Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

ΑΓΙΟΙ



*Ένα συγκλονιστικό ποίημα του ευρυτάνα συμπατριώτη μας Θόδωρου Μαργαρίτη

(για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")


*****

Α Γ Ι Ο Ι


ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΔΥΣΚΟΛΟΥΣ 

Άγιοι των Αγίων πορεύονται 

ζητωκραυγάζοντας και τραγουδώντας

διαβαίνουν τις πύλες του στερεώματος των ηρώων,

πότε εκατόμβες ιερές και πότε κατά μόνας σεμνές μορφές

πάντα συντροφευμένοι με ντροπιαστικούς πυροβολισμούς

πάντα νικητές των σιχαμερών χαμερπών δημίων

πάντα στητοί, ορθοί στους τοίχους του μίσους.

Στέκονται εκεί ψηλά στο άπειρο της αγάπης

μες την αχλή του ονείρου της συντροφικότητας.

Μας παρακολουθούν, όντας στις συνειδήσεις μας,

σε κάθε βήμα κάθε πράξης

χαμογελούν όταν τα ανέφικτα τολμούμε

στενοχωριούνται όταν δειλιάζουμε, όταν πισωπατούμε

αλλά στέκουν εκεί υπομονετικοί στοργικοί δίπλα μας

μας καρτερούνε.

Εσείς αγαπημένοι μας σύντροφοι που αγαπήσατε όχι «ως εαυτόν»

όχι πολύ πλιότερο «από εαυτόν»

αλλά «αντί εαυτού».

Τι ιερή, ύψιστη παρακαταθήκη μας κληρονομήσατε!!!


*Αφιερώνεται στη μνήμη του Δημήτρη Σαξώνη («Δασκαλάκη») ΕΛΑΣίτη αντάρτη της ομάδας του ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ, δάσκαλου από τα Μάρμαρα Φθιώτιδας, που έπεσε νεκρός στη μάχη της Κουφόβρυσης στο Κρίκελλο Ευρυτανίας στις 28 του Οκτώβρη το 1942 και σε όλες τις παλληκαρίσιες ψυχές που έδωσαν το είναι τους με μόνη προσδοκία να σηκωθεί ο άνθρωπος λίγο ψηλότερα.

Κουφόβρυση Κρικέλλου - 28/10/2026 (βλ. ΕΔΩ)
 

*Από τον Κρικελλιώτη Θόδωρο Μαργαρίτη

(δημοσίευση στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

Ένας αγώνας από το μέλλον! - Δημόσια Πηγή Πούντος Αγράφων



*Άρθρο του Κώστα Πάζιου, μέλους της Επιτροπής Αγώνα για τη διάσωση της Δημόσιας Πηγής Πούντος των Αγράφων 


ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΠΟΥΝΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ. Ένας πολύ μεγάλος νικηφόρος αγώνας όλης της κοινωνίας απέναντι στους σφετεριστές του υδάτινου πλούτου που απέτρεψε την ιδιωτικοποίηση της Δημόσιας Πηγής Πούντος των Αγράφων.

Ήμασταν στο μεσοπέλαγος του Αγώνα, εκεί που έχεις απομακρυνθεί πολύ από την αρχή, αλλά και εκεί όπου το τέλος είναι ακόμα μακριά. Εκεί, όπου η αγωνία συναντιέται με την κόπωση και την εξάντληση. Ήταν 18 Φεβρουαρίου 2026, ήδη οι σφετεριστές της Πούντος είχαν επιστρέψει για τα καλά στο παιχνίδι, είχαν ξεπεράσει την απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που ήταν υπέρ των κατοίκων. 

Ξεκίνησε λοιπόν η βασανιστική νομική διαδικασία της Αίτησης Ακύρωσης την οποία έπρεπε να κάνουμε οι κάτοικοι μαζί με τα σωματεία. Καλούμασταν εμείς οι κάτοικοι να αποδείξουμε το αυτονόητο ότι ζούμε εκεί γιατί μέχρι τότε μας αντιμετώπιζαν ως «ινδούς» και δεν μας απένειμαν κανένα ένννομο συμφέρον, όπου τα νερά της Πηγής Πούντος μειώνονταν κάθε χρόνο, ενώ η Εταιρεία που δεν είχε κανένα έγγραφο, ως βασίλισσα του καπιταλιστικού κόσμου είχε μόνο αυτή έννομο σύμφερον, εμείς οι κάτοικοι παρείσακτοι στον τόπο μας, ξένοι στο σπίτι μας, επαίτες του αυτονοήτου. Αστική δικαιοσύνη με λίγα λόγια.

Έτσι λοιπόν τη 18η Φεβρουαρίου 2026, που θα έπρεπε να κλείσει η βασανιστική Αίτηση Ακύρωσης, πήγα εννέα η ώρα στο γραφείο και δούλευα μέχρι τις δύο τα ξημερώματα της επόμενης μέρας, μετά έπρεπε να διορθώσω τα λάθη και συνέχισα μέχρι τις πέντε το πρωί. Ηθικό δεν υπήρχε, εξαντλημένος πήγα στο σπίτι εκείνη την ώρα. Εξαντλημένος ψυχολογικά γιατί μια ολόκληρη κοινωνία πέραν των κοινωνικών αγώνων που ανέπτυξε για την πηγή Πούντος, των 1050 υπογραφών που συνέλεξε, των υπογραφών αλληλεγγύης, της κοινωνικής κατακραυγής που επήλθε, έπρεπε να περάσει και μέσα από το σατανικό ρουβίκωνα της δικαιοσύνης ενός συστήματος το οποίο σου νομιμοποιεί την αδικία. Η αίτηση έπρεπε να κατατεθεί στον Πειραιά, έτσι αποφάσισα μετά από είκοσι ώρες συνεχόμενης δουλειάς να φύγω το πρωί για εκεί. Δεν θα υπήρχε λοιπόν ούτε ύπνος ούτε καμία δυνατότητα διαφυγής από την ψυχολογική εξάντληση, την μελαγχολία της κατάστασης η οποία δημιουργείται κάθε φορά που ο άνθρωπος αισθάνεται ότι διαπραγματεύεται το αυτονόητο. Εδώ λοιπόν μια ολόκληρη κοινωνία που ζούσε από τη Πηγή Πούντος έπρεπε να αποδείξει ότι διαθέτει έννομο συμφέρον γιατί μέχρι τότε την αντιμετώπιζαν σαν φάντασμα. Ενώ ταυτόχρονα η Εταιρεία, μέχρι τότε φάντασμα για την κοινωνία, αντιμετωπίζονταν ως πρωταγωνιστής. Λέγαμε πρέπει να χάσουμε το νερό μας για να μας  αναγνωρίσουνε έννομο συμφέρον; Νομικίστικες κατασκευές κλοπής του Δικαίου.

(Πηγή Πούντος Αγράφων - τέλη Σεπτέμβρη 2025)

Η βραδιά νομοτελειακά θα ήταν βασανιστική δεν υπήρχε αντίδοτο. Aργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα, λίγο πριν κλείσω τη πόρτα και φύγω με τα πράγματα και τα χαρτιά, γύρισα να δώ αν είναι όλα έντάξει ενώ το σώμα μου ήθελε να φύγει με ταχύτητα. Εκεί έγινε κάτι απίθανο. Το βλέμμα μου συναντήθηκε κατά την τελευταία μου ματιά στο σπίτι με ένα ξεχασμένο βιβλίο, στο χολ πριν την πόρτα, ένα βιβλίο απέναντί μου. Στο εξώφυλλο του βιβλίου ήταν ο Νίκος Ζαχαριάδης, το βλέμμα μου συναντήθηκε με το περήφανο χαμόγελό του και έμεινε εκεί για σαράντα δευτερόλεπτα. Η βασανιστική βραδιά είχε δώσει μέσα σε 40 δευτερόλεπτα τη σκυτάλη σε μια ταχύτατη αναπτέρωση του ηθικού, σε μια κοσμογονία νέων σκέψεων: Νταχάου, αποδράσεις, Γεντί Κουλέ, Δημοκρατικός Στρατός, όλη η πορεία και η απόπειρα της ελληνικής κοινωνίας για το πέρασμα στο βασίλειο της ελευθερίας σε μια φωτογραφία. Δεν έχεις κανένα περιθώριο πιτσιρίκο, είπα στον εαυτό μου, η εικόνα του, η ιστορία του, με αλάφρυνε τόσο το παράδειγμά του... Σταμάτησε να παραπονιέσαι και συνέχισε με μεγαλύτερη δύναμη. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες, το φωτεινό παράδειγμά του, η ηρωική του στάση, ήταν ο καλύτερος επιταχυντής των προσπαθειών, η κατάργηση κάθε πρόσκαιρής απογοήτευσης, να μην παραιτείσαι από τις δυσκολίες που αντικειμενικά ορθώνονται και να παλεύεις με μεγαλύτερη δύναμη, αυτό δίδαξε. Με μια κραυγή ενθουσιασμού και με όλα αυτά μέσα σε 40 δευτερόλεπτα, το σκοτάδι 23 ωρών έγινε φως μέσα σε 40 δευτερόλεπτα. Έφυγα για τον Πειραιά, με ενθουσιασμό και βεβαιότητα ότι θα νικήσουμε, από κείνη τη στιγμή, μέσα σε 40 δευτερόλεπτα.

Μετά από εφτά μήνες υπήρξε η Μεγάλη Ανατροπή. ΝΙΚΗΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ, Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΟΧΘΟΥ. ΧΑΘΗΚΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ, ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΩΡΑ ΠΟΥ ΑΠΟΤΡΑΠΗΚΕ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΙ ΘΙΓΌΜΕΝΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΝΕΑ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΩΝ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΙΜΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΛΕΙΨΥΔΡΙΑΣ 50 ΕΤΩΝ.


Το χρονικό του Αγώνα... 


Η Επιτροπή Αγώνα για τη Διάσωση της Πηγής Πούντος Αγράφων, συστάθηκε στις 2 Αυγούστου του 2025 στα Τοπόλιανα Ευρυτανίας, με σκοπό να αποτρέψει την παράδοση της Δημόσιας Πηγής Πούντος Αγράφων σε Κεφαλαιουχική Εταιρεία. Με σκοπό να ανατραπεί η ντροπιαστική απόφαση 55/2025 της Δημοτικής Αρχής Αγράφων που καταδίκαζε έξι χωριά και εννέα συνοικισμούς σε μόνιμη λειψυδρία. Θέση της Επιτροπής Αγώνα ήταν πως το νερό αποτελεί αδιαπραγμάτευτο κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα. Από αυτή τη θέση απέρρεε και το σύνθημα «ο Πούντος είναι πηγή ζωής όχι κέρδους»!

Η Επιτροπή απαρτίστηκε από ανθρώπους όλων των ηλικιών και μέλη από όλα τα θιγόμενα χωριά. Η φωτογραφία, που παρατίθεται πιο πάνω, είναι μετά το τέλος της πρώτης συγκέντρωσης στα Τοπόλιανα στις 2 Αυγούστου 2025. Εκείνη τη νύχτα, οι κάτοικοι, δώσαμε όρκο τιμής να το φτάσουμε μέχρι τέλους απέναντι σε μια αδίστακτη Δημοτική Αρχή. Από εκείνη τη νύχτα στείλαμε ηχηρό μήνυμα στη Δημοτική Αρχή να ανακαλέσει την κατάπτυστη απόφαση. Από εκείνη τη στιγμή ξεπήδησαν μπροστάρηδες σε κάθε χωριό: Βαλαώρα, Λημέρι, Ποταμιά, Σιβίστα, Χρύσοβα, Γρανίτσα, όπου συνέλεγαν υπογραφές κατά της παραχώρησης της Πηγής, μοιράζοντας τα κείμενα της Επιτροπής Αγώνα. Έτσι μαζεύτηκαν οι 1.050 υπογραφές. Έργο της Επιτροπής ήταν να διαδώσει το μήνυμα του αγώνα, να ενεργοποιήσει την κοινωνία με ταχύτητα σε κάθε σημείο της Ευρυτανίας αλλά και της Ελλάδας. Έτσι η αρθρογραφία για τον Πούντο ξεπέρασε τα όρια του νομού πολύ σύντομα και ευαισθητοποίησε κόσμο σε όλη τη χώρα. Παράλληλα η Επιτροπή Αγώνα μέσα σε 14 μήνες διοργάνωσε 5 συγκεντρώσεις, κυρίως στη Βαλαώρα (μεγαλύτερο κτηνοτροφικό χωριό της Ευρυτανίας). Αξιοποίησε κάθε νομικό μέσο προκειμένου να μπλοκάρει την απόφαση 55/2025 ώστε να κερδίσει πολύτιμο χρόνο για την επόμενη μάχη, ενώ δημιούργησε και ένα Πανευρυτανικό Δίκτυο Αλληλεγγύης σε Στάβλους, Κρίκελλο, Δομνίστα, Ραπτόπουλο, Καρπενήσι.

Από τις 2 Αυγούστου του 2025 ξεκινήσαμε έναν ανελέητο πόλεμο με τη Δημοτική Αρχή Αγράφων. Με ανακοινώσεις, δράσεις, συγκεντρώσεις, παρεμβάσεις. Έναν αγώνα ζωής ή θανάτου, απέναντι σε θεούς και δαίμονες, απέναντι σε μια ολόκληρη Δημοτική Αρχή, και απέναντι σε οργανωμένα ιδιωτικά συμφέροντα. Αυτοί διέθεταν χρήματα, στρατιές δικηγόρων, παντοειδείς επιρροές, εμείς μόνο το δίκαιο! Ο αγώνας ήταν πολυσύνθετος, δύσκολος, απαιτητικός, μακρύς, αλλά όσες δυσκολίες και να είχε ήταν αδύνατο να μη γίνει. Ο αγώνας περιελάμβανε εβδομαδιαίες ανακοινώσεις, για να μην ξεχνιέται το θέμα, ενημέρωση στους κατοίκους για οποιοδήποτε στοιχείο προέκυπτε, αποκαλύψεις στο κόσμο που προέρχονταν από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα, ώστε το θέμα να μένει στην επικαιρότητα, να περνά στην κοινωνία και να γίνεται δικό της. Έτσι δημιουργήθηκε μια σοβαρή κοινωνική δυναμική.

Η καθημερινή δράση της Επιτροπής με την ανάδειξη του ζητήματος, με ντοκουμέντα, έρευνα, συγκεντρώσεις, ανάλυση πορίσματος ορκωτού λογιστή, επέδρασε καταλυτικά στην ανατροπή του αρνητικού  συσχετισμού, μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο Αγράφων, προς όφελος του κόσμου, αφού ενημερώναμε, για τα νέα στοιχεία για την Πηγή Πούντος, κάθε δημοτικό σύμβούλο.

Μετά από 14 μήνες η Δημοτική Αρχή Αγράφων σύρθηκε στη γραμμή της Επιτροπής Αγώνα και ανακάλεσε η ίδια την απόφασή της (συγκεκριμένα στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 με την ομόφωνη απόφαση 63/2026 του Δημοτικού Συμβουλίου), αλλά αφού πρώτα διασύρθηκε για δεκατέσσερις ολόκληρους μήνες. Κάτω από το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής. Κάτω από το βάρος ότι έχει χάσει την πλειοψηφία του Δημοτικού Συμβουλίου για το ζήτημα της Πηγής. Κάτω από το βάρος του πορίσματος κόλαφος του ορκωτού λογιστή. Όχι επειδή ήθελε, αλλά επειδή σύρθηκε. Αφού λοιπόν η Δημοτική Αρχή Αγράφων διασύρθηκε για 14 ολόκληρους μήνες, στο τέλος σύρθηκε στη γραμμή της Επιτροπής Αγώνα χωρίς να το θέλει.

Να πούμε εδώ πως ο αγώνας για την Πηγή Πούντος αγκαλιάστηκε από όλη την κοινωνία στην Ευρυτανία, από κατοίκους των έξι χωριών και εννέα συνοικισμών, αλλά και συλλόγους-φορείς. Ήταν αγώνας των κατοίκων των θιγόμενων χωριών αλλά ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια αυτών, η εμβέλεια του έφτασε σε όλη την Ευρυτανία αλλά και πολύ παραπέρα, συγκεντρώνοντας ενδιαφέρον από όλη την Ελλάδα.


Συμπεράσματα - Διδάγματα από τον Αγώνα...



Στη Πηγή Πούντος συγκρούστηκαν δύο κόσμοι : ο κόσμος των κτηνοτρόφων, των αγροτών, των συνταξιούχων, των ανθρώπων του μόχθου, απέναντι στο κόσμο της Κεφαλαιουχικής Εταιρείας. Συγκρούστηκαν οι ζωές μιας κοινωνίας που δεν ήθελε να διψάσει, απέναντι σε μια Εταιρεία που ήθελε να ξεδιψάσει με τα κέρδη. Συγγρούστηκαν τα «όνειρα» μιας οικτρής μειοψηφίας για την άλωση του Πούντου, απέναντι στους εφιάλτες μιας ολόκληρης κοινωνίας από αυτή.

ΝΙΚΗΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΟΧΘΟΥ. Η Δημοτική Αρχή υποχρεώθηκε σε μια ταπεινωτική ήττα, περνώντας τα δικά της «στενά του ορμούζ» όπως οι αμερικανοί στο Ιράν.

Ο Αγώνας του Πούντου, έδειξε ότι τίποτα δεν είναι αδύνατο, παρά μόνο αν το θεωρήσουμε εμείς αδύνατο. Έδειξε ότι τα όρια στη ζωή υπάρχουν πάρα μόνο για να σπάνε. Έδειξε ότι οι κάτοικοι όταν οργανώνονται μπορούν να νικάνε. Έδειξε ότι μόνο η οργάνωση πολλαπλασιάζει τη δύναμη. Έδειξε ότι σε έναν πολυεπίπεδο απαιτητικό αγώνα πρέπει να εναλλάσσεις ταυτόχρονα κοινωνικά, πολιτικά και νομικά μέσα, χωρίς να μένεις προσκολλημένος σε κανένα από αυτά, όμως να μην ξεχνάς ποτέ πως ο Αγώνας είναι πρωτίστως ΚοινωνικοΠολιτικός!

Έδειξε ότι μόνο η κάθετη σύγκρουση σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο μπορεί να επιφέρει την πολιτική ανάκληση, ενώ κάθε νομική νίκη έδειξε ότι είναι πρόσκαιρη άρα και επισφαλής και δεν μπορεί να οδηγήσει παρά μόνο σε επανάπαυση και σε αδράνεια.

Έδειξε ότι το μόνο ισοδύναμο μιας Πολιτικής Απόφασης είναι η Πολιτική Ανάκλησή της. Έδειξε τον αντιδραστικό χαρακτήρα του Δημοσίου, όπως της Επιτροπής 152 στη Λαμία, μετατράπηκε επί της ουσίας σε όργανο της Εταιρείας, είτε εκούσιο έιτε ακούσιο δεν αναιρείται η αντιδραστικότητα. 

Έδειξε ότι όσο σημαντική για τη νίκη ενός δύσκολου αγώνα είναι η κατανόηση του συνόλου, τόσο σημαντική είναι και η κατανόηση των κρίσιμων λεπτομερειών, των ειδικών χρόνων και των ειδικότερων συνθηκών. Π.χ. αν θέταμε το αίτημα ανάκλησης ως τις αρχές του 2026 (ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΙΧΑΜΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΤΕ ΝΑ ΤΟ ΘΕΣΟΥΜΕ) δεν θα είχαμε τη πλειοψηφία, όμως στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2026, δεν είχαμε απλά την πλειοψηφία αλλά την απόλυτη ομοφωνία. Έπρεπε να διαβάσουμε και να αποκωδικοποιήσουμε πολύ προσεκτικά τις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και εντός του Δημοτικού Συμβούλιου για να εντοπίσουμε τη σωστή στιγμή για να δώσουμε το συντριπτικό πλήγμα στη «Δημοτική Αρχή - τσίρκο», του Αλέξη Καρδαμπίκη, για να λάβουμε την ομοφωνία ανάκλησης, τέλος Σεπτεμβρίου του 2026. Άλλος ο Ιούλιος του 2026, άλλος ο Αύγουστος του 2026, άλλος ο Σεπτέμβριος του 2026, φαίνονται τόσο κοντά χρονικά, τόσο μακριά πολιτικά όμως για την ανάκληση της απόφασης, αυτή είναι η κατανόηση των λεπτομερειών και ο σημαντικός ρόλος τους. 


Ο Αγώνας του Πούντου έδειξε πώς για να κερδίσεις έναν αγώνα, ο καλύτερος δρόμος είναι να δώσεις τον αγώνα στο δικό σου γήπεδο, όχι στο γήπεδο του ταξικού αντιπάλου τα δικαστήρια. Αξιοποιείς τα δικαστήρια απλά για να κερδίσεις χρόνο για  να οργανώσεις καλύτερα την κοινωνική και πολιτική αντίσταση, όχι γιατί επενδύεις σε αυτά. Αποτελεί λάθος των κοινωνιών να επενδύουν μόνο  σε νομικούς αγώνες και  να επαναπαύονται αναζητώντας ταχυδακτυλουργούς που δεν υπάρχουν. Πλάι στον όποιο νομικό αγώνα, ο οποίος είναι επικουρικός, οι κοινωνίες πρέπει να αντιστέκονται πρωτίστως κοινωνικά και πολιτικά.

Μείναμε πιστοί στον όρκο μας στα Τοπόλιανα Ευρυτανίας στις 2 Αυγούστου 2025 μέχρι τέλους!

Ξεκαθαρίζουμε πως όποιος ξαναδιανοηθεί να ανοίξει και πάλι το θέμα του Πούντου στο μέλλον, θα μας βρει απέναντι με μεγαλύτερη ορμή. Γιατί το Νερό είναι Κοινωνικό Αγαθό και όχι Εμπόρευμα, ο Πούντος είναι Πηγή Ζωής και όχι Κέρδους. ΤΟ ΝΕΡΟ  ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΧΑΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ.

Η συλλογική μνήμη, τα γεννήματα αυτής, οι εικόνες στους τοίχους, τα συνθήματα που δεν θα σβήσουν, οι μπλούζες με τα μηνύματα «Κάτω τα χέρια από τον Πούντο», που θα κυκλοφορούν για πάντα, θα είναι η μεγαλύτερη τιμωρία των επίδοξων σφετεριστών του Πούντου. Θα είναι η κοινωνική καταδίκη τους στη σφαίρα της συλλογικής μνήμης και ένα μόνιμο «εισιτήριο» αλλά αποδρομής από την κοινωνία.

Στον Αγώνα για τη Διάσωση της Πηγής Πούντος πρωτοστάτησαν  οι κομμουνιστές, από τη πρώτη μέρα μέχρι το τέλος, οι οποίοι μαζί με την πολύτιμη βοήθεια και αρωγή των καλύτερων στοιχείων της κοινωνίας και του λαού συσπείρωσαν ταχύτατα όλη τη κοινωνία των έξι χωριών και εννέα συνοικισμών η οποία πήρε μέρος στον αγώνα, την ενεργοποίησαν σε συνεχή δράση (πέντε συγκεντρώσεις, ατέλειωτες ανακοινώσεις, αναλύσεις, συλλογή υπογραφών, νομική πίεση, συνθήματα, παραστάσεις διαμαρτυρίας, μπλούζες, αρθρογραφία σε κεντρικές και τοπικές εφημερίδες, συνεχείς αναρτήσεις σε site και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με το σύνθημα «ο Πούντος είναι Πηγή Ζωής όχι Κέρδους», απέναντι σε μια αδίστακτη Δημοτική Αρχή).

Μια ολόκληρη κοινωνία ζωντάνεψε: δημιουργούσε, σχεδίαζε, έγραφε συνθήματα, φορούσε μπλούζες «κάτω τα χέρια από τον Πούντο», αναρτούσε, αποδοκίμαζε τον Δήμαρχο Αγράφων Αλέξη Καρδαμπίκη όπου και αν τον συναντούσε για αυτή την κατάπτυστη απόφαση.

Μια ολόκληρη κοινωνία μπήκε σε κίνηση! Γιατί καμία Νίκη δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, όσο και να βασίζεται σε μια σωστή ιδέα, χωρίς την ίδια την ενεργητική συμπόρευση του κόσμου της περιοχής που από τη πρώτη στιγμή ενυπόγραφα δήλωσε την αντίθεσή του, σε συντριπτικό βαθμό,  στην απόφαση έκτρωμα της Δημοτικής Αρχής, θέτοντας υπογραφή αξιοπρέπειας και αγώνα. Εδώ να σημειωθεί πώς αυτός ο κόσμος κατά τη μεγάλη συγκέντρωση στη Βαλαώρα Ευρυτανίας στις 13 Αυγούστου του 2026 αποδοκίμασε εντονότατα Δημοτικό Σύμβουλο του Δημάρχου Αγράφων ο οποίος ήθελε σκόπιμα να σπάσει τη συγκέντρωση, μάλιστα τον «συνόδευσε» για πολλά μέτρα έξω από την πλατεία της Βαλαώρας, όπου γίνονταν η συγκέντρωση, όχι για να μην μείνει μόνος του φυσικά, αλλά για να του δείξουν πώς δεν επιθυμούν καμιά επαφή με άτυπους εκπρόσωπους Εταιρειών. Έτσι τον «ξεπροβόδισε» ο κόσμος.

Ο Πούντος έδειξε, επίσης, πως ο αγώνας για να είναι νικηφόρος πρέπει να είναι καθημερινός, σχεδιασμένος, με συνεχή δράση, χωρίς διαλείμματα. Δεν αρκεί η περιστασιακή ή εκ περιτροπής δράση για να κερδίσεις έναν αγώνα, δεν φτάνει!

Ο Πούντος ήταν μια περήφανη νίκη προς όφελος όλης της κοινωνίας, με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές που έσμιξαν με την κοινωνία των έξι χωριών και εννέα συνοικισμών και τους καημούς αυτής, γιατί μόνο τότε μπορεί να είναι ξεχωριστοί και πολύτιμοι επιτελώντας τον πρωτοπόρο ρόλο τους για την κοινωνία, μόνο όταν σμίγουν με αυτή και κατανοούν βαθιά τα βάσανα αυτής, όχι όταν ξεχωρίζουν από αυτή. Μόνο όταν είναι έτοιμοι να «λερωθούν» με συνεχή δράση με τη «μερέντα» της καθημερινότητας, μέσα στη καρδιά της ζωής του κόσμου και της πραγματικότητας και να γίνουν ένα με αυτή. Σάρκα από τη σάρκα του κόσμου. Άλλωστε ένα γραμμάριο δράσης ισοδυναμεί με ένα τόνο θεωρίας και εμείς δεν θα αφήναμε να χαθεί ούτε γραμμάριο νερού για τους κατοίκους μας.

Με την ανάκληση της θλιβερής απόφασης 55/2025 της Δημοτικής Αρχής Αγράφων, εξασφαλίστηκε για τα επόμενα πενήντα χρόνια (η διάρκεια της επονείδιστης σύμβασης που απετράπη) η απρόσκοπτη και ανεμπόδιστη ύδρευση και άρδευση για τετρακόσιες (400) οικογένειες που απαρτίζουν τα έξι θιγόμενα χωριά και τους εννέα συνοικισμούς της Ενότητας Απεραντίων. Το ίδιο εξασφαλίστηκε για τους επισκέπτες μας, τους συγγενείς μας που θέλουν να έρχονται στους τόπους όπου έζησαν τα παιδικά τους χρόνια και να απολαμβάνουν με ποιότητα την καθημερινότητά τους. Να γιατί λοιπόν ήταν τόσο σημαντική η Ανάκληση της απόφασης 55/2025, να γιατί το ζήτημα του νερού ήταν κορυφαίο ζήτημα και πρόβλημα της εποχής μας για τα θιγόμενα χωριά της Δημοτικής Ενότητας Απεραντίων.

Ήταν μια νίκη για την ίδια την κοινωνία του μόχθου. Ήταν ένα συμβόλαιο τιμής για τις προηγούμενες γενιές που πάλεψαν για την υδροδότησή τους από τον Πούντο, όταν το μέρος μας ήταν έρημος και οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν κανάτες. Παλαιότερες γενιές με τις οποίες συναντηθήκαμε ξανά,  αφού ένα αόρατο νήμα συνδέει εκείνους που είναι γραφτό να συναντηθούν, ανεξάρτητα από τον χρόνο, τον τόπο ή τις συνθήκες. Το νήμα μπορεί να τεντωθεί ή να μπερδευτεί αλλά δεν σπάει ποτέ. Ήταν το αδιόρατο νήμα που συνδέει το τώρα, το πριν και το μετά.

Γιατί μόνο στους αγώνες οι χρόνοι συστέλλονται, οι αποστάσεις περιστέλλονται, η κοινωνική αφασία καταστέλλεται (η μόνη καταστολή που αξίζει). Μόνο τότε σπάει η νόρμα της κοινωνίας των ιδιωτών. Ένα δευτερόλεπτο σε τέτοιες  καταστάσεις, απέναντι στον αντίπαλό σου, μπορεί να ζυγίζει όσο και μια αιωνιότητα ή μια προηγούμενη αιωνιότητα να είναι πολύ πιο άχρηστη από ένα δευτερόλεπτο του τώρα. 

Ο Αγώνας για τον Πούντο έρχεται από το μέλλον και φωτίζει το σκοτάδι του τώρα, αποτελώντας φάρο για κάθε μικρό ή μεγάλο αγώνα του μέλλοντος. Η περίπτωση του Πούντου αποτελεί μοναδική Πανελλήνια Περίπτωση αφού μια ολόκληρη Δημοτική Αρχή για ένα τόσο νευραλγικό ζήτημα Βιομηχανοποίησης Νερού αναγκάστηκε να συρθεί κάτω από την απύθμενη πρωτίστως Κοινωνική και Πολιτική Κατακραυγή και, δευτερευόντως, από τα νομικά εμπόδια. Σύρθηκε μάλιστα  σε  ομόφωνη  ανάκληση απόφασης της ίδιας της απόφασής της 55/2025. Το παραπάνω δεν έχει πανελλήνιο προηγούμενο! Ανάκληση απόρροια της Ασφυκτικής Κοινωνικής και Πολιτικής Πίεσης. Πουθενά δεν καταγράφεται παρόμοια υπαναχώρηση στην Ελλάδα από Δημοτικό Συμβούλιο, ανάκλησης δικής του προηγούμενης απόφασης για Βιομηχανοποίηση του Νερού. Γιατί τέτοιες διαφορές, τύπου ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ-ΚΑΤΟΙΚΩΝ πάντα  «λύνονταν» με τα  επισφαλή και ρευστά νομικά όρια της αστικής δικαιοσύνης.

Για αυτό ο Αγώνας για τον Πούντο κάνει τη διαφορά συνιστώντας μοναδικό πανελλήνιο παράδειγμα Νίκης, Κοινωνικής και Πολιτικής, πολύ πιο σίγουρης από κάθε αβέβαιη νομική νίκη. Για αυτό  ο Αγώνας για τον Πούντο δείχνει μαζί με το δρόμο και έναν άλλον Δρόμο Αγώνα με συνεχή δράση πέρα από τον συνήθη (εξάντληση των νομικών μέσων μόνο, με την κοινωνία σε γύψο να αναμένει χωρίς να δρά και να εξαρτά την τύχη της από μάγους, που δεν υπάρχουν όμως) και για αυτό ακριβώς ο αγώνας αυτός έρχεται από το μέλλον!

Συνιστά μια ανεπανάληπτη ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΝΙΚΗ  ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ, ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΣΦΕΤΕΡΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΥΔΑΤΙΝΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ, ΠΟΥ ΘΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΕΤΑΙ ΓΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, ΤΟΣΟ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΟΣΟ ΚΑΙ Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΟΥ : ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΠΑΛΗΣ ΑΝΑ ΠΑΣΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΛΟΥ (ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ). Για αυτό συνιστά έναν κοινωνικοπολιτικό θρίαμβο, ανώτερο από κάθε νομική και συνεπώς επισφαλή και προσωρινή νίκη. Αποτελεί τη μεγαλύτερη δικαίωση ενός ανυποχώρητου αγώνα 14 μηνών υπέρ βωμών και εστιών για μια ολόκληρη κοινωνία η οποία κέρδισε χωρίς να χρειαστεί να πάει στην πεπατημένη οδό των δικαστηρίων με ότι συνεπάγεται αυτό (σε μια κοινωνία χωρίς κοινωνική ισότητα πώς μπορεί να υπάρξει και νομική ισότητα;;). Ο νικηφόρος αγώνας του Πούντου αποτελεί τη μέγιστη απόδειξη πως μόνο ο λαός θα σώσει το λαό!

Σήμερα 24/10/2026 ο Αγώνας μας δικαιώθηκε, μα η πιο δύσκολη βραδιά ήταν τότε, όπου το ρεζερβουάρ της θέλησης είχε αδειάσει για τα καλά,  εκεί ανάμεσα στο λυκόφως της εξάντλησης και στο λυκαυγές της ανατροπής, αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα. Κέρδισε η ΑΝΑΤΡΟΠΗ!


* Ήταν ένα κείμενο του συναγωνιστή Κώστα Πάζιου
για το χρονικό και τα διδάγματα ενός νικηφόρου αγώνα 

(δημοσίευση στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Σιωπή λαλέουσα


 

μας ταξιδεύει στα παλιά μέσα από μια φωτογραφία-κειμήλιο...


(για τους αναγνώστες του blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")


*****

Σε μια γκρεμισμένη γωνιά του πετροπελεκημένου σπιτιού έχασκε ένα σαρακοφαγωμένο σεντούκι. Στην αγκαλιά του αναπαυόταν μια νυφιάτικη απλάδα και μια φωτογραφία σκεπασμένη απ’ της αράχνης το προικιό. Στο κάτω μέρος η ημερομηνία γέννησής της:

«ΚΡΙΚΕΛΛΟΝ-1914»

Τότε που το Κρίκελλο «ήτο χωρίον δυσχείμερον», πρωτεύουσα του Δήμου Ευρυτάνων με 3.000 νοματαίους. Μελισσολόϊ εργατιάς. Με μποστάνια σε όλα τα σπίτια, με κλήματα καρπερά στα Παλιάμπελα, τη Μεσαμπελιά, στα Πέρα Αμπέλια…..

Πηγαινοέρχονταν στους λασπωμένους δρόμους καποράφτες, φραγκοράφτες, μελισσοκόμοι, σηροτρόφοι, τσαρουχάδες, σαμαράδες, αϋφαντήδες, τσοκανιστές, τελάληδες, παντοπώλες, δερματέμποροι, τσελιγκάδες, λαναράδες, εξορκιστές….

Μια συντροφεμένη συντυχιά κάποια μέρα γιορτινή, ποζάρει σε φακό πρωτοείδωτο πλανόδιου φωτογράφου. Όλοι τους καμαρωτοί μέσα στη φροντισμένη τους αφροντισιά. Κοστουμιά καλοραμμένη, άσπρο πουκάμισο κολλαριστό με της αλισίβας το νερό, γιλέκο φινετσάτης αντρειοσύνης, καπέλο με μαύρη κορδέλα οι καμπίσιοι, με το φεσάκι τους οι ντόπιοι, με τη βακτηρία τους οι κανοναρχούντες τη βολή τους, με την γκλίτσα να φωλιάζει στην αργασμένη παλάμη του τσέλιγκα. Όλοι τους μυστακοφόροι μιας λεβεντοσύνης ορεσίβιας. 

Το θυμόσοφο πειραχτήρι της παρέας στρογγυλοκαθισμένο σε αναποδογυρισμένο σκαμνί, με το κρασοπότηρο στο δεξί τους χέρι, στέλνει χαιρετίσματα στον περατάρη του Άδη πως δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη γλύκα των εγκοσμίων. 

Δεξιά, στη δεύτερη σειρά, αχνοφαίνεται ένας άντρας, σα να μη θέλει να φυλακιστεί στην παγωμάρα του «κλικ», σαν να συλλογιέται το ματαιόδοξο της αυτοπροβολής. 

Σε τούτο το ετερόκλητο συναπάντημα όλοι σερνικά!!! Κι ανάμεσό τους μια γυναίκα, ζωσμένη με ανομολόγητα «γιατί» σε ξεθωριασμένα νιτερέσια, ξεχωρίζει. Στητή μέσα στα γιορτινά της. Για λίγες ώρες άφησε τα σωκήπια, τα γιδοπρόβατα, τα κοττερά, το μπάλωμα, τα σκατοσφουγγίσματα… Ξεπόρτισε απ’ της ανάγκης τον λαβύρινθο κι ανηφόρισε για το λεύτερο βήμα της Αγοράς, αναζητώντας το μερτικό της στου Δίκιου τις περγαμηνές, τις στρουγκιασμένες στον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία μιας κλειστής κοινωνίας.

Μια γυναίκα χωρίς προσώπου χαρακτηριστικά! Κάποιος τα γραντζούνισε με μανία. Θεριό αντρίκιο που δεν γούσταρε να μαγαρίζει τη σερνικοσύναξη θηλυκό ανταριασμένο; Κάποιος προδομένος εραστής; Κάποια γυναίκα αντίζηλος; Κάποιος που δεν ανεχόταν την ανταρτοσύνη ψυχής ανυπόταχτης; Της χαράκωσε την ομορφιά!! Της έσβησε το βλέμμα. Της κλειδοστόμιασε το χαμόγελο. Την παράτησε στον μισεμό του Χρόνου να διαλαλεί τον εγωκεντρισμό του Πατέρα Αφέντη-Δράκου. 

Πήρε το αεράκι όλη τούτη την αντρίλα και τη σεργιάνισε στην πλατεία. Τι, άραγε, να τσαλάριζαν; Ποια πάθη πρωτόγνωρα, ποιες φωτοσκιάσεις σε ξενοτόπια μακρινά, ποια προξενιά ναυαγισμένα, ποιες προίκες που λιγουρεύονταν καιροσκόποι πολιτικάντηδες για να τις ξοδέψουν σε βαφτίσια και ψηφοκλεψιές χρηματιζούμενες;

Σα να κρατούσα εγκόλπιο ιερό περιέφερα τον «θησαυρό» μου στους λιγοστούς γερόντους του Κρίκελλου, ελπίζοντας να ψαρέψω μια φωτοβολίδα στο θαμπό πέλαγος της μνήμης τους. 

- «Άργησες, κόρη μου» ψιθύρισε ο μπαρμπα-Γιάννης.

- «Άγνωστοι όλοι τους. Ήμουν αγέννητος το 1914», μουρμούρισε ο μπαρμπα-Θανάσης.

Μάζεψα την αποκαή μου σ’ ένα δάκρυ που κύλησε στο εκατόχρονο χαρτί και σ’ ένα σιχτίρισμα για τη γενιά μου που άφησαν τους προγόνους να ποδοπατηθούν στα ασφοδέλια της Λήθης και να χάσουν το ύστατο δικαίωμα να λένε: «Υπήρξα κι εγώ σε τούτη τη γωνιά, άφησα το γέλιο μου στου γλεντιού το ξεφάντωμα, στράγγισα τον πόνο μου στης ανημπόριας τον χερόμυλο, απίθωσα του έρωτά μου το βαλάντωμα στα παραθύρια ομορφακάμωτης κοπελιάς, ξόδεψα τη νιότη μου σε συγκρούσεις που άλλοι υπόγραψαν για μένα, έραψα στο γείσο του καπέλου μου τον τίτλο του πολυφαμελίτη….

Σε τούτη την αναζήτησή μου στάθηκα τυχερή στο ταπεινό καλύβι της κυρά-Ζωγούλας, 103 χρόνων, τυφλής απ’ το ένα μάτι κι ονομαστής για την ικανότητά της να παντρολογάει. Σίμωσε τη φωτογραφία στο γερό μάτι της, το μισομάζωξε κι έβαλε το δάχτυλό της στα δεξιά της παρέας σ’ έναν όμορφο άντρα. 

- «Ο Κώστας ο Πολονύφης! Λεβέντης απ’ τα γεννοφάσκια του! Τον θυμάμαι που μου ‘λεγε πώς γλύτωσε απ’ τους Τσέτες στη Μικρά Ασία το 1922. Τραυματισμένος με πόδια σαρανταπληγιασμένα έφτασε στο Κρίκελλο αγνώριστος. Ο πόλεμος είχε σφραγιδοχαράξει πάνω του όλα του τα τερτίπια: Σκελετωμένο σώμα, σκοτεινά μάτια χωμένα στου χάρου το αίμα, ψείρες δεύτερο πανωφόρι, ρούχα σκιάχτρου ξεσκλίδια. Στο ξωκκλήσι του Άη-Γιάννη σωριάστηκε στον ίσκιο της λεύκας που τον νανούριζε σαν ήταν βυζασταρούδι στο στήθος της μάνας του. Μια γυναίκα μαυροντυμένη στάθηκε μπροστά του. Στα μάτια του φάνταξε σαν Αγία που κατέβηκε απ’ την αγιογραφία της εκκλησιάς και τον φίλεψε «αντίδωρο ζωής». Του ‘δειξε  πώς να πάει στο σπιτικό της να ξαποστάσει τους παιδεμούς του. Δεν τον γνώρισε!!! Ήταν η μάνα του!!! Της είχαν πει ότι σκοτώθηκε ο γιός της. Κι αυτή ορκίστηκε στη μνήμη του να περιμαζεύει κάθε καταλαχάρη και να του συμπαραστέκεται. Την άρπαξε ο Κώστας στην αγκαλιά του. Η λεύκα για ώρα πολλή τραγούδαγε τα σκοτωμένα τους όνειρα. Και τούτη τη φωτογραφία, παιδάκι μου, την είχε πάντα μαζί του. Στα αναχώματα, στα φυλάκια, στις σκοπιές, στη Μακρόνησο. Στα 80 του την έδωσε στον Κώστα Συγγούνη του Νικολάου  με την παράκληση να τη δείχνει στους νεώτερους για να μην λησμονάνε αυτούς που απόμειναν απ’ την ισπανική γρίππη στα 1918, αυτούς που γύρισαν απ’ το Μέτωπο, αυτούς που μάτωσαν την αδερφοσύνη στον Εμφύλιο…. Σ’ όλη του τη ζωή, ο Πολονύφης δήλωνε «κομμουνιστής», κι ονειρευόταν μια πολιτεία μπολιασμένη σε υψηλά ιδανικά. 

Άχ! κόρη μου, πόσες χαρμολύπες μού ξέθαψες μ’ αυτή τη φωτογραφία!»

Χάϊδεψε η Ζωγούλα ένα-ένα τα πρόσωπα μοιρολογώντας:

«Βλέπεις εκείνο το βουνό το κουρφανταριασμένο

πόχει αντάρα στην κουρφή και κατιχνιά στη ρίζα;

Λεβέντης εροβόλαγιε από ψηλή ραχούλα

Και τραγουδούσι κι έλιγι κι τραγουδάει κι λέει:

- Καλότυχος το που είμι νιός, το πού είμι παλληκάρι.

Ποτέ Χάρο δεν καρτερώ, Χάρο δεν περιμένω…»


Ήταν ένα διαλεχτό κείμενο μνήμης από την Κρικελιώτισσα "Ακευσώ"

(δημοσίευση στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης")

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Στη μνήμη του Διονύση Χαριτόπουλου


"Το Καρπενήσι ήταν η καρδιά της Αντίστασης.

Στην περιοχή του βρισκόταν το πανελλήνιο κέντρο του εαμικού πολιτικού και ένοπλου αγώνα. Εκεί ήταν η έδρα του Γενικού Αρχηγείου του ΕΛΑΣ, της ΠΕΕΑ (Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης), της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ και του ΚΚΕ και της ΕΛΔ.

Η ορεινή πρωτεύουσα της Ευρυτανίας είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη. Χτισμένη στις υπώρειες του Βελουχιού, σε υψόμετρο σχεδόν 1000 μέτρα, με υπέροχα πέτρινα κτίσματα και λιθόστρωτα καλντερίμια, ήταν τυλιγμένη στην αχλή του μύθου. Από παλιά ήταν ζόρικη αυτή η πόλη των Αγράφων, δεν ήταν εύκολα προσπελάσιμη για ξένους και εχθρούς, εξού και το κλέφτικο:

Κίνησα, ο μαύρος, κίνησα

να πάω στο Καρπενήσι...

Απο τις αρχές του αγώνα όλη η περιοχή των Αγράφων ήταν ελεύθερη εκτός από το Καρπενήσι. Την Κυριακή των Βαΐων, την ώρα που η κεντρική πλατεία της πόλης έσφυζε από κόσμο, οι αντάρτες είχαν κατορθώσει να ρίξουν μια ομάδα Ιταλών αιχμαλώτων αποψιλωμένων από όπλα και στολές, μόνο με τα εσώρουχα.

Αυτός ο δημόσιος εξευτελισμός συνήργησε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της ιταλικής διοίκησης και ανήμερα το Πάσχα, στις 28 Απριλίου 1943, οι κατακτητές εγκαταλείπουν την πόλη.

Η «πρωτεύουσα των βουνών» είναι ελεύθερη.

Σε λίγες μέρες οι Καρπενησιώτες έχουν γεμίσει την πλατεία με τα βλέμματα στραμμένα στον δρόμο που έρχεται από το χωριό Λάσπη (Άγιος Νικόλαος). Απο εκεί θα μπει στην πόλη αυτός που επί έναν χρόνο τον ακούνε στα γύρω βουνά και το όνομά του έχει γίνει παρηγοριά και περηφάνια τους.

Το Καρπενήσι ζει μεγάλες ώρες.

Ειναι η πρώτη ελεύθερη πόλη όπου μπαίνει ο Άρης και η υποδοχή του είναι αποθεωτική.

Νωρίς το πρωί οι πρώτες φωνές ειδοποιούν:

«Έρχεται! Έρχεται!»

«Πως είν' ωρέ;»

«Θεόρατος!»

Ίσως πουθενά αλλού δεν λατρεύτηκε ο Άρης όσο εδώ.

Η Λαμία τον διεκδικεί ως γενέτειρα, αλλά η Ευρυτανία τον πίστεψε και τον ακολούθησε, μαζί με την ορεινή Φθιώτιδα είναι το κύριο θέατρο της δράσης του. Εδώ η μνήμη του συντηρείται ακόμη ολοζώντανη και, παρά τα χρόνια και τσ γεγονότα που μεσολάβησαν, μιλάνε για τον Άρη όπως για κάποιον πολύ οικείο τους, που δεν έφυγε ποτέ από κοντά τους.

Ο έλεγχος των Γερμανών έφτανε ως τη Μακρακώμη.

Αποκεί και πάνω άρχιζε η «Ελεύθερη Ελλάδα» με επίκεντρο το Καρπενήσι, σημείο αναφοράς κι απαντοχής για όλους τους Ρουμελιώτες."

*****

(Το παραπάνω απόσπασμα επιλέξαμε ως τον δικό μας αποχαιρετισμό στον ευρυτάνα Μικροχωρίτη συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλο που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Προέρχεται από το κεφάλαιο "το μυθικό Καρπενήσι" μέσα από το βιβλίο του ΟΙ ΑΤΑΚΤΟΙ, εκδόσεις Τόπος)


«Θα είμαι πάντα με τους ξυπόλυτους...» 

Αντίο Διονύση...

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Το δικό μας αρκτικόλεξο!


Εύμορφη

Υψιπετής

Ρωμαλέα 

Υδροχαρής

Τρισευλογημένη 

Ανταρτογέννα

Νοσταλγική 

Ιστορική 

Ανυπότακτη 


ΥΓ1: η συνοδευτική φωτογραφία μας απεικονίζει το αετόμορφο Βελούχι!

ΥΓ2 : μπορείτε (στα σχόλια) να προσθέσετε και τους δικούς σας ορισμούς. Δεκτοί!


"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Η ευρυτάνισσα γιαγιά και τα... εγκς!


Η  γιαγιά Μαρία ήταν μια σπουδαία αγωνίστρια της ζωής, από εκείνες τις παλιές καλοσυνάτες μα και σκληραγωγημένες ευρυτάνισσες γυναίκες της ασύγκριτης "δρακογενιάς", που αν και έμεινε πολύ νέα χήρα, τότε στα πέτρινα χρόνια, εντούτοις ανάστησε με αληθινή παλικαριά τα παιδιά της μοχθώντας στη γη με ίδρω, τιμιότητα και αξιοπρέπεια.

Όταν πέρασαν τα χρόνια, μεγάλη πια σε ηλικία, μπήκε και σ' αεροπλάνο για να πάει για κάμποσο καιρό στους γιούς της που ήταν μετανάστες στην Αμερική και την περίμεναν με λαχτάρα μιάς και την υπεραγαπούσαν. 

Πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, παιδιά, νύφες και εγγόνια, την είχαν στα ώπα-ώπα. 

-Μάνα να μην χολοσκάς για τίποτα, να κάθεσαι και να ξεκουράζεσαι και ότι θες από μας θα το 'χεις, της έλεγαν.

Η ευρυτάνισσα γιαγιά, όμως, δεν το πολυήθελε το καθησιό. Μαθημένη μια ζωή στη δουλειά που να βρει ησυχία.

Ο ένας της γιος είχε γιάρδα στο σπίτι του. Η γιαγιά Μαρία βρήκε εκεί αυτό που ζητούσε. Άρπαξε αμέσως το τσαπί και σε σύντομο χρονικό διάστημα μετέτρεψε το γκαζόν σε... κήπο!

Και τι κήπο! Απ' όλα τα καλούδια είχε ο μπαξές της: ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκυθάκια, πιπεριές, μαρούλια, κρεμμυδάκια, φασόλια, πλούσια η σοδειά!

Οι αμερικανοί γείτονες αγαπούσαν πολύ τη γιαγιά : θαύμαζαν τα έργα και την ενέργειά της, ενώ τους έκανε και μεγάλη εντύπωση που ήταν πάντα ντυμένη στα μαύρα με τη μαντίλα και... τη μακριά πλεχτή κοτσίδα της. Που να 'ξεραν οι άνθρωποι...

Η γιαγιά πάλι, ανοιχτόκαρδη και πρόσχαρη, γέμιζε τα καλάθια και μοίραζε από τα καλούδια της στους γειτόνους.

Μια μέρα η νύφη της που τη λάτρευε, της λέει:

-Μάνα επειδή δεν προλαβαίνω, μπορείς σε παρακαλώ να πεταχτείς εδώ λίγο παρακάτω στο μπακάλικο να μου πάρεις μερικά αυγά;

Άλλο που δεν ήθελε η γιαγιά που της άρεσαν όσο δε λέγεται οι περίπατοι και οι βόλτες. 

Όμως ...

-Να πάω παιδάκι μου, της είπε, αλλά δεν ξέρω αμερικάνικα, πως θα τα ζητήσω τα αυγά;

-Α, δεν είναι τίποτα μάνα, μια λέξη μόνο θα πεις: "έγκς", και θα σου δείξουν.

Ξεκινάει η γιαγιά και στο δρόμο κάθε τόσο έλεγε από μέσα της : "εγκς, εγκς, εγκς...".

Όταν όμως έφτασε στο μαγαζάκι... το ξέχασε!

Μπαίνει μέσα, τους χαμογελάει, της χαμογελάνε, αλλά από κει και πέρα... τσιμουδιά.

Τι να κάνει, κι η δόλια η γιαγιά, αρχίζει να κοιτάζει από δω, να κοιτάζει από κει, να ψάχνει στα ράφια, να σουλατσάρει τριγύρω, αλλά πουθενά να δει αυγά.

Ο μαγαζάτορας και η γυναίκα του αλλά και δύο γείτονες που έτυχε να είναι εκεί, άνθρωποι εξυπηρετικοί, προθυμοποιήθηκαν αμέσως να βοηθήσουν τη γιαγιά.

Τη ρώταγαν στα αμερικάνικα τι θα ήθελε...

-Τ' αστόχησα παιδιά μ', έλεγε η γιαγιά σε... άψογα ευρυτανικά!

Εδώ που τα λέμε που να συνεννοηθούν!

Μάταια προσπαθούσαν οι άνθρωποι ξανά και ξανά να βγάλουν άκρη.

Η γιαγιά αρχίζει τότε να τους κάνει νοήματα δείχνοντας με τα χέρια της το μακρουλό σχήμα του αυγού.

Που να πάρουν όμως χαμπάρι κι οι άλλοι τι να ήταν αυτό που γύρευε εκείνη η παράξενη ελληνίδα γιαγιά μέσα σε τόσα εμπορεύματα.

Στο πόδι όλοι, έψαχναν αντάμα, αλλά τζίφος!

Τότε λοιπόν η Ευρυτάνισσα γιαγιά σκαρφίστηκε κάτι άλλο...

Και ξαφνικά αρχίζει μέσα στο μαγαζί :

-«Κο κο κο κο - κο κο κο κοκοοοοο....»

Κοίταζαν περίεργα οι αμερικανοί τη γιαγιά που... κακάριζε ασταμάτητα, μέχρι που τελικά μπήκαν στο νόημα.

Τότε τα γέλια και της γιαγιάς και των αλλονών βούιξαν σε ολόκληρο το τετράγωνο.

Σε λίγο η γιαγιά έφτανε στο σπίτι με τα αυγά.

-Όλα καλά μάνα; τη ρωτάει η νύφη της.

-Δόξα τω Θεώ κόρη μου, τα αμερικάνικα τα κουτσοκαταφέρνω!!!


(αληθινή ιστορία με πρωταγωνίστρια την αλησμόνητη γιαγιά μου που μας μεγάλωσε με αγάπη και που πιστεύω ότι από τους αιώνιους παραδεισένιους κήπους θα μας χαμογελά και θα μας στέλνει ευχές...)


"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

4 εκατομμύρια...


Ξεπέρασε τα 4 εκατομμύρια επισκέψεις  ο "Ευρυτάνας ιχνηλάτης", σύμφωνα με την αυτόματη ροή των στατιστικών στοιχείων της πλατφόρμας blogger της google που αφορούν τις προβολές στις σελίδες του δικού μας ιστολογίου.

Είναι κι αυτή μία ακόμη ιδιαίτερη στιγμή στο διανυόμενο χρόνο, που έρχεται να πιστοποιήσει ότι αυτή η ανιδιοτελής προσπάθεια παραμένει ζωντανή, αγκαλιάζεται από τόσους ανθρώπους, συμπατριώτες μας και μη, ενώ παράλληλα εξακολουθεί και να εμπλουτίζεται, επάνω βέβαια στο πνεύμα και στις αρχές που χαράξαμε κάποτε.

Σας ευχαριστούμε για τις επισκέψεις σας στο σπιτικό μας, σάς ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον και τη στήριξη.

Συνεχίζουμε να βαδίζουμε, με όλους εσάς συνοδοιπόρους, στα μονοπάτια της πρωτόπλαστης φύσης και της ανυπότακτης ιστορίας της αγαπημένης μας Ευρυτανίας.

"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Εις των Αγράφων τις ψηλές ραχούλες...


"Σ’ αφήνω γεια, μανούλα μου γλυκιά 

και σας αγαπημένες αδελφούλες,

πάω μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά 

εις των Αγράφων τις ψηλές ραχούλες. 


Την τυραννία δεν αντέχω πια 

το βούρδουλα και την τρομοκρατία, 

στο φασισμό δε θέλω πια να ζω

που σήμα έχει την αιμοβορία." 


(Σπάνιο αντάρτικο τραγούδι, με αναφορά στα αδούλωτα Άγραφα. Το 'λεγαν οι καταδιωγμένοι αγωνιστές από τη φασιστική κρατική και παρακρατική τρομοκρατία. Αφιερώνεται στη μνήμη του θείου μου Κ.Σ. που βγήκε κάποτε κι εκείνος πιτσιρίκος στα βουνά της Ευρυτανίας για το λόγο που περιγράφεται στους παραπάνω στίχους)

"Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Δεν καταδέχεται να φυτρώσει στα χαμηλά...


«Ποιος τους είχε πει πως ο έλατος μοιάζει με τον πολυέλαιο της εκκλησίας; Κοιτάζουν και βλέπουν αλήθεια στα καμαρωτά κλαδιά του κάτι σαν άσπρες λαμπάδες. Είναι ο καρπός του· από ‘κεί μαζεύουν την ελατόπισσα.

Όλα τα δέντρα της γης έχουν ανώμαλο σχήμα. Μα το κυπαρίσσι στους κάμπους κι ο έλατος στο βουνό στέκουν ολόισια. Γίνονται κατάρτια στα καράβια. 

Εδώ στα βουνά ο έλατος περιφρονεί τον χειμώνα. Κρατάει  χιόνι πολύ. Λυγίζει, που νομίζεις πως θα σπάσει, μα μένει πάντα ίσιος και θυμώνει τον άνεμο που τον μάχεται.

Δεν καταδέχεται να φυτρώσει στα χαμηλά. Πρέπει ν’ ανεβούμε ψηλά για να τον απαντήσουμε. 

Τα παιδιά, κοιτάζοντας απάνω στο βουνό, είδαν ολόκληρο  δάσος από έλατα ίσια. 

Δεν ξέρουμε γιατί τούτος ο γερο-έλατος ήρθε και ζει εδώ μοναχός του.»

("Στον έλατο", απόσπασμα από το εμβληματικό βιβλίο "Τα ψηλά βουνά" - του Ευρυτάνα συγγραφέα Ζαχαρία Παπαντωνίου) 

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Αετόπουλα της Ευρυτανίας : προάγγελοι της λευτεριάς!


"...ένα από τα πιο συγκινητικά και πρωτότυπα θεάματα που το παιδιάτικο παιγνίδι μέσα απ' τον ανεύθυνον ορίζοντα της δράσης του, παίρνει μια επίκαιρη ημισοβαρότητα κι' επισημότητα και φτάνει στη διάθεση της ένοπλης απελευθερωτικής ρήξης."


(Ιστορική καταγραφή από την αντιστασιακή εφημερίδα «α γ ώ ν α ς» ΟΡΓΑΝΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Ε.Π.Ο.Ν. ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ, ΚΑΠΟΥ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1943, ΧΡΟΝΟΣ 1ος, Αριθ. φύλλου 3, ΤΙΜΗ ΦΥΛΛΟΥ ΔΡΑΧ. 200 - ΑΣΚΙ, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) 



*****

ΠΡΟΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

-Κάθε μέρα τώρα, πρωΐ κι απόγεμα οι δρόμοι της γειτονιάς, αχολογούν απ' την κοσμοπλημμύρα. Οχλαγοή, κακό θόρυβος. Κάπου-κάπου ξεχωρίζεις έντονες διαπεραστικές παιδιάτικες φωνές, κρουσταλλένια γέλοια της πιο αμέριμνης νεανικής εποχής, χειροκροτήμα, ποδοβολητό, κι' ύστερα ένα τραγούδι, γεμάτα ζωή, δροσιά και νειάτα λαγαρίζει καθάριο μέσα στη διάφανη γαλάζια ατμόσφαιρα: «Το χωριό τ' αφίνουμε. Τους δικούς μας χαιρετάμε. Πάμε να φρουρήσουμε της πατρίδας την τιμή....»

Τα παράθυρα ανοίγουν βιαστικά και μ' ενδιαφέρον, τα μπαλκόνια πέρνουν μονομιάς ζωή και στα ματόφυλλα αχτίδες χαράς πεταλουδίζουν.

Μια αντάρτικη ομάδα!. . Μα όχι σαν τις άλλες. Είκοσι ως τριάντα παιδιά, γύρω στα δέκα τους χρόνια, με εξαρτήσεις, με πολυβόλα και μ ένα μεγάλο ξύλινο κανόνι που το κρατάνε δύο «αντάρτες» διασχίζουν σε σχηματισμό παρέλασης και τραγουδώντας τους δρόμους της πολίχνης. Μπροστά απ' την ομάδα είναι δύο σημαιοφόροι ντυμένοι φουστανέλλες. Τα πρόσωπα των παιδιών ανταρτών έχουν μία περίεργη σοβαρότητα κι' ο καπετάνιος τους, με το μαύρο βελούδινο σκούφο, επιθεωρεί μ' ένα επίσημο βλέμμα, κάθε τόσο τους «άνδρες» του.

Προχτές μιά απ' αυτές τις ομάδες κατευθύνθηκε στην πλατεία και παρατάχθηκε κανονικά μπροστά στο άγαλμα του Μ. Μπότσαρη. Ο στρατιωτικός αρχηγός της έδωσε το παράγγελμα: « Προσοχή!... Παρουσιάστε!.. » Κι' αμέσως ένας «αντάρτης», γονατιστός, κατέθεσε στεφάνι από λουλούδια μπροστά στην καλλιμάρμαρη προτομή του ήρωα. Οι άλλοι σώπασαν για λίγο κι' ύστερα φώναξαν: «ζήτω οι αντάρτες μας» και πήραν πάλι το δρόμο τους. Μπροστά και πίσω πλήθος άλλο παιδιά και κορίτσια ξεχύνονται σαν σπουργίτια και πέρνουν μέρος στο τραγούδι: « Λεβέντες του Καρπενησιού και της Γραβιάς λιοντάρια...»

Είναι ένα από τα πιο συγκινητικά και πρωτότυπα θεάματα που το παιδιάτικο παιγνίδι μέσα απ' τον ανεύθυνον ορίζοντα της δράσης του, παίρνει μια επίκαιρη ημισοβαρότητα κι' επισημότητα και φτάνει στη διάθεση της ένοπλης απελευθερωτικής ρήξης. Κι' ενώ η αντάρτικη τούτη ομάδα, στο θριαμβευτικό της διάβα, προκαλεί θύελλα χειροκροτημάτων από πέρα φωνή ακούγεται, ένας «αντάρτης», λαχανιασμένος καταφτάνει, προσπερνά τους άλλους πλησιάζει τον καπετάνιο και του λέει:

-Καπετάνιε, φέρνω εντολή απ' το αρχηγείο μας για να κατευθυνθή η ομάδα στο συνοικισμό.

Αμέσως δίνεται το σύνθημα και η ομάδα αλλάζει κατεύθυνση κι' έτσι με τη σειρά τους οι γειτονιές χάνουν τη μονοτονία τους και παίρνουν τη χαρούμενη όψη του πανηγυρισμού.

Ας έλθουν αυτοί που κάθουνται με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στο μουλιασμένο ορίζοντα της σκλαβιάς να ιδούνε την αυθόρμητη κινητοποίηση των παιδιών τους, ας έλθουν να ιδούνε αυτοί που βρίσκουνται σε μια ασφυκτική αδράνεια όπου η ψυχή μέσα στο αποκάρωμά της είναι ουδέτερη προς την υπόθεση της ζωής.

Το θέαμα που μας παρουσιάζουν οι «αντάρτικες» τούτες ομάδες των παιδιών είναι ένα βάπτισμα μέσα στην κολυμπήθρα της νειότης για τον σημερινό μας αγώνα.

Αθώα παιδιά! Σεις που με τόση προθυμία πήρατε τα «όπλα» στο χέρι για ν' αποχτήσετε τη λευτεριά σας! ύστερα από κάμποσο καιρό, σαν κουραστούνε οι φασίστες να σκοτώνουν ανθρώπους, κι' όταν σαν αντίδοτο δεχτούν το τελειωτικό χτύπημα των συμμάχων και των σκλαβωμένων λαών, θα πάψη ο πόλεμος και θ' αδειάσουν τα χαρακώματα. Μέσα στ' αμπριά θα γεννήσουν οι αρκούδες και πάνω στα ξεχασμένα συρματοπλέγματα θα σκαλώσουν οι αγράμπελες τις ανθισμένες τους γιρλάντες. Τότε πια κι' η ζωή θα πάρει τον κανονικό ανθρώπινο δρόμο της και τα χέρια σας αυτά που στις ώρες του παιγνιδιού κρατάνε τώρα ξύλινα ντουφέκια, θ' απλωθούν σ' έναν πανανθρώπινο χαιρετισμό, που θα δώσουν αδελφωμένα τα νειάτα πάνω στη λεωφόρο της αλήθειας και του πολιτισμού.

Ωστόσο τα σημερινά σας όπλα και οι αυθόρμητες πανηγυρικές παρελάσεις είναι το προανάκρουσμα της αυριανής ζωής όπως ξεπετιέται απ' την ένστιχτη αγωνιστική σας διάθεση για την κατάκτηση της Λευτεριάς. Εμείς σα μεγαλύτεροί σας αδελφοί, στεκόμαστε πάντα στο πλάι σας.

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

"Οι λεβέντες και οι άντρες μ' αίμα βάψανε τις μάντρες"!

Εκτέλεση - Έργο του Βάλια Σεμερτζίδη 


Αφιέρωμα σε 2 Ευρυτάνες ηρωικούς αγωνιστές : 

τον Φώτη Κατή  και τον Γιάννη Κουκούτση


Τα χρόνια του δεύτερου ξεσηκωμού (1946-1949) εκτός από τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που αγωνίζονταν στα βουνά με τ' όπλο στο χέρι κόντρα στο σιδερόφραχτο αμερικανόδουλο μοναρχοφασιστικό κράτος, πολλοί αγωνιστές βρέθηκαν στις υγρές σκοτεινές φυλακές και από εκεί στα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Ανάμεσά τους και αρκετοί συμπατριώτες μας Ευρυτάνες που πρόσφεραν τη ζωή τους στον αγώνα για λευτεριά-ανεξαρτησία-λαοκρατία κρατώντας ηρωική στάση απέναντι στους δημίους εκτελεστές. 

Φωτεινό παράδειγμα η γενναία  Ευρυτανοπούλα Αλίκη Τσουκαλά (βλ. αφιέρωμα "Ευρυτάνα ιχνηλάτη") μα και τόσοι άλλοι που κατά καιρούς έχουμε αναδείξει από τον ιστοχώρο μας.

Σήμερα θα αναφερθούμε σε δύο ακόμη σπουδαίους, αν και "αφανείς", λεβέντες Ευρυτάνες κομμουνιστές : τον Φώτη Κατή  και τον Γιάννη Κουκούτση  που εκτελέστηκαν στο Λαζαρέτο της Κέρκυρας το 1948.

Το αιματοβαμμένο Λαζαρέτο 

Αυτή τη μαρτυρική νησίδα απέναντι από την πόλη της Κέρκυρας που ποτίστηκε με το αίμα τόσων λαϊκών ηρώων. 112 σταυροί με ονόματα υπάρχουν εκεί για να μαρτυρούν τη θυσία, ενώ σύμφωνα με ιστορικές προσεγγίσεις ίσως οι εκτελεσμένοι να πλησιάζουν και τους 200, καθώς νέα ονόματα και στοιχεία εξακολουθούν να βγαίνουν στο φως.

Νέο παιδί ο Φώτης Κατής, μόλις 29 ετών, μεγαλύτερος ο Γιάννης Κουκούτσης στα 44 του.

Η παράθεση των γεγονότων στο παρακάτω αφιέρωμά μας προέρχονται -κυρίως- από μαρτυρίες συγκρατουμένων τους...

*****

Ο τάφος του Φώτη Κατή στο Λαζαρέτο 

Κατής Φώτης

Ο Φώτης Κατής γεννήθηκε το 1919 στην Ανιάδα της Ευρυτανίας. Τελειόφοιτος Γυμνασίου, μορφωμένο παιδί για την εποχή του, εργαζόταν τυπογράφος στο Καρπενήσι. Πολέμησε στην Αλβανία τον ιταλικό φασισμό ως υπαξιωματικός και διακρίθηκε για την ανδρεία του στα πεδία των μαχών. Αργότερα πέρασε στην ΕΑΜ/ΕΛΑΣίτικη Αντίσταση.

Μάχιμος κομμουνιστής (αρχικά στην ΟΚΝΕ και ακολούθως στο ΚΚΕ) συνελήφθη το 1946, καταδικάστηκε σε θάνατο από το δικαστήριο της Άμφισσας και ακολούθως οδηγήθηκε στις σκληρές φυλακές της Κέρκυρας. 

Με βαθύ πνεύμα συντροφικότητας και αλληλεγγύης δίδασκε τους συντρόφους του γράμματα στο "κρυφό σχολειό" των φυλακών! Λεβέντης, με αγέρωχο παράστημα και "ψυχή βαθιά" ο Φώτης έβγαινε πάντα μπροστά υπερασπιζόμενος τους συγκρατούμενούς του απέναντι στη βαρβαρότητα της διεύθυνσης και των δεσμοφυλάκων καταγγέλοντάς τους  ενώπιον όλων με θαρραλέο-αψύ τρόπο!  

Ο στυγνός διευθυντής Ν. Τουρνάς έτρεμε τον Φώτη που κατά τύχη τον ήξερε από την Αλβανία και γνώριζε την παλικαριά του και την απροσκύνητη ψυχοσύνθεσή του.

Στις φυλακές ο Φώτης μαθαίνει για την άγρια δολοφονία του 18χρονου αδερφού του Νίκου Κατή (σύμφωνα με το "Έπεσαν για τη ζωή" - έκδοση της Κ.Ε του Κ.Κ.Ε - καθώς και άλλες ιστορικές πηγές, ο Νίκος Κατής, στέλεχος της ΕΠΟΝ Ευρυτανίας, δολοφονήθηκε ύπουλα από ταγματασφαλήτες του Τολιόπουλου, μαζί με 10 ακόμη Ευρυτάνες κρατούμενους συναγωνιστές του, στη Βίτωλη της Φθιώτιδας στις 4/7/1947). Ο Φώτης πληροφορείται το τραγικό νέο μέσα από ένα γράμμα των δικών του, το οποίο του παρέδωσε με κροκοδείλια "συλλυπητήρια" ο σατανικός διευθυντής Τουρνάς μέσω του ανδρεικέλου του αρχιφύλακα Τζόρα.

Ο Φώτης κρατώντας υπερήφανη στάση δεν δέχεται τα κάλπικα "συλλυπητήρια" και καταγγέλει τη διπροσωπία τους λέγοντάς τους κατάμουτρα: "Δεν δέχουμαι συλλυπητήρια από υποκριτές και ιδιαίτερα από σένα που μαζί με το διευθυντή παιδεύετε καθημερινά το νου σας πώς θα μας κάνετε τη ζωή μαρτυρική". Ξέσπασε τότε ένας μεγάλος καβγάς που ακούστηκε ως τις ακτίνες.

Του το φύλαξαν... Αργά μια νύχτα, ώρα 3, δύο επιλεγμένες τριάδες τραμπούκων δεσμοφυλάκων, με εντολή του διευθυντή Τουρνά, μπουκάρουν αιφνιδιαστικά στο κελί του Φώτη, στη Ι' ακτίνα. Τον αρπάζουν βίαια κλείνοντάς του το στόμα και τον τραβάνε ημίγυμνο με τα εσώρουχα και ξυπόλυτο στα σκαλιά. Τον ρίχνουν, έτσι όπως ήταν, μέσα στο μπουντρούμι της σκληρής απομόνωσης των μελλοθανάτων, τους "Γολγοθάδες" όπως ονόμαζαν τα απομονωτήρια οι ίδιοι οι κρατούμενοι αγωνιστές, όπου πέρναγαν την τελευταία τους νύχτα αφού το πρωί θα έπαιρναν το δρόμο για το Λαζαρέτο.

Πίνακας του Τζίνου Δημητράτου για το Λαζαρέτο

Πρωτύτερα όμως ο Φώτης προλαβαίνει να φωνάξει δυνατά ότι τον παίρνουν με τη βία από το κελί του.  Οι συναγωνιστές του από τις ακτίνες κινητοποιούνται αμέσως καταγγέλοντας στο λαό της Κέρκυρας το επιχειρούμενο έγκλημα χρησιμοποιώντας αυτοσχέδια χάρτινα χωνιά. Εξαιτίας αυτού πολλοί κρατούμενοι βασανίζονται άγρια με βούρδουλες και γκλομπς.

Ο Φώτης, από την πλευρά του, αρνείται τον προσωπικό εξευτελισμό που πάνε να τον υποβάλλουν ακόμα και την ύστατη ώρα του, απαιτώντας πριν εκτελεστεί να του χορηγηθεί, μέσω συντρόφων του, η στολή των κρατουμένων για να αντικρύσει το θάνατο με στοιχειώδη αξιοπρέπεια και όχι ημίγυμνος. Το καταφέρνει.

Η συνέχεια είναι προδιαγεγραμμένη...

Την Τετάρτη 18 Φλεβάρη 1948 και ώρα 7:30 το πρωί ο Φώτης Κατής εκτελείται στη νησίδα Λαζαρέτο μαζί με άλλους 4 συντρόφους του (η εκτέλεση του Φώτη Κατή, με πατρώνυμο μάλλον Δημήτριος, έχει καταχωρηθεί στο ΦΕΚ με στοιχεία 26/11.3.1948).

Τα τελευταία λόγια του ατρόμητου Ευρυτάνα Φώτη Κατή, προς τους συντρόφους του, τραντάζουν συθέμελα το κολαστήριο: 

«Πέφτουμε για ένα καλύτερο αύριο. Σ' όλους τους συντρόφους μου αφήνω την αγάπη μου. Σας διαβεβαιώ ότι θα πέσω με το κεφάλι ψηλά. Φεύγω με τη συνείδησή μου αναπαυμένη ότι έκανα το καθήκον μου απέναντι στο λαό και στο Κόμμα. Να πεις στη μάνα μου και στις αδερφές μου, να μη μαυροφορέσουν για μένα, γιατί δεν πεθαίνω παρά πέφτω για το λαό. Ζήτησα τη στολή της υπηρεσίας και τα τσόκαρα για να πέσω μ' αυτά. Το κοστούμι, το παλτό και τα παπούτσια τ' αφήνω να τα δώσετε στους άπορους συντρόφους μας»

Μετά την εκτέλεσή του, πέντε παιδιά, από εκείνα που ο Φώτης τούς μάθαινε γράμματα μέσα στη φυλακή, πήγαν στο κελί "21" και κράτησαν ενός λεπτού σιγή εναποθέτοντας πάνω στο κρεβάτι του ένα σημείωμα γραμμένο σε μια κούτα από τσιγάρα : "Τιμή στον ήρωα και δάσκαλό μας". 

Στη μνήμη του Φώτη Κατή συγκρατούμενος του έγραψε και το ακόλουθο ποίημα:


Στο Φώτη Κατή


Ντόπιοι σε βάλαν μαχητή

στη χάψη τούτη τη φριχτή

Μα ξένοι το προστάξαν

και τη ζωή σου φράξαν.


Ντόπιες και οι σφαίρες που 'φαγες

στα ανοιχτά σου στήθια

Μα ξένοι τους τις δόσαν

και τη ζωή σου κόψαν.


Γκαγκστερικά σ' αρπάξανε

στον ύπνο, απ' το κελί.

Επήγες με τα τσόκαρα

τη χραδωτή στολή.


Στάθης στητός ατάραχος

και είπες σαν κανόναρχος:

Γεια σας, συντρόφοι μπιστικοί,

Γεια σου και συ γλυκιά ζωή.


Ο τάφος του Γιάννη Κουκούτση στο Λαζαρέτο


 Κουκούτσης Γιάννης

Ο Γιάννης Κουκούτσης γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1904. Αργότερα μετακόμισε στην Αθήνα όπου εργάστηκε σαν τραμβαγέρης στον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο. Αγωνιστής κομμουνιστής σε δύσκολους καιρούς. Στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής ο Γιάννης ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση εναντίον των κατακτητών και των ντόπιων προδοτών, ως αξιωματικός του 14ου λόχου του ΕΛΑΣ της προσφυγικής Νέας Ιωνίας όπου διέμενε κι ο ίδιος.

Μετά την απελευθέρωση, κατά τη διάρκεια των μεγάλων διώξεων των αντιστασιακών αγωνιστών από το δωσιλογικό κράτος, ο συμπατριώτης μας συνελήφθη, καταδικάστηκε το 1945-1946 σε θάνατο δια τυφεκισμού από δικαστήριο της Αθήνας και οδηγήθηκε και εκείνος στις λεγόμενες "εγκληματικές φυλακές" της Κέρκυρας. 

Ήταν μαχητικός κρατούμενος, περήφανος και αλύγιστος. Αδερφικός φίλος με τον συμπατριώτη του Φώτη Κατή πρωτοστατούσε μαζί του στις κινητοποιήσεις εντός των φυλακών.

Σύμφωνα με μαρτυρία συγκρατουμένου τού Γιάννη Κουκούτση, οι δήμιοι τον άρπαξαν αιφνιδιαστικά με παρόμοιο γκαγκστερικό τρόπο, όπως και τον Φώτη Κατή, μέσα στη βαθιά νύχτα. 

Καθώς τα καθάρματα τον έσερναν χτυπώντας τον, ο Γιάννης πρόλαβε να φωνάξει στους συντρόφους του : "Γεια σας αδέλφια"!

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι αυτή η φράση του Γ. Κουκούτση έγινε αργότερα και ο τίτλος του γνωστού εμβληματικού βιβλίου για το Λαζαρέτο ("γεια σας αδέλφια...", έκδοση Σωματείο Λαζαρέτο, Αθήνα 1956).

Βρέθηκε μόνο το σακάκι του, πεταμένο έξω από το κελί.

Εκτελέστηκε και αυτός στις 18 Φλεβάρη 1948 μαζί με το Φώτη Κατή και τους υπόλοιπους συντρόφους του (η εκτέλεση του Ιωάννη Κουκούτση, με πατρώνυμο Θανάσης ή Αθηναίος, έχει καταχωρηθεί στο ΦΕΚ με στοιχεία 26/11.3.1948).

*****

«Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς

σε άνιση Πάλη κι Αγώνα.

Ζωή λευτεριά και τιμή του Λαού

γυρεύοντας βρήκατε μνήμα

Συχνά σε υγρές σκοτεινές φυλακές

πικρές επεράσατε μέρες

Και μ' ένα του δήμιου νεύμα ευθύς

σας φέραν μπροστά στην κρεμάλα.

Γλεντούν οι τυράννοι και μες το πιοτό

τη λήθη γυρεύουν να βρούνε.

Μα οι μέρες τους όμως μετρήθηκαν πια

και τέλος φρικτό τους προσμένει.

Θεριεύει ο γίγαντας τώρα Λαός

και σπάει δεσμά κι αλυσίδες.

Αιώνια η μνήμη σε σας αδελφοί

στον τίμιο που πέσατε Αγώνα»

Έργο της Βάσως Κατράκη

Υποκλινόμαστε με σεβασμό στην άσβεστη μνήμη τους. Η ατρόμητη στάση των Ευρυτάνων κομμουνιστών συμπατριωτών μας απέναντι στο θάνατο, η περιφρόνηση ενάντια στο μοναρχοφασισμό και τους εκπροσώπους του, τούς κατατάσσουν στο Πάνθεον των Ηρώων του Λαού μας!

Α Θ Α Ν Α Τ Ο Ι 

ΥΓ. Για τη συγγραφή του παρόντος αφιερώματος αντλήσαμε πολύτιμες πληροφορίες μέσα από το εξαιρετικό ιστολόγιο corfucommunists.gr οι οποίες αποτελούν και τη βασική πηγή για τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Πρόσθετα σημαντικά στοιχεία συλλέξαμε και από την έκδοση της Κ.Ε του ΚΚΕ υπό τον τίτλο : "Έπεσαν για τη ζωή"! Αξιοποιήθηκαν, τέλος, ιστορικές πηγές και για το Λαζαρέτο από ποικίλα αντιστασιακά και άλλα έντυπα.


blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Ένα χρήσιμο και διδακτικό απόσπασμα...


«Ποιος να το έλεγε πως εκείνα τα πεθαμένα δέντρα θα χρησίμευαν ύστερα από χιλιάδες χρόνια; Και όμως αυτό είναι το δάσος. Κάνει καλό στον άνθρωπο με χίλιους τρόπους, σε αμέτρητο καιρό. Δεν κουράζεται ποτέ· ζει και μας χρησιμεύει, πεθαίνει και μας χρησιμεύει.»

*****

Τα πεθαμένα δέντρα 

Είχαν περάσει από παλιά καμίνια, όπου έφτιαχναν άλλες χρονιές κάρβουνα οι καρβουνιάρηδες. Εκεί στάθηκαν λίγο και τους εξήγησε ο δασάρχης τον τρόπο που γίνονται τα κάρβουνα. 

Τους είπε πως, για να κάνουν κάρβουνα, ρίχνουν πολλά ξύλα σ’ ένα μεγάλο καμίνι. Σκεπάζουν το καμίνι με χώμα, αλλά τόσο καλά, ώστε να μην μπαίνει αέρας από πουθενά. 

Ύστερα, από μια τρύπα που έχουν αφήσει επίτηδες, βάζουν φωτιά στα χωμένα ξύλα. Το καμίνι, σκεπασμένο, καίει σιγά και λίγο λίγο με τη σιγαλή φωτιά τα ξύλα γίνονται κάρβουνα.

--------

—Και τα δέντρα; ρώτησε ο Μαθιός.

—Όπως οι λοτόμοι έτσι και οι καρβουνιάρηδες, είπε ο δασάρχης, κόβουν μόνο τα δέντρα που τους λέμε εμείς να κόψουν, κι έτσι δε χαλούν το δάσος. Το καλό όμως είναι που τα περισσότερα κάρβουνα τα έχουμε χωρίς να κόβουμε δέντρα. 

Τα βρίσκουμε στη γη. Και θα σας πω το γιατί. 

Εδώ και χιλιάδες χρόνια τα δάση ήταν τόσο πυκνά, που δεν μπορούσε να μπει μέσα ζώο να βοσκήσει. 

Με δυσκολία ζούσαν εκεί λιοντάρια και αρκούδες και λύκοι και μεγάλα πουλιά με φτερούγες θεόρατες και με ατσαλένια νύχια. 

Όποιο θηρίο μπορούσε έτρωγε το μικρότερο για να ζήσει. Μέσα στους λόγγους αυτούς ο ήλιος δεν μπορούσε να μπει. Νύχτωνε από την ημέρα. 

Τα δάση εκείνα γέρασαν και τα δέντρα τους έπεσαν κάτω. Κι επειδή άνοιξε η γη από σεισμούς και κατακλυσμούς, εκείνα χώθηκαν σε τάφους μεγάλους, πολλές οργιές βαθιά. 

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, άλλα δάση φύτρωναν και ψήλωναν κι αυτά όπως τα πρώτα κι ύστερα γερνούσαν και πέθαιναν. Κι άνοιγε η γη και τα έθαβε. Και πάλι άλλα φύτρωναν.

Τι έγιναν εκείνα τα πεθαμένα δάση; Δε χάθηκαν. Σήμερα που σκάβουμε πολύ βαθιά, τα ξαναβρίσκουμε. Δεν είναι δέντρα, όπως ήταν. Τα ξύλα τους μέσα στη γη έγιναν κάρβουνα, σκληρά σαν την πέτρα και μαύρα κάρβουνα.

Και σήμερα που οι άνθρωποι είναι πολλοί κι έχουν ανάγκη από μεγάλες φωτιές για τις εργασίες τους, ανοίγουν τη γη και βρίσκουν όσα κάρβουνα θέλουν. 

Μ’ αυτά ανάβουν τις μηχανές, κινούν τα εργοστάσια, τους σιδηροδρόμους και τα βαπόρια. Συλλογιστείτε πόσες είναι αυτές οι μηχανές και πόσα κάρβουνα χρειάζονται.

Ποιος να το έλεγε πως εκείνα τα πεθαμένα δέντρα θα χρησίμευαν ύστερα από χιλιάδες χρόνια; Και όμως αυτό είναι το δάσος. Κάνει καλό στον άνθρωπο με χίλιους τρόπους, σε αμέτρητο καιρό. Δεν κουράζεται ποτέ· ζει και μας χρησιμεύει, πεθαίνει και μας χρησιμεύει. 

-------

Για να μας δώσει όμως το δέντρο όσα μας χαρίζει, πρέπει να ζει με χιλιάδες άλλα δέντρα. Γιατί, όπως οι άνθρωποι, έτσι και τα δέντρα ζούνε πολλά μαζί στους τόπους που θέλουν αυτά και βοηθούν το ένα το άλλο. 

Ενωμένα πολεμούν τον βαρύ χειμώνα και το καυτερό καλοκαίρι. Ενωμένα μεγαλώνουν, κάνουν μεγάλους κορμούς και πετούν δυνατά κλαριά. 

Έτσι γίνεται στα ύψη των βουνών μια μεγάλη πολιτεία, που τη λέμε δάσος. Αυτή εδώ!


(απόσπασμα από το εμβληματικό αναγνωστικό «Τα ψηλά βουνά» του σπουδαίου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ήταν το πρώτο αναγνωστικό που γράφηκε στη δημοτική γλώσσα εν έτει 1918)

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"