Ταπεινό ερημοκλήσι, φωλιασμένο
στις ευρυτανικές βουνοσχισμάδες, στέκει εδώ μοναχικό καρτερώντας τον αποσταμένο
ταξιδευτή. Ν’ ανάψει το λαδοκάντηλο, να αχνοφωτιστούν οι ασκητικές μορφές των
σιωπηλών τοίχων και να ευωδιάσει το στερνό θυμίαμα σκορπώντας αόρατες ψαλμωδίες
που θα γλυκάνουν τούτη τη βαθιά ερημιά. Δώρο γήινο, απρόσμενο, μέσα στη λιτή
του αυστηρότητα δίχως χρυσά άμφια και πολυελαίους, παραμένει απάγκιο για κάθε
περιπλανώμενο, καταφύγιο και για κάθε αποδιωγμένο …
(Στη Χρύσω Ευρυτανίας)