* Ένα ξεχωριστό κείμενο Μνήμης και Τιμής από την Κρικελλιώτισσα "Ακευσώ"
Ιοστεφής η Ηώς στολιζόταν μπροστά στον καθρέφτη του Ήλιου για να καλημερίσει της Ευρυτανίας τ’ αδούλωτα βουνά, να χορέψει με της δροσοσταλίδας τα λαμπυρίσματα, ν’ αχνοξεδιαλύνει σκοτεινά λαγούμια, να ξεπροβοδίσει τον Έρωτα στων παιδιών το κάλεσμα.
Με την καραμπίνα στον ώμο, ο Νικόλας ανηφόριζε αγκομαχώντας στο διάσελο του Τσιπετού, λίγο πριν τα Σκαλώματα. Σαν απόκοσμο ξωτικό ξεπρόβαλε μέσα απ’ της ομίχλης τα διάφανα πέπλα. Σβάρνιζε τ’ αρβύλια του κάθε φορά που ένοιωθε τα σκιρτήματα της ζωής. Τα μάτια του χτένιζαν τις θαμνοφωλιές στο αλπικό τοπίο, για να σημαδέψει θήραμα ζηλευτό. Ο νους του στου λαγού τη γρηγοράδα, στου πουλιού το πέταγμα, στου ζαρκαδιού το ξάφνιασμα. Η ψυχή του, όμως, αποξεχνιόταν μαγεμένη απ’ της ομορφιάς τα χρώματα, πλανεμένη απ’ του χιονιού τη λευκή σιωπή.
Αχάραγα είχε πάρει τα βουνά. Απόστασε. Ακούμπησε την κούρασή του στη σφιχτοδεμένη αγκαλιά των λατσουδιών εκατοχρονίτικων έλατων, που είχαν μπλεχτεί σ’ ένα πρωτόγνωρο συντροφικό στασίδι. Άνοιξε τον ντορβά, πήρε τη ζυμαρόπιτα της χεροάνασσας συντρόφισσάς του και τη σεργιάνισε στου ουρανίσκου του τους γευστικούς κάλυκες, συνοδεύοντάς την με μυρωδάτο τσίπουρο, φτιαγμένο από βρωμοστάφυλο, αποσταγμένο δυό φορές.
Γαλιούριασε…
Έγειρε στο χρονοφαγωμένο βαθούλωμα, ψαχουλεύοντας για απρόσμενο συγκάτοικο.
Ένοιωσε το σίδερο να παγώνει την αργασμένη του παλάμη. Βρέθηκε να κρατάει ένα ντουφέκι. Το ξύλινο κοντάκι του χιλιοσαρακωμένο άναψε φωτιές στις θύμησες.
Πετάχτηκαν ολόρθοι από της Μνήμης το κιβούρι οι πρόγονοί του.
Όλοι Αντάρτες. Όλοι ορκισμένοι για Λευτεριά ή Θάνατο. Ξάνοιξαν χορό πυρρίχιο οι ιστορίες του παππούλη του.
Ώρες ατέλειωτες τα βράδια του χειμώνα, τού μίλαγε για τους πολέμους εναντίον των φασιστών, για το κάψιμο του Κρίκελλου δυό φορές από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, για το πάλεμα των συγχωριανών να σωθούν, να ξαναζωντανέψουν τη γη, να συναρμολογήσουν τα ξεφτίδια της παιδεμένης τους νιότης.
Άκουγε για Δασκάλους που άφησαν την πένα, άδραξαν το ντουφέκι και βγήκαν στο κλαρί τραγουδώντας:
«Με το ντουφέκι μου στον ώμο
σε πόλεις, κάμπους και χωριά,
της λεβεντιάς ανοίγω δρόμο
της στρώνω βάγια και περνά»
Για Αγωνιστές που κυνηγημένοι από Μπουραντάδες και ταγματαλήτες, τ’ άφησαν σε κρυψώνες δυσδιάκριτες, γιατί το νοιώθανε:
«Έρμο ντουφέκι σκοτεινό,
Τι σ’ έχω γω στο χέρι
Οπού συ μου ‘γινες βαρύ
Κι ο (εχθρός) το ξέρει»
Για Παλληκάρια που δεν ήθελαν, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, να υπακούσουν στον αφοπλισμό και στη διάλυση του ΕΛΑΣ, που αρνήθηκαν να παραδώσουν «το ταίρι τους το λατρευτό», καθώς ήταν «συνέχεια του χεριού τους και το χέρι τους συνέχεια της ψυχής τους» .
Κάθε που ξημέρωνε η 12η Φεβρουαρίου, ο Νικόλας έβλεπε και ξανάβλεπε τα πρόσωπα των γενειοφόρων υπερασπιστών της Λευτεριάς, τους ήρωες λαμπαδηδρόμους της πολυπόθητης Λαοκρατίας να παραδίνουν τον οπλισμό τους πάνω σε μια ελληνική σημαία, να συμμαζώνουν στα δάκρυά τους την προδομένη Αξιοπρέπεια και να χώνουν το μικρό χελιδόνι τρομαγμένο στα άγρια γένεια τους, πολιορκημένο από γερμανοτσολιάδων και συμμάχων συμφέροντα.
Και τώρα, ακουμπώντας τα δάχτυλά του επί του τύπου των ήλων της προδοσίας, σκούπιζε τα δικά του δάκρυα, επιμνημόσυνη δέηση στους αδικοσκοτωμένους, στους κυνηγημένους, στους βασανισμένους, που αρνήθηκαν να βάλουν ταφόπλακα στην «Τιμή των όπλων», που αρνήθηκαν να ράψουν τη ζωή τους με τη μεζούρα των σταυρωτήδων τους.
Πήρε να μεσημεριάζει. Αλυχτίσματα, σφυρίγματα, ντουφεκιές αλώνιζαν στον αγέρα. Ο Νικόλας πέρασε στον αριστερό του ώμο το πολύτιμο βρετίκι, στον δεξιό του το δικό του όπλο, και πήρε να ροβολάει κατά το χωριό σιγοσφυρίζοντας:
«Ποιος κατεβαίνει σήμερα στον Άδη;
Ποιόν κουβεντιάζει η γειτονιά κι ανανταριάζει;
Γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι;
Λεβέντης εροβόλαγε….»
Από τότε το ‘χει φυλαγμένο καρτερώντας να ‘ρθει η στιγμή να το χαρίσει στο μουσείο του χωριού, που όλο λένε να φτιαχτεί κι ακόμη να πυργοθεμελιωθεί. Να το βάλει ψηλά, γιατί
«τ’ αντρειωμένου τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται,
μον’ πρέπει τους στην εκκλησιά κι εκεί να λειτουργιώνται»
Να στέκουν εκεί Σήμαντρα της Αλήθειας.
Φανοστάτες στο πλαστογραφημένο μέλλον.
Σάλπιγγες της διακήρυξης πως «ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του», πως οφείλουμε σ’ αυτούς «να είμαστε έτοιμοι, κάθε ώρα είναι η δική μας ώρα».
Ξυπνητήρια της Συνείδησης:
«Κανένας δεν έχει δικαίωμα
να εξουσιάζει τα μάτια μου,
το στόμα μου, τα χέρια μου,
τούτα τα πόδια μου που πατάνε τη γης».
Σημείωση:
Οι παρεμβαλλόμενοι στίχοι είναι από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού, από τη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου και από Δημοτικό Τραγούδι.
* Χαρισμένο από την "Ακευσώ" του Κρίκελλου
στους αναγνώστες του
