένα σπίτια. Ψηλά στ’ αγκωνάρια διαβάζω : «Χτίστηκε στα 1929, κάηκε στα 1942 και ξαναχτίστηκε….» 

Σ’ έναν οβολιό από πέτρες, κείτονται μισοπεθαμένες εικόνες, μισοσβησμένες θύμησες, μακρινοί ήχοι: Σαρακο-φαγωμένα δοκάρια, θρυμματισμένα τζάμια, κιτρινισμένες στεφανοθήκες, ανάπηρες σαρμανίτσες, σακατεμένοι αργαλειοί, ξεβαμμένες φλοκάτες, μυστικά χωνεμένα σε ξεκοιλιασμένα μαξιλάρια, υμέναιοι ευτυχίας σε σιδερένια κρεβατοδεσίματα, μοιρολόγια μακρόσυρτα στου τζακιού το παραγώνι, ιστορίες μισοτελειωμένες στ’ αδραχτιού το ξύλο για πρωτολάτες της Λευτεριάς, για γυναίκες-αερικά, ζαλωμένες φαί, ρούχα, πυρομαχικά για τους λεβέντες των βουνών… Όλα, ένα κουβάρι στριφτοκομποθιασμένο στης Απόγνωσης τα λανάρια. 

Ένα οδοιπορικό θανάτου, στα χωριά που κάποτε έσφυζαν από ζωή. Οι κάτοικοί τους έδωσαν πνοή αναστάσιμη στον τόπο, πέρασαν δια πυρός και σιδήρου και επέζησαν. Ξανάχτισαν πέτρα-πέτρα τ’ αλώνια της ύπαρξής τους για να χορεύουν πάνω τους ελπιδολάλητα παιδιά κι εγγόνια. Ονειρεύτηκαν να ‘ναι οι πόρτες ανοιχτές, να μη μείνουν μόνο σε χάρτες και πινακίδες τα ονόματα των πατρίδων τους. Ονειρεύτηκαν να ‘χουν αυτάρκεια, αλληλεγγύη, να μην τους πουλάνε κάθε χρόνο οι εταιρείες το δικό τους μεταλλαγμένο σπόρο, να μην εξαναγκάζονται να χρεώνονται από τις τράπεζες για να ξεπερνάνε τη δυστοκία των ημερών. Ευχήθηκαν να ‘χουν δίπλα τους έμπρακτο το ενδιαφέρον της εξουσίας. Αυτή, όμως, κωφεύει στο «κύκνειο άσμα» των χωριών, ακονίζει τα ψαλίδια της και πετσοκόβει άνανδρα τα 4 γράμματα της ζωής…


Στις πλατείες, στέκουν άπνοες οι προτομές των Ηρώων. Μισοσβησμένα τα ονόματα των υπέρ πατρίδος πεσόντων. Κάνω προσκλητήριο νεκρών. Δίπλα μου η Ηχώ δανείζεται τη φωνή μου και την απλώνει σε σάρες και καταράχια, σε γκρεμούς και διάσελα. Κι αυτή τρέχει, σκαρφαλώνει, σκοντάφτει, ματώνει, μπήγει τα σπλάχνα της βαθιά στο χώμα και τραγουδάει:

«Ήρωες άπαρτα βουνά, ήρωες με δώδεκα ζωές.

Κάστρα του Ολύμπου και του Παρνασσού φαντάσματα. 

Ήρωες μέσα στα χαλάσματα….».

Γίνεται Κραυγή-Ανάθεμα  για όσους βάλανε την υπογραφή τους στον ξολοθρεμό της αγροτιάς. Για όλους τους «Γενίτσαρους» που αρπάζουν, χρόνια τώρα, τα παιδιά μας «τα πιο εύμορφα, τα πιο έξυπνα», τα ρίχνουν στον «Μινώταυρο» της κίβδηλης ευζωίας, στους «Λαβύρινθους» της ματαιοδοξίας και του σκοταδισμού. 

Μουντζώνει «τους πολιτικάντηδες» που φούσκωναν τα μυαλά των κατοίκων με παραμύθια της Χαλιμάς, φερμένα απ’ της ξενιτιάς τα σαπιοκάραβα. Τους έπεισαν ν’ αφήσουν το «Ησιόδειον άροτρον», και να κυνηγήσουν τη μισότυφλη Λάχεση στα εργοστάσια, στις οικοδομές, στα ορυχεία….

Διαολοστέλνει όσους με τα άπνοα σχέδιά τους και τις χρεωκοπημένες τους συνειδήσεις τσιμέντωσαν ταφόπλακα βαριά κι ασήκωτη στης υπαίθρου τα σπίτια. 

Αφορίζει όσους ψευδοπροφήτες «ευαγγελίζονται!» στου «Θα» τ’ απονέρια, αναπλάσεις, αναβαθμίσεις, αναπαλαιώσεις σ’ ένα μέλλον βαθύζοφο. Και το μόνο που κάνουν καλά, γιατί έχουν δασκαλευτεί στα θρανία του αστικού-καπιταλιστικού τέρατος, είναι, να μοιράζουν «άρτον και θεάματα» για να μην κινδυνεύει η βασιλεία τους. Ξοδεύουν χρήματα σε έργα ανωφέλευτα, σε χορούς και πανηγύρια, σε φολκλορικά συναπαντήματα, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού που τα χωριά μας νεκρανασταίνονται λίγο, μέσα απ’ «όνειρα θερινής νυκτός».

-Χλιμάρες! Γράφουν τα δάκρυα στον ουρανό της καρδιάς μου.

-Σαούρα! Σφυρίζει ο χειμωνιάτικος άνεμος στα φυλλώματα.

Τ’ ακούνε τα ελάφια, οι λαγοί, τα ζαρκάδια, οι κοκκινολαίμηδες και χώνονται πιο βαθιά στις φωλιές τους.

-Μην κλαις!  Μου ψιθυρίζουν τα κέδρα, καθώς το βλέμμα μου δραπετεύει στην «Πιετά της Μάνας-Φύσης». Έλατα ημιθανή, γερμένα στην αγκαλιά των αδερφών τους με τις κορφές ψυχορραγούσες στην ανοιχτοσύνη του Σύμπαντος, μινυρίζουν : 

«-Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;» 

Αρχοντοθρεμμένες καστανιές, εκατοχρονίτισσες τροφοδρότρες, υψώνονται κατάξερες, αρνούμενες να προσυπογράψουν το πιστοποιητικό θανάτου τους.

Ακοίμητοι φρουροί τα θεόρατα βράχια. 

-Πού βρήκες, Δημιουργέ, τόση αγριάδα, τόσα κοτρώνια, και τα ρίζωσες σε τούτη την πολύπαθη γη; Γιατί δεν κράτησες στα σακούλια της προσφοράς Σου, λίγο «καλλίβωλον» χώμα να το ισιάξεις, να το καλλιεργήσουν τα παιδιά Σου και να μην ξοριαστούν στα τετραθέμελα της οικουμένης; 

Ο μοναδικός δρόμος που ενώνει τα χωριά, παρατημένος, φαγωμένος σε πολλά σημεία, με τους γκρεμούς να χάσκουν, με πέτρες που ξεκολλάνε από ψηλά και δεν ξέρεις πότε θα σκοτώσουν περαστικό. 

Και μέσα σε όλη την εγκατάλειψη, ξεπροβάλλει πανύψηλος ένας πέτρινος όγκος που διαλαλεί την απαντοχή του Χρόνου. Μπροστάρης περήφανος, εκατόμματος βιγλάτορας, σημαιοφόρος στρατηλάτης, ένας έλατος. Γεννημένος άκρη-άκρη στων λιθαριών τη σχισμάδα, στέλνει αγωνιστικούς χαιρετισμούς στ’ απάτητα βουνά μας. Δίπλα του, φιγούρες αφαιρετικές, σμιλεμένες με κοφτερές λεπίδες, βαμμένες με τα χρώματα του θυμού και της αντάρας, αγρυπνούν. Ανάμεσά τους, νιογέννητα ελατάκια σκαρφαλώνουν στο φως, βυζαίνοντας την πίκρα της μοναξιάς τους, περιμένοντας τον Αύγουστο, ν’ ανηφορίσουν τα παιδιά στων παππούδων τους τα ριζιμιά, να θαυμάσουν το ανείδωτο, να φωτογραφηθούν, ξεδιπλώνοντας τα γέλια τους στα ριζά του πέτρινου δάσους.

Σε τούτη την περπατησιά μου, στην Πολιτεία της Λήθης, ένα γεράκι μόνο ισοζύγιαζε τη λευτεριά του, πάνωθέ μου, φτερουγίζοντας το δικό του «νόστιμον ήμαρ».

Κι ένας ήχος ζωντανός, καθάριος, γάργαρος, απ’ των νερών το κουτρουβάλιασμα, που κύλαγαν να συναντήσουν το ποτάμι τους. Ήταν η δροσιά του θεόσταλτη, να μου ξεπλύνει τη θλίψη, να φυτέψει στα σωκήπια του θυμητικού μου όλο το μεγαλείο των στολιδιών της Γης. Να μου θυμίσει πως αυτή η Μάνα θα ‘ναι εκεί να περιμένει στις εμπατές της όλα της τα «ξενιτεμένα», να τα γλυκονανουρίσει στους κόρφους της, να τους λύσει το ζωνάρι της ερημιάς, να τους κάνει κοινωνούς στα μυστήριά της.


Ήταν ένα διαλεχτό κείμενο 

από την "Ακευσώ" του Κρίκελλου

(στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")


Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Αναμνήσεις από το χωριάτικο γάμο.


Αφηγείται η Ευρυτάνισσα κυρά Λένη 

στους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τα παλιά τα χρόνια στα ευρυτανικά χωριά οι γάμοι γίνονταν διαφορετικά απ' ότι σήμερα. Κατ' αρχάς εκείνη την εποχή γινόντουσαν κυρίως με προξενιά. Τα έθιμα των καιρών ήταν βλέπετε πολύ αυστηρά και τον πρώτο λόγο τον είχαν οι οικογένειες και οι προξενητάδες και γι' αυτό μην σας φανεί παράξενο που συνήθως οι ενδιαφερόμενοι ερχόντουσαν σε... δεύτερη μοίρα!! Οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί σύστηναν στους γονείς της νύφης ή του γαμπρού κάποιο παλικάρι ή κάποια κοπέλα από το ίδιο χωριό ή και από άλλα χωριά λέγοντας ότι αυτά τα παιδιά αξίζουν να γίνουν ζευγάρι κι οι οικογένειες να συμπεθερέψουν. Αφού γινόταν η γνωριμία, μετά οι γονείς κανονίζανε αναμεταξύ τους τα της προικός. Γιατί είχαμε κι αυτά, δυστυχώς. Μάλιστα πολλές φορές κάτι τέτοια πάρε-δώσε οδηγούσαν και σε παρατράγουδα, άλλα αστεία κι άλλα δυσάρεστα, αν οι οικογένειες δεν τα βρίσκανε στην προίκα!!! 

Βέβαια δεν γινόταν όλοι οι γάμοι με προξενιά. Υπήρχαν και τότε οι έρωτες, οι αγάπες οι κρυφές, τα νυχτοπερπατήματα και τα ανταμώματα των ερωτευμένων ζευγαριών που χτυπούσε η καρδούλα τους:

"Φέξε μου φεγγαράκι μου να πάω στην αγάπη μου/ εγώ φέγγω ως το πρωί, κι όπου αγάπη ας περπατεί"!

Γιατί η δύναμη της αγάπης κατορθώνει και να ξεπερνάει και να νικάει πολλές φορές τις σκουριασμένες ιδέες.

Όταν οι οικογένειες συμφωνούσαν μεταξύ τους την ημερομηνία του γάμου ξεκινούσαν και οι σχετικές ετοιμασίες. Πρώτα έστελναν τα "καλέσματα" που συνήθως ήταν κουφέτα τυλιγμένα σε λευκό χαρτί κι ένα μικρό μπουκαλάκι με γλυκό κόκκινο κρασί!

Την τελευταία εβδομάδα όμως ήταν τα πιο σπουδαία.

Την Τετάρτη, οι οικογένειες των νεόνυμφων έφτιαχναν τα "προζύμια" δηλαδή την κουλούρα του γάμου! Επάνω χάραζαν διάφορα όμορφα σχέδια με το πηρούνι ή με ξυλοσφραγίδες (πουλιά, σταφύλια, φύλλα, λουλούδια, όλα πανέμορφα)! Μ' αυτά σταύρωναν το γαμπρό και τη νύφη σε κάθε σπίτι χωριστά, όπου γινόταν και μια μικρή γιορτή για αυτό το γεγονός. Την επόμενη μέρα, την Πέμπτη, τα κορίτσια, με τραγούδια, γέλια και πειράγματα, αναλάμβαναν να ψήσουν τα ψωμιά στη γάστρα. Μοσχομύριζε ο τόπος όλος από την ευωδιά της "κουλούρας"!

Την Παρασκευή μαζεύονταν τα κορίτσια με τα δώρα τους στο σπίτι της νύφης όπου αυτή θα έκανε επίδειξη στα προικιά της. Ρούχα, κεντήματα, οικιακά σκεύη κι άλλα καλούδια, νοικοκυριό ολόκληρο! Ύστερα τα "σάκιαζαν" και τα τοποθετούσαν με τάξη στα μπαούλα ώστε να είναι έτοιμα, διότι στη συνέχεια θα έρχονταν με κάθε επισημότητα οι συγγενείς του γαμπρού, οι "προικιαραίοι", με τα άλογά τους, για να φορτώσουν τα μπαούλα με τα προικιά και να τα πάνε με τουφεκιές στο σπίτι του γαμπρού όπου εκεί συνήθως θα έμενε το ζευγάρι. Κι όλα αυτά με τραγούδια, μεζέδες, κρασί και τσίπουρο.

Το Σάββατο γίνονταν και οι ετοιμασίες για το τραπέζι όπου ήταν καλεσμένοι όλοι! Μάλιστα στην Ευρυτανία το χωριό Καλεσμένο πήρε το όνομά του από αυτό. Έβγαινε ο τελάλης στους μαχαλάδες του χωριού και φώναζε: "Χωριανοί, ακούσατε-ακούσατε, την Κυριακή ο Γιάννης παντρεύει την κόρη του κι είστε όλοι καλεσμένοι"!!! 

Στο χωριό υπήρχαν δυο-τρεις άνθρωποι που αναλάμβαναν τα μαγειρέματα. Συνήθως στιφάδο ή κοκκινιστό με μακαρόνια. Η προετοιμασία γίνονταν με επιμέλεια: να καθαριστούν τα κρεμμύδια, η δάφνη, να γίνουν οι σάλτσες, μέχρι το πιπέρι και την ξυλοκανέλα φρόντιζαν, διότι έπρεπε να είναι όλα προσεγμένα και πανέτοιμα ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Την Κυριακή από τις 5 το πρωί, άρχιζε να καίει η φωτιά και τα καζάνια να μαγειρεύουν. Άλλοι πάλι ετοίμαζαν τις σούβλες με τα ψητά και τα κοκορέτσια.

Οι γυναίκες έφτιαχναν από την παραμονή η καθεμιά και το δικό της γλυκό. Πιο συνηθισμένα ήταν: ο μπακλαβάς με 20-30 φύλλα ανοιγμένα στο χέρι με μπόλικα καρύδια και σιρόπι από αγνό μέλι, καθώς και λαχταριστές καρυδόπιτες, σιροπιασμένο παντεσπάνι, κουραμπιέδες και πολλά άλλα. 

Εν τω μεταξύ στα σπίτια των νεόνυμφων είχαμε τις τελευταίες ετοιμασίες των παιδιών. Να πω εδώ ότι απαγορεύονταν αυστηρά να δει ο γαμπρός τη νύφη πριν τη μέρα του γάμου. Κι αυτό να ξέρετε ότι τηρούνταν, τότε, σαν κόρη οφθαλμού.

Το Σάββατο το βράδυ στο σπίτι της νύφης  γίνονταν γλέντι. Η κοπέλα πλενόταν με το "αμίλητο νερό" που έφερναν οι φίλες της μαζί με το κόκκινο μήλο της νύφης που είχε επάνω μπηγμένα κέρματα. Αυτό το μήλο θα το πέταγε αργότερα η νύφη στους συγγενείς για την καλή την τύχη.

Την Κυριακή το πρωί οι κοπέλες στόλιζαν τη νυφούλα τραγουδώντας. Την χτένιζαν, την αρωμάτιζαν, της έβαζαν τα φυλαχτά της για το "κακό το μάτι". Κατόπιν της φορούσαν το νυφικό που το είχανε υφάνει στον αργαλειό με νήμα λευκό από ψιλό γνέσιμο στο χέρι. Κεντημένο αριστοτεχνικά χαμηλά και γύρω-γύρω με διάφορα μοτίβα. Πέπλο κοντό ή βέλο δαντελένιο. Παπούτσια μαύρα με χονδρό τακούνι. Στα παπούτσια της νύφης έγραφαν και τα ονόματα των ελεύθερων κοριτσιών κι οποιανής το όνομα έσβηνε θα παντρεύονταν γρήγορα! Ζώνη κεντητή στη μέση της. Στο στήθος φλουριά δύο και τρεις σειρές. Και η ομορφοστόλιστη να λάμπει σαν τριαντάφυλλο τ' Απρίλη.

Στο άλλο σπίτι πάλι, του γαμπρού, είχαμε κι εκεί ετοιμασίες. Μαζευόντουσαν οι φίλοι του κι ο κουμπάρος για να τον ξυρίσουν με διάφορα αστεία, γέλια, μεζέδες και κρασοπότι. Του εύχονταν νάναι "σιδεροκέφαλος" ενώ τον σταύρωναν με νομίσματα που κατόπιν τα έριχναν σε μια πιατέλα με νερό. Ύστερα τον έντυναν με τα επίσημά του: λευκό ή μαύρο πανταλόνι, υφασμένο από τα χέρια της μάνας, γιλέκο με ρολόι κι αλυσίδα στο τσεπάκι, άσπρο πουκάμισο με φαρδιά μανίκια, ζώνη με διάφορα σιρίτια, παπούτσια που είχε παραγγείλει στον τσαγκάρη και μαύρη σκούφια στο κεφάλι. Ο κουμπάρος, που ήταν πολύ σημαντικό πρόσωπο, φόραγε του γαμπρού κι ένα λουλούδι στο πέτο!

Μόλις ολοκληρώνονταν οι ετοιμασίες, ο γαμπρός μαζί με το συμπεθερικό, τους οργανοπαίχτες και με τον στολισμένο φλάμπουρα μπροστά, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Εκεί γινόταν "το πόδεμα" της νύφης. Ο κουνιάδος πήγαινε να της φορέσει το παπούτσι όμως αυτή έκανε τάχα πως δεν έμπαινε στο πόδι της. Τότε εκείνος έβαζε στο γοβάκι της χαρτονομίσματα ξανά και ξανά μέχρι που η νύφη να δεχθεί τελικά να το φορέσει.

Η ώρα για την εκκλησία πλησίαζε...

Με βαθιά συγκίνηση η νύφη αποχαιρετούσε το πατρικό της. Ειδικά αν έφευγε για άλλο χωριό:: "Μανούλα τα λουλούδια μου συχνά να τα ποτίζεις... Αφήνω γεια στη γειτονιά, στα παλικάρια του χωριού, στα όμορφα κορίτσια..."!

Η νύφη πάνω σε άσπρο, συνήθως, άλογο και ο γαμπρός σε μαύρο, με φανταχτερά χαϊμαλιά και λευκά κεντημένα μαντίλια στα καπίστρια, ξεκινούσαν με τα σόγια τους για την εκκλησία. 

Οι οργανοπαίχτες συνόδευαν με κλαρίνα, βιολιά νταούλια κι όμορφα τραγούδια:

" Σήμερα στεφανώνεται αετός την περιστέρα..."!


Μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας ο πατέρας ή ο αδερφός κατέβαζε τη νύφη από τ' άλογο και την παρέδιδε πια με κάθε επισημότητα στο γαμπρό. Παλαιότερα ο πεθερός συνήθιζε να δίνει  κι ένα... χαστούκι στο γαμπρό!!! Που να γινόταν αυτό τώρα, θα σχόλαγε ο γάμος στο άψε-σβήσε (γέλια).

Η νύφη ασπαζόταν με μεγάλο σεβασμό τα πεθερικά της και μαζί με τον μέλλοντα σύζυγό της έμπαιναν στο ναό...

Αφού τελείωνε το μυστήριο οι καλεσμένοι έραιναν τα νεόνυμφα με ρύζι, ροδοπέταλα και άνθη και τους εύχονταν "βίον ανθόσπαρτον", ενώ αργότερα στο κατώφλι του σπιτικού των νιόπαντρων η μητέρα θα πρόσφερε μέλι με καρύδια στα ζευγάρι. Τα στέφανα θα τοποθετούνταν με μεγάλη ευλάβεια στο εικόνισμα του σπιτιού. Ύστερα όλοι μαζί κατευθύνονταν στο γαμήλιο τραπέζι που ήταν κι αυτό ολοστόλιστο με λουλούδια.

Αν ήταν καλοκαίρι οι τραπεζαρίες στηνότανε στην πλατεία του χωριού, αν ήταν χειμώνας στο σχολείο. 

Το γιορτινό τραπέζι του γάμου ήταν πανέτοιμο με μοσχομυριστά φαγητά κάθε λογής που τότε ήταν όλα αγνά και πεντακάθαρα από τη δική τους σοδειά κι όχι όπως σήμερα της βιομηχανίας. Το κρασί έρεε άφθονο και το κέφι άναβε με τα χαρούμενα τραγούδια, τα ιδιαίτερα για την περίσταση:

"Παντρεύεται ο Αυγερινός καλέ σήμερα/ την Πούλια κάνει ταίρι/ και τ' άστρα συμπεθέροι"!

Και στο τέλος να σου και οι πιατέλες με τα γλυκά, και με τον "σερβιτόρο" να λέει : "αυτό το γλυκό είναι από την τάδε οικογένεια, ετούτο από την άλλη..."

Μια φορά ήταν καλεσμένο σε ένα γάμο κι ένα μικρό Σαρακατσανόπουλο κι όταν είδε μπροστά του τόσα φαγητά και γλυκά άρχισε να κλαίει!

- "Γιατί κλαις πιδί μ", το ρωτάει μια θειά.

- "Δεν μπορώ να τα φάω όλα αυτά", απαντάει εκεινο.

- "Μην κλαις καμάρι μ', ούλοι μαζί θα τα φάμε "!!!

Μετά ξεκινούσε ο χορός και το τρικούβερτο γλέντι μέχρι πρωίας. Πολλές φορές τα γλέντια του γάμου κρατούσαν δυό και τρεις μέρες! Και επαναλαμβάνονταν και στα σπίτια των δύο οικογενειών με πολλά ακόμη έθιμα και εκεί! Διότι ο γάμος ήταν το πιο σπουδαίο γεγονός για τη ζωή των ανθρώπων και όχι απλά μια τυπική υποχρέωση που έπρεπε να κλείσει στα γρήγορα!


Αυτά συνέβαιναν τα παλιά χρόνια στην όμορφη Ευρυτανία μας.

Βέβαια πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Ο κόσμος εξελίχθηκε ή μήπως όχι;; Όπως και νάχει, τώρα πια οι γάμοι γίνονται και στα μέρη μας όπως παντού.

Αν και βλέπω ότι κάποια νέα παιδιά αγαπούν την παράδοση και στις χαρές τους προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν τα παλιά τα έθιμα. Μακάρι, μήπως και μαζί με αυτά ζωντανέψει περισσότερο και η ανθρώπινη επικοινωνία που στις μέρες μας έχει λιγοστέψει πολύ.

Η ουσία όμως είναι άλλη κι όχι τα έθιμα. 

Γι' αυτό εύχομαι σε όλα τα νεόνυμφα αλλά και σε όλα τα ερωτευμένα ζευγάρια αγάπη, αγάπη, αγάπη! Και κατανόηση. Μέχρι τα βαθιά σας γεράματα παιδιά μου...

Σημείωση : Η εικονογράφηση του αφιερώματος της κυρά Λένης έγινε με φωτογραφίες που "αλιεύσαμε" από το ιστολόγιο του Τροβάτου Αγράφων (με την αναπαράσταση του σαρακατσάνικου γάμου φωτο: 1,2,4,6,7,10,11), την "Ηχώ των Σαρακατσάνων (φωτο: 8,9), από το αρχείο του Κρικελλιώτη Ευθύμη Φλώρου (φωτο: 5,13) και από τον "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" (φωτο: 12).

* Ήταν  ένα λαογραφικό ταξίδι στο παρελθόν από την Ευρυτάνισσα κυρά Λένη

(για το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")


Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Άγραφα: έλξη ευτυχίας!

φωτο "Ευρ. ιχν": άποψη του οροπεδίου της Νιάλας, στ' Αγραφα


Τα πάντα αποπνέουν γαλήνη μέσα στην απόλυτη αγριάδα αυτού του σκληροτράχηλου Ευρυτανικού τοπίου.

Δεν είναι αντίφαση, είναι αρμονία!

ΕΔΩ ΨΗΛΑ, τόσο κοντά στον ουρανό, σε μια από τις ξεχασμένες "πρωτεύουσες" της παγκόσμιας αυθεντικότητας...

με την απειροελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση, την απουσία των βάρβαρων ήχων της πόλης, την απώλεια της αίσθησης του πιεστικού χρόνου, τον απαλό ψίθυρο του ανέμου στο χορτάρι που αναριγά στο πέρασμά του, το άρωμα της άγριας μέντας, τα κελαϊδίσματα των μικρών λαλητάδων, τις αιώνιες βουνοκορφές που κυματίζουν στο βάθος του ορίζοντα, τα αχανή ανεξερεύνητα ελατοδάση με τις βρυσομάνες, τους καταρράκτες, τα σπήλαια και τα ατίθασα ποτάμια που χαράζουν το κορμί τούτης της πολυθρύλητης αδούλωτης γης...

ΟΛΑ νοηματοδοτούν την κατάρριψη της ανθρώπινης αλαζονείας μπροστά στο δέος της Ανέγγιχτης Φύσης που οι αρετές της δεν είναι ανταλλάξιμες με κανενός είδους ταπεινά "αντισταθμιστικά οφέλη".

Άλλωστε, τ' Άγραφα δεν τα επισκέπτεσαι εσύ. 
Σε επισκέπτονται αυτά...
στην ψυχή σου!

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

13 χρόνια "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

 

Συμπληρώθηκαν 13 χρόνια για το ιστολόγιο του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη".

Περνάμε, πλέον, το κατώφλι του 14ου έτους βαδίζοντας αντάμα με χιλιάδες συνοδοιπόρους που εμπνέονται από την ομορφιά της Ευρυτανικής Φύσης και την αίγλη της Ανυπότακτης Ιστορίας των "Περήφανων-Ταπεινών" αυτού του τόπου.

Σας ευχαριστούμε για τη στήριξη. 

Αντέχουμε, συνεχίζουμε...