Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Ισότητα και Ελευθερία!

Ατενίζοντας τα ελεύθερα ευρυτανικά βουνά - Φωτο : "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"



«Η Γη είναι η μητέρα όλων των ανθρώπων και όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα. Καλύτερα να περιμένετε τα ποτάμια να κυλήσουν προς τα πίσω, παρά άνθρωπος που γεννήθηκε ελεύθερος να είναι ευχαριστημένος όταν φυλακιστεί και του στερήσουν την ελευθερία να πηγαίνει όπου θέλει.»

Ινδιάνικο
Joseph (Hinmaton Yalatkit / 1830-1904)
Αρχηγός των Nez Perce



Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Σ’ αυτόν τον αγνό, τον ξαναπλασμένο λαό του βουνού...

Στις κορφές του Βελουχιού - φωτο: Σπύρος Μελετζής

Ιχνηλατήσαμε μία σημαντική μαρτυρία για την Ευρυτανία της Αντίστασης η οποία προέρχεται από τον αλησμόνητο ΕΑΜίτη φωτογράφο Σπύρο Μελετζή (“Με τους αντάρτες στα βουνά”)! 

Καταγράφει το πως βίωσε ο ίδιος στα βουνά της Ευρυτανίας, όπου βρίσκονταν τότε, τη χαρμόσυνη είδηση της απελευθέρωσης της Αθήνας από τη χιτλερική σκλαβιά, κάνοντας ταυτόχρονα μία πολύ συγκινητική αναφορά στην αδάμαστη ψυχή και την απαράμιλλη προσφορά του αγνού ευρυτανικού λαού στο μεγάλο αγώνα!

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Ιδού:

=============



-«Γιατί  χτυπάν οι καμπάνες συνέχεια, συναγωνίστρια;».

Κι’ αυτή τότε μου είπε γεμάτη χαρά:

-«Τέλειωσε ο πόλεμος! Τέλειωσε ο πόλεμος! Οι Γερμανοί φεύγουν»!

Πίστεψα και δεν πίστεψα τα λόγια της. Μα σαν έφθασα στην πλατεία του χωριού είδα ένα κόσμο συγκεντρωμένο ν’ αγκαλιάζονται και να φιλιούνται, να βαράν ντουφεκιές, να τραγουδούν, να χορεύουν και να μη ξέρουν πώς να εκδηλώσουν τη χαρά τους. Και φτερά να είχα δεν θα βρισκόμουνα τόσο γρήγορα στον Φουρνά. Δεν περπάταγα στο δρόμο, πετούσα. Δρασκέλιζα τις βουνοπλαγιές και βουνοκορφές σαν να ήταν παιγνιδάκια!

Έτσι έφτασα στο Φουρνά όπου βρήκα αντάρτες και λαό να πανηγυρίζουν το τέλος του πολέμου, την λευτεριά της Αθήνας, που ήταν και το προμήνυμα όλης της Ελλάδας.
Πορεία προς τα Φουρνά Ευρυτανίας για τα τρίχρονα του ΕΑΜ, Σεπτέμβρης 1944 - φωτο: Σπ. Μελετζής

Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη όταν βεβαιώθηκα πως οι Γερμανοί άρχισαν να φεύγουν από την Ελλάδα, πως η Αθήνα ήταν κιόλας λεύτερη. Επιτέλους, είπα, ο κόσμος θ’ ανασάνει απ’ την Χιτλερική σκλαβιά. Τότε μπρος στα μάτια μου ήρθε το καμμένο δάσος, τα καμμένα χωριά, η ρημαγμένη Ελλάδα και άθελα θόλωσαν λες και τα σκέπασε κάποια αντάρα. Μα σιγά σιγά άρχισαν όλα να καθαρίζουν και να λαμποκοπάν. Ένα φως καθάριο, αιθέριο, περιέλουσε τα πάντα, ως και το καμμένο δάσος που λίγες ώρες πιο μπροστά είχα φωτογραφίσει, το είδα και κείνο ν’ αλλάζει όψη. Από τους ξερούς και μαυρισμένους κορμούς και κλώνους έβλεπα πως πετάγονταν καινούργιοι βλαστοί που σκεπάζονταν αμέσως με φύλλα καταπράσινα γεμάτα χυμό, γεμάτα ζωή.
Αντάρτης, Βίνιανη, Ευρυτανία, 1944 - Αρχείο:  Σπ. Μελετζής

Πρόβαλε μπροστά στα μάτια μου το καμμένο Καρπενήσι (σ.σ. βλ. αφιέρωμα "Ευρυτάνα ιχνηλάτη") όπως τ’ αντίκρυσα αμέσως μετά το κάψιμό του από τους Γερμανούς να κείτεται σωριασμένο στη γη, σκελετωμένο ερείπιο σαν άταφος νεκρός με τους μαυρισμένους τοίχους των σπιτιών του απ’ την κάπνα της φωτιάς. Τα ξυπόλυτα παιδάκια, τυλιγμένα στα κουρελιασμένα ρουχαλάκια τους που κρατούσαν ένα ντενεκεδάκι ή ένα πιάτο στα χέρια τους κι’ είχαν μπει στη σειρά να πάρουν λίγο φαγί που τους είχε ετοιμάσει η Εθνική Αλληλεγγύη. 
Παιδάκια μόνα κι έρημα μετά την καταστροφή του Μικρού χωριού από τους κατακτητές - Φωτο: Σπ. Μελετζής

Κι’ ενώ μ’ είχε πλημμυρίσει μια αβάσταχτη λύπη, ένοιωθα συγχρόνως κι’ ένα αίσθημα σαν περηφάνειας, χαράς και ικανοποίησης. Ένα αίσθημα γεμάτο δύναμη που περπατώντας μονολογούσα κι’ έλεγα:
Άντε Ελλάδα, άντε αγαπημένα μου χωριά, ως εδώ ήταν τα βάσανα και οι συμφορές σας. Τώρα που ξεσκλαβωθήκαμε θα σας χτίσουμε πιο μεγάλα και πιο όμορφα. Θα ριχτούμε όλοι μαζί σε μια καινούργια μάχη. Τη μάχη της ανοικοδόμησης. Μέσα σε πέντε χρόνια τίποτε δεν θα μείνει κατεστραμμένο και γκρεμισμένο. Όλα πέρα για πέρα πρέπει ν’ αλλάξουν θωριά.

Το καμένο Καρπενήσι - φωτο: Σπύρος Μελετζής

Αυτά σκεπτόμουνα καθώς έφευγα απ’ τον Φουρνά και τραβούσα για τον Κλειτσό.

Μετά 15 μέρες παραμονής μας ακόμα στον Κλειτσό και στον Φουρνά ήρθε και η μεγάλη στιγμή του γυρισμού μας στην Αθήνα. Νικητές και τροπαιούχοι πάνω σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο αφήναμε πίσω μας τα ελατοσκεπασμένα βουνά της Ευρυτανίας, τα κρουσταλένια της νερά, τον καθαρό αγέρα, την βουνήσια ομορφιά. Μα εκείνο που μου σπάραζε την καρδιά ήταν οι άνθρωποι που γνωρίσαμε και ζήσαμε μαζί τους τόσο καιρό. Ήταν οι άνθρωποι του βουνού με τ’ αυλακωμένα πρόσωπα, όχι από τον χρόνο, αλλά από τα βάσανα και τις στερήσεις, απ’ την ανέχεια και την σκληρή δουλειά.

Ξερακιανοί, όμοιοι με βυζαντινές ασκητικές μορφές, στραπατσαρισμένες αλλά με κορμί στητό, βλέμμα αητήσιο, μυαλό ξεκάθαρο, γεμάτο θέληση και αποφασιστικότητα στον αγώνα τον καλό για τον οποίο πάλευαν και αγωνίζονταν.
Κλαρίτης στ' Άγραφα - φωτο: Σπύρος Μελετζής

Αφήναμε πίσω μας εκείνη την Ευρυτάνα γυναίκα με την κασόνα ζαλίγκα που την έβλεπα σε κάθε μου βήμα και την άκουγα συνεχώς να μου λέει: «Ε συναγωνιστή, αγώνας είναι αυτός, αν τον κερδίσουμε τα κερδίζουμε όλα, αν τον χάσουμε τότε τα χάνουμε όλα». (σ.σ. βλ. εδώ)
Εξάωρη πορεία για να τραφούν οι αντάρτες - φωτο: Σπύρος Μελετζής

Αυτόν τον αγνό, τον ξαναπλασμένο λαό του βουνού αφήναμε πίσω μας που μας έμαθε εμάς τους ανθρώπους της πόλης τι θα πει ανθρωπιά, καθήκον, σεβασμός, πίστη και προπαντός θυσία και αγάπη. Κι’ όσο τ’ αυτοκίνητο ανέβαινε προς την κορφή του Ζαχαράκι, τόσο νόμιζα πως κάτι ξεκολλούσε απ’ την ψυχή μου κι’ από το σώμα μου και έμεινε εκεί μαζί τους. 
Ευρυτανία, στην κορυφογραμμή του βουνού Ζαχαράκι - φωτο: Σπύρος Μελετζής

Ήταν σκληρός εκείνος ο χωρισμός, πολύ σκληρός. Και μόνο σαν κατηφορίσαμε κι’ αρχίσαμε να συναντάμε στο δρόμο χωριά που μας υποδέχονταν απ’ όπου κι’ αν περνούσαμε, με ζητωκραυγές και μας έρραναν με λουλούδια και στόλιζαν το αυτοκίνητό μας με στεφάνια κι’ ανθοδέσμες, τότε άρχισε κάπως ν’ αναλαφρώνει ο πόνος του χωρισμού μας.”

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Αθανάσιος Καρπενησιώτης - Μια ρωμαλέα κατάφαση αυτόβουλης ζωής!



Το ακόλουθο ιστορικό πόνημα παραχώρησε στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"
ο κ. Κυριάκος Χήνας διατελέσας καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης στη Γερμανία.


Διαχρονικό είναι το ερώτημα για την ιστορική επιστήμη και πάντοτε αμφιλεγόμενο: Για να διαμορφωθούν ριζοσπαστικές πολιτικο-κοινωνικές εξελίξεις, χρειάζεται πρώτα να υπάρχει μια εμπεδωμένη ατμόσφαιρα αλλαγής στην κοινωνία ώστε να μεταβληθούν σύστοιχα και οι αντιλήψεις των ανθρώπων ή πρέπει πρώτα να προηγηθεί μια άλλη νοοτροπία πρωτοπόρων ανθρώπων με πιεστικές μαζικές διεκδικήσεις ώστε να αναγκαστούν οι συλλογικές πρακτικές να προσαρμοστούν στις νέες συγκυρίες της εξέλιξης ;

Στην περίπτωση του ήρωα Αθανασίου Καρπενησιώτη, δικαιώνεται μια διαλεκτική αντίληψη που συνδυάζει τις δύο προαναφερόμενες: για να οδηγηθεί σε τέτοιο ύψος εθελοθυσίας, ασφαλώς είχε το ανυπότακτο και την αδούλωτη ψυχή του Ευρυτάνα, ζούσε σε μια κοινωνική πραγματικότητα όπως οι παραδουνάβειες ηγεμονίες των ελεύθερων οριζόντων, αλλά παράλληλα είχε και ένα προσωπικό "ανεμόεν φρόνημα" που τον οδηγούσε στο να μετασχηματίζει την πραγματικότητα αναβαθμίζοντας τους στόχους σε ποιοτικότερο και πιο απαιτητικό επίπεδο.

Γεννήθηκε γύρω στα 1770 με οικογενειακή ονομασία Φουρλίδας ή Φλέγγας, στον Άγιο Ανδρέα Καρπενησίου και έμεινε στην Ιστορία ως Καρπενησιώτης. Ο ιερέας του χωριού, κατά τα ειωθότα, ήταν η πρώτη πενιχρή πηγή γνώσεων, μέχρι να αποφασίσει το άλμα ζωής στα 11 ή 12 χρόνια του πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί δούλεψε για λίγο ως τουφεκτσής, δηλαδή επιδιόρθωνε όπλα. Φυσιολογική η ανέλιξη της πορείας του βορειότερα προς το "ελληνοκρατούμενο" Ιάσιο, όπου ασχολήθηκε με την ενοικίαση και τη διαχείριση κτημάτων. Επίσης ήταν και μικροκαπετάνιος στη φρουρά του ηγεμόνα Μιχαήλ Βόδα. Είναι γνωστή η δυναμική αυτής της περιοχής στη σφυρηλάτηση εθνικού επαναστατικού πνεύματος στους παρεπιδημούντες Έλληνες, που όμως δεν είχε ταξικά πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Καθοριστική πρόκληση στη ζωή του ήταν η έναρξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου το 1806, οπότε η πυρακτωμένη προσωπικότητά του στελέχωσε τη Λεγεώνα του Αλ. Υψηλάντη με το βαθμό του χιλίαρχου, ισοδύναμο του λοχαγού. Μαζί με ρωσικά στρατεύματα πολέμησε τους Τούρκους στις όχθες του Δούναβη --διακρίθηκε ιδιαίτερα στην πολιορκία του χωριού Σέλιστα-- αναβαθμιζόμενος σε συνταγματάρχη και τιμώμενος με το ρωσικό παράσημο του Αγίου Βλαντιμίρ. Αν και ατεκμηρίωτο από πειστικές πηγές, είναι πιθανό να ακολούθησε τον Υψηλάντη στην απόκρουση του Ναπολέοντα κατά τη γαλλική εισβολή στη Ρωσία. Ίσως σήμερα φαντάζει κάπως παράδοξο ή τυχοδιωκτικό, αλλά τότε η συστράτευση με τη Ρωσία συμπύκνωνε την αντίληψη μιας αμοιβαίας εκτίμησης, λόγω χριστιανισμού, αλλά και ωφέλειας, με την αναμενόμενη ρωσική βοήθεια για την απελευθέρωση. Μεγάλες προσδοκίες διοχετεύονταν στον ελληνισμό με... προφητείες για τη σωτηρία από "το ξανθό γένος από το βορρά" και με λαϊκά άσματα "ακόμη τούτη την άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι, μέχρι να έρθει ο Μόσκοβος να φέρει το σεφέρι".

Σε άμεση συνάφεια δράσης με τον Υψηλάντη, είναι φυσιολογικό να μυηθεί το 1818 στη Φιλική Εταιρεία, όπου ορκίστηκε  από τον αρχιμανδρίτη Λουκά Λεονταρίτη. Όταν τον Μάρτιο του 1821 ο στρατηγός διαβαίνει τον Προύθο και μπαίνει στο Ιάσιο υψώνοντας την επαναστατική σημαία, ο Καρπενησιώτης είναι δίπλα του.

Η διαδρομή του έκτοτε είναι εμφανώς πρωταγωνιστική. Τον Απρίλιο αναλαμβάνει να υπερασπιστεί το Γαλάτσι της Μολδαβίας και οχυρώνει την πόλη με 400 άνδρες κατανέμοντας άλλους 200 αριστοτεχνικά σε τρεις προμαχώνες. Γι αυτή τη στρατηγική, ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων γράφει ότι "τίμησε το ελληνικόν όνομα και τον διορισμόν υπό του Υψηλάντου". Η ασύγκριτη ποσοτική υπεροπλία των Τούρκων, που έρχονται από την Βράιλα με τον Γιουσούφ πασά Περκόφτσαλη, θα αποφέρει τη λεηλασία της πόλης με μεγάλες σφαγές, ενώ ο Καρπενησιώτης και 20 στρατιώτες του θα απομακρυνθούν με τεχνάσματα από διόδους του προμαχώνα. Κατά τον καθηγητή Κλεομένη Κουτσούκη, οι Έλληνες έριχναν κάπες προς τη μεριά των Τούρκων και άφηναν αναμμένα φυτίλια στα τηλεβόλα όπλα τους για να τους αποπροσανατολίζουν και έτσι διέφυγαν.



Η καθοριστική μάχη, που οδήγησε τον ήρωα στις ιστορικές δέλτους της αθανασίας, έγινε στις 17 Ιουνίου 1821 στο Σκουλένι, στα όρια της τουρκικής και της ρωσικής ζώνης που ορίζει ο ποταμός Προύθος. Με αρχηγό τον Καρπενησιώτη, μόλις 485 Έλληνες αποφάσισαν να αποκρούσουν 6.000 Τούρκους ιππείς στην πεδιάδα Προύθου-Ζίζιας, που συνεπικουρούνταν από 2.000 πεζούς που κατέβαιναν από το λόφο της Στίγκας. Κατά άλλους, ο τουρκικός στρατός αριθμούσε 15.000 άνδρες. Υπήρχε βέβαια η εναλλακτική  λύση να περάσουν τον ποταμό Προύθο και να βρεθούν σε έδαφος υπό ρωσική κυριαρχία. Ο αρχηγός Αθανάσιος Καρπενησιώτης επιχειρηματολόγησε υπέρ της ευθείας σύγκρουσης με τον τουρκικό στρατό με τη φράση:  "Πώς θέλομεν ιδείν τους ομογενείς μας εις την Γραικίαν, όταν μάθωσιν ότι εστρέψαμεν τα νώτα εις τον Τούρκον; " Κατά τον Ιακωβάκη Ρίζο, αποφάσισαν "να πεθάνουν  ένδοξα". Είναι οι στιγμές όπου κάποιοι άνθρωποι εκδιπλώνονται ως συνειδητοί φορείς μιας μακραίωνης Ιστορικής Συνείδησης, χωρίς να έχουν την κουλτούρα να την υποστηρίξουν επιστημονικά. Το μεγαλείο του Ήθους του απλού ανθρώπου του λαού! Συνιστά μάλιστα κραυγαλέα αντίθεση η στάση του "πεπαιδευμένου" Καντακουζηνού, ο οποίος προτίμησε να διαβεί τον ποταμό Προύθο και να βρει καταφύγιο στη ρωσική ζώνη, χαρακτηριζόμενος ως "άνανδρος και προδότης" από τον ιστορικό Φιλήμονα. Καλά λέει ο μέγας ποιητής : ...με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα...

Με τη συνειδητή επίγνωση του επερχόμενου τέλους, τα παλληκάρια έφαγαν αντίδωρο αντί άρτου και έπειτα κοινώνησαν, κατά τον ιστορικό Διονύσιο Κόκκινο. Στη σφοδρή επίθεση των Τούρκων του Κεχαγιάμπεη, οι ρώσοι στρατιώτες έβλεπαν από την άλλη όχθη του Προύθου τον απίστευτο ηρωισμό των Ελλήνων με έκδηλο θαυμασμό. Ο αρχηγός τους Ζαμπανιώφ έλεγε αργότερα ότι "10.000 τέτοιους να είχε ο Υψηλάντης, θα μπορούσε να τα βάλει με 40.000 Τούρκους"! 

Ο Καρπενησιώτης αντιστάθηκε με συγκινητική αυταπάρνηση και στο τέλος αιμόφυρτος πέταξε τα πιστόλια του στο ποτάμι και όρμησε με το σπαθί του στον εχθρό. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες έπεσαν νεκροί και μόνον ελάχιστοι τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στην άλλη όχθη.

Αξιολογώντας τη συγκεκριμένη μάχη ο ιστορικός Κόκκινος την ανάγει -με κριτήριο την ηρωική αντιμετώπιση ενός βέβαιου θανάτου- στο ύψος των μαχών στην Αλαμάνα και στο Μανιάκι. Επίσης, ο Ιω. Φιλήμων παραλληλίζει τον Καρπενησιώτη με τον Αθανάσιο Διάκο στο πατριωτικό πνεύμα και τη μεγάλη στρατιωτική καρδιά. Περίφημος είναι και ο σχετικός πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess, που απεικονίζει τον Καρπενησιώτη να πολεμά αδάμαστος μέσα στον Προύθο (σ.σ. βλ. την εικόνα-προμετωπίδα του άρθρου).

Ασφαλώς ο Αθανάσιος Καρπενησιώτης είναι μια συμβολική μορφή και για τους σημερινούς χαλεπούς καιρούς. Υποδηλώνει την ανάγκη να εγκαταλείψουμε τον ανώφελο σπασμωδικό ακτιβισμό της... ρητορείας και να πιστέψουμε ότι είμαστε αυτοθέτουσες οντότητες και ότι όποιος δε θέλει να είναι το φερέφωνο του ισχυρού δεν αποδέχεται την εικόνα που προβάλλει αυτός για τον εαυτό του, υπονομεύει το πεπερασμένο Είναι του. Βέβαια η αντίδραση σήμερα, σε μια δημοκρατική κοινωνία, δεν μπορεί να απορρέει από την κάνη ενός όπλου, αλλά υπάρχει η μαζική συμπόρευση και διεκδίκηση μέσα από συλλογικότητες, σε άμεση διάδραση με τα λαϊκά στρώματα. Πολύ περισσότερο σήμερα που ο Πολιτισμός δίνει πολλές αφετηρίες για να επενδύσουμε στα ποιοτικότερα στοιχεία του εαυτού μας. Ίσως αυτό θα ήταν η ουσιωδέστερη τιμή στη μνήμη του Ευρυτάνα ήρωα Αθανασίου Καρπενησιώτη, μιας ευγενικής ψυχής που πέτυχε να δείξει σε όλους μας πόσο αξίζει να θέτουμε σε κίνηση τον αγώνα για τη χειραφέτηση της δικής μας potentia από την potestas της εξουσίας.




Κυριάκος Χήνας,  ιστορικός

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Βελούχι έχε γεια...

Η φωτογραφία είναι του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη"



Βελούχι έχε γειά,  Βελούχι ξακουσμένο
πώχεις την κορφή στα σύγνεφα χωμένη,
κι είσαι πάντοτε Βελούχι μ’  χιονισμένο
και παράμορφο, με όψι αγριεμένη.

Αποχαιρετώ τα κρύα τα νερά σου,
τ’ άσπρα σου χιόνια, τις δροσερές βλαχούλες,
τα κοπάδια σου, τα μαύρα σύγνεφά σου,
επεθύμησα του Αίμου τις ραχούλες!...

Σαν αητός πετώ στη σκλαβωμένη χώρα,
πυρ και σίδερο να σπείρω να θερίσω,
τη μαυρόμοιρη – ευλογημένη ώρα!
απ’ το θάνατο να τη γλυκαναστήσω.

Βελούχι, έχε γειά. Βελούχι παινεμένο,
κι αν μακριά πετώ, πίσω η καρδιά μου μένει,
μεσ’ στον τόπο σου τον αγριοπλασμένο
αλυσόδετη κι αγριοσπαραγμένη.


[Του Ευρυτάνα λογοτέχνη Δημήτρη Παπαδόπουλου (“Τυμφρηστού”) 1870-1930]



Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Σεβασμός...



“Όταν δείχνουμε τον σεβασμό μας προς τις άλλες μορφές ζωής,
θα ανταποκριθούν με σεβασμό προς εμάς!”

(Ινδιάνικο γνωμικό)



Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Ευρυτάνων γη...




Τόπος σκληροτράχηλος

ζυμωμένος με ίδρο, μόχθο, πάλεμα· 

δεμένος με την πιο απείθαρχη παράδοση

από των Κατσαντωναίων τους καιρούς

μέχρι τη σύγχρονη Αντάρτικη ανυποταξία!

Πέτρα, γη, άνθρωποι, ιστορία

σ’ ένα αιώνιο αδιάσπαστο χαρμάνι· 

με συντροφιά 

τον αδικαίωτο πόθο της  λύτρωσης

με την προσμονή

της ρήγισσας της λευτεριάς…


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Τ' αηδόνια



Ι
Χαρούμενα, τρελλά κι ευτυχισμένα
τ’ αηδόνια χθες το βράδυ κελαηδούσαν
κι όλα μαζί το λάλο τους σκορπούσαν,
χαρούμενα, τρελλά κι ευτυχισμένα,
επάνω σε μοτίβα τονισμένα.
Κι ενώ οι ανθοί γλυκά μοσχοβολούσαν,
χαρούμενα, τρελλά κι ευτυχισμένα,
τ’ αηδόνια χθες το βράδυ κελαηδούσαν.

ΙΙ
Θαρρώ κι απόψε η νύχτα θάμμα μοιάζει
με τ’ άνθια και τ’ αστέρια και τ’ αηδόνια
ρίγος καθώς βαθιά μ΄αναταράζει.
Θαρρώ κι απόψε η νύχτα θάμμα μοιάζει
που και το δάκρυ σα δροσιά σταλάζει
απ’ τη βροχούλα πώσταξε στα κλώνια,
θαρρώ κι απόψε η νύχτα θάμμα μοιάζει
με τ' άνθια και τ' αστέρια και τ' αηδόνια.
                            

(Ποίημα του Δώρη Άνθη- του πρόωρα χαμένου Ευρυτάνα ποιητή και ΕΛΑΣίτη καπετάνιου - βλ. εδώ)

blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"