Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Εκεί που πρωτοπερπάτησε η Λευτεριά...

Αντάρτης ΕΠΟΝίτης στο Βελούχι της Ευρυτανίας - φωτο: Σπύρος Μελετζής

Μια τιμητική αναφορά στην ανταρτοκρατούμενη Ευρυτανία (από το Σπύρο Μελετζή)

Με αφορμή την επέτειο των 76 χρόνων από την ίδρυση του θρυλικού Ε.Α.Μ (27-9-1941), παραθέτουμε στο blog μας εκτενή αποσπάσματα που ανιχνεύσαμε σε μια γραπτή μαρτυρία του μεγάλου φωτογράφου της Αντίστασης Σπύρου Μελετζή ("Με τους αντάρτες στα βουνά"). όπου εκεί, μεταξύ άλλων, κάνει ακόμη μία ενθουσιώδη-τιμητική αναφορά στην ανταρτομάνα Ευρυτανία που ως γνωστόν υπήρξε το λίκνο του Απελευθερωτικού Αγώνα και το πρώτο κύτταρο της Λαϊκής Δημοκρατίας στην μαχόμενη αντιστασιακή Ελλάδα εκείνης της επικής εποχής...


Ιδού:

" (...) Ενώ στις πόλεις το Ε.Α.Μ. οργάνωνε τον Ελληνικό λαό και τον κινητοποιούσε να παλέψη ενάντια στον καταχτητή για την επιβίωσή του, για καλύτερες συνθήκες ζωής και για την ματαίωση της πολιτικής του επιστράτευσης, το ίδιο το Ε.Α.Μ. οργάνωνε και πάνω στα βουνά, στα ορεινά χωριά, τον ένοπλο πια αγώνα και συγκροτούσε τον Εθνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, τον Ε.Λ.Α.Σ.. 

Όπως ο ήλιος όταν πρωτοβγή στέλνει τις πρώτες του ακτίνες στις πιο ψηλές βουνοκορφές, έτσι κι η Λευτεριά πρωτοπερπάτησε πάνω στις Ελληνικές βουνοκορφές κι ύστερα στους κάμπους. 

Στα Ρουμελιώτικα βουνά και στα χωριά της Ευρυτανίας που βρίσκονται γύρω από το ελατοσκεπασμένο Βελούχι, άλλα κρυμμένα μεσ' στις καστανιές, άλλα στα έλατα, στις πουρναριές και στις δρυς, δημιουργήθηκε ο πρώτος χώρος της Ελεύθερης Ελλάδας και γύρω σ' αυτόν το χώρο αργότερα μαζεύτηκαν όλες οι πολιτικές και στρατιωτικές κεντρικές υπηρεσίες που κατηύθηναν τον πολιτικό και τον ένοπλο αγώνα. Νέοι, του ΄41, αρματολοί και κλέφτες γέμισαν της Ελλάδας τα βουνά(...)"

(...) Σ' όλο το διάστημα της αντίστασης ποτέ δεν σταμάτησαν τα τραγούδια πάνω στα βουνά και στα χωριά. Λαός και αντάρτες ενωμένοι και αδελφωμένοι πολεμούσαν και τραγουδούσαν. Μέσα στα τραγούδια καθρεφτίζονταν η πείνα, η σκλαβιά, το κάψιμο των χωριών, οι αρπαγές, οι σκοτωμοί και πιο πολύ ο ένοπλος αγώνας, οι μάχες, οι θυσίες, οι ηρωϊσμοί, οι νίκες του. Ποτέ άλλοτε δεν τονίσθηκαν τόσα πολλά τραγούδια σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Όλα τους είχαν μια ανάταση, μια λεβεντιά, μια αισιοδοξία ακόμα κι όταν τραγουδούσαν την πίκρα της σκλαβιάς ή τα βασανιστήρια και τα δεινά που περνούσαν οι σκλαβωμένοι άνθρωποι. Όλα έψαλλαν παλληκαρίσια όπως παλληκαρίσια αντίκρυζαν τους σκοτωμούς και τις κρεμάλες οι αγωνιστές του λαού. Ένας πόθος και μια λαχτάρα κυριαρχούσε σε όλα, το τσάκισμα του εχθρού, το γκρέμισμα του φασισμού για να βασιλέψη η ειρήνη και η λευτεριά στους λαούς (...)"

Ο ύμνος του Ε.Α.Μ

"(...) Όποιος έτυχε εκείνη την εποχή κι ανέβηκε στα βουνά και βρέθηκε στην ανταρτοκρατούμενη περιοχή, στην Ελεύθερη Ελλάδα, αυτός ποτέ δεν θα ξεχάση σε τι περιβάλλον βρέθηκε. Το ΄βλεπες ξεκάθαρα πως βρισκόσουνα μπροστά σ' ένα θαύμα, έβλεπες ένα λαό καινούργιο, ξαναπλασμένο, ξαναγεννημένο, που σε ξάφνιαζε και τάχανες κυριολεκτικά. Ήταν ολοκληρωμένη η συναδέλφωση των βουνήσιων ανθρώπων, των χωρικών με τους αντάρτες και με τους ανθρώπους των πόλεων που καθημερινώς έφθαναν στην Ελεύθερη Ελλάδα. Ήταν συνεχής η φιλοξενία, η συμπαράσταση, η φροντίδα, η στοργική και χαρούμενη υποδοχή, η πατρική και αδελφική, η γεμάτη ειλικρίνεια κι αγάπη.

Ποιο σχολείο ήταν αυτό που μπορούσε να πλάθη και να μεταμορφώνη τις συνειδήσεις, τις ψυχές, ώστε να κάνη τους ανθρώπους των πόλεων να τα χάνουν αντικρύζοντας αυτό το θαύμα της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς, της αληθινής χριστιανικής αγάπης; Δεν χρειάζονταν πολύς καιρός για να καταλάβη κανείς αυτή την αλλαγή. Οι άνθρωποι που ζούσαν στην ελεύθερη Ελλάδα είχανε γλυτώσει από τον βραχνά της σκλαβιάς, είχανε δημιουργήσει ένα δικό τους κόσμο, ένα λαϊκό κράτος και τα χωριά για πρώτη φορά χαίρονταν τα ευεργετήματά του, την αυτοδιοίκησή του και το δικό τους δικαστήριο. Οι ζωοκλοπές σταμάτησαν. Η λαϊκή περιουσία ήταν σεβαστή απ' όλους, κανένας δεν άπλωνε χέρι σε κάτι που δεν ήταν δικό του. Όλοι εκεί πάνω λες και ήταν μια οικογένεια, ότι ήταν αδέρφια και όλοι μαζί αγωνίζονταν  για ένα ιερό σκοπό, το ξεσκλάβωμα της Ελλάδας. Γύρω απ' αυτόν τον ιερό σκοπό, τον κεντρικό άξονα κινούνταν τα πάντα. 

Μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα , μέσα σ' αυτό το περιβάλλον το γεμάτο ζωή και δράση βρέθηκα και γω με τη φωτογραφική μου μηχανή στο τέλος του Φλεβάρη του 1944 όταν έφθασα πάνω στα Ρουμελιώτικα βουνά γεμάτος ενθουσιασμό και όνειρα ν' αποθανατίσω με τη φωτογραφική μου τέχνη τον μεγάλο εθνικοαπελευθερωτικό  αγώνα του Ελληνικού λαού."

Εξάωρη πορεία για να τραφούν οι αντάρτες - φωτο: Σπύρος Μελετζής

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Μετάβαση...


Μία εικόνα πλήρως ενδεικτική για την εποχή που αλλάζει εδώ στα βουνά μας. Δεν γνωρίζουμε πως το σκέφτηκε ο άγνωστος συμπατριώτης που εναπόθεσε τόσο συμμετρικά στην κούπα της βρύσης τα σταφύλια και το πρώιμο κάστανο, αλλά τουλάχιστον στα δικά μας μάτια δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη "ζωντανή σύλληψη" όσον αφορά τη μετάβαση από το παρατεταμένο φετινό καλοκαίρι προς το επερχόμενο φθινόπωρο. Τα δε ξερόφυλλα που χαριεντίζονται με το νερό ακόμη πιο... μαρτυριάρικα!

Καλό χινόπωρο (εν όψει)!  


Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Τελευταίοι στοχασμοί του ήλιου



Ακόμα λίγο — τελευταίοι στοχασμοί του
ήλιου . . . Μη φεύγετε, χρώματα, χρώματα!

    Η στέγες σας χάνουν, απ' τον κάμπο
    φτερουγίσατε — η γαλανή βραδυνή σκιά σας
    ακολουθεί... Σταθήτε λίγο ψηλά. Ας ιδούμε λίγο
    ακόμα την ψυχή μας ιστορημένη απάνω στα
    χιόνια των βουνών από σας — χρώματα!

    Είστε σεις η ιστορία των κρυφών μας και
    των ανείπωτων καϋμών. Σε σας διαβάζομε το
    εσωτερικό μας παραμύθι — εσείς μας δίνετε
    τη γιγάντια ζωγραφιά της ψυχής μας — στο
    άπειρο, τελευταία χρώματα του ήλιου!...

    Τελευταία σύννεφα που ανάψατε! Τίνος
    είστε οι λογισμοί — τίνος η χαρά κι' η λύπη ;
    Ποιος ονειρεύεται σ' εκείνο το βουνό; Ποιος
    λυπάται σ' εκείνη την πεδιάδα ;

    Ορατόρια που σβύσατε απάνω στην άρπα
    των ορθών κυπαρισσιών — και τώρα μόλις
    θυμούνται την τελευταία συγχορδία σας οι
    μακρυνές ράχες... Λαμπάδες αναμμένες απ' την
    αγωνία του απείρου στο Υπερούσιο — χρώματα
    που είστε σαν ν' αγγίξαμε το χέρι αυτών
    που λείπουν —

         ω! δεν πρόφτασα να σας κυττάξω —
              κι' είστε πια ενθύμηση.

["Δύση" - του μεγάλου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)]


Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

"Μαζί θα τ΄ς αφαλοκόψουμε αν..."!!!


Βρέθηκα ένα φθινοπωρινό βραδάκι σ' ένα ωραίο χωριό της Ευρυτανίας και βάδιζα στα πεντακάθαρα λιθόστρωτα σοκάκια του. Παντού κόσμος στις αυλές, λουλούδια, ευωδιές και ομορφιές! 

Περνώντας από την πλατεία ακούω ξαφνικά μια φωνή που φώναζε επίμονα:

- «Περίπτερου, περίπτερου...»

Γυρνάω να δω από περιέργεια και αντικρίζω έναν άνθρωπο που περίμενε ανυπόμονος έξω από ένα παλιό κίτρινο περίπτερο, αλλά ο περιπτεράς... άφαντος!

Ξανά, κάπως εκνευρισμένος, αυτός:

- «Περίπτερου, περίπτερου...»

Ούτε φωνή ούτε ακρόαση!

Στάθηκα να δω τι θα γίνει...

- «Περίπτερου, περίπτερου... περίπτερουουου»!!!

Μετά από λίγο ακούω κάπως πιο απόμακρα μια άλλη φωνή να λέει:

- «Αϊ ορέ, τι σκούζεις έτσ' σα νυχτοπούλι.... περίπτερου και περίπτερου....περίμινε ντε!» 

Γυρνάω και βλέπω τον περιπτερά να ΄ρχεται αργά και βαριεστημένος από... το απέναντι ταβερνείο!!!

Ο άλλος φανερά εκνευρισμένος λέει:

- «Ισένα θα πιριμένουμι ούλη τ' νύχτα;;; Που είσι ρε τόσηνη ώρα;;;»

- «Γιατί, τι φκιάν΄ς, σκάβεις ούλη νύχτα κι βιάζισαι;;;»

- «Aφκα του σπίτ' και τ'ν τηλεόρασ' ανοιχτή...»

- «Αϊ καλά, σπουδαία δ΄λειά άφκες!» 

- «Ναι κι θα περιμένου ισένα πότε θα σ' κόψ' να σκουθείς απ' τ'ν ταβέρνα;;;»

- «Δεν ξέρ΄ς ορέ να πας παρακάτ' να φωνάξ'ς τουν αδερφό μ' απ' τ' άλλου του καφενείου;;; Μ' χάλασες τ'ν παρέα μ', άφ'κα στ' μέση την κβέντα μ' και τα καλαμπούρια μ΄ !»

- «Ισύ πιδάκι μ' δεν έχ'ς ντίπ άγχους. Πέρα βρέχει'...»

-  «Ισύ γιατί έχ΄ς άγχους και χορουπδάς σαν αρκούδ';;;»

- «Αμ' να μην έχου;;; Δεν άκ'σες στην τηλεόρασ' τι θα γένει;;; Τα κουράκια, του κράτους κι οι τράπιζες, θα πληστηριάσνε τα σπίτια μας, θα μας τα πάρνε ούλα άμα δεν πλερώσουμι ότ' μας λένε!»

- «Αϊ ορέ, μη χουλουσκάς...»

- «Μη χουλουσκάω, τι λες τώρα, ααα;;;»

 - «Καλά σ΄ λέω. Άμα 'ρθούνε κατά δω να πάρνε σπίτ' να περάσνε πρώτα απ' τ'ν εκκλησία να κοινωνήσνε να πάνε έτοιμ' στουν παράδεισου!» 

- «Αααα;;;» 

- «Τι αααα και αααα ορέ;;; Δεν νtρέπεσαι ντιπ, είσι κι Ευρυτάνας;;; Τι τσ' έχουμι τσ' γκράδες κι τα καριουφίλια τα Κατσαντωνέικα;;; Δεν έμαθις τίπουτα ορέ απ' τσ' παππούληδες μας;;;»

- «.....»

- «Αϊ έλα ησύχασι τώρα, να σ΄δώκου και τα τσγάρα σ' κι άσι τα άγχη. Μην κάθεσι μουνάχους κι μοιρουλουγάς. Σβήσι του χαζουκούτ΄ κι έλα δώθε να κεράσου κάνα τσίπρου και να κουβεντιάσουμι αντάμα για το τι θα κάμωμε. Άμα πλαντάξ΄ς μοναχός σ' τι θα βγει ορέ χαμένε;;; Μαζί ούλοι θα τ'ς αφαλοκόψουμε αν τουλμήσνε. Ακούς αααα;;; Ούλοι μαζί!!! »



Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Φέγγε μου να περπατώ!


Ο δάσκαλος του ΕΑΜ Νίκος Μόυτσος διδάσκει σε σχολείο του βουνού (1944) - η φωτο από τον "Κόκκινο Φάκελλο"!

"Για να περπατήσεις στο σωστό δρόμο, χρειάζεσαι φως. Και το φως είναι γράμματα. Ο κόσμος πρέπει να μάθει να διαβάζει, γιατί αλλιώς ακούει μόνο ότι του λένε οι άλλοι... Η φυλακή πρέπει να γίνει σχολείο."

(Τάδε έφη Μιχάλης Παπαμαύρος, ο αείμνηστος επιστήμονας παιδαγωγός και συν-διευθυντής του Παιδαγωγικού Φροντιστηρίου του ΕΑΜ στο Καρπενήσι τα χρόνια της Αντίστασης!).


ΥΓ: Για την απαρχή της νέας σχολικής χρονιάς. Χαρισμένο με αγάπη και σεβασμό στα παιδάκια του τόπου μας και στους δασκάλους τους, και ιδιαίτερα αυτών των δυσπρόσιτων ορεινών χωριών μας, που κάτω από πραγματικά δύσκολες συνθήκες θα δώσουν για μία ακόμη φορά τη μάχη της γνώσης κόντρα στις αδιανόητες ελλείψεις και την πανταχού απούσα αδιάφορη "Πολιτεία" ... 



Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Φωτοστέφανο!


Απ' το μπαλκόνι τ' ουρανού
σαν φωτοστέφανο  
προαιώνιας ελπίδας
σπέρνει διάφανη φωτιά 
σβήνοντας  
της νυχτιάς τα βάσανα.


Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017

Το άρρωστο άλογο!



"Στην αγορά του Σαββάτου τ' άλογα που ήταν για πούλημα μιλούσαν κάτου απ τη λεύκα για τη ζωή τους. Κι ένα κόκκινο άλογο, κουρασμένο, με το κεφάλι χαμηλά, τους διηγιόταν τα θαυμάσια των ταξιδιών του.

Κάμπους απέραντους στο λιοπύρι εδιάβηκε, δασωμένες ρεματιές με κελαηδιστό νερό το ξεκούρασαν. Σε παρθένα χιόνια βυθίστηκαν τα πέταλά του -από θύελλες μαστιγώθηκε, σε λαμπρές φωτιές εστέγνωσε- στη ζέστη παχνιών αρχοντικών κοιμήθηκεν ύπνο βαθύ. Για τον καβαλάρη του μιλούσεν ώρα πολλή και για τις πολιτείες που τον χαιρετούσαν από μακριά με τους θόλους των και τα καμπαναριά των...

-Παράξενο! του είπαν. Έτσι άρρωστο και κοκαλιάρικο δοκίμασες τέτοιες δόξες;

-Είν' αλήθεια, είπε τ' άλογο, πως σ' όλη μου τη ζωή με δεμένα τα μάτια γύριζα μαγκανοπήγαδο. Μα ο Θεός ήξερε να τιμωρήσει τον άνθρωπο που με σκλάβωσε -χαρίζοντάς μου τη φαντασία."

[Του μεγάλου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)]