Ένα blog με διάθεση εξερεύνησης σε γνωστές και άγνωστες πτυχές της Γης και της ανυπότακτης Ιστορίας των Ευρυτάνων
Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018
Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018
Συμφορά διαφεντεύτρα...
Πονεμένα κοιτάζω
με θολή τη ματιά,
πολιτείες μπροστά μου
και ρουμάνια και δάση.
Είμ' ανθός μαραμένος.
Μ' έχει κάψ' η φωτιά,
συμφορά που τη λένε,
διαφεντεύτρα στην πλάση.
("Ανθί μαραμένο" - του αλησμόνητου Ευρυτάνα ποιητή Δώρη Άνθη)
Κυριακή 22 Ιουλίου 2018
«Αυτός, αυτός είν’ ο Λαός»!
![]() |
| φωτο: κάπου στα Κρικελλιώτικα βουνά (που κρατήθηκαν λεύτερα...) |
Πριν από κάποιους αιώνες... Ο γερο-Φωτεινός, παλιός απείθαρχος αγωνιστής και φτωχός ξωμάχος, διώχνει τα μαντρόσκυλα του φράγκου τσιφλικά Τζώρτζη Γρατζιάνου γιατί καταπάτησαν τη γη του καταστρέφοντας τη σπορά. Όταν φτάνει ο αφέντης με τους μπράβους του, ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος...
(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)
K’ εγώ, σκουλήκι αγνώριστο, ο Tζώρτζης ο Γρατζιάνος.
Αφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, άρχοντάς σου.
Aυτό το χώμα που πατώ, οι πέτρες, τα νερά σου,
ήμερο κι άγριο κλαρί, τ’ αγέρι σου, η ψυχή σου,
τα ζωντανά σου, τα παιδιά, το αίμα σου, η τιμή σου,
όλα δικά μου, μάθε το. Bουνού και λόγγου αγρίμι
είτ’ έχει τρίχα είτε φτερό, σιχαμερό ψοφίμι,
το διαβατάρικο πουλί σ’ εμέ μονάχ’ ανήκει,
κι αξίζει το κεφάλι σου λαγόπουλο ή περδίκι.
Γι’ αυτ’ όθε θέλω θα περνώ, κ’ εγώ και τα σκυλιά μου·
τίποτε δεν ορίζετε, κ’ είναι κι αυτή σπορά μου.
Kι ούτ’ άλλη τύχη αξίζετε. Γενιά καταραμένη,
δειλή, κακογεράματη, στον κόσμο ακόμα μένει
για να πομπεύει τ’ όνομα και την κληρονομιά της!
Kαι στα στερνά τα λόγια του ένιωσε ο ζευγολάτης
ότι ένα δάκρυ ενότιζε τ’ ασπράδι του ματιού του
κι ολόρθες αναδεύοντο οι τρίχες του κορμιού του.
(ΦΩΤΕΙΝΟΣ)
Aν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή είν’ η ρίζα.
Και μένει πάντα ζωντανό ή ρόδι φάγ’ ή βρίζα,
αυτό το βόιδι το μανό, π’ όσο βαθιά ρουχνίζει
τόσο εύκολα μυγιάζεται κι ανεμοστροβιλίζει
και που το κράζουνε Λαό. Θα σπάσει το καρύκι
και θα προβάλει με φτερά μια μέρα το σκουλήκι.
Tότε, πουλί το σερπετό, ποιος ξέρει πού θα φτάσει!...
(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)
Δείξε μου αυτό το λείψανο, που θα βρικολακιάσει!
(ΦΩΤΕΙΝΟΣ)
Eγώ... ο φτωχός, ο Φωτεινός, ο γέρος, ο ξεσκλιάρης,
που ρίχνω εδώ το σπόρο μου για να μου τόνε πάρεις.
Εγώ που με τον ίδρωτα τα χώματα ζυμώνω
για να τρώγει άλλος το ψωμί. Που τρέχω και κεντρώνω
την αγριλίδα του βουνού και που δεν έχω λάδι
ν’ ανάφτω το καντήλι μου και ζω μέσα στον Άδη.
Εγώ που με τα νύχια μου αναποδογυρίζω
το λόγκο και τα ριζιμιά, για να σας τα στολίσω
με κλήματα που δεν τρυγώ και που ποτέ δεν έχω
λίγο κρασί κεφαλιακό, τη γλώσσα μου να βρέχω.
Εγώ ο φτωχός ο μυλωνάς, που ζω σ’ αιώνια ζάλη
και παίρνω κέρδο, πλερωμή, προσφάγι την πασπάλη.
Που δεν ορίζω το παιδί, που πάντα ζω με τρόμο,
και που δε βρίσκω εδώ στη γη για να με κρίνει νόμο.
Αυτός, αυτός είν’ ο Λαός. T’ άψυχο το κουφάρι
αυτό ’ναι το καματερό, το ψόφιο το κριάρι...
Mη ρίξεις άλλο φόρτωμα στην έρμη του την πλάτη...
(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)
Συμμάζωξε τη γλώσσα σου τη φιδινή, χωριάτη·
μη μου ξανάφτεις τη χολή. Γονάτισε μπροστά μου
και ζήτησε συγχώρεση για τα λαγωνικά μου...
Δε θες, αντάρτη, δεν ακούς;...
(ΦΩΤΕΙΝΟΣ)
Kαλύτερα το βρόχο
παρά τα γόνατα στη γη... Άρα-κατάρα το ’χω...
Θά ’φηναν λάκκωμα βαθύ, και θά ’ταν μέγα κρίμα,
τιμή να θάψω κι όνομα μέσα σ’ αυτό το μνήμα.
(ΤΖΩΡΤΖΗΣ)
Tώρα θα ιδείς, παλικαρά... Aκούστε με, συντρόφοι,
και μη θυμώστε αν λυπηθώ αυτόν τον άγριον όφι...
Nα μας πλερώσει τα σκυλιά με τα καματερά του.
Και για την τόλμη πόλαβαν τα πέντε δάχτυλά του
να σφεντονίσουν κατ’ εμάς, εκεί στο χερουλάτη
να συντριφτούν με το σφυρί... Σ’ αρέσει, ζευγολάτη;
Kαι δυο σκιάδες πάραυτα ωρμήσανε κι αρπάξαν
τα βόιδια πού ’ταν στο ζυγό. Δύο άλλοι τον αδράξαν
κ’ εδέσανε το χέρι του στο φοβερό χερούλι
με τη σφεντόνα πόβρανε. Ύστερα, με τη σκούλη,
αρχίσαν, του κοντόσπαθου, αργά να πελεκάνε
τ’ αντρειωμένα δάχτυλα και να περιγελάνε.
Όλο τ' αλέτρι εβάφηκε. Το μαύρο το παιδί του
στο χώμα δίπλα εμούγκριζε, σαν νά ’βγαινε η ψυχή του.
K' εκειός ο γέρο-δράκοντας, χωρίς ούτε ν’ αχνίσει,
εκοίταζε το αίμα του που πότιζε σα βρύση
τη γη του την ταλαίπωρη· και μέσα στην καρδιά του
μεμιάς αστράψαν τα παλιά τ’ ανδραγαθήματά του,
κ’ εσπιθοβόλησε στο νου χρυσόφτερ’ η ελπίδα
με τη δική του εκδίκηση να σώσει την πατρίδα.
(Απόσπασμα από τον "Φωτεινό", έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη ο οποίος είχε βαθιά Ευρυτανική καταγωγή, ως απόγονος των οπλαρχηγών Χρήστου και Μόσχου Βαλαώρα, από το χωριό Βαλαώρα Ευρυτανίας!)
Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018
«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;»
«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
Γιατί; Γιατί;»
Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί.
Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει
φωτιά.
Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα,
μια ρεματιά!
Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο να ένα
δεντρί…
Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου,
δροσιά να βρει.
Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του
και περπατεί!
Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης,
γιατί, γιατί;
«Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;»
«Στα δυο χωριά.»
«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;
Πολύ μακριά!»
«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα εγώ;
Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει,
γι’ αυτό είμαι δω.
Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες… για δυο,
για τρεις…
Ο νους μου σήμερα δε ξέρω,
τ’ είναι βαρύς».
«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι να
δροσιστείς».
Σκύβει να πιει νερό στη βρύση,
στερεύει ευθύς.
Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
φεύγει ο καιρός,
Στον ίδιο τόπο είν’ ο Γιάννης,
κι ας τρέχει εμπρός…
Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,
μα πού κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι,
με τη βροχή.
«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο,
το σπλαχνικό,
που ‘ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι
και στο βοσκό;»
Ο πεύκος μίλαε στον αέρα
– τ’ ακούς, τ’ ακούς;-
και τραγουδούσε σα φλογέρα
στους μπιστικούς.
«Φρύγανο και κλαρί του πήρες
και τις δροσιές
Και το ρετσίνι του ποτάμι
απ΄ τις πληγές.
Σακάτης ήτανε κι ολόρθος,
ως τη χρονιά,
Που τον εγκρέμισες για ξύλα,
Γιάννη φονιά!»
«Τη χάρη σου ερημοκλησάκι,
την προσκυνώ,
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
και να σταθώ…
Η μάνα μου θα περιμένει
κι έχω βοσκή…
Κι είχα και τρύγο… Τι ώρα νάναι και τι
εποχή;
Ξεκίνησα το καλοκαίρι
-να στοχαστείς-
Κι ήρθε και μ’ ήβρε ο χειμώνας
μεσοστρατίς.
Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!
Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε το λόγκο,
που τρέχει εμπρός.
Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω
-με τι καρδιά;-
Θέλω να πέσω να πεθάνω,
εδώ κοντά.»
Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι…
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος,
πολύ μακριά.
Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι,
φωνή καμιά.
Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,
στην ερημιά.-
(του μεγάλου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου)
Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018
ΟΧΙ (με επίγνωση...)
ΟΧΙ
σιδεροφράχτες στα ανέγγιχτα Άγραφα!
ΥΓ: Για όσους ακόμη... κομπιάζουν να ονοματίσουν στα ίσα το αδίστακτο και αδηφάγο "τερατάκι" που χρόνια και χρόνια σπέρνει την καταστροφή στη Φύση και στον Άνθρωπο, να θυμίσουμε ότι δεν είναι... ούτε αβάπτιστο ούτε ορφανό! Έχει καταγωγή από "μεγάλο σόι", με παραλήδες γονείς βαρόνους του Κεφαλαίου, νονά την Ευρωπαϊκή Ένωση και νταντά την Εξουσία-διεκπεραιωτή των ανωτέρω.
Όμως, τόσο η ίδια η εκτρωματική του υπόσταση όσο και η ανερμάτιστη λαιμαργία του, προκαλεί όλο και μεγαλύτερη απέχθεια κι αποστροφή στην συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας με ότι αυτό συνεπάγεται...
Καλή δύναμη - ψυχή βαθιά!
Τρίτη 17 Ιουλίου 2018
"Είμαστε ένα τμήμα της γης και αυτή είναι τμήμα του εαυτού μας..."
| Στον επίγειο παράδεισο των Αγράφων! |
"Είμαστε ένα τμήμα της γης και αυτή είναι τμήμα του εαυτού μας. Τα μυρωδάτα άνθη είναι αδέλφια μας. Το ελάφι, το άλογο και ο μεγαλοπρεπής αετός είναι αδέλφια μας. Οι βουνίσιες κορυφές, οι χυμοί των λιβαδιών, η ζεστασιά του σώματος του μικρού αλόγου και ο άνθρωπος – όλα αυτά – ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει όταν θα έχουν εξολοθρευτεί όλοι οι βούβαλοι, όταν θα έχουν δαμαστεί όλα τα άγρια άλογα, όταν οι πιο μυστικές γωνιές των δασών θα μυρίζουν άνθρωπο και όταν η θέα προς τους πράσινους λόφους θα εμποδίζεται από ένα πλήθος από σύρματα που μιλάνε..."
(του Ινδιάνου αρχηγού Seatle, 1854)
Σάββατο 14 Ιουλίου 2018
Γεια σας ψηλά βουνά!
«Σαν έφτασαν σε μια ράχη, τους καλωσόρισε ο κρύος αέρας. Αυτός ο αέρας είχε περάσει από κάθε κορφή και κάθε λαγκαδιά. Τον πήραν με βαθιά αναπνοή.
Πουλάκια με άσπρη τραχηλιά κουνούσαν την ουρά τους στους θάμνους κι ύστερα έφευγαν με γοργό λαρυγγισμό. Ένα κατσίκι κατάμαυρο έστεκε στην κόψη του βράχου.
Οι βράχοι σχημάτιζαν σα θεόρατα σπίτια, που δεν ξέρεις ποιος τα κατοικεί. Οι γκρεμοί ήταν φυτεμένοι με πουρνάρια και κουμαριές. Αλλού κατέβαιναν γυμνοί και απότομοι, σα να τους είχες κόψει με σπαθί.
Ο βράχος απάνω στο βράχο, ο λόφος απάνω στο λόφο σχημάτιζαν το βουνό. Πελώρια ήταν όλα. Και σ’ αυτό το ύψος ανέβαινε με στροφές, όλο ανέβαινε ο δρόμος.
Ευτυχισμένοι σε τούτο το θέαμα οι μικροί ταξιδιώτες κοίταξαν προς τις κορφές. Ένας τους φώναξε: “Γεια σας, ψηλά βουνά!”»
Ευτυχισμένοι σε τούτο το θέαμα οι μικροί ταξιδιώτες κοίταξαν προς τις κορφές. Ένας τους φώναξε: “Γεια σας, ψηλά βουνά!”»
(απόσπασμα από το εμβληματικό αναγνωστικό «Τα ψηλά βουνά» του σπουδαίου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ήταν το πρώτο αναγνωστικό που γράφηκε στη δημοτική γλώσσα εν έτει 1918)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








