Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Ένα φθινοπωρινό απόγευμα!

Μια άποψη από το όμορφο Καλεσμένο της Ευρυτανίας

"Φθινόπωρο! Μια γλυκειά όλο θαλπωρή μέρα! Λίγα σύννεφα στις κυματόραχες γύρω! Είχε διαβή ο ήλιος και κατηφόριζε όλο νωχέλια, για το τέλος του σημερινού του ταξιδιού. Πράσινα όλα γύρω. Μια νέα απόχρωση του πράσινου, χωρίς μεγάλη ζωηρότητα. Απόβρεχο. Έτσι λίγες γρήγορες στάλες βροχής από κάποιο περαστικό σύννεφο. Μύριζε καψαλίλας.

Το νερό κατρακυλούσε στο στενό αυλάκι, όλο μουρμούρα και βιασύνη. Χωρίς χασομέρια έμπαινε στη δούλεψη. Έπαιζαν τα φύλλα πάνω στις κληματόβεργες. Άφηναν ακάλυπτα, τσιτσιδωτά τα μαύρα τσαμπιά των σταφυλιών.

Ένα σπίτι απέναντι πρόβαλε. Να έτσι υπερήφανο μέσα απ' τα δέντρα. Καινούργιο. Μαβί όλο πάστρα. Δίπλα του πεζούλια μεγάλα. Ξερολιθιές. Έκοβαν το σπάθισμα της πλαγιάς στον κατήφορο. Μικρά κηπάκια. Όλο πράσινο. Μπερδεμένα, χωμένα κάτω από θεόρατες καστανιές.

Μια ρεματιά γέρνει στον κατήφορο γεμάτη δένδρα. Όλα γύρω κλεισμένα μέσα σ' ένα κόσμο δένδρων και φυλλωσιάς. Θάπρεπε μεγάλες προσπάθειες να καταβάλης, για να δης σπίτι. Όλα σε καλούσαν.

Επανάσταση στην ψυχή και το νού. Τόσο μαζεμένο πράσινο! Απέναντι πλαγιές που δεν χωρούσαν άλλα έλατα. Καλοβαλμένα. Έτρεχαν στ' απότομα τσακίσματα των λόφων και γέμιζαν τα πάντα..." 


(Επιλογή από το προσωπικό μας αρχείο: ένα παλιό βιβλιαράκι, μισού και πλέον αιώνα, με συγγραφέα το δάσκαλο Παναγιώτη Γ. Παππά και τίτλο: "Το Καλεσμένο Ευρυτανίας. Η φύση - οι άνθρωποι - η προσπάθεια", χαρτοτυπογραφικαί βιβλιοδετικαί εργασίαι, Αγρίνιο 1965)


Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Σιωπηλά και με παράπονο...


Στη σιγαλιά του σούρουπου, την ώρα που ο ήλιος ρίχνει το στερνό του φως, τούτη η εικόνα φαντάζει ακόμη πιο μοναχική.  
Έφυγαν οι άνθρωποι, μίσεψαν οι δουλευτάδες και μήτε οι σκιές δεν περπατάνε πια εδώ. Μονάχα το τραγούδι του νερού απ' το διπλανό ρυάκι και τ' αερικά του βουνού που μπαινοβγαίνουν απ' τα μισάνοιχτα παράθυρα, συντροφεύουν τη μοναξιά του.  
Πέρασαν τα χρόνια και η ελπίδα της επιστροφής ξεθώριασε... 
Σκόρπισαν κι οι μνήμες και τα σημεία αναφοράς πιότερο πονάνε παρά προσκαλούν...
Αντίο πέτρινε φίλε, ας είναι επιεικείς μαζί σου οι έσχατοι καιροί...   


Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Τα σπιτάκια που περπατάνε!


Μια ματιά στο παρελθόν μέσα από τα μάτια των παιδιών!

<< Για πρώτη φορά ένα παιδί του Κρίκελλου βλέπει το τραίνο στο Λιανοκλάδι. Είναι η ώρα που φεύγει για τη Λάρισα. 

"Κύριε, κύριε", φωνάζει ξαφνικά ο Κώστας: 

-"Κοίταξε σπιτάκια περπατάνε.... Και το πρώτο καπνίζει.... Θα κάνουν το φαΐ τους..."

-"Παιδιά, αυτός είναι ο σιδηρόδρομος", είπε ο δάσκαλος. 

-"Α!.." έκαμαν όλα τα παιδιά και τα παράθυρα γεμίσανε κεφαλάκια...>>


(του αείμνηστου Ευρυτάνα εκπαιδευτικού και συγγραφέα Γιάννη Βράχα (1910-1993) - Παιδικό ανάγνωσμα για τις τάξεις Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ / "Εκδρομές-Υγεία-Χαρά-Μόρφωση" / "Εκδοτικός οίκος ο σοφός κένταυρος", τρίτη έκδοση βελτιωμένη, 1963)  


Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Η νυφίτσα


Ο αλησμόνητος Ευρυτάνας λογοτέχνης Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915) μας συστήνει τη Νυφίτσα, μέσα από το εξαιρετικό βιβλίο του με τίτλο "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου" (βιβλιοπωλείον της Εστίας)

Απολαύστε τη!

======================

Η ΝΥΦΙΤΣΑ

Ιδού και ο τρόμος των κοριτσιών. Περιέρχεται την νύκτα τα σπίτια και κατακόβει τα υφάδια των αργαλειών, χώνεται εις τα φορτσέρια και σχίζει τα φο­ρέματα, αναποδογυρίζει τους γίκους και πριονίζει τα υφάσματα, ημπορεί τέλος εις μίαν νύκτα να κάμη κουρέλια όλην την προίκα ενός κοριτσιού. Ήτο λοι­πόν επόμενον να πλεχθή ολόκληρος ιστορία επάνω εις το ξανθοκόκκινον αυτό τετράποδον -είναι περίπου σαν μεγάλο ποντίκι- το οποίον αφθονεί εις τα σπίτια και τους κήπους των χωρικών.

Κατά την ιστορίαν αυτήν, η Νυφίτσα -η οποία εις πολλά μέρη συγχέεται με την Βερβέραν- ήτο μελλόνυμφος. Όταν ήλθεν η παραμονή του γάμου της, η αδελφή τής έκλεψε την προίκα της και την άφησε δίχως «ράμμα στο βελόνι». Έκτοτε η ατυχής αναζη­τεί μέσα στα σπίτια τα εργόχειρά της και όπου εύρη γίκον νομίζει ότι είναι ιδικός της. Στρώνεται λοιπόν και τον λιανίζει με τα δόντια της, έκτος αν εύρη πα­ρέκει καμμιάν ρόκαν, οπότε κάθεται και γνέθει διά να συμπληρώση την προίκα της.

Διότι, κατά την παράδοσιν, η Νυφίτσα ήτο τόσον εργατική, ώστε δεν άφηνεν ούτε ώραν δίχως να δουλεύη είτε εις τον αργαλειόν της είτε εις την ρόκαν της. Άλλως τε τα κορίτσια φρονούν, ότι η ρόκα, την οποίαν τοποθετούν παρά τον γίκον των, είναι μία ομολογία προς την Νυφίτσαν, ότι η προίκα είναι ιδική της και τοιουτοτρόπως δεν έχει λόγον να θυμώση.

Πολλά βράδια η Νυφίτσα παρουσιάζεται εις τα νυχτέρια των κοριτσιών. Περιφέρεται δίπλα των ως να αναζητή κάτι. Το θάρρος αυτό το έχει πάρει εκ του ότι ποτέ δεν την πειράζουν. Τουναντίον μάλιστα ούτε γυρίζουν μάτια προς αυτήν. Εξακολουθούν την εργασίαν των και, ως να μη αντελήφθησαν τάχα, ομιλούν διά την Νυφίτσαν:

-Καλή και άξια κοπέλλα που ’ναι η Νυφίτσα... Έφκιασε την προίκα της και ακόμη δουλεύει... Είπαν ένα λόγο, πως την επάνω Κυριακήν η Νυφίτσα παν­τρεύεται...

Άμα η Νυφίτσα φύγη, ώστε να μην ακούη, τότε πλέον αρχίζει από τα κορίτσια η διακωμώδησις των γάμων της.

Πέντε πόντικοι
και δεκοχτώ νυφίτσες
γάμον έκαμαν
μ’ ένα κλωνί σιτάρι
και το ήλιαζαν
στης βατσινιάς το φύλλο
το γοργοάλεθαν
στου σφοντυλιού την πλάκα
σκνίπα ζύμωνε
κουνούπι ανεβατίζει
κι ο σκαντζόχοιρος
κοντοσυμπάει το φούρνο·
σπίθα πήδησε
του καίει το ποδαράκι
τρέχει ο μπάκακας
με το νερό στο στόμα,
τρέχει ο ψύλλος
με πάτερο στον ώμο
-Πού να τόνε θάψωμε,
πού να τόνε πάμε; 
-Στην κυρά την Παναγιά
που ΄χει ανώγια και κατώγια,
κι εκατό σανίδια.

Στους υπερλάμπρους στίχους του «Multiple Splendeur» τραγουδεί ο Βεράρεν τους πρωτοπλάστους, που «μη γνωρίζοντες τίποτε, ανεκάλυπταν την οδύνην, το κακόν, την ηδονήν, το καλόν». Τα μάτια των και ο εγκέφαλός των επνίγοντο από νέα δράματα και εντυπώσεις. Ενώ λοιπόν «κατέτρωγαν την χαράν ως μίαν άπειρον λείαν», ήρχιζαν να ονομάζουν τα πράγ­ματα «με προχείρους κραυγάς», αι οποίαι αργότερον έγιναν λέξεις, άλλαι διστακτικαί «βαφόμεναι με χί­λια χρώματα», και άλλαι πίπτουσαι και εγειρόμεναι «σταθεραί και καθαραί» πέριξ της ιδέας, ψάλλουσαι την ειλικρινή και θείαν έκπληξιν των αυτιών, των μα­τιών, των χειρών, των ρωθώνων, εμπρός στους καρ­πούς, στα λουλούδια, στα νερά και στους λόγγους. Έκτοτε, λέγει, επέρασε καιρός επάνω στα πρώτα αυτά ψελλίσματα της ανθρωπίνης ψυχής, βασιλείς και λαοί διεσταυρώθησαν στις θάλασσες, στα βουνά και στους κάμπους, οι οποίοι έρριψαν προς την ηχώ τάς διαφόρους λέξεις των, το πλήθος ολόκληρον ωσαύτως ειργάσθη επάνω εις την γλώσσαν· αλλ’ όμως ζουν ακόμη αι πρώται εντυπώσεις των αφελών ανθρώπων εμπρός εις το πλήθος των φαινομένων της γης και του ουρανού.

Αι πρώται αύται εντυπώσεις νομίζω ότι αποτελούν, κατά το πλείστον, τάς λαϊκάς παραδόσεις. Όσον ευμορφότεραι είναι, τόσον ωραιότερα μας αποκαλύπτεται η ψυχή των ανθρώπων, οι οποίοι μας εγέννησαν.

Οι άνθρωποι δε οι οποίοι αγωνίζονται ηλιθίως ν’ α­νακαλύψουν ποίας αρχαίας δοξασίας λείψανον είναι αυτή η παράδοσις και πόσον η άλλη σχετίζεται με την δείνα σελίδα της αρχαίας Μυθολογίας, αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να μας είναι μισητοί μέχρι θανάτου. Διότι ζητούν να ευρίσκη έλεος υπό τον ήλιον και η ύπαρξίς μας μόνον αν εις τας διηγήσεις του παππού μας και της γιαγιάς μας ζουν αι γνώμαι και τα συναισθήματα του Ξενοφώντος και του Θουκυδίδου.

Εις την παράδοσιν της Νυφίτσας ανακαλύπτω μίαν ψυχήν γεμάτην ευμορφιάν. Ένα μικρόν καταστρεπτικόν ζώον το ετύλιξε με μετάξια και στολίδια. Έβλεπα προχθές εις ένα κήπον πλήθος από μικρές κούκλες επάνω στις ροδακινιές. Τι νομίζετε ότι συμβαίνει; Τις φκιάνουν και τις δένουν εκεί οι χωρικοί δια να γλυτώσουν τα ροδάκινά των από την Νυφίτσαν. Άμα η ροδακινιά δεν έχη κούκλαν, η Νυφίτσα έχει διάθεσιν να ρίψη κάτω όλα τα ροδάκινα. Άμα βλέπη κούκλαν, ίσως διότι της αρέσουν περισσότερον τα κόκκινα κουρέλια, αφήνει εις την ησυχίαν των τα ροδάκινα και επιτίθεται εναντίον της.

Η παράδοσις λέγει, ότι το μίσος αυτό οφείλεται εις το ότι η Νυφίτσα είχε προίκα και ένα κήπον με ροδακινιές, μηλιές, αχλαδιές, και την κούκλαν την παίρνει διά την αδελφήν της, η οποία εσφετερίσθη μαζί με την προίκα της και τον κήπον της.

Βλέπετε ότι ο εξωραϊσμός του μικρού αυτού δαί­μονος επροχώρησε μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε να μην αφήνεται αδικαιολόγητος καμμία κακή διάθεσίς του. Τι θα ωφελούσεν αν παρουσιάζετο ως ένα ον καταστροφής; Τίποτε απολύτως. Τουλάχιστον με την παράδοσιν αυτήν και τα κορίτσια σώζουν την προίκα των -αφού η Νυφίτσα, όπως σας είπα, άμα ευρίσκη ρόκαν δίπλα εις τον γίκον, ασχολείται με αυτήν- και οι κηπουροί τα ροδάκινά των, επί πλέον δε και ημείς γευόμεθα μίαν ωραίαν ιστορίαν, η οποία, όπως όλαι αι ελληνικαί παραδόσεις, αποκαλύπτει μίαν ψυχήν πλημμυρισμένην από συναίσθημα εξαιρετικής ευμορφιάς.

Εις τον κάμπον του Ωρωπού, όπως και εις άλλους πολύ ομαλούς κάμπους, οι Ευρυτάνες ποιμένες, τα πρόβατά των, τα οποία εδώ επάνω είναι γεμάτα κου­δούνια και κύπρια, τα «ξαρματώνουν» εντελώς, διότι ο «κάμπος είναι ζαλερός και τρώει το γλεντερό κο­πάδι.» Υποθέτω ότι, επειδή είναι πολύ επίπεδος ο κάμπος, τα βαριά κουδούνια, κάμπτοντα νυχθημερόν τα κεφάλια των κοπαδιών, επιφέρουν εγκεφαλικήν υπεραιμίαν, πράγμα το οποίον εδώ εις τα ορεινά δεν συμβαίνει λόγω των εδαφικών ανωμαλιών.

Ήθελα να μάθω κατά τι θα ωφελούσε περισσότερον τους πατριώτας μου κτηνοτρόφους η ερμηνεία αυτή, την οποίαν πιθανόν και να μη εδέχοντο. Σώζουν λοι­πόν αυτοί τα πρόβατα των ερμηνεύοντες, όπως σας είπα, το φαινόμενον, εγώ δε εις την διήγησιν της πα­ραδόσεως, όπως και της Νυφίτσας την διήγησιν, γυ­ρίζω χρόνια πίσω και κουβεντιάζω με τον παππού, με τη γιαγιά μου και με τον προσπαππού μου και θερα­πεύομαι από την ευμορφιάν της φαντασίας. Εκτός πλέον αν ο κ. Σκιάς και ο κ. Γαρδίκας επιμένουν ότι συνδιαλέγομαι με τον Αριστογείτονα και με την κυρίαν Πεισιστράτου.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Ένα παραμύθι... με δράκο!


Ένας παλιός μύθος, που διαδόθηκε στόμα με στόμα και από γενιά σε γενιά, συνηγορεί στο ανυπότακτο της Αγραφιώτικης γης.

Διηγούνταν οι γέροντες σαρακατσαναίοι, ότι επάνω ψηλά στη Νιάλα υπήρχε μία απρόσιτη σπηλιά στην οποία κατοικούσε κάποτε ένας δράκος! Τούτος ήταν ο άγρυπνος φρουρός της περιοχής!

Όταν ο δράκος αντιλαμβάνονταν ότι ανηφόριζαν προς τα μέρη του τα εχθρικά αποσπάσματα της εξουσίας, τότες έβγαινε από την σπηλιά του και κυλούσε καταπάνω τους τεράστια βράχια ώστε να τους κόψει το δρόμο και να μην τολμήσουν να πλησιάσουν.

Μόλις επιτύγχανε το σκοπό του αποσύρονταν και πάλι στην κρυψώνα του...

Έτσι αυτός ο τόπος παρέμεινε για πάντα "άγραφος" και ανέγγιχτος!