Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Τ' αγριομελίσσι !


Ο εκ Γρανίτσης Ευρυτανίας λογοτέχνης Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915) μας ξεναγεί μέσα από το περίφημο βιβλίο του "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου"- βιβλιοπωλείον της Εστίας, στο συναρπαστικό κόσμο της μάνας φύσης! Αυτή τη φορά ο λόγος για το... αγριομελίσσι!

Ιδού:

======================

Τ’ ΑΓΡΙΟΜΕΛΙΣΣΙ


Σχεδόν οι περισσότερες σπηλιές των Ευρυτανικών οχθών του Ασπροποτάμου είναι κυψέλαι Αγριομελισσών. Παρακολουθούμεν πρωί βράδυ το θέαμα της καταδιώξεώς των. Σύννεφα πουλιών, τα οποία λέγον­ται μελισσοφάγοι, περιφέρονται αυτήν την εποχήν επάνω εις τας όχθας του ποταμού, στας σχισμάδας των οποίων είναι ριζωμένα τ’ αγριομελίσσια. Οι μελισσοφάγοι αναμένουν την πρωινήν έξοδον ή την βραδινήν επιστροφήν των μελισσών από την βοσκήν των. Η Αγριομέλισσα αλλάσσει τακτικά δρόμον, αλλά και οι μελισσοφάγοι ευρίσκονται παντού εμπρός της. Καταλαμβάνουν τα κατάλληλα σημεία της διαβάσεώς των και εκεί επιτίθενται καταστρεπτικώς.

Δύο πλάσματα του Θεού, το πρόβατον και η μέ­λισσα, έχουν τον αλτρουϊσμόν ή την παραφροσύνην τόσον ισχυράν, ώστε εκεί όπου ώρμησεν ο αρχηγός, να ακολουθούν πιστά, έστω και αν βλέπουν τον θάνατον εμπρός των. Επήδησεν ο αρχηγός των προβά­των το (γκεσέμι) εις ένα γκρεμόν ; Τον ακολουθούν όλα τα πρόβατα και πρέπει να σπάση γκλίτσαις επάνω των ο τζοπάνης, διά ν’ ανακόψη το πήδημά των. Επήρε μία μέλισσα αυτόν τον δρόμον ; Σχηματίζεται όπισθέν της αλυσίδα, όλο το μελίσσι και δεν πλαγιοδρομεί, χίλιοι μελισσοφάγοι να είναι παρατεταγ­μένοι δεξιά και αριστερά.

Οι μελισσουργοί γνωρίζουν την ηλιθίαν αυτήν αφοσίωσιν των μελισσών προς τον αρχηγόν των και άμα το πρωί πρόκειται να εκκινήσουν τα μελίσσια των διά την βοσκήν, θα τουφεκίσουν εις τον αέρα διά να διώξουν τους μελισσοφάγους, οι οποίοι αναμένουν γύρω από τα μελισσιμάντρια, για να πιάσουν την μελισσογραμμήν. Άμα οι μέλισσες φθάσουν εις την βοσκήν οι μελισσοφάγοι δεν ματαιοπονούν, διότι εκεί τα σμή­νος σκορπίζεται επάνω στα έλατα να βυζάξη το μάνα, την καλυτέραν δηλαδή μελισσοτροφήν, από την οποίαν γίνεται  το τριγανιστό μέλι, που ονομάζεται ζαχαρόμελο.

Αλλά τα κακόμοιρα τ’ αγριομελίσσια δεν έχουν μό­νον τον μελισσοφάγον εχθρόν. Τα καταδιώκουν κατ’ εξοχήν τα κουνάβια. Αυτά είναι η μεγάλη καταστροφή των. Αναρριχώνται στις απόκρημνες φωλιές των και ρημάζουν το μέλι τους, μη αφήνοντα ούτε κηρήθρας. Κατά δεύτερον λόγον τα κυνηγά η αλεπού, άλλ’ αυτή, διά πολλούς λόγους, αποφεύγει αυτάς τας επικινδύ­νους επιχειρήσεις και προτιμά τα χαμηλά κοτέτσια. Εις μίαν καταδίωξιν αγριομελισσιού έπεσεν εις το ποτάμι, όπου ιδούσα τας δεξιά και αριστερά αποτόμους όχθας, εις τας οποίας θα ήτο μάταιον να επιχει­ρήση ν’ αναρριχηθή, εστρογγυλοκάθισεν επάνω στα νερά και είπε φιλοσοφικώς:

- Ξέρω τώρα πως στο Αιτωλικό θα με βγάλη τα ποτάμι, αλλά βαρυούμαι τα κλωθογυρίσματα...

Έκτοτε ο μύθος λέγει, ότι η αλεπού μόνον αν την πάρη καμμία μεγάλη πείνα κινδυνεύει εις ηρωισμούς κατά των αγριομελισσιών, τα οποία άλλως τε την μάχονται τόσον φοβερά, ώστε πρέπει να απουσιάζουν διά να επιτεθή εις το μέλι των.

Οι άνθρωποι, τολμηρότεροι της αλεπούς, καταδιώ­κουν τα αγριομελίσσια, τα οποία εδώ εις τα μέρη μας είναι το επικερδέστερο κυνήγι, όσον σχεδόν τα κουνά­βια και τα αλεποδέρματα. Διότι πρώτον τα αγριομελίσσια, ως ευρισκόμενα πλησίον των ελατιών, κάνουν το ζαχαρόμελο, το οποίον είναι το ακριβώτερο μέλι. Δεύτερον, επειδή δεν τα τρυγούν τακτικά, όπως τα ήμερα μελίσσια, έχουν άφθονο μέλι, ημπορεί λόγου χάριν να φθάση ένα εβδομήκοντα οκάδες μέλι, από το οποίον θα βγάλη πέντε οκάδες κερί, ώστε 70 δραχ. από μέλι και άλλες 40 από κερί το όλον 110.

Άλλοτε το κυνήγι των αγριομελισσιών ήτο ανοργάνωτον, τουτέστι εγίνετο από τους τυχόντας και ένεκα τούτου ολιγώστεψαν πολύ τα αγριομελίσσια. Οι αυτοσχέδιοι αγριομελισσοκυνηγοί ενδιαφερόμενοι μόνον πώς θα πάρουν περισσότερο μέλι, τα ερήμαζαν, ή αφήνοντες τις φωλιές των δίχως σταλιά μέλι εις ώραν χειμώνος, ή το βαρβαρώτερον ακόμη, πνίγοντες τας μελίσσας διά την ευκολωτέραν εξαγωγήν του μέλιτος. Έκαναν δηλαδή ένα έργον παρόμοιον προς το τού αειμνήστου κλεφτομελισσά, το τέλος του οποίου, όπως και του ζωοκλέπτου, το οφείλομεν εις τον κ. Βενιζέλον.

Ο κλεφτομελισσάς εθανάτωνε το μελίσσι με θειάφι, ή και το έπνιγε μέσα στο νερό. Ευτυχώς τώρα τελευταία, διότι συνέβησαν πολλά δυστυχήματα, τα αγριο­μελίσσια αφέθησαν εις τους εξ επαγγέλματος κυνη­γούς των. Αυτοί είναι όχι μόνον τολμηροί άνθρωποι, αλλά και τέλειοι τεχνίται. Δένονται με τριχιές και κατεβαίνουν τους γκρεμούς, όπου τα αγριομελίσσια, τα οποία πρώτα-πρώτα δεν τα σκοτώνουν, αλλά τα ναρ­κώνουν προσωρινά με ισκοκαπνόν και τοιουτοτρόπως παίρνουν το μέλι ήσυχοι, αφήνοντες ανάλογον ποσό­τητα, διά να μη ψοφήση το μελίσσι από πείναν.

Τα πολύπαθα τα ζώα! Λέγει κάποιος μύθος, ότι τα ζώα διά ν’ αποφύγουν την τυραννίαν του ανθρώπου, εις του οποίου την κυριότητα ανήκον εντολή του θεού, έκαμαν συνέδριον και απεφάσισαν να παραβούν την θείαν επιταγήν. Ώρισαν λοιπόν την ημέραν της εξόδου των προς την ερημίαν και είπαν «την ημέρα εκείνη θα φύγωμε, πρώτα ο Θεός». Η κότα που ήταν περισσότερον βασανισμένη από τον άνθρωπον εφώναξεν:

-Δεν έχει Θεός και Ξεθεός. Ό,τι θέλει να ειπή ο Θεός ημείς θα φύγωμε...

-Μάλιστα, είπαν τα σκυλιά, τα γουρούνια, τα άλογα και άλλα πολλά ζώα. Θέλει δεν θέλει ο Θεός, εμείς θα φύγωμε... Δεν υποφέρεται ο παλιάνθρωπος αφεντικός...

Ο Θεός ήκουσε την αυθάδη γλώσσαν των και ετιμώρησε τα ασεβή διά της αιωνίου δουλείας των υπό τον άνθρωπον. Έφυγαν μόνον όσα είπαν «πρώτα με το θέλημα του Θεού».

Αλλά και αν έφυγαν τι έκαμαν ; Ο άνθρωπος τα πήρε το κατόπιν, και στην ερημιά όπου εζήτησαν να κρυβούν. Μ΄όλα ταύτα ο άνθρωπος, ως θεοσεβέστερος των ζώων, προσέχει ωσάν τα μάτια του τα αγριομε­λίσσια που κατέφυγαν εις ιερούς τόπους, τουτέστι περιοχάς εξωκλησιών, μοναστηρίων και προσκυνηταριών. Δεν τα πειράζει, διότι, κατά γενικήν λαϊκήν πεποίθησιν, εκείνα «κάνουν το κηρί του αγίου». Ωσαύ­τως δεν κρούει και τα αγριομελίσσια τα οποία είναι εις μέρη «στοιχειωμένα», διότι αυτά θρέφουν «τα στοιχειά».

Προ ετών εις μίαν όχθην του Πλατανιά, παραποτά­μου του Αχελώου, κάποιος παπάς ήθελε να παραβή την κοινήν πρόληψιν και να τρυγήση ένα αγριομελίσσι,το οποίον παλαιά παράδοσις το έφερεν ως «στοιχειωμένο». Εδέθη λοιπόν με μίαν τριχιάν και εκρεμάσθη εις την μυθικήν σπηλιάν, όπου το αγριομελίσσι εδούλευε αιώνας τόσον, ώστε να κρέμωνται τα μέλια κάτω εις τον βράχον ως ξανθός καταρράκτης. Λέγεται ότι τον μελιτώδη αυτόν καταρράκτην κάποτε ετουφέκισε με συρματοδεμένα βόλια ένας αρματολός για να τον ρίψη κάτω, αλλά έσκασε το ντουφέκι του και αντί να κοπούν τα μέλια εκόπη το χέρι του. Έκτοτε κανείς δεν επάτησε εκεί πλην του παπά, ο οποίος, αφού ήρχισε να τρυγά το μέλι, ήκουσε μίαν φωνήν.

-Σώνει άλλο τώρα.

Ο παπάς ενόμισε πως του φωνάζουν οι σύντροφοί του επάνω από τον βράχον, ενώ, κατά την παράδοσιν, του εφώναξε το στοιχειό μέσα από την σπηλιά. Εγύρισε λοιπόν και απήντησε στους συντρόφους του .

-Τώρα να πάψω, που μπήκα στο παχύ στρώμα ;...

Αλλά μόλις εκοίταξε προς τα επάνω για να τον ακούσουν καλύτερα, είδε δίπλα του ένα φίδι και στρέψας αμέσως το μαχαίρι, με το οποίον εμελισσουργούσε, το έκοψε εις δύο. Εκείνο όμως, το οποίον αυτός εξέλαβε για φίδι, ήταν η τριχιά που τον είχαν δεμένο. Και ο ατυχής παπάς επλήρωσεν την παράδο­σιν, γκρεμισθείς κάτω κατά τρόπον, ώστε να μη ειμπορούν να τον περισυλλέξουν απ’ εκεί. Έκτοτε οι χωρικοί περνούν μακρυά από το «στοιχειωμένα μελίσσι», το οποίον τώρα γεμίζει με τα χρυσά μέλια του και τα χείλη της σπηλιάς.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

Ο... Παπάς της Χελιδόνας!


Ιδού το επιβλητικό βουνό της Χελιδόνας (1974μ.) και συγκεκριμένα η ψηλή κορφή του "Παπά", όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι από τα κοντινά χωριά Μηλιά και Σελλά.

Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο το ίδιο το σχήμα του βουνού δικαιώνει το προσωνύμιο. Αν προσέξετε καλά την εικόνα (βλ. πάνω-πάνω και από τα δεξιά προς τα αριστερά) θα διαπιστώσετε ότι διαγράφονται -σε προφίλ- τα χαρακτηριστικά τού προσώπου ενός ιερωμένου! 

Γένι, στόμα, μύτη, μάτια, μέτωπο και ριχτό προς τα πίσω το καλυμαύχι του!!! 

Να λοιπόν που η φαντασία κάνει παιχνίδι με τη διαβρωτική δύναμη των στοιχείων της φύσης πάνω στο βράχο...

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

Συμφορά διαφεντεύτρα...


Πονεμένα κοιτάζω
με θολή τη ματιά,
πολιτείες μπροστά μου
και ρουμάνια και δάση.

Είμ' ανθός μαραμένος.
Μ' έχει κάψ' η φωτιά,
συμφορά που τη λένε,
διαφεντεύτρα στην πλάση.

("Ανθί μαραμένο" - του αλησμόνητου Ευρυτάνα ποιητή Δώρη Άνθη)


Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

«Αυτός, αυτός είν’ ο Λαός»!

φωτοκάπου στα Κρικελλιώτικα βουνά (που κρατήθηκαν λεύτερα...)


Πριν από κάποιους αιώνες... Ο γερο-Φωτεινός, παλιός απείθαρχος αγωνιστής και φτωχός ξωμάχος, διώχνει τα μαντρόσκυλα του φράγκου τσιφλικά Τζώρτζη Γρατζιάνου γιατί καταπάτησαν τη γη του καταστρέφοντας τη σπορά. Όταν φτάνει ο αφέντης με τους μπράβους του, ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος...



(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)
K’ εγώ, σκουλήκι αγνώριστο, ο Tζώρτζης ο Γρατζιάνος.
Αφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, άρχοντάς σου.
Aυτό το χώμα που πατώ, οι πέτρες, τα νερά σου,
ήμερο κι άγριο κλαρί, τ’ αγέρι σου, η ψυχή σου,
τα ζωντανά σου, τα παιδιά, το αίμα σου, η τιμή σου,
όλα δικά μου, μάθε το. Bουνού και λόγγου αγρίμι
είτ’ έχει τρίχα είτε φτερό, σιχαμερό ψοφίμι,
το διαβατάρικο πουλί σ’ εμέ μονάχ’ ανήκει,
κι αξίζει το κεφάλι σου λαγόπουλο ή περδίκι.
Γι’ αυτ’ όθε θέλω θα περνώ, κ’ εγώ και τα σκυλιά μου·
τίποτε δεν ορίζετε, κ’ είναι κι αυτή σπορά μου.
Kι ούτ’ άλλη τύχη αξίζετε. Γενιά καταραμένη,
δειλή, κακογεράματη, στον κόσμο ακόμα μένει
για να πομπεύει τ’ όνομα και την κληρονομιά της!

Kαι στα στερνά τα λόγια του ένιωσε ο ζευγολάτης

ότι ένα δάκρυ ενότιζε τ’ ασπράδι του ματιού του
κι ολόρθες αναδεύοντο οι τρίχες του κορμιού του.

(ΦΩΤΕΙΝΟΣ)

Aν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή είν’ η ρίζα.
Και μένει πάντα ζωντανό ή ρόδι φάγ’ ή βρίζα,
αυτό το βόιδι το μανό, π’ όσο βαθιά ρουχνίζει
τόσο εύκολα μυγιάζεται κι ανεμοστροβιλίζει
και που το κράζουνε Λαό. Θα σπάσει το καρύκι
και θα προβάλει με φτερά μια μέρα το σκουλήκι.
Tότε, πουλί το σερπετό, ποιος ξέρει πού θα φτάσει!...

(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)

Δείξε μου αυτό το λείψανο, που θα βρικολακιάσει!

(ΦΩΤΕΙΝΟΣ)

Eγώ... ο φτωχός, ο Φωτεινός, ο γέρος, ο ξεσκλιάρης,
που ρίχνω εδώ το σπόρο μου για να μου τόνε πάρεις.
Εγώ που με τον ίδρωτα τα χώματα ζυμώνω
για να τρώγει άλλος το ψωμί. Που τρέχω και κεντρώνω
την αγριλίδα του βουνού και που δεν έχω λάδι
ν’ ανάφτω το καντήλι μου και ζω μέσα στον Άδη.
Εγώ που με τα νύχια μου αναποδογυρίζω
το λόγκο και τα ριζιμιά, για να σας τα στολίσω
με κλήματα που δεν τρυγώ και που ποτέ δεν έχω
λίγο κρασί κεφαλιακό, τη γλώσσα μου να βρέχω.
Εγώ ο φτωχός ο μυλωνάς, που ζω σ’ αιώνια ζάλη
και παίρνω κέρδο, πλερωμή, προσφάγι την πασπάλη.
Που δεν ορίζω το παιδί, που πάντα ζω με τρόμο,
και που δε βρίσκω εδώ στη γη για να με κρίνει νόμο.
Αυτός, αυτός είν’ ο Λαός. T’ άψυχο το κουφάρι
αυτό ’ναι το καματερό, το ψόφιο το κριάρι...
Mη ρίξεις άλλο φόρτωμα στην έρμη του την πλάτη...

(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)

Συμμάζωξε τη γλώσσα σου τη φιδινή, χωριάτη·
μη μου ξανάφτεις τη χολή. Γονάτισε μπροστά μου
και ζήτησε συγχώρεση για τα λαγωνικά μου...
Δε θες, αντάρτη, δεν ακούς;...

(ΦΩΤΕΙΝΟΣ)

Kαλύτερα το βρόχο
παρά τα γόνατα στη γη... Άρα-κατάρα το ’χω...
Θά ’φηναν λάκκωμα βαθύ, και θά ’ταν μέγα κρίμα,
τιμή να θάψω κι όνομα μέσα σ’ αυτό το μνήμα.

(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)

Tώρα θα ιδείς, παλικαρά... Aκούστε με, συντρόφοι,
και μη θυμώστε αν λυπηθώ αυτόν τον άγριον όφι...
Nα μας πλερώσει τα σκυλιά με τα καματερά του.
Και για την τόλμη πόλαβαν τα πέντε δάχτυλά του
να σφεντονίσουν κατ’ εμάς, εκεί στο χερουλάτη
να συντριφτούν με το σφυρί... Σ’ αρέσει, ζευγολάτη;


Kαι δυο σκιάδες πάραυτα ωρμήσανε κι αρπάξαν

τα βόιδια πού ’ταν στο ζυγό. Δύο άλλοι τον αδράξαν
κ’ εδέσανε το χέρι του στο φοβερό χερούλι
με τη σφεντόνα πόβρανε. Ύστερα, με τη σκούλη,
αρχίσαν, του κοντόσπαθου, αργά να πελεκάνε
τ’ αντρειωμένα δάχτυλα και να περιγελάνε.
    
Όλο τ' αλέτρι εβάφηκε. Το μαύρο το παιδί του
στο χώμα δίπλα εμούγκριζε, σαν νά ’βγαινε η ψυχή του.
K' εκειός ο γέρο-δράκοντας, χωρίς ούτε ν’ αχνίσει,
εκοίταζε το αίμα του που πότιζε σα βρύση
τη γη του την ταλαίπωρη· και μέσα στην καρδιά του
μεμιάς αστράψαν τα παλιά τ’ ανδραγαθήματά του,
κ’ εσπιθοβόλησε στο νου χρυσόφτερ’ η ελπίδα
με τη δική του εκδίκηση να σώσει την πατρίδα.



(Απόσπασμα από τον "Φωτεινό", έργο του  Αριστοτέλη Βαλαωρίτη ο οποίος είχε βαθιά Ευρυτανική καταγωγή, ως απόγονος των οπλαρχηγών Χρήστου και Μόσχου Βαλαώρα,  από το χωριό Βαλαώρα Ευρυτανίας!)






Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;»



«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
Γιατί; Γιατί;»
Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί.

Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει
φωτιά.
Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα,
μια ρεματιά!

Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο να ένα
δεντρί…
Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου,
δροσιά να βρει.

Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του
και περπατεί!
Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης,
γιατί, γιατί;

«Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;»
«Στα δυο χωριά.»
«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;
Πολύ μακριά!»

«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα εγώ;
Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει,
γι’ αυτό είμαι δω.

Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες… για δυο,
για τρεις…
Ο νους μου σήμερα δε ξέρω,
τ’ είναι βαρύς».

«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι να
δροσιστείς».
Σκύβει να πιει νερό στη βρύση,
στερεύει ευθύς.

Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
φεύγει ο καιρός,
Στον ίδιο τόπο είν’ ο Γιάννης,
κι ας τρέχει εμπρός…

Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,
μα πού κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι,
με τη βροχή.

«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο,
το σπλαχνικό,
που ‘ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι
και στο βοσκό;»

Ο πεύκος μίλαε στον αέρα
– τ’ ακούς, τ’ ακούς;-
και τραγουδούσε σα φλογέρα
στους μπιστικούς.

«Φρύγανο και κλαρί του πήρες
και τις δροσιές
Και το ρετσίνι του ποτάμι
απ΄ τις πληγές.

Σακάτης ήτανε κι ολόρθος,
ως τη χρονιά,
Που τον εγκρέμισες για ξύλα,
Γιάννη φονιά!»

«Τη χάρη σου ερημοκλησάκι,
την προσκυνώ,
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
και να σταθώ…

Η μάνα μου θα περιμένει
κι έχω βοσκή…
Κι είχα και τρύγο… Τι ώρα νάναι και τι
εποχή;

Ξεκίνησα το καλοκαίρι
-να στοχαστείς-
Κι ήρθε και μ’ ήβρε ο χειμώνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!
Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε το λόγκο,
που τρέχει εμπρός.

Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω
-με τι καρδιά;-
Θέλω να πέσω να πεθάνω,
εδώ κοντά.»

Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι…
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος,
πολύ μακριά.

Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι,
φωνή καμιά.
Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,
στην ερημιά.-

(του μεγάλου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου)



Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

ΟΧΙ (με επίγνωση...)


ΟΧΙ
σιδεροφράχτες στα ανέγγιχτα Άγραφα!


ΥΓ: Για όσους ακόμη... κομπιάζουν να ονοματίσουν στα ίσα το αδίστακτο και αδηφάγο "τερατάκι" που χρόνια και χρόνια σπέρνει την καταστροφή στη Φύση και στον Άνθρωπο, να θυμίσουμε ότι δεν  είναι... ούτε αβάπτιστο ούτε ορφανό!  Έχει καταγωγή από "μεγάλο σόι", με παραλήδες γονείς βαρόνους του Κεφαλαίου, νονά την Ευρωπαϊκή Ένωση και νταντά την Εξουσία-διεκπεραιωτή των ανωτέρω. 

Όμως, τόσο η ίδια η εκτρωματική του υπόσταση όσο και η ανερμάτιστη λαιμαργία του, προκαλεί όλο και μεγαλύτερη απέχθεια κι αποστροφή στην συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας με ότι αυτό  συνεπάγεται...

Καλή δύναμη - ψυχή βαθιά!