Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Γνώση



«Η γνώση ενυπάρχει σε όλα τα πράγματα. Ο κόσμος είναι μια βιβλιοθήκη και τα βιβλία του είναι οι πέτρες, τα φύλλα, το γρασίδι, τα ρυάκια, τα πουλιά και τα ζώα που μοιράζονται εξίσου με εμάς τις καταιγίδες και τις ευλογίες της γης. Μάθαμε να κάνουμε ό,τι μαθαίνει ένας μαθητής της φύσης και αυτό σημαίνει να αισθανθούμε την ομορφιά της.»

(Ινδιάνικο γνωμικό)

ΥΓ. Η συνοδευτική φωτογραφία είναι του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη"


Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Ο φτωχός ψαράς της λίμνης και η αχάριστη Μαρία!



Ένα παραδοσιακό καλοκαιρινό παραμύθι για τους μικρούς μας φίλους.



Κάποτε ζούσε στα μέρη μας ένας καλόκαρδος φτωχός ψαράς. Κάθε μέρα ψάρευε με τη βαρκούλα του εκεί στην πανέμορφη λίμνη των Κρεμαστών. Είχε κι ένα γαϊδουράκι, με σαμάρι και καπίστρι από χρωματιστές χάντρες, που έσερνε ένα παλιό μικρό κάρο. Μ’ αυτό γυρνούσε στα διπλανά ευρυτανικά χωριουδάκια και πούλαγε τη λιγοστή ψαριά του για να ζήσει.

-«Ο ψαράς, ο ψαραααάς, έχω νόστιμα φρέσκα ψάρια για μικρά παιδάκια, να ‘χουν υγεία και να κάμουν ωραία ματάκια, ο ψαραααάς», φώναζε γυρνώντας από μαχαλά σε μαχαλά.

Κι έτσι κυλούσε η ζωή του, μεροδούλι μεροφάι…

Πολλές φορές, όμως, ο καλός ψαράς δεν έβγαζε ψάρια και έφευγε άπραγος. Μια μέρα, λοιπόν, εκεί που απογοητευμένος έριχνε για μια τελευταία φορά το καλάμι του στη λίμνη, ξάφνου …τσουπ! βλέπει να σπαρταρά στο αγκίστρι του ένα μικρό ψαράκι. Το θαύμασε, γιατί παρόλο που ήταν μια σταλιά ήτανε πολύ χρωματιστό και όμορφο! Έτσι το λυπήθηκε κι αφού το ξέμπλεξε προσεκτικά από το αγκίστρι το έριξε πάλι στο νερό. Εκείνο βούτηξε με λαχτάρα στη λίμνη και χάθηκε στα πρασινογάλανα νερά της.

Ο ψαράς γύρισε στο φτωχικό του καλυβάκι με άδεια χέρια. Η γυναίκα του η Μαρία ντυμένη με ένα παλιό ταλαιπωρημένο φόρεμα κουβαλούσε ένα δεμάτι ξύλα. Δίπλα της στην αυλή ήταν ακουμπισμένη μια χόρτινη σκούπα. 

Κοντοστάθηκε και του είπε κάπως αγριεμένη:

-«Δεν έφερες χρήματα σήμερα, μήτε κανένα ψάρι»!

-«Δεν είχε ψάρια σήμερα γυναίκα. Μόνο ένα μικρούλι έπιασα, αλλά ήτανε τόσο όμορφο που το συμπόνεσα και το ‘ριξα πάλι στο νερό», της αποκρίθηκε ήρεμα αυτός.

Η Μαρία άρχισε να γκρινιάζει:

-«Άσχημα έκανες, θα το ‘τρωγα εγώ»

-«Θα σου φέρω αύριο», της απάντησε καλοσυνάτα ο ψαράς.

Την άλλη μέρα ξαναπήγε στη λίμνη των Κρεμαστών. Ξανοίχτηκε με τη βάρκα του και αμέριμνος έριξε το καλάμι του περιμένοντας….

Σε μια στιγμή ακούει δίπλα του μια γλυκιά φωνούλα να λέει:

-«Σε ευχαριστώ καλέ μου ψαρά που μου χάρισες τη ζωή. Τι χάρη θες να σου κάνω;»

Γυρνώντας αυτός ξαφνιασμένος βλέπει το χρωματιστό ψαράκι!


-«Τι καλό να μου κάνεις εσύ ένα τόσα δα μικρούλι;», το περιγέλασε ο ψαράς.

-«Πες μου, πες μου» επέμενε εκείνο.

-«Καλά θα ρωτήσω τη γυναίκα μου και θα σου πω αύριο, πάντως σ’ ευχαριστώ», ξανάπε ο ψαράς.

Όταν έφτασε στο καλύβι διηγήθηκε στη γυναίκα του όσα συνέβησαν. Αυτή τότε του έβαλε τις φωνές:

-«Αμάν καημένε τι μου λες τώρα! Αντί να νοιαστείς να φέρεις κατιτίς στο σπιτικό μας, κάθεσαι και μου αραδιάζεις παραμύθια. Άμα λοιπόν ξαναδείς το ψάρι σου να του πεις ότι θέλω ένα σπίτι κανονικό, που νάχει μεγάλο οντά, πολλά δωμάτια, κουζίνα και μπάνιο!». Και γέλασε ειρωνικά …

Την άλλη μέρα στη λίμνη εμφανίζεται πάλι το ψαράκι και χαρούμενο ρωτά τον άνθρωπο:

-«Τι σου ζήτησε η γυναίκα σου καλέ μου ψαρά;»

-«Σπίτι αρχοντικό μού ζήτησε», απάντησε αυτός.

-«Πήγαινε φίλε μου και θα ιδείς», είπε το ψάρι και χάθηκε στα νερά.

Γυρνώντας ο ψαράς έμεινε άλαλος. Τι να δει! Ένα τεράστιο όμορφο σπίτι όπως το ‘θελε η κυρά του. Και μάλιστα με μεγάλο κήπο, με λουλούδια, με μπαξέδες κι όλα τα καλά του κόσμου, σωστός παράδεισος!

-«Πω, πω βρε γυναίκα, τι ωραίο σπίτι είναι αυτό, είδες που δεν με πίστευες, το ψαράκι έκανε το θαύμα του!», της είπε με χαρά.

-«Άσε με μωρέ κακομοίρη, τι να το κάνω εγώ μόνο ένα σπίτι; Θέλω ακριβά ρούχα και πολλά χρυσαφικά, για να στολιστώ και να λάμπω σαν βασίλισσα! Να με βλέπουν και να σκάνε από τη ζήλεια τους οι φιλενάδες μου. Γρήγορα, τρέξε να μου τα φέρεις», διέταξε η γυναίκα. 
    
Πάει κι ο ψαράς στη λίμνη στενοχωρημένος. Κι εκεί που καθότανε μονάχος και σκεπτικός στο γιαλό, νάσου και εμφανίζεται ξανά το ψαράκι.

-«Τι έχεις φίλε μου, δεν είσαι χαρούμενος;», τον ρωτά.

-«Τι να σου λέω ψαράκι μου, η γυναίκα μου δεν είναι ευχαριστημένη, θέλει λούσα και μαλάματα για να μοιάζει με βασίλισσα», αποκρίθηκε  με σκυμμένο κεφάλι ο ψαράς.

-«Πήγαινε φίλε μου σπίτι σου και θα ιδείς», του είπε πάλι το ψαράκι.

Όταν έφτασε στο σπίτι του ο ψαράς αντίκρισε τη γυναίκα του να καμαρώνει στον καθρέφτη, σαν βασίλισσα, μέσα στα μετάξια και τα χρυσά!!!

-«Μπράβο γυναίκα μου σωστή αρχόντισσα είσαι», της λέει και πάει να τη φιλήσει.

-«Φύγε από δω, μυρίζεις ψαρίλα» του λέει αυτή. «Τι να τα κάνω όλα αυτά; Να έχω σπιταρόνα, πολυτελή ρούχα και χρυσαφικά κι απ’ έξω δεμένο έναν γάιδαρο με κάρο; Εγώ τώρα πια χρειάζομαι την καλύτερη άμαξα. Και υπηρέτες! Να με πηγαίνουν βόλτα με τη σούστα κι εγώ να τους κοιτώ όλους από ψηλά! Έτσι θα με βλέπουν οι παλιοχωριάτες και θα με προσκυνούν μέρα-νύχτα. Να τσακιστείς να πας να βρεις το παλιόψαρό σου και να του πεις ότι τα θέλω τώρα όλα! Με ακούς;;;», ούρλιαξε εκείνη και τον έσπρωξε πέρα.

Τρέχει ο ψαράς βουρκωμένος στη λίμνη των Κρεμαστών για να βρει το ψάρι του:

-«Αχ ψαράκι μου καλό
ντρέπομαι να σου το πω,
η γυναίκα μου η Μαρία
πάλι κάνει φασαρία»!

-«Γιατί κάνει φασαρία, τι άλλο ζητά;», τον ρωτάει.

«Δεν της κάνει πια ούτε ο γαϊδαράκος μας με το κάρο. Θέλει τώρα υπηρέτες και μαζί την καλύτερη σούστα για να περνάει και να την προσκυνούν ολημερίς κι ολονυχτίς οι φτωχοί χωριάτες», απάντησε ντροπιασμένος ο δύστυχος ψαράς.

-«Πήγαινε φίλε μου και θα ιδείς», είπε το ψάρι και εξαφανίστηκε στη λίμνη.

Γυρνά πίσω ο ψαράς και τι βλέπει;;; Τη Μαρία έξω από το καλυβάκι, σκυμμένη με το φτωχικό της φόρεμα, να σκουπίζει την αυλή με τη χόρτινη σκούπα της!

Και τότε της είπε ο ψαράς:

-«Έτσι πληρώνεται η ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ και η ΑΛΛΑΖΟΝΕΙΑ Μαρία μου!»

Και έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς… πιο σεμνοί και μυαλωμένοι!!!

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Βρυσούλα



Μουρμουρητά, ερωτιάρικα, το δροσερό νερό σου,
κάθε στιγμή σου τραγουδεί, βρυσούλα, τον καϋμό σου.
Το ίδιο λέει βρυσούλα μου, πάντοτε το τραγούδι.
Και τρέχει το νεράκι σου…   Δροσίζ’ ένα λουλούδι,
και τώρα πια ολαύλακα το δρόμο έχει πάρει.
Πάει σε λειβάδι χλοερό, ποτίζει το χορτάρι,
διαβαίνει  κείθε, χάνεται, στο ρέμμα ξαπολυέται,
σα σύγνεφο και σα βροχή πάλι σε σένα ‘ρχέται.
…. Πλάι σου ο γέρο-πλάτανος όλο δροσιά ρουφάει,
κι απλώνει φύλλα και κλαδιά, και ίσκιο σου κρατάει.

Και συ κοιμάσαι…  Τα νερά τα κρύα σου κυλούνε,
κι οι ίσκιοι των ονείρων σου τριγύρω σου πετάνε…


(Του Ευρυτάνα φυσιολάτρη ποιητή και καπετάνιου του ΕΛΑΣ Δώρη Άνθη)



Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ !!!




«Κι απάνω-απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους,

φωτάει με μιας Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος.

Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά με τους αντάρτες,

-χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια,-

κ’ είν’ οι νεκροί στα ξάγναντα πρωτοπανηγυριώτες!»

(απόσπασμα στίχων από το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού “Αντίσταση”)


========


Στις αρχές Ιουνίου 1942, ο Άρης Βελουχιώτης κηρύσσει την έναρξη του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα στη Δομνίστα Ευρυτανίας (βλ. πλήρες αφιέρωμα). Απ’ αυτή τη σκληροτράχηλη γη, από τούτες τις αδούλωτες κορφές, ξεκινά ο θρυλικός πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ μαζί με λίγους αετοφτέρουγους επαναστάτες, με μια χούφτα ψυχωμένους κι οραματιστές αντάρτες, για τη μεγάλη εποποιία της Αντίστασης του Λαού μας κόντρα στη χιτλερική κατοχή, με στόχο την αποτίναξη του φασιστικού ζυγού και την οικοδόμηση μιας νέας Ελλάδας με το λαό μας νοικοκύρη και αφέντη στον τόπο του! Έτσι πάντα γίνεται : λίγοι ξεκινούν, “ξεροκέφαλοι” κι ατρόμητοι, για να σπάσουν πρώτοι την “άτιμη την αλυσίδα”, δίνοντας κατόπιν τη σκυτάλη στους πολλούς που ακολουθούν ώστε να αλλάξουν το ρου της ιστορίας! Γιατί για να αναστηθούν οι πιο ευγενικές πανανθρώπινες προσδοκίες δεν αρκεί μονάχα η φωτιά από το τιμημένο τουφέκι της λευτεριάς, αλλά συνάμα θέλει και “τη μεγάλη απόφαση”, εκείνο το πύρωμα της ψυχής, τη “μαγική” σπίθα, που από ανέκαθεν πυροδοτούσε το όραμα για έναν κόσμο δικαίου και προκοπής! Αφού όπως έλεγε και ο άλλος αλησμόνητος Ευρυτάνας αγωνιστής ο Γεωργούλας Μπέικος (δείτε εδώ !) : “χωρίς όνειρο και όραμα, δίχως φαντασία κι αποκοτιά, αν με το νου και την καρδιά ανεμόσκαλες δε στήνεις, ποτέ γραφτό δε σου είναι να πατήσεις τον Ήλιο”! 

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Οι οδυνηρές αναμνήσεις ενός Ευρυτάνα αγωνιστή…

Φαρσακίδης - χαρακτικό 1952

Το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" παρουσιάζει μία παρελθούσα συγκλονιστική μαρτυρία προερχόμενη από έναν παλιό Ευρυτάνα αγωνιστή το Νίκο Μπαλκούρα, ο οποίος περιέγραφε τα ανείπωτα βάσανα που βίωσε, εξαιτίας της αντιστασιακής του δράσης, επί 93 ολόκληρες μέρες και νύχτες, από το λεγόμενο «κράτος της εθνικοφροσύνης», στο “Νταχάου της Λαμίας”! Ιχνηλατήσαμε τη σημαντική αυτή μαρτυρία από το αρχείο μας- στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», έκδοση της ΠΕΑΕΑ, τ. 122- και τη δημοσιεύουμε σήμερα.

Για να θυμούνται οι παλιότεροι και να διδάσκονται οι νεότεροι…

Ιδού:

=========

Αντιστασιακή δράση και διώξεις…

Οργανώθηκα περί τα τέλη Νοεμβρίου 1941 στο ΕΑΜ, οπότε αρχίζει η ΕΑΜική μου δράση.

Το Μάρτη του 1942 έγινα μέλος του ΚΚΕ, το οποίο μου ανέθεσε τη διαφώτιση και οργάνωση μερικών χωριών της περιοχής μας, του Κρίκελλου. Είχα μεγάλη οργανωτική δουλειά, διότι ο κόσμος ζητούσε να οργανωθεί στο ΕΑΜ, για να βοηθήσει στην απελευθέρωση της πατρίδας μας από τον κατακτητή. Όταν, μάλιστα, εμφανίστηκαν οι πρώτες ομάδες των ανταρτών, τότε ενθουσιάστηκαν πολύ περισσότερο και έσπευσαν, χωρίς δισταγμό, να ενταχθούν στις γραμμές του.

Αργότερα, έγινα μέλος της Αχτιδικής Επιτροπής, με έδρα το χωριό μου, το Κρίκελλο. Το 1943, έγινα μέλος της Περιφερειακής του ΚΚΕ. Έπειτα διαμερισματάρχης της ΕΤΑ, για την τροφοδοσία της 13ης Μεραρχίας του νοσοκομείου του ΕΛΑΣ Μ. Χωριού, και για, τυχόν, διερχόμενα τμήματα.


Δημήτρης Μεγαλίδης - από το Λεύκωμα του Αγώνα

Μετά την απελευθέρωση, καταδιώχτηκα πάρα πολύ από τους Χίτες, για να πάρουν τη διαχείριση του μονοπωλίου, του οποίου ήμουν διαχειριστής. Μου έκαναν μήνυση για κατάχρηση πετρελαίου, κλπ. Η εταιρία έστειλε επιθεωρητή να διεξάγει ανακρίσεις. Πριν τη συνάντησή μου με τον επιθεωρητή, με υπόδειξη της «Χ», με συνέλαβε ο ταγματασφαλίτης υπενοματάρχης Γραμματέλης Γεώργιος, με το πρόσχημα ότι με ζητά ο εισαγγελέας Μεσολογγίου. Πρώτον, για να μην επηρεάσω τον επιθεωρητή και δεύτερον, καθ’ οδόν να με εξαφανίσουν, διότι στην Άμφισσα, απ’ όπου θα περνούσα, δρούσαν οι μαυροσκούφηδες της ΕΚΚΑ και δεν περνούσε από την Αϊ-θυμιά ούτε πουλί. Στάθηκα τυχερός, γιατί εκτός από το ξύλο που έφαγα -μου έσπασαν μύτη και δόντια - μπόρεσα και πέρασα τη Γραβιά.

Όταν έφτασα στο Μεσολόγγι, αφέθηκα ελεύθερος. Και τότε μπήκε σε ενέργεια ο παρακρατικός μηχανισμός.

Με τη διάλυση του Σταθμού Χωροφυλακής από το ΔΣΕ, αναγκάστηκα να ακολουθήσω τα τμήματα του ΔΣΕ. Λόγω της αναπηρίας μου, από πλευρίτιδα, μπήκα στην αυτοάμυνα. Όταν ήρθε ο στρατός στο χωριό, υποχρεωθήκαμε να φύγουμε. Ανέλαβα την καθοδήγηση της περιοχής και αργότερα μπήκα στην πολιτοφυλακή, ως υπεύθυνος και της τροφοδοσίας του νοσοκομείου της περιοχής.

Με τη διάλυση του ΔΣΕ, άρχισα να περιπλανώμαι στα δάση, μαζί με άλλους συντρόφους. Στις 14 Αυγούστου 1949, πέσαμε σε ενέδρα. Ο δάσκαλος Βασίλης Παπανικολάου αυτοκτόνησε (σ.σ. βλ. αφιέρωμα blog), εγώ τραυματίστηκα στo χέρι μου, με αποτέλεσμα να μου πέσει η χειροβομβίδα, την οποία κράταγα στο χέρι αυτό. Έτσι πρόλαβαν και με έπιασαν φωνάζοντας: «Παραδώσου Βούλγαρε..». Έφαγα κάμποσες και με πήγαν στη διοίκηση.


93 μέρες στο “Νταχάου της Λαμίας”…

Στις 16 του Αυγούστου μας μετέφεραν στο “Νταχάου” της Λαμίας. Μόλις μπήκα στην πόρτα, άρχισαν τα «καλωσορίσματα»… Ξύλο να δουν τα μάτια σου. Αφού μου έριξαν αρκετές, με πήγαν στο θάλαμο. Στην είσοδο, ένας χωροφύλακας, ονόματι Βασιλείου Νίκος, μου έδωσε τέτοια κλωτσιά, που βρέθηκα στον αέρα και έπεσα λιπόθυμος. Μ’ έπιασαν από τις μασχάλες και τραβώντας με, μέ έβγαλαν έξω στο διάδρομο και μου έριξαν νερό, με τον κουβά, για να συνέλθω. Μετά, με κατέβασαν στη απομόνωση.

Σ’ ένα θάλαμο 8μ. μήκος, 1.80 μ. ύψος και 3 μ. πλάτος, ζούσαμε 45-50 άτομα. Το παραθυράκι του θαλάμου ήταν μικρό. Κάναμε συνέχεια αέρα, γιατί δημιουργούνταν σταλακτίτες, γινόμασταν μούσκεμα από τον ιδρώτα και την έλλειψη οξυγόνου. Ο ύπνος μας ήταν δράμα, κοιμόμασταν όλοι μαζί, με μαζεμένα τα πόδια μας ή καθιστοί. Επειδή δεν μας χωρούσε όλους, κοιμόμασταν με βάρδιες. Ήμασταν όλοι σακατεμένοι, βογκούσαμε από τους πόνους.

Μια μέρα με φώναξαν στο θάλαμο βασανιστηρίων. Εκεί, καμιά δεκαριά χωροφύλακες, παραταγμένοι σε δύο σειρές, σε δίνανε πάσα ο ένας στον άλλο, σε βαρούσαν όπου έφταναν, μέχρι να πέσεις κάτω λιπόθυμος. Μετά, σου έριχναν έναν κουβά νερό για να συνέλθεις και άρχιζαν πάλι από την αρχή, μέχρι να πάθεις παράλυση. Μετά ξανά στο θάλαμο. Για να μην ακούγονται τα ουρλιαχτά, όταν σε χτυπούσαν, έβαζαν τα μεγάφωνα στη διαπασών. Το μόνο που γλίτωσα εγώ, για λόγους δήθεν συμπόνιας, λόγω του τραυματισμού μου, ήταν το ρεύμα. Άλλους, όμως, τους έβαζαν, με συνέπεια να παθαίνουν νευρικό κλονισμό, όπως ο Γιάννης Μαργαρίτης, ο οποίος έπαθε αγκύλωση στο χέρι. Άλλων πρήζονταν τα μάτια, άλλοι έμεναν με μόνιμο τρέμουλο στα χείλη…


Ηλίας Φέρτης - Βασανιστήρια, τέμπερα

Το πρωί μας έβγαζαν για ένα δεκάλεπτο, για τη σωματική μας ανάγκη και για να πλυθούμε. Εγώ, χρησιμοποιώντας μόνο το δεξί μου χέρι, αφού το αριστερό ήταν τραυματισμένο, ήταν αδύνατο να τελειώσω στο δεκάλεπτο, γι’ αυτό έμενα πάντα τελευταίος, με συνέπεια να τρώω ξύλο. Αυτό γινόταν κάθε μέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Είχα παραλύσει από το ξύλο, μόλις που μπορούσα να κουνήσω τα πόδια μου.

Το τραυματισμένο χέρι μου είχε πρηστεί, το άφησαν μέχρι να πάθει γάγγραινα. Πονούσα φοβερά. Με άκουσε ο αείμνηστος Πάνος Λαδάς, ταγματάρχης αεροπορίας, τον οποίο, αργότερα εξαφάνισαν. Με βοήθησε, ειδοποίησε το σκοπό και με έστειλαν στο νοσοκομείο. Εκεί, ήρθαν δύο νοσοκόμες, η μία άρχισε να το καθαρίζει, ενώ η άλλη μου έδωσε ένα χαστούκι και μου λέει: «Βούλγαρε θα πεθάνεις». Αφού το καθάρισαν, με έστειλαν πάλι στην απομόνωση. Την επόμενη μέρα ήρθε η συν. Βέρα από το Σερνικάκη, η οποία έκανε χρέη νοσοκόμας, για να με περιποιηθεί (έμαθα ότι ζει στην Αθήνα, ας είναι καλά, δεν την ξεχνώ ποτέ) και μου λέει: «Νίκο, οι αγωνιστές δεν πεθαίνουν έτσι».

Όταν μας έδερναν, από τα κάγκελα του στρατοπέδου μάς έβλεπαν διάφοροι πολίτες και, κυρίως, συγγενείς των κρατουμένων. Κάποιος γνωστός με είδε και πήγε στον Κατσιώτα, στρατιωτικό διοικητή Στερεάς Ελλάδας και του είπε τα γεγονότα (ο Κατσιώτας ήταν συγχωριανός μου). Φαίνεται, ότι ο Κατσιώτας είχε άγνοια της κατάστασης στο στρατόπεδο και διέταξε αμέσως: «παύσατε πυρ». Την επομένη δεν έφαγα ξύλο, πράγμα που μου φάνηκε περίεργο. Μετά από λίγες μέρες κατάλαβα τι είχε συμβεί, όταν με πλησίασε ο χωροφύλακας Σκαδάς Βαγγέλης, νομίζω από το Μαυρίλο Φθιώτιδας, και μου είπε: «Άρε Μπαλκούρα, χάρη στον Κατσιώτα και μας, γλίτωσες. Εμείς σε σεβαστήκαμε σαν τραυματία, ενώ εσείς τους δικούς μας τραυματίες τους σκοτώνατε!...».

Στη διάρκεια της παραμονής μας στις φυλακές της Λαμίας, είχαμε μια απόπειρα αυτοκτονίας του Γρηγόρη Μπαλάφα, από την Παλαιοβράχα Σπερχειάδας, ο οποίος μη αντέχοντας άλλο τα βασανιστήρια και διαφεύγοντας την προσοχή των αστυνομικών, ανέβηκε στην ταράτσα του στρατοπέδου, έκανε σάλτο μορτάλε και έπεσε στο προαύλιο του σχολείου (το σχολείο το είχαν για στρατόπεδο). Ευτυχώς, δεν σκοτώθηκε. Όταν απολύθηκε από τις φυλακές, πήγε φαντάρος στα βουλγαρικά σύνορα, απ’ όπου διέφυγε προς τη Βουλγαρία.

Ο Μαγγλάρας Ηλίας, από τη Σπερχειάδα, στο διπλανό θάλαμο έγραψε στον τοίχο τη λέξη «ΝΤΑΧΑΟΥ». Την άλλη μέρα το πρωί ήρθε ο καθημερινός… «διαφωτιστής» μας Βεργόνης. Βλέπει τη λέξη, σηκώθηκαν οι τρίχες του κεφαλιού του και σα θεριό ουρλιάζει: «ποιος το έγραψε αυτό;» Σηκώνεται ο Μαγγλάρας και με απίστευτο θάρρος απαντάει: «Εγώ»

«Δεν θα σε στείλω απάνω, να σε λιώσουν στο ξύλο», -σάμπως λίγο είχε φάει – «θα το σβήσεις, αμέσως, με τη γλώσσα σου», του είπε ο Βεργόνης.

Πάνω από δύο ώρες τον παρακολουθούσε, αλλά, που να σβήσει. Ήταν με μελάνι γραμμένο, και όσο βρεχόταν με το σάλιο, τόσο μελάνιαζε ο τοίχος. Μετά από μέρες κατόρθωσε να το σβήσει.

Στις 19 Νοέμβρη, πρωί-πρωί, μας βάζουν στη γραμμή για το σχετικό έλεγχο και από κει, με αυτοκίνητο στο Λιανοκλάδι. Μας έβαλαν σε φορτηγά βαγόνια και μας κλείδωσαν. Σε λίγο, η απουσία οξυγόνου έγινε αισθητή και άρχισαν οι πρώτες λιποθυμίες. Βάλαμε τις φωνές, σταμάτησε το τραίνο, άνοιξαν την πόρτα και έβαλαν σκοπό έναν χωροφύλακα. Μετά από 6-7 ώρες, νηστικοί και διψασμένοι, φτάσαμε στο Λαύριο…

Το άλλο πρωί, γραμμή για το «Σχολείο της αναμόρφωσης», το νησί του διαβόλου, τη Μακρόνησο…


Φαρσακίδης - εξόριστοι

=========


ΥΓ: Ήταν μια παλιά αφήγηση του Ευρυτάνα αγωνιστή Νίκου Μπαλκούρα – πολύτιμη συμβολή στις αειθαλείς μνήμες του λαϊκού κινήματος του τόπου μας…


blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Νουθεσία



«Να περπατάς με το κεφάλι ψηλά όπως τα δέντρα, να ζεις με δύναμη και ένταση όπως τα βουνά, να είσαι πράος όπως το αεράκι την άνοιξη και να κρύβεις τη ζεστασιά του καλοκαιρινού ήλιου μέσα στην καρδιά σου, ώστε το Μεγάλο Πνεύμα να είναι πάντα μαζί σου.»

(Ινδιάνικο απόφθεγμα)